Παρασκευή, 17 Απριλίου 2015 09:43

Η δυσανεξία στη λακτόζη

Γράφτηκε από την
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(2 ψήφοι)

Πολύ χρήσιμες πληροφορίες για τη δυσανεξία στη λακτόζη

Η δυσανεξία στη λακτόζη, ICD-10 E73, ή ανεπάρκεια λακτάσης είναι η ανικανότητα των ενηλίκων να αφομοιώσουν τη λακτόζη, ένα σάκχαρο που βρίσκεται στο γάλα και σε μικρότερο βαθμό, στα γαλακτοκομικά προϊόντα, προκαλώντας παρενέργειες. Αυτό οφείλεται σε  ανεπάρκεια της λακτάσης, ή υπολακτασία. 

Η δυσανεξία στη λακτόζη είναι η αδυναμία διάσπασης της λακτόζης (που είναι ο κύριος δισακχαρίτης στο γάλα) στα συστατικά του, γλυκόζη και γαλακτόζη που οφείλεται στα χαμηλά επίπεδα του ενζύμου λακτάση στην ψυκτροειδή παρυφή του δωδεκαδακτύλου.


Τα είδη της δυσανεξίας στη λακτόζη

  • Συγγενής δυσανεξία λακτόζης, που είναι σπάνια. Η συγγενής ανεπάρκεια λακτάσης είναι μια πολύ σπάνια, αυτοσωμική υπολειπόμενη γενετική διαταραχή που εμποδίζει την έκφραση λακτάσης από τη γέννηση. Είναι ιδιαίτερα συχνή στη Φινλανδία. Οι άνθρωποι με συγγενή ανεπάρκεια λακτάσης δεν μπορούν να αφομοιώσουν τη λακτόζη από τη γέννησή τους, οπότε δεν μπορούν να χωνέψουν ούτε το μητρικό γάλα.
  • Πρωτοπαθής δυσανεξία λακτόζης που είναι συχνή σε ενήλικες, στους οποίους τα χαμηλά επίπεδα λακτάσης εμφανίζονται μετά την παιδική ηλικία. Τα συμπτώματα εμφανίζονται μετά την κατανάλωση γάλακτος. Η δυσανεξία ποικίλλει ανάλογα με την ποσότητα λακτάσης που καταναλώνεται. Οφείλεται στην απουσία ενός αλληλόμορφου λακτάσης. Είναι η πιο συχνή αιτία της δυσανεξίας στη λακτόζη, καθώς η πλειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού στερείται αυτά τα αλληλόμορφα. 
  • Δευτεροπαθής δυσανεξία λακτόζης, με αδυναμία διάσπασης της λακτόζης που οφείλεται σε προσβολή του εντερικού βλεννογόνου από κάποια πάθηση, όπως η διάρροια ή μείωση της επιφάνειας του βλεννογόνου, όπως σε χειρουργική αφαίρεση ή οξεία γαστρεντερίτιδα ή χημειοθεραπεία ή παράσιτα. Είναι, συνήθως, παροδική και η διάρκεια της δυσανεξίας εξαρτάται από τη φύση και την πορεία της πρωτοπαθούς πάθησης.
  • Δυσαπορρόφηση λακτόζης που είναι η αδυναμία απορρόφησης της λακτόζης και δεν συνυπάρχει απαραίτητα με τη δυσανεξία λακτόζης.

Τα συστήματα που επηρεάζονται είναι το πεπτικό και ο μεταβολισμός. Οι γυναίκες και οι άνδρες επηρεάζονται το ίδιο. 


Τα συμπτώματα της δυσανεξίας στη λακτόζη

Μόνο το 1/3-1/5 ατόμων με δυσαπορρόφηση λακτόζης θα εμφανίσουν συμπτώματα και αυτό εξαρτάται από την ποσότητα λακτόζης και το είδος των τροφών που καταναλώνονται ταυτόχρονα

Το κύριο σύμπτωμα της δυσανεξίας στη λακτόζη είναι μια ανεπιθύμητη αντίδραση σε προϊόντα που περιέχουν λακτόζη (κυρίως γάλα) μισή έως δύο ώρες μετά την κατανάλωση:

  • Μετεωρισμός
  • Κοιλιακά άλγη
  • Κοιλιακή δυσφορία
  • Διάρροια ή υδαρείς κενώσεις
  • Τυμπανικότητα
  • Βορβορυγοί
  • Στα παιδιά έμετοι συχνοί αφρώδεις, όξινες κενώσεις και διαταραχές θρέψης

Αιτίες δυσανεξίας λακτόζης

Η δυσανεξία στη λακτόζη είναι συνέπεια της ανεπάρκειας της λακτάσης, η οποία μπορεί να είναι γενετική ή περιβαλλοντολογική. Σε κάθε περίπτωση, οι συμπτώματα προκαλούνται από ανεπαρκή επίπεδα λακτάσης στην επένδυση του δωδεκαδακτύλου. Η λακτόζη είναι ένας δισακχαρίτης  που βρίσκεται στο γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα και δεν μπορεί να απορροφηθεί απ 'ευθείας μέσω του τοιχώματος του λεπτού εντέρου στην κυκλοφορία του αίματος, με απουσία  λακτάσης και περνά άθικτο στο κόλον. Τα βακτήρια στο κόλον μπορεί να μεταβολίσουν τη λακτόζη και η ζύμωση παράγει άφθονες ποσότητες αερίου (ένα μείγμα από υδρογόνο, διοξείδιο του άνθρακα και μεθάνιο) που προκαλεί τα διάφορα κοιλιακά συμπτώματα. Τα μη απορροφηθέντα σάκχαρα και τα προϊόντα ζύμωσης αυξάνουν, επίσης, την ωσμωτική πίεση του κόλου, προκαλώντας αυξημένη ροή του νερού στα έντερα (διάρροια).

Το γονίδιο LCT παρέχει τις οδηγίες για την παρασκευή της λακτάσης. Η ειδική αλληλουχία DΝΑ στο γονίδιο MCM6 βοηθά στον έλεγχο εάν το γονίδιο LCT είναι ενεργοποιημένο ή απενεργοποιημένο. Ενδεχομένως χρόνια πριν, κάποιοι άνθρωποι ανέπτυξαν μια μετάλλαξη στο γονίδιο MCM6 που κρατά το γονίδιο LCT ενεργοποιημένο μετά το θηλασμό. Οι άνθρωποι που έχουν δυσανεξία στη λακτόζη δεν έχουν αυτή τη μετάλλαξη. Τα LCT και MCM6 γονίδια και τα δύο βρίσκονται στο μακρύ βραχίονα του χρωμοσώματος 2 στην περιοχή 21 (2q21). 

  • Η πρωτοπαθής δυσανεξία λακτόζης ποικίλει, ανάλογα με τη φυλή. Εμφανίζεται σε έφηβους και ενήλικες. Παρατηρείται σε 100% των αμερικανών ινδιάνων, σε 80-90% μαύρων, ασιατών, μεσογειακών λαών και εβραίων και σε 5% στη βόρεια και κεντρική ευρώπη. Η πρωτοπαθής δυσανεξία λακτόζης εμφανίζεται μετά τον απογαλακτισμό και εκδηλώνεται αργά στην παιδική ηλικία. Το μητρικό γάλα περιέχει μεγάλη ποσότητα λακτόζης, αλλά δεν επιδεινώνει τη διάρροια από ιογενή ή βακτηριακή πάθηση. Το 44% των γυναικών με δυσανεξία λακτόζης επανακτούν την ικανότητα διάσπασης της λακτόζης στη διάρκεια της κύησης. Η πρωτοπαθής δυσανεξία λακτόζης δεν παρατηρείται σε μεγάλη ηλικία.
  • Η δευτεροπαθής δυσανεξία λακτόζης παρατηρείται σε όλες τις ηλικίες. 50% των βρεφών με οξεία ή χρόνια διαρροϊκή πάθηση έχουν δυσανεξία λακτόζης, κυρίως σε νόσους από ιούς Rota. Επίσης, είναι συχνή στη λαβλίαση, ασκαριδίαση, φλεγμονώδη νόσο του εντέρου (ελκώδης κολίτιδα Crohn), τροπικό ή μη τροπικό sprue, στην ανεπάρκεια ανοσοσφαιρινών, στην ινοκυστική νόσο και στο σύνδρομο δυσαπορρόησης από AIDS.

Η δυσανεξία στη λακτόζη δεν είναι μια αλλεργία, διότι δεν είναι μια ανοσολογική απόκριση, αλλά μάλλον ένα πρόβλημα στην  πέψη προκαλείται από ανεπάρκεια της λακτάσης. Η αλλεργία στο γάλα είναι μια ξεχωριστή κατάσταση, με διακριτά συμπτώματα που εμφανίζονται όταν η παρουσία των πρωτεϊνών του γάλακτος προκαλέσει ανοσολογική αντίδραση.


Διαφορική διάγνωση δυσανεξίας στη λακτόζη

  • Ανεπάρκεια σακχαρόζης
  • Παθήσεις που αναφέρονται στη δευτεροπαθή δυσανεξία λακτόζης

Διάγνωση δυσανεξίας στη λακτόζη

  • Για να εκτιμηθεί η δυσανεξία στη λακτόζη, καταναλώνονται περισσότερα γαλακτοκομικά προϊόντα από ό, τι μπορούν να αφομοιωθούν εύκολα. Κλινικά συμπτώματα συνήθως εμφανίζονται μέσα σε 30 λεπτά, αλλά μπορεί να χρειαστούνέως και δύο ώρες, ανάλογα με τα άλλα τρόφιμα και τις δραστηριότητες. Συμπτώματα όπως ναυτία, κράμπες, φούσκωμα, διάρροια και μετεωρισμός αναμένονται αν και η έκταση και η σοβαρότητα της δυσανεξίας στη λακτόζη ποικίλλει μεταξύ των ατόμων.
  • Η δυσανεξία στη λακτόζη είναι διαφορετική από την αλλεργία στο γάλα, μια άνοση απόκριση σε πρωτεΐνες αγελαδινού γάλακτος. Μπορούν να γίνει διαφοροδιάγνωση δίνοντας γάλα χωρίς λακτόζη, οπότε δεν παράγεται κανένα σύμπτωμα στην περίπτωση της δυσανεξίας στη λακτόζη, αλλά παράγεται η ίδια αντίδραση όπως στο κανονικό γάλα σε παρουσία αλλεργίας στο γάλα. Ένα άτομο μπορεί να έχει και τις δύο νόσους. 
  • Δοκιμή αναπνοής υδρογόνου: Είναι το πιο ακριβές τεστ δυσανεξίας στη λακτόζη, και μετά από ολονύκτια νηστεία δίνονται 25 γραμμάρια λακτόζης (σε ένα διάλυμα με νερό). Εάν η λακτόζη δεν είναι δυνατόν να υποστεί πέψη, τα εντερικά βακτήρια τη μεταβολίζουν και παράγουν υδρογόνο, το οποίο, μαζί με το μεθάνιο, εφόσον παράγονται, μπορεί να ανιχνευθούν στην αναπνοή του ασθενούς με αέρια χρωματογραφία ή ανιχνευτή συμπαγής στερεάς κατάστασης. Η εξέταση διαρκεί περίπου 2,5 ώρες. Αν τα επίπεδα του υδρογόνου στην αναπνοή του ασθενούς είναι υψηλά, μπορεί να έχει δυσανεξία στη λακτόζη. Η δοκιμή αυτή δεν γίνεται, συνήθως, σε βρέφη και πολύ μικρά παιδιά, διότι μπορεί να προκαλέσει σοβαρή διάρροια.
  • Εξέταση αίματος: Σε συνδυασμό με την μέτρηση του επιπέδου της γλυκόζης στο αίμα κάθε 10 έως 15 λεπτά μετά την κατάποση θα εμφανιστεί μία "επίπεδη καμπύλη'' σε άτομα με δυσαπορρόφηση λακτόζης, ενώ η λακτάση  θα έχει σημαντική "κορυφή", με ανύψωση της τάξεως του 50% έως 100%, μέσα σε μία έως δύο ώρες. Ωστόσο, λόγω της ανάγκης για συχνή δειγματοληψία αίματος, η προσέγγιση αυτή έχει αντικατασταθεί σε μεγάλο βαθμό από τη δοκιμή αναπνοής. Μετά από ολονύκτια νηστεία, εξετάζεται το αίμα και στη συνέχεια δίνονται 50 γραμμάρια λακτόζης (σε υδατικό διάλυμα). Το αίμα ελέγχεται σε 30-λεπτά, 1-ώρα, 2-ώρες και 3-ώρες. Εάν η λακτόζη δεν μπορεί να υποστεί πέψη, τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα θα αυξηθούν κατά λιγότερο από 20 mg/ \dl. 
  • Εξέτασης οξύτητας κοπράνων: Αυτό το τεστ μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη διάγνωση της δυσανεξίας στη λακτόζη σε βρέφη, για τους οποίους οι άλλες μορφές δοκιμών είναι επικίνδυνες ή ανέφικτες. Στο βρέφος δίνεται η λακτόζη. Αν το άτομο είναι ανεκτικό, η λακτόζη χωνεύεται και απορροφάται στο λεπτό έντερο. Αλλιώς, δεν χωνεύεται και απορροφάται και φτάνει στο κόλον. Τα βακτήρια στο κόλον, αναμειγνύονται με τη λακτόζη και προκαλούν οξύτητα στα κόπρανα. Αν τα κόπρανα είναι όξινα, το βρέφος έχει δυσανεξία στη λακτόζη (pH μικρότερο από 5,5). Το χαμηλό pH των κοπράνων και η παρουσία αναγωγικών ουσιών αξιολογούνται μόνο όταν οι κενώσεις είναι φρέσκιες και η εξέταση πρέπει να γίνεται, αμέσως.
  • Εντερική βιοψία : Η εντερική βιοψία μπορεί να επιβεβαιώσει την ανεπάρκεια λακτάσης μετά την ανακάλυψη των αυξημένων επιπέδων υδρογόνου στη δοκιμή αναπνοής υδρογόνου, αλλά δεν είναι απαραίτητη πια.  
  • Ενδοσκόπηση: Οι σύγχρονες τεχνικές επιτρέπουν την ανεύρεση της παρουσίας του ενζύμου λακτάση στο ανώτερο γαστρεντερικό με ενδοσκόπηση (μετρήσεις του mRNA). Σε δυσανεξία στη λακτόζη παρατηρείται ανεπάρκεια λακτάσης στον εντερικό βλεννογόνο διάχυτη ή εντοπισμένη.
  • Χρωματογραφία σακχάρου κοπράνων: Η χρωματογραφία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να διαχωρίσει και να εντοπίσει αχώνευτα σάκχαρα που περιέχονται στα κόπρανα. Παρά το γεγονός ότι η λακτόζη μπορεί να ανιχνευθεί στα κόπρανα των ατόμων με δυσανεξία στη λακτόζη, η δοκιμή αυτή δεν θεωρείται αρκετά αξιόπιστη για οριστική διάγνωση ή αποκλεισμό της δυσανεξίας στη λακτόζη. 
  • Γενετικό τεστ διάγνωσης: Χρησιμοποιείται στην πρωτοπαθή δυσανεξία στη λακτόζη. Ελέγχονται δύο πολυμορφισμοί: C / T 13910 και G / A 22 018 που βρίσκονται στο γονίδιο MCM6. Οι πολυμορφισμοί μπορούν να ανιχνευθούν με τεχνικές μοριακής βιολογίας στο DNA από δείγματα αίματος ή σάλιου. Υπάρχουν γενετικά κιτ ειδικά για αυτή τη διάγνωση. Η διαδικασία συνίσταται στην απομόνωση και τον πολλαπλασιασμό του DNA από το δείγμα, μετά από υβριδισμό σε μια λωρίδα. Οι χρωματιστές λωρίδες λαμβάνονται ως τελικό αποτέλεσμα, και ανάλογα με το διαφορετικό συνδυασμό, είναι  δυνατόν να προσδιοριστεί αν ο ασθενής είναι δυσανεξία στη λακτόζη. Η δοκιμή αυτή επιτρέπει μια μη επεμβατική διαγνωστική τεχνική πολύ αξιόπιστη και οριστική.

Θεραπεία δυσανεξίας στη λακτόζη

  • Το 44% των γυναικών με δυσανεξία λακτόζης επανακτούν την ικανότητα διάσπασης της λακτόζης στη διάρκεια της κύησης.  Αυτό μπορεί να οφείλεται σε αργή εντερική διέλευση και σε αλλαγές της εντερικής χλωρίδας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
  • Η δυσανεξία στη λακτόζη μπορεί, επίσης, να ελεγχθεί από την πρόσληψη ζωντανών καλλιεργειών γιαουρτιού που περιέχει γαλακτοβάκιλλους που είναι σε θέση να αφομοιώσουν τη λακτόζη σε άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα. Αυτό μπορεί να εξηγήσει γιατί πολλοί Ασιάτες, αν και γενετικά έχουν δυσανεξία στη λακτόζη, είναι σε θέση να καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες γάλακτος χωρίς πολλά συμπτώματα της δυσανεξίας στη λακτόζη, δεδομένου ότι η κατανάλωση ζωντανών καλλιεργειών γιαουρτιού είναι πολύ συχνή εκεί.  

Η μείωση της παραγωγής λακτάσης, και η ποσότητα της λακτόζης που μπορεί ως εκ τούτου να γίνει ανεκτή, ποικίλλει από άτομο σε άτομο. Από δυσανεξία στη λακτόζη δεν απειλείται η υγεία ενός ατόμου και το μόνο που απαιτείται είναι η μείωση της συχνότητας και της σοβαρότητας των συμπτωμάτων.

Οι τέσσερις γενικές αρχές για τη θεραπεία της δυσανεξίας στη λακτόζη

Αποφυγή της διατροφικών λακτόζης, η υποκατάσταση της πρόσληψης των θρεπτικών συστατικών, ρύθμιση της πρόσληψης ασβεστίου και χρήση υποκατάστατων του ενζύμου

Αποφεύγοντας τα προϊόντα που περιέχουν λακτόζη 

Η λακτόζη είναι παρούσα σε δύο μεγάλες κατηγορίες τροφίμων: τα συμβατικά γαλακτοκομικά προϊόντα, και ως πρόσθετο τροφίμων (καζεΐνη, καζεϊνικά άλατα, ορός γάλακτος), τα οποία μπορεί να περιέχουν ίχνη λακτόζης.

Γαλακτοκομικά προϊόντα

Η λακτόζη είναι μία υδατοδιαλυτή ουσία. Η περιεκτικότητα σε λίπος και η διαδικασία πήξης επηρεάζουν την ανοχή των τροφίμων. Μετά τη διαδικασία πήξης, η λακτόζη βρίσκεται στο τμήμα με βάση το νερό (μαζί με τον ορό γάλακτος και την καζεΐνη), αλλά όχι στο τμήμα με βάση το λίπος. Τα γαλακτοκομικά προϊόντα που είναι «μειωμένης περιεκτικότητας σε λιπαρά" ή "χωρίς λιπαρά" γενικά έχουν ελαφρώς υψηλότερη περιεκτικότητα σε λακτόζη. Τα χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά γαλακτοκομικά προϊόντα, επίσης, έχουν, συχνά, διάφορα παράγωγα γαλακτοκομικών ως πρόσθετα, όπως στερεά γάλακτος, αυξάνοντας την περιεκτικότητα σε λακτόζη.

  • Γάλα

Το ανθρώπινο γάλα έχει υψηλή περιεκτικότητα σε λακτόζη, περίπου 9%. Το μη επεξεργασμένο γάλα αγελάδας είναι περίπου 4,7% λακτόζη. Μη επεξεργασμένα γάλατα από άλλα ζώα περιέχουν ένα παρόμοιο κλάσμα λακτόζης (κατσικίσιο γάλα 4,7%,  βουβαλίσιο 4,86%, προβάτου 4,6%).

  • Βούτυρο

Η διαδικασία παραγωγής βουτύρου χωρίζει την πλειοψηφία των συνιστωσών του νερού του γάλακτος από τα λιπαρά συστατικά. Η λακτόζη, είναι ένα υδατοδιαλυτό μόριο, και σε μεγάλο βαθμό θα απομακρυνθεί, αλλά θα εξακολουθεί να είναι παρούσα σε μικρές ποσότητες στο βούτυρο. Το βούτυρο, ωστόσο, περιέχει πολύ λίγη λακτόζη και είναι ασφαλές για τους περισσότερους με δυσανεξία στη λακτόζη ανθρώπους.

  • Γιαούρτι

Οι άνθρωποι ανέχονται το γιαούρτι καλύτερα από το γάλα, επειδή περιέχει λακτάση που παράγεται από τις καλλιέργειες βακτηρίων που χρησιμοποιούνται για να κάνουν το γιαούρτι. Το κατεψυγμένο γιαούρτι θα περιέχει παρομοίως μειωμένα επίπεδα λακτόζης.

  • Τυριά

Τα παραδοσιακά φτιαγμένα σκληρά τυριά, και μαλακά τυριά που έχουν ωριμάσει μπορεί να δημιουργήσουν λιγότερη αντίδραση από το αντίστοιχο ποσό του γάλακτος, λόγω των σχετικών διαδικασιών. Η ζύμωση και η υψηλότερη περιεκτικότητα σε λίπος συμβάλλει σε μικρότερες ποσότητες λακτόζης. Το παραδοσιακά φτιαγμένο τυρί μπορεί να περιέχει το 10% της λακτόζης που βρίσκεται στο πλήρες γάλα. Επιπλέον, οι μέθοδοι της ωρίμανσης των παραδοσιακών τυριών (μερικές φορές άνω των δύο ετών) μειώνουν την περιεκτικότητα σε λακτόζη σε μηδενική ποσότητα. 

  • Κρέμα γάλακτος

Αν γίνεται με τον παραδοσιακό τρόπο, αυτή μπορεί να είναι ανεκτή και δεν περιέχει πρόσθετα στερεά γάλακτος.

Παραδείγματα των επιπέδων λακτόζης στα τρόφιμα

Γαλακτοκομικά προϊόνταΜερίδαΠοσοστό λακτόζηςΠεριεκτικότητα
Γάλα πλήρες 250 ml 12 g 4.80%
Γάλα με λίγα λιπαρά 250 ml 13 g 5.20%
Γιαούρτι πλήρες 200 g 9 g 4.50%
Γιαούρτι με λίγα λιπαρά 200 g 12 g 6.00%
Cheddar  30 g 0.02 g 0.07%
Cottage  30 g 0.1 g 0.33%
Βούτυρο 1 tsp (5.9ml) 0.03 g 0.51%
Παγωτό 50 g 3 g 6.00%

Λακτόζη στα προϊόντα σαν πρόσθετο τροφίμων

Η λακτόζη είναι  πρόσθετο τροφίμων που χρησιμοποιείται για την υφή, τη γεύση, και τις συγκολλητικές του ιδιότητες, και βρίσκεται σε τροφές όπως τα επεξεργασμένα κρέατα, τα αλλαντικά (λουκάνικα/χοτ-ντογκ, πατέ), σε σάλτσες σκόνης, μαργαρίνες, σε φέτες ψωμί, σε δημητριακά για πρωινό, πατατάκια, επεξεργασμένα τρόφιμα,  φάρμακα, έτοιμα γεύματα, υποκατάστατα γεύματος (σκόνες και μπάρες), συμπληρώματα πρωτεΐνης (σκόνες και μπάρες). Μερικές σάλτσες μπάρμπεκιου και υγρά τυριά που χρησιμοποιούνται στα εστιατόρια φαστ-φουντ μπορεί επίσης να περιέχουν λακτόζη.


Τα προϊόντα για όσους έχουν δυσανεξία στη λακτόζη

Τα σκευάσματα λακτάσης που διατίθενται στο εμπόριο αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά τα συμπτώματα σε πολλά άτομα.

Γάλα που έχει υδρολυθεί από πριν υπάρχει στο εμπόριο και είναι αποτελεσματικό.

Εναλλακτικά προϊόντα για όσους έχουν δυσανεξία στη λακτόζη

Τα φυτικά "γάλατα" και παράγωγα, όπως το γάλα σόγιας, γάλα ρυζιού, γάλα αμυγδάλου, γάλα καρύδας, γάλα φουντουκιού, γάλα βρώμης, γάλα κάνναβης, και το γάλα φυστικιού είναι εκ φύσεως χωρίς λακτόζη. 

Τα συμπληρώματα λακτάσης

Όταν η αποφυγή της λακτόζης δεν είναι δυνατή, ή σε ορισμένες περιπτώσεις, όταν ένα άτομο επιλέγει να καταναλώνει τέτοια τρόφιμα, μπορεί να χρησιμοποιηθούν στη συνέχεια ενζυματικά συμπληρώματα λακτάσης. 

-Τα ένζυμα λακτάσης είναι παρόμοια με εκείνα που παράγονται στο λεπτό έντερο των ανθρώπων και  παράγονται βιομηχανικώς από τους μύκητες του γένους Aspergillus. Το ένζυμο, β-γαλακτοσιδάση, είναι διαθέσιμο σε μορφή δισκίου σε μια ποικιλία δόσεων, σε πολλές χώρες. Λειτουργεί καλά μόνο σε υψηλώς όξινα περιβάλλοντα, όπως στο ανθρώπινο λεπτό έντερο λόγω της προσθήκης των γαστρικών υγρών από το στομάχι. Δυστυχώς, το πολύ οξύ μπορεί να το μετουσιώσει, γι 'αυτό δεν θα πρέπει να λαμβάνονται με άδειο στομάχι. Επίσης, το ένζυμο δεν είναι αποτελεσματικό αν δεν φτάσει στο λεπτό έντερο τη στιγμή που φθάσει το φαγητό.

-Το ένζυμο αυτό, που παράγεται από το ζυμομύκητα από το γένος Kluyveromyces, παίρνει πολύ περισσότερο χρόνο για να δράσει, θα πρέπει να αναμιγνύεται καλά σε όλο το προϊόν, και καταστρέφεται ακόμη και από ήπια όξινα περιβάλλοντα. Η κύρια χρήση του είναι στην παραγωγή των χωρίς λακτόζη ή με μειωμένη λακτόζη γαλακτοκομικών προϊόντων που πωλούνται στα σούπερ μάρκετ.

Για υγιή άτομα με δευτεροπαθή δυσανεξία στη λακτόζη, μπορεί να είναι δυνατό σε ορισμένες περιπτώσεις, για τα βακτήρια στο παχύ έντερο  να προσαρμοστούν σε μια αλλαγή δίαιτας ή με προβιοτικά γιαούρτια για να διασπάσουν μικρές ποσότητες λακτόζης πιο αποτελεσματικά.


Η εμμένουσα δυσανεξία λακτόζης

Είναι ο φαινότυπος που σχετίζεται με διάφορα αυτοσωματικά επικρατή αλληλόμορφα παρατείνοντας τη δραστηριότητα της λακτάσης πέρα από την παιδική ηλικία και είναι αποτέλεσμα της εξέλιξης του ανθρώπου.


Εκπαίδευση του ασθενούς με δυσανεξία στη λακτόζη

  • Οι ασθενείς πρέπει να διαβάζουν τα συστατικά των τροφίμων που καταναλώνουν
  • Όταν η λακτόζη προσλαμβάνεται με άλλες τροφές είναι πιο καλά ανεκτή
  • Η πρωτοπαθής δυσανεξία στη λακτόζη είναι μόνιμη, ενώ η δευτεροπαθής είναι παροδική αν και μπορεί να διαρκέσει αρκετούς μήνες.

Τα φάρμακα για τη δυσανεξία λακτόζης

  • Χάπια λακτάσης

2 κάψουλες πριν από την κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων ή τα προσθέτετε στο γάλα που θα πιείτε.

  • Απαιτούνται συμπληρώματα ασβεστίου με τη μορφή ανθρακικού ασβεστίου.

Διαβάστε, επίσης,

Θεραπεία ασθενειών με τα άλατα ιστών

Η δυσανεξία στις τροφές

Πόσο υγιεινό είναι το γάλα που πίνουμε

Απώλεια βάρους για όσους έχουν δυσανεξία στις τροφές

Ασβέστιο

Υγεία του πεπτικού συστήματος

Σύνδροµο δυσαπορρόφησης εντέρου

Μικροσκοπική κολίτιδα

Κεφίρ

Μήπως έχετε πολλά αέρια;

Νόσος του Crohn

Η λίστα με τα φιλικά βακτήρια

Κρυπτοσποριδίωση

Όταν κάποιος δεν μπορεί να καταναλώσει γαλακτοκομικά

Πάσχετε από δυσανεξία στη λακτόζη;

Το καλύτερο γιαούρτι είναι ελληνικό

Η διατροφική αξία του τυριού

Πρόσθετα τροφίμων

www.emedi.gr

Διαβάστηκε 2523 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 17 Απριλίου 2015 16:26
Σαββούλα Μάλλιου Κριαρά

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.