Τετάρτη, 25 Δεκεμβρίου 2013 23:36

Tα φυτά για την καλή κυκλοφορία του αίματος

Γράφτηκε από την
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(4 ψήφοι)

Κυκλοφορία του αίματος και φυτά

Τα φυτά που είναι κατάλληλα για τις διαταραχές κυκλοφορίας του αίματος

Αιμορροϊδες

Αγριοκαστανιά

Κόκκινη άμπελος

Ευρυαγγείες, εύθραστα αγγεία

Κόκκινη άμπελος

Ήπια υπέρταση, αίσθημα παλμών

Γανόδερμα

Σκόρδο

Κακή κυκλοφορία του αίματος, κίνδυνος φλεβίτιδας

Κόκκινη άμπελος

Σκόρδο

Κιρσοί

Κόκκινη άμπελος

Οίδημα των κάτω άκρων

Μίσχος κερασιού

Κόκκινη άμπελος

Πρόληψη αθηροσκλήρωσης και αρτηρίτιδος

Λεκιθίνη σόγιας

Έλαιο φύτρων σιταριού

Γανόδερμα

Chrysanthellum

Σκόρδο

Ωμέγα-3

Πρόληψη καρδιαγγειακών παθήσεων

Λεκιθίνη σόγιας

Ωμέγα-3


Τα καλύτερα συμπληρώματα διατροφής για την κυκλοφορία του αίματος

Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα καλύτερα συμπληρώματα διατροφής για την κυκλοφορία του αίματος

Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με τον θεράποντα ιατρό.

Διαβάστε, επίσης,

Κόπωση και φυτά

Τα κατάλληλα φυτά για αδυνάτισμα

www.emedi.gr

Διαβάστηκε 2719 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2018 12:45
Σαββούλα Μάλλιου Κριαρά

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Σχετικά Άρθρα

  • Πορφυρία Πορφυρία

    Πολλαπλές ανεπάρκειες ενζύμων στην πορεία σύνθεσης της αίμης

    Η πορφυρία, ICD-10 E80.0-E80.2, είναι ποικίλες ανεπάρκειες ενζύμων στην πορεία σύνθεσης της αίμης, με υπερπαραγωγή και συσσώρευση των ενδιάμεσων μεταβολικών προϊόντων με αποτέλεσμα νευροψυχιατρικά, κοιλιακά και δερματικά συμπτώματα και σύνδρομα.

    Η πορφυρία είναι πιο συχνή στους Καυκάσιους.


    Μορφές πορφυρίας

    • Όψιμη δερματική πορφυρία-δερματολογικό, αυτοσωμικό επικρατές, αλλά μπορεί να είναι επικρατές κι επίκτητο, επίπτωση 1/10.000, μέση ηλικία, συνήθως σε άνδρες
    • Οξεία διαλείπουσα πορφυρία-πυρρολοπορφυρία-νευροψυχιατρικό-κοιλιά, αυτοσωμικό επικρατές, επίπτωση 1/10.000-1/100.000, συνήθως, σε γυναίκες
    • Πρωτοπορφυρία-ερυθροποιητική ή ηπατοερυθροποιητική-ήπιο δερματολογικό, αυτοσωμικό επικρατές, επίπτωση 1/10.000-1/100.000, αργότερα στην παιδική ηλικία, άρρεν=θήλυ
    • Μικτή πορφυρία-πορφύρα Νοτίου Αφρικής-ο επιπολασμός στη Νότια Αφρική είναι 1/400, αυτοσωμικό επικρατές, επίπτωση 1/10.000-1/100.000, νεαροί ενήλικες,συνήθως, σε γυναίκες
    • Κληρονομική κοπροπορφυρία-νευροψυχικό και μερικές φορές δερματολογικό, αυτοσωμικό επικρατές, λιγότερο από 1/100.000, νεαροί ενήλικες, συνήθως, σε γυναίκες
    • Ανεπάρκεια συνθετάσης πορφοχολινογόνου-δ-αμινολαιβουλική οξυουρία-νευροψυχιατρικό-κοιλιά, αυτοσωμικό υπολειπόμενο, πολύ σπάνιο, νεαροί ενήλικες,συνήθως, σε γυναίκες
    • Συγγενής ερυθροποιητική πορφύρα-νόσος του Gunther-σοβαρό δερματολογικό, αυτοσωμικό υπολειπόμενο, πολύ σπάνιο, νωρίς στην παιδική ηλικία, άρρεν=θήλυ

    Άλλες σπάνιες γενετικές ποικιλίες έχουν αναφερθεί

    Οι μορφές της πορφυρίες έχουν ποικίλη έκφραση, πολλές είναι ασυμπτωματικές ή με ελάχιστα συμπτώματα και πορείες


    Σημεία και συμπτώματα πορφυριών

    Όλα τα συμπτώματα είναι, συνήθως, αντιστρεπτά, με διάρκεια ημερών έως εβδομάδων

    Μπορεί να είναι μόνιμα

    Τα ούρα μπορεί να γίνουν βαθυκόκκινα ή καφετιά σε όρθια θέση

    • Κοιλιακά

    Αρκετά σοβαρό κοιλιακό άλγος, μερικές φορές στην πλάτη και στα άκρα

    Συχνότερα γενικευμένο παρά εντοπισμένο

    Συχνά κολικοειδές

    Μπορεί να μιμηθεί την οξεία κοιλία

    Δεν πρέπει να υπάρχει πυρετός

    Συνήθης η χρόνια δυσκοιλιότητα

    Η σοβαρότητα των συμπτωμάτων συχνά είναι δυσανάλογη με τα κλινικά ευρήματα

    • Νευρολογικά

    Τίποτα ουσιώδες

    Περιλαμβάνουν αισθητικό και κινητικό σύστημα

    Περιλαμβάνουν το αυτόνομο νευρικό σύστημα

    Μπορεί να περιλαμβάνουν σπασμούς

    Μπορεί να οδηγήσουν σε τετραπληγία και /ή αναπνευστική παράλυση και θάνατο

    • Ψυχιατρικά

    Τίποτε ουσιώδες

    Συνηθέστερη η ψύχωση

    Συνήθεις οι οπτικές παραισθήσεις

    Συχνός αποπροσανατολισμός

    Συχνή χρόνια κατάθλιψη

    • Δερματολογικά

    Φωτοευαισθησία

    Γδαρσίματα, έλκη, φλύκταινες με ελάχιστο τραύμα

    Υπερχρωματισμός ειδικά στο πρόσωπο και τα χέρια

    Συχνές ουλές

    Στην συγγενή ερυθροποιητική πορφύρα αυτόματος ακρωτηριασμός, αιμόλυση, ερυθροδοντία, σπληνομεγαλία

    Στην πρωτοπορφυρία-ερυθροποιητική ή ηπατοερυθροποιητική μερικές φορές υπάρχει ηπατική νόσος


    Αίτια πορφυριών

    • Ανεπάρκειες γενετικών ενζύμων
    • Όψιμη δερματική πορφυρία=αποκαρβοξυλάση προπορφυρογόνου
    • Οξεία διαλείπουσα πορφυρία=porphobilinogen deaminase
    • Πρωτοπορφυρία-ερυθροποιητική ή ηπατοερυθροποιητική=σιδηροχηλατάση (σιδηροσυνθετάση)
    • Μικτή πορφυρία=οξειδάση πρωτοπορφυρινογόνου
    • Κληρονομική κοπροπορφυρία=οξειδάση κοπροπορφυρινογόνου
    • Ανεπάρκεια συνθετάσης πορφοχολινογόνου-δ-αμινολαιβουλική οξυουρία=συνθετάση πορφοχολινογόνου
    • Συγγενής ερυθροποιητική πορφύρα-νόσος του Gunther=συνθετάση ουροπορφυρογόνου ΙΙΙ (consynthetase)
    • Επίκτητη Όψιμη δερματική πορφυρία=μειωμένο ένζυμο που σχετίζεται με το οινόπνευμα, και στερεοειδείς ορμόνες, ειδική έκθεση σε πολυαλογονωμένους υδρογονάνθρακες (εξαχλωροβενζόλιο), Dηλητηρίαση με σίδηρο μπορεί να αλλάξει την πορεία της νόσου, HIV, iός ηπατίτιτδας C

    Παράγοντες κινδύνου για πορφυρίες

    Πολλοί επιταχυντικοί παράγοντες υπάρχουν, όπως φάρμακα (βαρβιτουρικά και σουλφοναμίδες σε οξεία διαλείπουσα πορφυρία), οιστρογόνα (αντισυλληπτικά από το στόμα), στερεοειδή, νόσος του ήπατος, καταμήνιοι κύκλοι, λοίμωξη και νηστεία


    Διάγνωση πορφυριών

    Εργαστηριακά ευρήματα

    Ούρα για πορφυρίνες κατά την οξεία προσβολή

    Ατομική ενζυμική δραστηριότητα στα ερυθροκύτταρα ή άλλα κύτταρα ή ιστούς του σώματος

    Κόπρανα για πορφυρίνες (ΠΠ, ΜΠ, ΚΚΠ, ΣΕΠ)

    Χολή για πορφυρίνη σε ΜΠ

    Ουροπορφυρίνη ερυθροκυττάρων σε ΣΕΠ

    Εξαίρεση Πρωτοπορφυρίας-ούρα μη αξιοσημείωτα, οπότε πρέπει να ελεγχθεί η πρωτοπορφυρίνη των ερυθροκυττάρων

    Προσοχή σε οξεία νόσο ήπατος, ηπάτωμα, λέμφωμα Hodgkin και πολλαπλές νευρολογικές νόσους


    Θεραπεία πορφυρίας

    Σε νευροψυχιατρική και κοιλιακή νόσο διακοπή του αλκοόλ και των γνωστών τοξινών

    Σε δερματολογική νόσο, προστατευτικός ρουχισμός και αποφυγή τραυμάτων

    Αφαιμάξεις τακτικές μπορεί να βοηθήσουν

    Σε ΣΕΠ μεταμόσχευση μυελού των οστών

    Η οξεία πορφυρία

    • Υδατάνθρακες και αίμη

    Μια διατροφή υψηλή σε υδατάνθρακες, συνήθως συνιστάται. Σε σοβαρές επιθέσεις, η δεξτρόζη 10% μπορεί να βοηθήσει στην ανάκαμψη.Ενδοφλέβια γλυκόζη 400 gr την ημέρα για 1-2 ημέρες.

    Η αιματίνη ή σιδηροπρωτοπορφυρίνη IX  και η αίμη arginate είναι τα φάρμακα εκλογής στην οξεία πορφυρία. Πρέπει να δοθούν πολύ νωρίς σε μια επίθεση για να είναι αποτελεσματικά αυτά τα φάρμακα και η αποτελεσματικότητα αυτή ποικίλλει μεταξύ των ατόμων. Δεν είναι θεραπευτικά φάρμακα, αλλά μπορεί να μειώσουν τις επιθέσεις και να μειώσουν την ένταση της επίθεσης. Οι παρενέργειες είναι σπάνιες αλλά μπορεί να είναι σοβαρές. Αυτές οι ουσίες αίμης  αναστέλλουν την σύνθεση ALA και συνεπώς τη συσσώρευση των τοξικών πρόδρομων ουσιών.  Η Αίμη Arginate  χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια κρίσεων, αλλά και ως προληπτική θεραπεία για την αποφυγή των κρίσεων κάθε 10 ημέρες.Προσοχή η αιματίνη προκαλεί φλεβίτιδα στο σημείο ενδοφλέβιας ένεσης και μειωμένη ικανότητα πήξης.

    Οποιαδήποτε ένδειξη χαμηλού νατρίου στο αίμα (υπονατριαιμία) ή αδυναμία θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με την προσθήκη  αιματίνης ή αίμης arginate ή ακόμα και μεσοπορφυρίνης για την αποφυγή του  συνδρόμου απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH), με πίεση στον προμήκη και παράλυση του αναπνευστικού συστήματος.

    Η σιμετιδίνη έχει επίσης αναφερθεί ότι είναι αποτελεσματική για την οξεία πορφυρική κρίση και πιθανώς αποτελεσματική για μακροχρόνια προφύλαξη.

    Σε αυτόνομες εκδηλώσεις δίνονται β αναστολείς

    • Έλεγχος των συμπτωμάτων

    Ο πόνος είναι σοβαρός, συχνά δυσανάλογος και συχνά απαιτεί τη χρήση οπιούχων. Ο πόνος πρέπει να αντιμετωπιστεί το συντομότερο δυνατό ιατρικά, λόγω της σοβαρότητάς του. Η ναυτία μπορεί να είναι σοβαρή,  μπορεί να ανταποκριθεί στις φαινοθειαζίνες. Το ζεστό  λουτρό /ντους μπορεί να μειώσει τη ναυτία προσωρινά, αν και πρέπει να δίνεται προσοχή για την αποφυγή εγκαυμάτων.

    • Ο έγκαιρος εντοπισμός

    Συνιστάται οι ασθενείς με ιστορικό οξείας πορφυρίας, που είναι γενετικοί φορείς, να φορούν ένα βραχιόλι ή ταυτότητα και σε  περίπτωση που αναπτύσσουν σοβαρά συμπτώματα, ή σε περίπτωση ατυχήματος.

    • Νευρολογικά και ψυχιατρικά προβλήματα

    Ασθενείς που εμφανίζουν συχνές επιθέσεις μπορούν να αναπτύξουν χρόνιο νευροπαθητικό πόνο στα άκρα, καθώς και χρόνιο πόνο στην κοιλιά. Η δυσκινησία του εντέρου, ο ειλεός, ο εγκολεασμός, η εγκόπρηση σε παιδιά και η εντερική ψευδο-πόφραξη έχουν συσχετιστεί με τις πορφυρίες Αυτό πιστεύεται ότι οφείλεται σε αξονική νευρική επιδείνωση στις πληγείσες περιοχές του νευρικού συστήματος και δυσλειτουργία του παρασυμπαθητικού νεύρου.

    Η θεραπεία του πόνου γίνεται με οπιοειδή μακράς δράσης, όπως η μορφίνη, εκαι η επιληψία και ο νευροπαθητικός πόνος αντιμετωπίζεται με γκαμπαπεντίνη.

    Η κατάθλιψη που συχνά συνοδεύει την ασθένεια αντιμετωπίζεται καλύτερα με  τη συνετή χρήση των αντικαταθλιπτικών. Ορισμένα ψυχοτρόπα φάρμακα είναι πορφυρινογονικά.  Άλλα ψυχιατρικά συμπτώματα όπως άγχος, ανησυχία, αϋπνία, κατάθλιψη, μανία, παραισθήσεις, ψευδαισθήσεις, σύγχυση, κατατονία, και ψύχωση μπορεί να συμβούν.

    • Επιληψία

    Οι επιληπτικές κρίσεις συνοδεύουν αυτή την ασθένεια. Τα περισσότερα φάρμακα για την επιληψία επιδεινώνουν αυτή την κατάσταση και η θεραπεία μπορεί να είναι προβληματική. Τα βαρβιτουρικά ειδικά πρέπει να αποφεύγονται. Μερικές βενζοδιαζεπίνες είναι ασφαλείς και, όταν χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με τα νεότερα φάρμακα κατά της επιληψίας, όπως τη γκαμπαπεντίνη, προσφέρουν μια θεραπεία για τον έλεγχο των επιληπτικών κρίσεων και επιπλέον βοηθά στη θεραπεία ορισμένων ειδών νευροπαθητικού πόνου.

    Το θειικό μαγνήσιο και βρωμίδια έχουν, επίσης, χρησιμοποιηθεί σε επιληπτικές κρίσεις. Η προσθήκη του αιματίνη ή αίμης arginate είναι απαραίτητη στις επιληπτικές κρίσεις. Η κλοναζεπάμη, επίσης, θεωρείται ασφαλής.

    • Υποκείμενη ηπατική νόσος

    Ορισμένες ασθένειες του ήπατος μπορεί να προκαλέσουν πορφυρία ακόμη και εν απουσία της γενετικής προδιάθεσης. Αυτές περιλαμβάνουν την αιμοχρωμάτωση και την ηπατίτιδα C. Θεραπεία της υπερφόρτωσης σιδήρου μπορεί να απαιτηθεί.

    • Ορμονοθεραπεία

    Υπάρχουν ορμονικές διακυμάνσεις σε γυναίκες που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με από του στόματος αντισυλληπτικά και ωχρινοτρόπες ορμόνες, ανδρογόνα και ορμόνες γονιμότητας που προκαλούν φωτοευαισθησία και επιθέσεις. Από την άλλη γυναίκες με περίοδο πρέπει να παίρνουν αιματίνη πριν από τον κύκλο και καταστολείς του κύκλου π.χ. ανάλογα ορμόνης απελευθέρωσης της ωχρινοτρόπου ορμόνης

    • Σε δερματολογικές πορφυρίες

    β-καροτένιο 30 mg 1-10 κάψουλες την ημέρα

    • Σε Όψιμη δερματική πορφυρία

    Χλωροκίνη 125 mg 2 φορές την εβδομάδα ή υδροξυχλωροκίνη 250 μγ 3  φορές την ημέρα σε συνδυασμό με τη φλεβοτομή.

    • Ερυθροποιητικές πορφυρίες

    Αυτές σχετίζονται με τη συσσώρευση των πορφυρινών στα ερυθρά αιμοσφαίρια και είναι σπάνιες. Η πιο σπάνια είναι συγγενής ερυθροποιητική πορφυρία, αλλιώς γνωστή ως νόσος του Gunther. Τα συμπτώματα μπορεί να εμφανιστούν  από τη γέννηση και περιλαμβάνουν σοβαρή φωτοευαισθησία, καφέ δόντια που φθορίζουν στο υπεριώδες φως και οφείλεται στην εναπόθεση  πορφυρινών, και αργότερα υπερτρίχωση. Αιμολυτική αναιμία συνήθως αναπτύσσεται. Η βήτα καροτίνη μπορούν να χρησιμοποιηθεί στη θεραπεία του. Η μεταμόσχευση μυελού των οστών, από κάποιους θεωρείται επιτυχής.

    Ο πόνος, το κάψιμο, η φαγούρα και ο πόνος που συμβαίνουν σε ερυθροποιητικές πορφυρίες γενικά απαιτούν αποφυγή του έντονου ηλιακού φωτός. Τα περισσότερα είδη των αντηλιακών δεν είναι αποτελεσματικά, και απαιτούνται  μακριά μανίκια στα ρούχα, καπέλα, φουλάρια, και γάντια. Η χλωροκίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αυξήσει την έκκριση πορφυρίνης σε ορισμένες πορφυρίες. Η μετάγγιση αίματος χρησιμοποιείται περιστασιακά για να καταστείλει την έμφυτη παραγωγή αίμης.


    Πρόγνωση πορφυρίας

    Οι ασυμπτωματικοί ασθενείς ή οι ελάχιστα συμπτωματικοί ζουν φυσιολογικά

    Οι περισσότεροι συμπτωματικοί πάνε καλά

    Οι νευρολογικές επιπλοκές είναι η περιφερική νευροπάθεια, η νεύρωση και η ημιπληγία που μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να είναι μόνιμες

    Οι οξείες προσβολές έχουν θνησιμότητα 25%


    Φάρμακα που δεν πρέπει να παίρνουν όσοι έχουν πορφυρίες

    Αλκοόλ, βαρβιτουρικά, καρμπαμαζεπίνη, χλωροπροπαμίδη, δαναζόλη, εργοταμίνες, οιστρογόνα, προγεστίνες, ethchlorvynol, γλουταιμίδη, γκριζεοφλουβίνη, μεφαινυντοϊνη, μεπροβαμάτη, μεθοτρεξάτη, methyprylon, φαινυντοϊνη, πυραζολόνες, ηλεκτριμίδια, αντιβιοτικά σουλφοναμίδες, βαλπροϊκό οξύ.

    Φάρμακα που είναι ασφαλή για πορφυρίες

    Ακεταμινοφαίνη, ασπιρίνη, ατροπίνη, βρωμίδια, διαζεπάμη σε μικρές δόσεις, δικουμαρόλη, διγοξίνη, διφαινυδραμίνη, ηπαρίνη, ινσουλίνη, νεοστιγμίνη, οξείδιο του αζώτου, πενικιλλίνη και παράγωγα, φαινοθειαζίνες, ναρκωτικά αναλγητικά, προπρανολόλη, στρεπτομυκίνη, σουκινυλοχολίνη, θειαζίδες

     

    Τα καλύτερα συμπληρώματα διατροφής για την πορφυρία

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για την πορφυρία

    Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με τον θεράποντα ιατρό.

    Διαβάστε, επίσης,

    Οι επιπτώσεις της ηλιακής ακτινοβολίας στην υγεία

    Androcymbium rechingeri

    Μήπως έχετε συχνά ψευδαισθήσεις;

    www.emedi.gr

  • Τεχνητό αίμα από βλαστοκύτταρα Τεχνητό αίμα από βλαστοκύτταρα

    Για επείγουσες περιπτώσεις ανάγκης μετάγγισης

    Οι Βρετανοί επιστήμονες έχουν πετύχει την παραγωγή απεριόριστων ποσοτήτων «τεχνητού» αίματος από εμβρυϊκά βλαστικά κύτταρα για χρήση σε επείγουσες περιπτώσεις ανάγκης μετάγγισης.

    Οι ερευνητές μελέτησαν ανθρώπινα έμβρυα τα οποία έχουν προκύψει από τη διαδικασία ΙVF εξωσωματικής γονιμοποίησης, ώστε να ανακαλύψουν εκείνα που είναι γενετικώς προγραμματισμένα για να αναπτύξουν κύτταρα της ομάδας αίματος 0 αρνητικό, που μπορεί να δώσει αίμα σε όλες τις άλλες ομάδες χωρίς φόβο απόρριψης.

    Η συγκεκριμένη ομάδα αίματος είναι σχετικώς σπάνια- αφορά περίπου το 7% του πληθυσμού. Ωστόσο, σύμφωνα με τους ειδικούς, μπορούν να παραχθούν απεριόριστες ποσότητες κυττάρων αυτής της ομάδας με χρήση εμβρυϊκών βλαστικών κυττάρων χάρη στη μοναδική ικανότητα των βλαστοκυττάρων να πολλαπλασιάζονται επ΄ αόριστον στο εργαστήριο.

    Οι ερευνητές μετατρέπουν τα εμβρυϊκά βλαστικά κύτταρα σε ώριμα, ερυθρά αιμοσφαίρια που μεταφέρουν οξυγόνο στον οργανισμό για χρήση σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης μετάγγισης.

    Το αίμα που παράγεται με τη συγκεκριμένη διαδικασία έχει ένα βασικό πλεονέκτημα: δεν έχει κίνδυνο να μολυνθεί με ιούς, όπως ο ΗΙV ή της ηπατίτιδας ή ακόμη και με την ανθρώπινη μορφή της νόσου των «τρελών αγελάδων».

    Συγχρόνως, το μεγάλο πλεονέκτημα των ερυθρών αιμοσφαιρίων ως συνθετικού προϊόντος είναι ότι δεν διαθέτουν πυρήνα, γεγονός που επιτρέπει στην αιμοσφαιρίνη στο κέντρο των κυττάρων να μεταφέρει οξυγόνο σε ολόκληρο το σώμα. Επίσης, τα συνθετικά αυτά ερυθρά αιμοσφαίρια δεν μπορούν να γίνουν καρκινικά, αφού δεν περιέχουν πυρηνικό DΝΑ.

    Η δημιουργία αίματος από εμβρυϊκά βλαστικά κύτταρα προκαλεί βέβαια και ηθικά ζητήματα, καθώς είναι γνωστές οι αντιδράσεις που αφορούν τη χρήση τέτοιων κυττάρων για τη δημιουργία των οποίων απαιτείται η καταστροφή εμβρύων. Θεωρητικώς ένα και μόνο έμβρυο μπορεί να αποτελέσει την «πηγή» για δημιουργία αίματος που θα καλύπτει τις ανάγκες μιας ολόκληρης χώρας.

    Διαβάστε, επίσης,

    Τεχνητό αίμα

    Μετάγγιση λευκών αιμοσφαιρίων

    Οι κίνδυνοι από τα βλαστοκύτταρα

    www.emedi.gr

    Τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για το αίμα

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για το αιμοποιητικό σας σύστημα

     

  • Σωμάτια Howell-Jolly Σωμάτια Howell-Jolly

    Τα σωμάτια Howell-Jolly  είναι διαταραχή της μορφολογίας των ερυθρών

    Η παρατήρηση των μορφολογικών διαταραχών των ερυθρών αιμοσφαιρίων γίνεται  με το μικροσκόπιο, σε επίχρισμα περιφερικού αίματος, μετά από άμεση επίστρωση σε πλακάκι.

    Τα σωμάτια  Howell-Jolly είναι σφαιρικά ερυθροκύανου χρώματος ενδοερυθροκυτταρικά σωμάτια, μετά από χρώση Wright, που είναι κομμάτια από τον πυρήνα (ρήξη του πυρήνα σε θετική χρώση DNA, Feulgen).

    Τα σωμάτια Howell-Jolly είναι ιστοπαθολογικά ευρήματα των βασεόφιλων πυρηνικών καταλοίπων (clusters DNA) σε ερυθροκύτταρα. Κατά τη διάρκεια της ωρίμανσης των οστών τα  ερυθροκύτταρα μυελού χάνουν τους πυρήνες τους, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις, ένα μικρό τμήμα του DNA παραμένει.

    Πήραν το όνομά τους από τους  William Henry Howell και Justin Marie Jolly. Τα σωμάτια Howell-Jolly φορείς είναι  μικρά, στρογγυλά έγκλειστα στα ερυθροκύτταρα.

    Αυτό το DNA εμφανίζεται ως βασεόφιλο (μωβ) ή ηωσινοφιλικό (ροζ) σε χρωματισμένο επίχρισμα του αίματος.

    Παρατηρούνται στον υποσπληνισμό και στην κακοήθη αναιμία. Οι πιο κοινές αιτίες της ασπληνίας είναι σπληνεκτομή από τραύμα στο σπλήνα και η αυτοσπληνεκτομή που προκαλείται από την δρεπανοκυτταρική αναιμία. Δέκα τοις εκατό των ασθενών με κοιλιοκάκη, επίσης, παρουσιάζουν ατροφία του σπλήνα με επακόλουθα  Howell-Jolly σωμάτια.  Άλλες αιτίες είναι η θεραπεία ακτινοβολίας που περιλαμβάνει την σπλήνα, όπως αυτή που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία του λεμφώματος Hodgkin. Howell-Jolly φορείς είναι, επίσης, αυτοί που πάσχουν από: σοβαρή αιμολυτική αναιμία, μεγαλοβλαστική αναιμία και κακοήθη αναιμία, κληρονομική σφαιροκυττάρωση, και μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο (ΜΔΣ).

    Τα καλύτερα συμπληρώματα διατροφής για το αίμα

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα καλύτερα συμπληρώματα διατροφής για το αίμα

    Διαβάστε, επίσης,

    Ποικιλοκυττάρωση σε πλακάκι αίματος

    Μολυβδίαση

    Μικροκυττάρωση στο πλακάκι αίματος

    Δρεπανοκυτταρικά Σύνδρομα

    Διάγνωση της ανεπάρκειας της βιταμίνης Β12

    Μακροκυττάρωση στο πλακάκι αίματος

    Τι σημαίνει η ανισοκυττάρωση σε πλακάκι αίματος;

    www.emedi.gr

  • Γονιδιακή θεραπεία και εμβόλια για τις αιματολογικές κακοήθειες Γονιδιακή θεραπεία και εμβόλια για τις αιματολογικές κακοήθειες

    Νέες πολλά υποσχόμενες θεραπείες για την χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία, το πολλαπλούν μυέλωμα και το λέμφωμα

    Γράφει η

    Δρ Σάββη Μάλλιου Κριαρά

    Ειδικός Παθολόγος-Ογκολόγος, MD, PhD

    Μελέτες για την γονιδιακή θεραπεία έχουν γίνει σε ασθενείς που πάσχουν από χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία (ΧΛΛ),  για το πολλαπλό μυέλωμα και για το λέμφωμα μη Hodgkin.

    Από τα αποτελέσματα και τις εξελίξεις των μελετών φαίνεται ότι η τεχνική αυτή μπορεί να είναι μια σημαντική νέα θεραπευτική επιλογή στο μέλλον για τις αιματολογικές κακοήθειες.


    Γονιδιακή θεραπεία στην ΧΛΛ

    Όπως και στο μυέλωμα, η μεταμόσχευση βλαστικών κυττάρων δότη είναι σήμερα η μόνη αγωγή που υπάρχει για να θεραπεύσει την ΧΛΛ. Ωστόσο, οι περισσότεροι ασθενείς με ΧΛΛ, έχουν υποτροπή μετά τη μεταμόσχευση, και υπάρχουν σημαντικοί κίνδυνοι και οι παρενέργειες από αυτή.

    Μια νέα προσέγγιση έχει τη δυνατότητα να θεραπεύει ασθενείς με λευχαιμία, αλλά με έναν ασφαλέστερο τρόπο.

    Στη μελέτη τους, οι ερευνητές συνέλεξαν τα  Τ-κύτταρα (ένας τύπος λευκών αιμοσφαιρίων) από τους συμμετέχοντες στη μελέτη.

    Τα Τ - κύτταρα στη συνέχεια μολύνθηκαν με έναν ιό που σχεδιάστηκε για να τροποποιήσει γενετικά τα Τ-κύτταρα, ώστε να μπορούν να αναγνωρίζουν, να κάνουν επίθεση και να σκοτώνουν τα κύτταρα λευχαιμίας. Ο ιός, επίσης, σχεδιάστηκε, έτσι ώστε τα τροποποιημένα Τ-κύτταρα να είναι σε θέση να αναπαράγουν και να περνούνν στις επόμενες γενεές Τ-κυττάρων την ικανότητα να αναγνωρίζουν και να σκοτώνουν τα κύτταρα λευχαιμίας.

    Μετά από αυτή τη διαδικασία, δύο από τους τρεις ασθενείς πέτυχαν πλήρη ανταπόκριση και παρέμειναν ελεύθεροι νόσου μετά από 10 μήνες παρακολούθησης. Επιπλέον, έξι μήνες μετά τη θεραπεία, οι ασθενείς είχαν ακόμα Τ-κύτταρα που συνεχίζουν να αναζητούν και να σκοτώνουν τα κύτταρα λευχαιμίας. Ο τρίτος ασθενής πέτυχε μερική ανταπόκριση διάρκειας οκτώ μηνών.

    Οι δύο ασθενείς εξακολουθούν να παραμένουν απαλλαγμένοι από την ασθένεια δύο χρόνια μετά τη λήψη της θεραπείας.


    Γονιδιακή θεραπεία με αντισώματα για τη θεραπεία πολλαπλού μυελώματος και άλλων καρκίνων του αίματος

    Μια παρόμοια προσέγγιση μελετάται, επίσης, για τη θεραπεία του πολλαπλού μυελώματος. Η προσέγγιση, ωστόσο, τροποποιήθηκε, έτσι ώστε τα Τ-κύτταρα να έχουν σα στόχους τα κύτταρα μυελώματος. Οι ερευνητές διερευνούν τη θεραπεία του πολλαπλού μυελώματος, της ΧΛΛ, και του λεμφώματος  μη Hodgkin, χρησιμοποιώντας γενετικά τροποποιημένα Τ-κύτταρα που αναγνωρίζουν τις πρωτεΐνες στην επιφάνεια των τριών τύπων των καρκινικών κυττάρων.

    Ένα κύριο χαρακτηριστικό αυτής της μελέτης είναι η χρήση των αντισωμάτων, μαζί με τα τροποποιημένα Τ-κύτταρα. Σύμφωνα με τους ερευνητές, και τα αντισώματα και τα Τ-κύτταρα έχουν χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία ασθενών με καρκίνο, αλλά μεμονωμένα είτε τα αντισώματα είτε τα Τ-κύτταρα δεν ήταν αρκετά ισχυρά για να θεραπεύσουν τους περισσότερους ασθενείς.

    Σε αυτή τη μελέτη, οι ερευνητές χρησιμοποιούν ένα αντίσωμα που αναγνωρίζει μια πρωτεΐνη που ονομάζεται κάππα ανοσοσφαιρίνη επί της επιφανείας ορισμένων ασθενών με  μυέλωμα. Συγκεκριμένα, το αντίσωμα κάππα είναι τροποποιημένο έτσι ώστε να ενώνεται με τα Τ-κύτταρα των ασθενών και συνεπώς συνεργάζεται με τα Τ-κύτταρα για να επιτεθούν στα καρκινικά κύτταρα.

    Οι ασθενείς με μυέλωμα έχουν τυπικά είτε ανοσοσφαιρίνη κάππα ή λάμδα σε όλα τα κύτταρα μυελώματος. Ως εκ τούτου, αυτή η προσέγγιση μπορεί να λειτουργήσει για τους ασθενείς με κάππα ανοσοσφαιρίνη επί της επιφανείας των καρκινικών κυττάρων τους. Θα χρειαζόταν ένα αντίσωμα λάμδα για να είναι χρήσιμη για τους ασθενείς με λάμδα ανοσοσφαιρίνη στα κύτταρα μυελώματος.

    Ένα σημαντικό πλεονέκτημα σε αυτή την προσέγγιση είναι ότι τα υγιή Β-κύτταρα (ένα είδος κυττάρων του ανοσοποιητικού) διατηρούνται καλύτερα. Τα υγιή Β-κύτταρα, εκτός από τα καρκινικά κύτταρα, στοχεύονται από τα τροποποιημένα Τ- κύτταρα. Το ήμισυ όλων των Β-κυττάρων έχουν κάππα ανοσοσφαιρίνη στην επιφάνειά τους, και το άλλο μισό έχουν λάμδα ανοσοσφαιρίνη. Συνδέοντας το αντίσωμα κάππα στα τροποποιημένα Τ-κύτταρα, θα στοχεύουν τα καρκινικά κύτταρα και περίπου το ήμισυ των υγιών Β-κυττάρων, ενώ σε άλλες περιπτώσεις τα τροποποιημένα Τ - κύτταρα καταστρέφουν όλα τα υγιή κύτταρα-Β , καθώς και τα καρκινικά κύτταρα.

    Κατά συνέπεια, οι ερευνητές αναμένουν ότι αν και η τεχνική τους μπορεί να απαιτήσει ένα μεγαλύτερο αριθμό  εγχύσεων με T-κύυταρα /αντισώματα για την εξάλειψη της νόσου, οι ασθενείς θα έχουν λιγότερες παρενέργειες, επειδή ένας μεγαλύτερος αριθμός υγιών κυττάρων-Β θα διατηρηθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

    Τέσσερις ασθενείς μέχρι σήμερα, έχουν πάρει τη θεραπεία.

    Η ίδια μελέτη θα μπορούσε να γίνει με ένα λάμδα αντίσωμα που αναγνωρίζει την ανοσοσφαιρίνη λάμδα στην επιφάνεια του μυελώματος και άλλων καρκινικών κυττάρων του αίματος. Επίσης, υπάρχει η δυνατότητα να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα των τροποποιημένων Τ-κυττάρων, καθιστώντας τα πιο ικανά για την καταπολέμηση του μυελώματος.


    Γονιδιακή θεραπεία και εμβολιασμός για το πολλαπλό μυέλωμα

    Δύο μελέτες, εν εξελίξει, Φάσης 2, χρησιμοποιούν τροποποιημένα Τ-κύτταρα, προκειμένου να βελτιώσουν τα αποτελέσματα των ασθενών με μυέλωμα που λαμβάνουν αυτόλογη μεταμόσχευση βλαστικών κυττάρων.

    Σε μία από τις μελέτες, οι ασθενείς θα λάβουν, επίσης, ένα εμβόλιο. Τα εμβόλια για το μυέλωμα είναι μια πρόσφατη εξέλιξη. Ένας τύπος εμβολίου για το μυέλωμα κατασκευάζεται από μια πρωτεΐνη που βρίσκεται συνήθως στην επιφάνεια των κυττάρων μυελώματος. Αυτό το εμβόλιο χρησιμοποιείται για να διεγείρει την ανοσολογική απόκριση συστήματος κατά των κυττάρων μυελώματος. Οι πρωτεΐνες του εμβολίου απορροφώνται πρώτα από εξειδικευμένα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος. Στη συνέχεια, αφού τα κύτταρα απορροφήσουν τις πρωτεΐνες, ενθαρρύνουν άλλα μέρη του ανοσοποιητικού συστήματος να επιτεθούν και να σκοτώσουν τα κύτταρα μυελώματος που έχουν τις πρωτεΐνες στην επιφάνειά τους που ταιριάζουν με την πρωτεΐνη του εμβολίου.

    Σύμφωνα με τους ερευνητές, ένας τρόπος για να βελτιώσουν τα αποτελέσματα της μεταμόσχευσης αυτόλογων βλαστικών κυττάρων είναι να βοηθήσουν το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού να ανακτηθεί γρηγορότερα μετά τη μεταμόσχευση. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με εκ νέου έγχυση τροποποιημένων Τ-κυττάρων μέσα στον ασθενή μετά τη μεταμόσχευση. Ένας άλλος τρόπος για τη βελτίωση των αποτελεσμάτων είναι η επαγωγή του ανοσοποιητικού συστήματος για την καταπολέμηση των κυττάρων μυελώματος. Αυτό επιτυγχάνεται με χορήγηση ενός εμβολίου πρωτεΐνης μυελώματος στον ασθενή μετά τη μεταμόσχευση.

    Ως εκ τούτου, οι ερευνητές χορηγούν τροποποιημένα Τ-κύτταρα, και σε μία από τις μελέτες, τα Τ-κύτταρα χορηγούνται σε συνδυασμό με ένα εμβόλιο μυελώματος, για να βελτιώσουν τα αποτελέσματα της θεραπείας των ασθενών με μυέλωμα μετά από μεταμόσχευση αυτόλογων βλαστικών κυττάρων.

    Συγκεκριμένα, οι ερευνητές χρησιμοποιούν ένα εμβόλιο μυελώματος που περιέχει μια πρωτεΐνη που ονομάζεται MAGE -A3, η οποία βρίσκεται στο ήμισυ όλων των περιπτώσεων της μυελώματος.

    Μαζί με κάθε εμβολιασμό, γίνεται προσθήκη ενός άλλου διεγερτικού του ανοσοποιητικού συστήματος που ονομάζεται Hiltonol (πολυ-ICLC), που μπορεί να κάνει το ανοσοποιητικό σύστημα να ανταποκριθεί καλύτερα στο εμβόλιο.

    Οι ερευνητές θα διερευνήσουν, επίσης, εάν η μακροχρόνια θεραπεία με Revlimid (λεναλιδομίδη) ως θεραπεία συντήρησης μετά τη μεταμόσχευση και η έγχυση των κυττάρων Τ θα καταπολεμούν περαιτέρω το μυέλωμα και θα βελτιώσουν τις απαντήσεις των ασθενών στο εμβόλιο.

    Μάθετε όλες τις πληροφορίες από τους συνεργάτες μας για την εξατομικευμένη θεραπεία των αιματολογικών κακοηθειών, πατώντας εδώ.

    Η ζωή είναι δική σας. Πάρτε την στα χέρια σας!

    Το μοριακό προφίλ του όγκου είναι απαραίτητο και χρήσιμο εργαλείο για τη θεραπευτική σας απόφαση.

    Ζητείστε την εξέταση πριν κάνετε οποιαδήποτε θεραπεία. Η ζωή σας είναι πολύτιμη.

    Ζητήστε από την EMEDI πληροφορίες για το μοριακό προφίλ του όγκου.

    Μάθετε όλες τις πληροφορίες από τους συνεργάτες μας για την εξατομικευμένη θεραπεία των αιματολογικών κακοηθειών, πατώντας εδώ.


    Τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τις αιματολογικές κακοήθειες  

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τις αιματολογικές κακοήθειες 

    Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με τον θεράποντα ιατρό.

    Διαβάστε, επίσης,

    Γονιδιακή θεραπεία

    Xρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία

    Ανοσοδιέγερση με Plerixafor

    Προσοχή το Revlimid έχει πολλές παρενέργειες

    Νέα θεραπεία για το πολλαπλούν μυέλωμα

    Εργαστηριακός έλεγχος για πολλαπλούν μυέλωμα

    Λεμφοϋπερπλαστικές διαταραχές μετά από μεταμόσχευση συμπαγών οργάνων

    Θεραπεία λεμφώματος

    Διάγνωση λεμφοϋπερπλαστικών διαταραχών σε μεταμοσχευμένους

    Ibrutinib

    Βιβλιογραφία

    clinicaltrials.gov

    www.emedi.gr

    Γράφει η

    Δρ Σάββη Μάλλιου Κριαρά

    Ειδικός Παθολόγος- Ογκολόγος, MD, PhD

    Διαβάστε, περισσότερα, για τη Σάββη Μάλλιου Κριαρά

  • Πώς παράγεται το αίμα Πώς παράγεται το αίμα

    Η παραγωγή ώριμων κυττάρων του αίματος από πρόδρομες κυτταρικές μορφές ονομάζεται αιμοποίηση

    Τα ώριμα κύτταρα του αίματος δεν διαιρούνται, έχουν μικρή διάρκεια ζωής και είναι απαραίτητη η συνεχής αντικατάστασή τους από τα προγονικά τους αρχέγονα κύτταρα στα αιμοποιητικά όργανα. H αιμοποίηση περιλαμβάνει τον πολλαπλασιασμό και τη διαφοροποίηση των αιμοποιητικών αρχέγονων κυττάρων και υποδιαιρείται, σύμφωνα με τον κυτταρικό τύπο που σχηματίζεται ως εξής:

    Κατά την εμβρυïκή ζωή

    Η θέση αιμοποίησης μεταβάλλεται κατά τη διάρκεια της εμβρυϊκής ανάπτυξης

    • Προηπατική φάση, (2η εβδομάδα έως 2ο μήνα)

    Στα αρχικά στάδια της εμβρυογένεσης, η αρχική θέση αιμοποίησης, υπό την επαγωγική επίδραση του ενδοδέρματος, είναι το μεσόδερμα του λεκιθικού ασκού και ο συνδετικός μίσχος του εμβρύου. Στις περιοχές αυτές σχηματίζονται αιμοποιητικές νησίδες αποτελούμενες από μεσεγχυματικά κύτταρα. Το ενδοθήλιο των πρώτων αγγείων σχηματίζεται από τα επιφανειακά κύτταρα αυτών των νησιδίων, ενώ τα πιο εσωτερικά διαφοροποιούνται σε βλαστικά κύτταρα του αίματος και ειδικότερα σε αρχέγονες ερυθροβλάστες. Στη φάση αυτή δεν σχηματίζονται λευκοκύτταρα ή αιμοπετάλια. Η πρωταρχική αυτή φάση σχηματισμού κυττάρων του αίματος αποτελεί τη μεσοβλαστική φάση της αιμοποίησης.

    • Ηπατοσπληνική φάση, (6η εβδομάδα έως τη γέννηση)

    Περίπου την 6η εβδομάδα της ανάπτυξης αρχίζει η αιμοποίηση στην καταβολή του ήπατος και αργότερα στον σπλήνα (ηπατοσπληνική φάση της αιμοποίησης), από αιμοποιητικά αρχέγονα κύτταρα που εισέρχονται στο παρέγχυμα αυτών των οργάνων και σχηματίζουν μια μεγάλη ποικιλία κυττάρων του αίματος.

    Το ήπαρ παράγει κοκκιοκύτταρα, αιμοπετάλια και ερυθρά κύτταρα εμπύρηνα (ερυθροβάστες) ή απύρηνα (ερυθροκύτταρα). Η αιμοποίηση ελαττώνεται στο ήπαρ κατά τον πέμπτο μήνα, αλλά συνεχίζεται σε χαμηλά επίπεδα λίγες εβδομάδες μετά τη γέννηση.

    Αν και το ήπαρ αποτελεί την κύρια θέση αιμοποίησης για το πρώτο ήμισυ της εγκυμοσύνης, η παραγωγή των κυττάρων του αίματος λαμβάνει χώρα, επίσης, με μικρότερη ένταση στο σπλήνα. Ο σπλήνας παράγει κυρίως ερυθροκύτταρα και μικρό αριθμό κοκκιοκυττάρων και αιμοπεταλίων. Ακριβώς πριν τη γέννηση, η λεμφοκυτταροποίηση αποτελεί μια σημαντική λειτουργία του σπλήνα.

    Ο θύμος παράγει σχεδόν αποκλειστικά λεμφοκύτταρα τα οποία διαφοροποιούνται σε Τ λεμφοκύτταρα.

    • Μυελολεμφατική φάση (οριστική φάση)

    Περίπου στους 2 ½ μήνες της ανάπτυξης η θέση αιμοποίησης αλλάζει και μετατοπίζεται στο μυελό των οστών και στο λεμφικό ιστό.

    Α) Μυελός των οστών

    Μεταξύ του 2ου και 3ου μήνα της ενδομήτριας ζωής, όταν ο χόνδρος στη κλείδα αρχίζει σταδιακά να αντικαθίσταται από οστίτη ιστό, αρχίζει να λειτουργεί ο μυελός των οστών (μυελοειδής φάση της αιμοποίησης) ως θέση αιμοποίησης και να ελαττώνεται ο σχηματισμός των κυττάρων του αίματος στο ήπαρ. Έτσι η κλείδα αποτελεί το πρώτο οστούν που δείχνει αιμοποιητική δραστηριότητα. Μεταξύ του του 4ου και 6ου μήνα της ενδομήτριας ζωής αρχίζει να λειτουργεί ο μυελός και των άλλων οστών με το σχηματισμό αρχικά των κοκκιοκυττάρων και των αιμοπεταλίων στις μυελικές κοιλότητες, ενώ από τον 7o μήνα αρχίζει η παραγωγή ερυθροκυττάρων.

    Ήδη κατά τη γέννηση, ο μυελός όλων σχεδόν των οστών του οργανισμού αποτελεί την κύρια θέση παραγωγής των κυττάρων του αίματος. Στο μυελό των οστών παράγονται, επίσης, κύτταρα που μεταναστεύουν στα λεμφικά όργανα και σχηματίζουν τους διάφορους κυτταρικούς τύπους των λεμφοκυττάρων. Η παραγωγή κυττάρων του αίματος από το μυελό των οστών είναι αστρονομικού ρυθμού, με μια κατά μέσο όρο ημερήσια παραγωγή της τάξης των 3Χ109 ερυθροκύτταρα και 0,85Χ109 κοκκιοκύτταρα/ kg βάρους σώματος/ημέρα. Ο φυσιολογικός λόγος μυελοειδών κυττάρων (ειδικότερα των ουδετερόφιλων) ως προς τα ερυθροκύτταρα κυμαίνεται από 2,5:1 έως 5:1. Ο λόγος αυτός αποτελεί ένα σημαντικό διαγνωστικό δείκτη.

    Β) Λεμφικός ιστός

    Επιπρόσθετος αριθμός λεμφοκυττάρων σχηματίζεται στους αναπτυσσόμενους λεμφικούς ιστούς και όργανα όπως στο θύμο, στους λεμφαδένες και στο σπλήνα.


    Αρχέγονα αιμοποιητικά κύτταρα

    Όλοι οι τύποι των κυττάρων του αίματος προέρχονται από τα πολυδύναμα αρχέγονα αιμοποιητικά κύτταρα (stem cells). Τα κύτταρα αυτά βρίσκονται σε πολύ μικρούς αριθμούς στις θέσεις παραγωγής των κυττάρων του αίματος και ακόμη λιγότερα βρίσκονται στο περιφερικό αίμα. Τα αρχέγονα κύτταρα αντιπροσωπεύουν περίπου το 0.05% του συνόλου των αιμοποιητικών κυττάρων (περίπου 106 έως 107 αρχέγονα κύτταρα). Ιστολογικά μοιάζουν με τα λεμφοκύτταρα και επομένως δεν είναι αναγνωρίσιμα με τις συνήθεις τεχνικές. Μπορούν όμως τα κύτταρα αυτά να ταυτοποιηθούν με ανοσοϊστοχημικές τεχνικές, γιατί εκφράζουν χαρακτηριστικά κυτταρικά αντιγόνα επιφανείας (c - kit, Thy -1). Τα πολυδύναμα αρχέγονα κύτταρα είναι ικανά για αυτοανανέωση, ώστε να διατηρείται πάντα μια σταθερή δεξαμενή αρχέγονων κυττάρων. Μερικά από τα θυγατρικά τους κύτταρα παραμένουν ως αρχέγονα πολυδύναμα αιμοποιητικά κύτταρα (παραμένουν κυρίως στη φάση G0 του κυτταρικού κύκλου) και άλλα θυγατρικά τους κύτταρα μπορούν να διαφοροποιηθούν και να σχηματίσουν δεσμευμένα προγονικά κύτταρα με πιο περιορισμένη δυνατότητα σχηματισμού σε διάφορους κυτταρικούς τύπους του αίματος.

    Τα αιμοποιητικά κύτταρα είναι δυνατόν να διαιρεθούν σε τέσσερις ομάδες ανάλογα με την ικανότητά τους για αυτοανανέωση, κυτταρική διαίρεση και δυνατότητα σχηματισμού διαφόρων κυτταρικών τύπων:

    •             Τα πολυδύναμα αρχέγονα κύτταρα (πολυδύναμο αρχέγονο κύτταρο, μυελοειδές αρχέγονο κύτταρο, λεμφικό αρχέγονο κύτταρο)

    •             τα προγονικά δεσμευμένα κύτταρα

    •             τα πρόδρομα κύτταρα (βλάστες) και

    •             τα λειτουργικά ώριμα κύτταρα.

    Τα πολυδύναμα αρχέγονα αιμοποιητικά κύτταρα μελετώνται με πειραματικές τεχνικές, που επιτρέπουν τη μελέτη της αιμοποίησης in vivo και in vitro.

    Πολυδύναμα αρχέγονα αιμοποιητικά κύτταρα

    Το κύτταρο αυτό ονομάζεται πολυδύναμο αρχέγονο αιμοποιητικό κύτταρο επειδή μπορεί να παράγει οποιοδήποτε κυτταρικό τύπο του αίματος. Τα κύτταρα αυτά έχουν την ικανότητα αυτοανανέωσης αλλά πολλαπλασιάζονται επίσης και διαφοροποιούνται σε δύο τύπους πολυδύναμων αρχέγονων κυττάρων.

    •  Το πολυδύναμο μυελοειδές αρχέγονο κύτταρο (CFU - S). 

    Από το αρχέγονο αυτό κύτταρο προκύπτουν πέντε κατηγορίες προγονικών κυττάρων, τα οποία λόγω της ικανότητάς τους να σχηματίζουν αποικίες σε κυτταροκαλλιέργεια ονομάζονται κύτταρα που σχηματίζουν αποικίες (colony forming cells - CFC) ή μονάδες σχηματισμού αποικιών (colony forming unit - CFU).

    Έτσι από τα μυελοειδή αρχέγονα κύτταρα σχηματίζονται CFCs για την παραγωγή

    1) των ερυθρών κυττάρων (ECFC),

    2)των αιμοπεταλίων (Meg CFC),

    3) των βασεόφιλων (BCFC),

    4) των ηωσινόφιλων (EoCFC) και

    5) των μονοκυττάρων-ουδετερόφιλων (MGCFC)

    •  Το πολυδύναμο λεμφικό αρχέγονο κύτταρο

    Το αρχέγονο αυτό κύτταρο δίνει γένεση στους διάφορους τύπους των λεμφοκυττάρων (Β και Τ λεμφοκύτταρα).

    Προγονικά και πρόδρομα κύτταρα

    Τα πολυδύναμα αρχέγονα λεμφικά και τα πολυδύναμα αρχέγονα μυελοειδή κύτταρα έχουν και αυτά την ικανότητα αυτοανανέωσης και είναι επίσης ικανά να διαφοροποιούνται σε δεσμευμένα προγονικά κύτταρα που σχηματίζουν μόνο 1 ή 2 κυτταρικούς τύπους. Έτσι τα κύτταρα που προκύπτουν ονομάζονται μονοδύναμα ή διδύναμα προγονικά κύτταρα με περιορισμένο εύρος δυνατότητας σχηματισμού σε διάφορους κυτταρικούς τύπους.

    Τα μονοδύναμα ή διδύναμα προγονικά κύτταρα παράγουν πρόδρομα κύτταρα (βλάστες) των οποίων τα μορφολογικά χαρακτηριστικά είναι ευδιάκριτα και υποδηλώνουν τον ώριμο κυτταρικό τύπο στον οποίο θα διαφοροποιηθούν.

    Αντίθετα, τα αρχέγονα κύτταρα και τα προγονικά κύτταρα δεν είναι μορφολογικά αναγνωρίσιμα και είναι παρόμοια σε εμφάνιση με τα μεγάλα λεμφοκύτταρα. Τα αρχέγονα κύτταρα διαιρούνται με επαρκή ρυθμό, ώστε να διατηρείται πάντα ένας μικρός σχετικά πληθυσμός από αυτά. Ο ρυθμός της κυτταρικής διαίρεσης στα προγονικά και στα πρόδρομα κύτταρα παρουσιάζεται αυξημένος, με σκοπό την παραγωγή ενός μεγάλου αριθμού ώριμων κυττάρων.


    Μυελός των οστών

    Ο μυελός των οστώνκαταλαμβάνει τους  χώρους μεταξύ των δοκίδων της σπογγώδους μοίρας των οστών. Μακροσκοπικά, ανάλογα με την εμφάνισή τους έχουν περιγραφεί δύο τύποι:

    • ο ερυθρός ή ενεργός μυελός των οστών, που το χρώμα του οφείλεται στην παρουσία πολλών ερυθροκυττάρων και των πρόδρομων μορφών τους και ο κίτρινος μυελός των οστών, πλούσιος σε λιποκύτταρα, που δεν παράγει κύτταρα του αίματος (~50% του μυελού των οστών στους ενήλικες είναι κίτρινος).
    • ο κίτρινος μυελός των οστών διατηρεί το αιμοποιητικό του δυναμικό. Έτσι, σε παθολογικές καταστάσεις, όπως σε περιπτώσεις σοβαρής αιμορραγίας, υποξυγοναιμίας ή υπερβολικής καταστροφής ερυθροκυττάρων, ο κίτρινος μυελός των οστών μπορεί επαγωγικά να μετατραπεί σε ερυθρό μυελό των οστών. Στα νεογνά όλος ο μυελός των οστών είναι ερυθρός, αλλά από το 6ο έτος της ηλικίας σταδιακά αντικαθίσταται από κίτρινο μυελό των οστών. Έως το 10ο έτος της ηλικίας ο ερυθρός μυελός των οστών βρίσκεται στους σπονδύλους, στις πλευρές, στο κρανίο, στην πύελο και στα κεντρικά τμήματα του μηριαίου και του βραχιονίου οστού. Στους ενήλικες η παραγωγή των κυττάρων του αίματος από το μυελό των οστών επαρκεί για τις φυσιολογικές ανάγκες του οργανισμού.

    Εξωμυελική αιμοποίηση σε ασθένειες: Στους ενήλικες η ερυθροποίηση, κοκκιοκυτταροποίης και θρομβοποίηση σε περιοχές εκτός του μυελού των οστών θεωρείται μη φυσιολογική. Όταν ο μυελός των οστών νοσεί και δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες του οργανισμού για το σχηματισμό νέων κυττάρων του αίματος, το ήπαρ, ο σπλήνας ή οι λεμφαδένες πιθανόν να αναλάβουν εκ νέου την εμβρυϊκή αιμοποιητική τους δραστηριότητα.

    Ερυθρός μυελός των οστών

    Ο ερυθρός μυελός των οστών αποτελείται από διακλαδιζόμενα τριχοειδικά κολποειδή και δικτυωτό υπόστρωμα. Οι διάμεσοι χώροι ανάμεσα στα κολποειδή καταλαμβάνονται από τις αιμοποιητικές χορδές, που περιέχουν αρχέγονα και πρόδρομα κύτταρα του αίματος, τα οποία βρίσκονται σε διάφορα στάδια διαφοροποίησης και ωρίμανσης. Το δικτυωτό υπόστρωμα, που αποτελεί ένα πλέγμα στήριξης των αιμοποιητικών κυττάρων, αποτελείται από ένα τρισδιάστατο δίκτυο δικτυωτών κυττάρων με κυτταρολογικά χαρακτηριστικά παρόμοια των ινοβλαστών και από ένα λεπτό πλέγμα δικτυωτών ινών.

    Επιπρόσθετα, ο μυελός των οστών εκτός από την αιμοποιητική λειτουργία διαθέτει, όπως ο σπλήνας και το ήπαρ, ακίνητα μακροφάγα που απομακρύνουν από την κυκλοφορία τα γηρασμένα ή ελαττωματικά ερυθρά αιμοσφαίρια. Στα μακροφάγα αποθηκεύεται επίσης ο σίδηρος που προέρχεται από την αποδόμηση της αιμοσφαιρίνης. Τέλος, ο μυελός των οστών συμμετέχει ενεργά στο ανοσοποιητικό σύστημα γιατί αποτελεί τη θέση ωρίμανσης των Β λεμφοκυττάρων.

    Αγγείωση

    Ο μυελός των οστών αιματώνεται από τους μυελικούς κλάδους της τροφοφόρου αρτηρίας του οστού, η οποία αφού διαπεράσει το φλοιό διαμέσου ενός «θρεπτικού καναλιού», διακλαδίζεται σε μια σειρά αγγείων που εφοδιάζουν με αίμα τόσο το φλοιακό, όσο και το μυελικό οστό. Η αγγείωση αυτή εμπλουτίζεται με μικρότερα αγγεία με προέλευση από το μυϊκό ιστό και το περιόστεο και τα οποία διαπερνούν με παρόμοιο τρόπο το φλοιό. Το τριχοειδικό δίκτυο αποτελείται από κολποειδή με λεπτά τοιχώματα, που καταλήγουν σ' ένα κεντρικό κόλπο, ο οποίος εκβάλλει στην εκφορητική φλέβα, που εξέρχεται από το ίδιο θρεπτικό κανάλι.

    Τα κολποειδή του μυελού των οστών σχηματίζονται από μια στιβάδα θυριδωτών ενδοθηλιακών κυττάρων, τα οποία επικάθηνται σε μια ασυνεχή βασική μεμβράνη. Το κυτταρόπλασμα σε μερικά σημεία είναι τόσο λεπτό ώστε ο ενδοθηλιακός φραγμός είναι λίγο παχύτερος από το πάχος της κυτταρικής μεμβράνης του ενδοθηλίου. Τα ώριμα κύτταρα προσκολλώνται στο κολποειδικό ενδοθήλιο του μυελού πριν απελευθερωθούν στην κυκλοφορία. Η μετανάστευση των ώριμων κυττάρων από το μυελό των οστών στην κυκλοφορία ρυθμίζεται από απελευθερωτικούς παράγοντες, που παράγονται ανάλογα με τις ανάγκες του οργανισμού. Έχουν περιγραφεί αρκετές τέτοιες ουσίες, όπως ο παράγοντας C3 του συμπληρώματος (μια σειρά ανοσολογικά ενεργών πρωτεϊνών του αίματος), διάφορες ορμόνες (γλυκοκορτικοειδή και ανδρογόνα) και μερικές βακτηριακές τοξίνες.

    Στηρικτικά κύτταρα

    Τα δικτυωτά (στηρικτικά) κύτταρα του μυελού των οστών παίζουν σημαντικούς ρόλους στην αιμοποίηση. Τα κύτταρα αυτά χορηγούν ένα εκτεταμένο δίκτυο κυτταροπλασματικών αποφυάδων, που καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος (πάνω από 50%) της εξωτερικής επιφανείας του τοιχώματος των κολποειδών. Οι αποφυάδες αυτές διακλαδίζονται επίσης δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό ένα πλέγμα στήριξης των αιμοποιητικών κυττάρων. Επίσης, τα δικτυωτά κύτταρα συνθέτουν κολλαγόνες ίνες (κολλαγόνο τύπου Ι), δικτυωτές ίνες (κολλαγόνο τύπου ΙΙΙ), στοιχεία της εξωκυττάριας θεμέλιας ουσίας, όπως ινονεκτίνη, λαμινίνη, πρωτεογλυκάνες (θειϊκή χονδροϊτίνη, υαλουρονικό οξύ και θεϊκή ηπαράνη) και μια ουσία που συνδέεται με τα κύτταρα και ονομάζεται αιμονεκτίνη. Η τελευταία αλληλεπιδρά με τους κυτταρικούς υποδοχείς και διευκολύνει την προσκόλληση των αναπτυσσόμενων αιμοποιητικών κυττάρων στη θεμέλια ουσία του μυελού των οστών, μια διεργασία σημαντική για την αιμοποίηση. Οι πρωτεογλυκάνες θεωρείται πιθανόν ότι συνδέονται με αυξητικούς παράγοντες που ελέγχουν την αιμοποίηση. Τέλος, τα δικτυωτά κύτταρα είναι αυτά που συσσωρεύουν λιπίδια και μετασχηματίζονται σε λιποκύτταρα του μυελού των οστών.


    Μικροπεριβάλλον και αυξητικοί παράγοντες

    Η αιμοποίηση εξαρτάται από τις κατάλληλες συνθήκες του μικροπεριβάλλοντος του μυελού των οστών και από την παρουσία των αυξητικών παραγόντων.

    Οι κατάλληλες συνθήκες του μικροπεριβάλλοντος δημιουργούνται από τα κύτταρα του υποστρώματος των αιμοποιητικών οργάνων, τα οποία παράγουν επαρκή ποσότητα εξωκυττάριας θεμέλιας ουσίας. Τα κύτταρα του υποστρώματος είναι σημαντικά για τον έλεγχο της διαφοροποίησης και ωρίμανσης των αιμοποιητικών κυττάρων. Σημαντικό ρόλο στην αιμοποίηση παίζουν οι διακυτταρικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ των αναπτυσσόμενων κυττάρων του αίματος και του υποστρώματος των αιμοποιητικών οργάνων. Η διεργασία αυτή δεν είναι πλήρως κατανοητή και τα μηνύματα (σηματοδοτικά μόρια) που μεσολαβούν στις διακυτταρικές επαφές είναι άγνωστα προς το παρόν. Επίσης είναι πολύ σημαντικές για την αιμοποίηση. οι κυτταρικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ των πολυδύναμων προγονικών κυττάρων.

    Ο καλύτερα κατανοητός μηχανισμός ελέγχου της αύξησης των διαφόρων τύπων αιμοποιητικών αρχέγονων κυττάρων περιλαμβάνει τη δράση των αυξητικών παραγόντων. Τα προγονικά και τα πρόδρομα κύτταρα δεν είναι ικανά να πολλαπλασιαστούν και να διαφοροποιηθούν χωρίς τη συνεχή διέγερσή τους. Η ενεργοποίησή τους εξαρτάται, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, αφενός μεν από την επαφή τους με τα κύτταρα του υποστρώματος και από τα σηματοδοτικά μόρια που απελευθερώνονται από αυτά (τα στρωματικά κύτταρα) και αφετέρου από τους αιμοποιητικούς αυξητικούς παράγοντες, που είναι επίσης γνωστοί ως αιμοποιητικές κυτοκίνες Αυτές οι ουσίες είναι γλυκοπρωτεϊνες και παράγονται στο μυελό των οστών από τα δικτυωτά κύτταρα του στρώματος, τα μακροφάγα, τα ενδοθηλιακά κύτταρα και τα αναπτυσσόμενα λεμφοκύτταρα. Αιμοποιητικοί αυξητικοί παράγοντες σχηματίζονται επίσης και εκτός του μυελού τω οστών.

    Υπάρχουν τρεις κύριες κατηγορίες αιμοποιητικών αυξητικών παραγόντων:

    •  Διεγερτικοί παράγοντες αποικιών (Colony - stimulating factors - CSF).

    (Ονομάζονται έτσι γιατί διεγείρουν τα προγονικά κύτταρα να σχηματίζουν in vitro αποικίες κυττάρων)

    •  Ερυθροποιητίνη και θρομβοποιητίνη

    •  Ιντερλευκίνες

    Παράγονται από τα λευκοκύτταρα (κυρίως από τα λεμφοκύτταρα) και επηρεάζουν άλλα λευκοκύτταρα (παρακρινής μηχανισμός) ή τα ίδια τα κύτταρα από τα οποία προέρχονται (αυτοκρινής μηχανισμός)

    Οι αυξητικοί αυτοί παράγοντες εκκρίνονται συστηματικά ή τοπικά και ελέγχουν τρεις πλευρές της κυτταρικής αύξησης:

    •  Τον πολλαπλασιασμό

    •  Τη διαφοροποίηση

    •  Την ωρίμανση

    Είναι προφανές ότι κάθε παράγοντας έχει περισσότερο από μία δραστηριότητα, αφού μερικοί δρουν συνεργικά, για να προωθήσουν μια ειδική πλευρά της κυτταρικής ανάπτυξης. Πολλές από αυτές τις ουσίες τώρα μπορούν να παραχθούν συνθετικά και χρησιμοποιούνται στη θεραπεία νόσων του αίματος.

    Αξιοσημείωτη είναι, επίσης, η δράση των CSFs σε επείγουσες περιπτώσεις- όπως π. χ. στις βακτηριακές μολύνσεις. Σε περιοχές που παρατηρείται κάποια μόλυνση από παθογόνο-εισβολέα, οι βακτηριακές τοξίνες άμεσα ενεργοποιούν τα γονίδια των μονοκυττάρων, των μακροφάγων και των Τ λεμφοκυττάρων συνδεδεμένων με αντιγόνο για τη σύνθεση των CSFs. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των επιπέδων των CSFs με αποτέλεσμα να ενεργοποιείται η παραγωγή των κυτταρικών τύπων υπεύθυνων για την άμυνα του οργανισμού έναντι των βακτηρίων. Μερικοί CSFs (π. χ. GM - CSF) δρουν ως χημειοτακτικές ουσίες και προσελκύουν ουδετερόφιλα, μονοκύτταρα, μακροφάγα και ηωσινόφιλα στη περιοχή της βακτηριακής μόλυνσης, αυξάνοντας έτσι τη λειτουργική δραστηριότητα των κυττάρων αυτών.


    Ερυθροποίηση

    Τα ερυθροκύτταρα αποτελούν τους τελικούς διαφοροποιημένους απογόνους της σειράς εκείνης των αιμοποιητικών προγονικών κυττάρων που προορίζονται μόνο για ερυθροποίηση. Η βασική διεργασία ωρίμανσης των ερυθροκυττάρων είναι η σύνθεση της αιμοσφαιρίνης και ο σχηματισμός απύρηνων σωματιδίων, σχήματος αμφίκοιλου δίσκου, των ερυθροκυττάρων. Η διαφοροποίηση των προγονικών κυττάρων σε ώριμα ερυθροκύτταρα συνεπάγεται την:

    •  Ελάττωση του μεγέθους του κυττάρου

    •  Παραγωγή αιμοσφαιρίνης

    •  Σταδιακή ελάττωση και τελική εξαφάνιση των κυτταρικών οργανιδίων

    •  Αλλαγή της χρωστικής συμπεριφοράς του κυτταροπλάσματος: από έντονη βασεοφιλία λόγω του μεγάλου αριθμού πολυριβοσωμάτων, σε οξεοφιλία οφειλόμενη στην παραγωγή αιμοσφαιρίνης

    •  Συμπύκνωση και τελική απόρριψη του πυρήνα

    Τα πολυδύναμα αρχέγονα κύτταρα CFU-S παράγουν προγονικά κύτταρα, τα οποία μπορούν να αναπτύξουν σε κυτταροκαλλιέργειες μονάδες «εκρηκτικής αύξησης» ερυθροειδών κυττάρων (Bursts Forming Units-E ή BFU-E). Τα προγονικά αυτά κύτταρα σχηματίζουν με τη σειρά τους μια άλλη προγονική δεσμευμένη κυτταρική σειρά, την CFU - E, που αντιδρά στη δράση του αυξητικού παράγοντα, ο οποίος ονομάζεται ερυθροποιητίνη. Τα CFU-E είναι λίγα σε αριθμό και δεν αναγνωρίζονται μορφολογικά στο μυελό των οστών. Οι ανοσοϊστοχημικές τεχνικές έχουν επιτρέψει το χαρακτηρισμό των προγονικών αυτών κυτταρικών σειρών, οι οποίες έχουν μεγάλα πυρήνια, άφθονα πολυριβοσώματα και μεγάλα μιτοχόνδρια.

    Αναπτυξιακά στάδια διαφοροποίησης των ερυθροκυττάρων

    Κατά τα στάδια της διαφοροποίησης διακρίνονται μορφολογικά οι παρακάτω κυτταρικοί τύποι:

    •  Προερυθροβλάστη (προμονοβλάστη). Η ερυθροποιητίνη δρα και στην προερυθροβάστη

    •  Βασεόφιλη ερυθροβλάστη (πρώιμη νορμοβλάστη)

    •  Πολυχρωματόφιλη ερυθροβλάστη (ενδιάμεση νορμοβλάστη)

    •  Ορθοχρωματική ερυθροβλάστη (όψιμη νορμοβλάστη)

    •  Δικτυοερυθροκύτταρο

    •  Ώριμο ερυθρό αιμοσφαίριο

    Η διαδικασία ωρίμανσης των ερυθροκυττάρων από το πρώτο αναγνωρίσιμο μορφολογικά πρόδρομο κύτταρο (προερυθροβλάστη) έως το δικτυοερυθροκύτταρο διαρκεί περίπου μια εβδομάδα. Στη χρονική αυτή περίοδο λαμβάνουν χώρα 3-5 κυτταρικές διαιρέσεις, όπου τα πρόδρομα κύτταρα πολλαπλασιάζονται έως το ορθοχρωματικό στάδιο. Τα κύτταρα της ερυθράς σειράς σχηματίζονται σε μικρά ερυθροβλαστικά νησίδια στα οποία παρατηρούνται 1 ή 2 μακροφάγα. Τα μακροφάγα φέρουν μακριές κυτταροπλασματικές αποφυάδες που περιβάλλουν τα διαιρούμενα κύτταρα της ερυθράς σειράς, τα οποία μεταναστεύουν στη περιφέρεια των νησιδίων, χρησιμοποιώντας σαν μονοπάτι τις κυτταροπλασματικές αποφυάδες των μακροφάγων.

    Όταν τα ευθροκύτταρα ωριμάσουν έρχονται σε επαφή με το ενδοθήλιο των κολποειδών, διαπερνούν το κυτταρόπλασμά τους διαμέσου των θυρίδων τους και απελευθερώνονται στην κυκλοφορία.

    Δικτυοερυθροκύτταρο

    Το δικτυοερυθροκύτταρο είναι ένα ανώριμο ερυθροκύτταρο και περιέχει πολυριβοσώματα και αποδομούμενα οργανίδια. Τα κύτταρα αυτά δεν διακρίνονται στο φωτομικροσκόπιο από τα ώριμα ερυθροκύτταρα, εκτός εάν χρησιμοποιηθούν έμβιες χρωστικές, όπως το κυανό του κρεζυλίου. Στην περίπτωση αυτή οι ριβοπυρηνοπρωτεϊνες κατακρημνίζονται σχηματίζοντας έναν κυανά χρωματισμένο δικτυωτό σχηματισμό. Τα δικτυοερυθροκύτταρα εισέρχονται στα κολποειδή και συμπληρώνουν την ωρίμανσή τους στην κυκλοφορία. Η περίοδος ωρίμανσής του διαρκεί 24-48 ώρες και ο χρόνος ζωής τους είναι περίπου 72 ώρες. Τα δικτυοερυθροκύτταρα αποτελούν το 1% περίπου των ερυθροκυττάρων. Σε περιπτώσεις αιμορραγίας, όταν αυξάνεται η ανάγκη για οξυγόνο αυξάνεται ο αριθμός τους. Έτσι, ο αριθμός των δικτυοερυθροκυττάρων μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εκτίμηση του ρυθμού της ερυθροποίησης.

    Η παραγωγή των ερυθροκυττάρων ελέγχεται από την ερυθροποιητίνη

    Ως ερυθρώνα εννοούμε τη συνολική μάζα των ώριμων ερυθροκυττάρων και των πρόδρομων μορφών τους. Αποτελεί ένα εκτεταμένο διάσπαρτο όργανο, όπου ο αριθμός των κυκλοφορούντων ερυθροκυττάρων ρυθμίζεται από την εκάστοτε απαιτούμενη προς μεταφορά ποσότητα οξυγόνο, όπως και από το ρυθμό παραγωγής των ερυθροκυττάρων, ο οποίος με τη σειρά του εξαρτάται από το ρυθμό απομάκρυνσής τους από την κυκλοφορία.

    Η συμπεριφορά αυτή ελέγχεται από πολλούς παράγοντες, αλλά κυρίως από την ορμόνη ερυθροποιητίνη, η οποία ρυθμίζει την παραγωγή των ερυθροκυττάρων, ανάλογα με τις ανάγκες του οργανισμού σε οξυγόνο. Η ερυθροποιητίνη είναι μια γλυκοπρωτεϊνη που ενεργοποιεί την παραγωγή του mRNA για το σχηματισμό της σφαιρίνης , που αποτελεί το πρωτεϊνικό συστατικό του μορίου της αιμοσφαιρίνης. Στους ενήλικες η ερυθροποιητίνη παράγεται στους νεφρούς, ενώ στα έμβρυα στο ήπαρ.

    Ορισμένοι επίσης άλλοι παράγοντες είναι απαραίτητοι στο μυελό των οστών για το σχηματισμό των ερυθροκυττάρων, όπως ο Fe το φυλλικό οξύ και η βιταμίνη Β12. Έλλειψη οποιουδήποτε από αυτούς τους παράγοντες οδηγεί σε ελαττωματικό σχηματισμό ερυθροκυττάρων και σε αναιμία.


    Κοκκιοκυτταροποίηση

    Ο σχηματισμός των κοκκιοκυτταρικών λευκοκυττάρων ονομάζεται κοκκιοκυτταροποίηση και λαμβάνει χώρα υπό την επίδραση των κυτοκινών. Κατά τη διεργασία ωρίμανσης των κοκκιοκυττάρων λαμβάνουν χώρα κυτταροπλασματικές αλλαγές, που οφείλονται στη σύνθεση ειδικών πρωτεϊνών που συγκεντρώνονται σε δύο οργανίδια: τα αζουρόφιλα κοκκία και τα ειδικά κοκκία. Η πρωτεϊνες αυτές παράγονται στο αδρό ενδοπλασματικό δίκτυο και στη συσκευή Golgi σε δύο διαδοχικά στάδια. Στο πρώτο στάδιο σχηματίζονται τα αζουρόφιλα κοκκία και στο δεύτερο στάδιο τα ειδικά κοκκία. Το πρώτο πρόδρομο κύτταρο που αναγνωρίζεται είναι η μυελοβλάστη. Στα επόμενα στάδια της διαφοροποίησης και της ωρίμανσης περιλαμβάνονται: το προμυελοκύτταρο, το μυελοκύτταρο, το μεταμυελοκύτταρο, το ραβδοπύρηνο και το ώριμο κοκκιοκύτταρο.

    Τα στάδια ωρίμανσης από το μυελοκύτταρο έως το ραβδοπύρηνο χαρακτηρίζονται:

    1.            από τις αλλαγές στο σχήμα του πυρήνα,

    2.            από το χρώμα που λαμβάνει το κυτταρόπλασμα εξαιτίας των ειδικών κοκκίων, και

    3.            διακοπή των οι μιτωτικών διαιρέσεων στο στάδιο του μεταμυελοκυττάρου.

    Η διάρκεια ωρίμανσης μιας μυελοβλάστης προς ένα ουδετερόφιλο είναι 7-8 ημέρες και περιλαμβάνει 5 κυτταρικές διαιρέσεις μεταξύ των σταδίων ανάπτυξης της μυελοβλάστης και του μεταμυελοκυττάρου. Τα μεταμυελοκύτταρα δεν διαιρούνται, αλλά αποκτούν χημειοτακτική ικανότητα και υποδοχείς για παράγοντες συμπληρώματος και του Fc τμήματος των ανοσοσφαιρινών.

    Ο χρόνος ζωής των ώριμων ουδετερόφιλων στο μυελό των οστών είναι περίπου 5 ημέρες πριν απελευθερωθούν στην κυκλοφορία. Εδώ παραμένουν περίπου 6-10 ώρες και κατόπιν μεταναστεύουν στους περιφερικούς ιστούς, όπου επιζούν για 2-5 ημέρες, εκτός αν καταστραφούν νωρίτερα λόγω της φαγοκυτταρικής τους ιδιότητας.

    Ο σχηματισμός των ηωσινόφιλων και των βασεόφιλων μορφολογικά μοιάζει με την κοκκιοκυτταροποίηση των ουδετερόφιλων. Τα ηωσινόφιλα προέρχονται από τα CFU - Eo δεσμευμένα προγονικά κύτταρα υπό την επίδραση των κυτοκινών. Τα βασεόφιλα σχηματίζονται από τα CFU - B δεσμευμένα προγονικά κύτταρα.

    Κινητική της παραγωγής των ουδετερόφιλων

    Η αύξηση του αριθμού των ουδετερόφιλων μπορεί να συμβεί με δύο μηχανισμούς. Στο μυελό των οστών υπάρχει μια μεγάλη δεξαμενή αποθηκευμένων ώριμων ουδετερόφιλων, τα οποία προσκολλώνται χαλαρά στο ενδοθηλιακό τοίχωμα των κολποειδών και μπορούν να κινητοποιηθούν γρήγορα. Τα αδρενεργικά ερεθίσματα και η έντονη μυϊκή δραστηριότητα προκαλούν αιφνίδια μετακίνηση των ουδετερόφιλων από το μυελό των οστών. Ο μηχανισμός αυτός ενεργοποιείται όταν υπάρξει αιφνίδια ζήτηση για ουδετερόφιλα.

    Στις βακτηριακές μολύνσεις αυξάνεται η παραγωγή των πρόδρομων μορφών των ουδετερόφιλων στο μυελό των οστών, ώστε να διατηρηθεί υψηλός ο αριθμός τους στο αίμα. Ο μηχανισμός αυτός ρυθμίζεται, όπως έχει αναφερθεί παραπάνω, από τις κυτοκίνες (IL -1, GM - CSF και G - CSF).


    Λεμφοκυτταροποίηση

    Το πολυδύναμο λεμφικό αρχέγονο κύτταρο στο μυελό των οστών, το CFU-Ly ( LCFC ), δίνει γένεση στα δεσμευμένα προγονικά λεμφικά κύτταρα, τα CFU-LyB και CFU-LyT, τα οποία αποτελούν προγονικά κύτταρα των Τ και Β λεμφοκυττάρων. Τα θυγατρικά κύτταρα των CFU-LyB και CFU-LyT αποτελούν τις λεμφοβλάστες. Οι λεμφοβλάστες αποτελούν τα πρώτα αναγνωρίσιμα μορφολογικά πρόδρομα κύτταρα της λεμφικής σειράς. Η λεμφοβλάστη διαιρείται 2-3 φορές σχηματίζοντας το προλεμφοκύτταρο. Τα προλεμφοκύτταρα φέρουν πυρήνες με συμπυκνωμένη χρωματίνη και μικρό ποσό βασεόφιλου κυτταροπλάσματος με λίγα οργανίδια. Μερικά από τα προλεμφοκύτταρα παραμένουν στο μυελό των οστών και διαιρούνται σ' όλη τη διάρκεια της ζωής ενός ατόμου παράγοντας λεμφοκύτταρα, τα οποία απελευθερώνονται στην κυκλοφορία, φέροντας αντιγόνα κυτταρικής επιφανείας χαρακτηριστικά για τα Β-λεμφοκύτταρα . Άλλα προλεμφοκύτταρα εισέρχονται στην κυκλοφορία και μεταφέρονται στο σπλήνα και στους λεμφαδένες, όπου συμπληρώνουν τη διαφοροποίησή τους ως Β-λεμφοκύτταρα.

    Κατά την εμβρυϊκή και την πρώιμη μεταγεννητική ζωή, οι λεμφοβλάστες μεταφέρονται διαμέσου της αιματικής κυκλοφορίας από το μυελό των οστών στη φλοιακή περιοχή του θύμου, όπου πολλαπλασιάζονται και διαφοροποιούνται σε λεμφοκύτταρα. Καθώς τα κύτταρα αυτά μετακινούνται από τη φλοιακή περιοχή στη μυελική περιοχή του θύμου, αποκτούν αντιγόνα κυτταρικής επιφανείας, χαρακτηριστικά για τα Τ-λεμφοκύτταρα και κατόπιν απελευθερώνονται στην κυκλοφορία. Επομένως, τα ώριμα Β-λεμφοκύτταρα παράγονται στο μυελό των οστών, στο σπλήνα και στους λεμφαδένες και τα Τ-λεμφοκύτταρα σχηματίζονται στο θύμο.


    Μονοκυτταροποίηση

    Τα μονοκύτταρα αναπτύσσονται από τα CFU-GM προγονικά κύτταρα. Το επόμενο στάδιο διαφοροποίησης είναι η μονοβλάστη, ένα μεγάλο βασεόφιλο κύτταρο, παρόμοιο σε μορφολογία με τη μυελοβλάστη. Η τελευταία διαφοροποιείται σε προμονοκύτταρο, που είναι ένα μεγάλο κύτταρο (16-18μm ) με ευχρωματικό πυρήνα και βασεόφιλο κυτταρόπλασμα χωρίς κοκκία. Τα προμονοκύτταρα διαιρούνται επανειλημμένα και μερικά από τα θυγατρικά τους κύτταρα διαφοροποιούνται σε μονοκύτταρα, τα οποία εισέρχονται στην κυκλοφορία αμέσως μόλις σχηματιστούν. Παρατηρείται απουσία αποθηκευτικής δεξαμενής ώριμων μονοκυττάρων στο μυελό των οστών. Άλλα προμονοκύτταρα διαιρούνται με πιο βραδύ ρυθμό και αποτελούν ένα διαμέρισμα αποταμίευσης πρόδρομων μονοκυττάρων στο μυελό των οστών. Η ωρίμανσή τους επιταχύνεται ανάλογα με τις ανάγκες των ιστών σε μακροφάγα και μονοκύτταρα. Τα μονοκύτταρα κυκλοφορούν στο αίμα όχι περισσότερο από 36 ώρες πριν μεταναστεύσουν στους ιστούς, όπου αυξάνουν σε μέγεθος, αποκτούν αδρό ενδοπλασματικό δίκτυο και εμφανή συσκευή Golgi, αρχίζουν δε να συνθέτουν υδρολυτικά ένζυμα, που τα ενσωματώνουν στα άφθονα λυσοσώματά τους. Οι αλλαγές αυτές μεταμορφώνουν τα μονοκύτταρα σε ενεργά φαγοκυτταρικά μακροφάγα, τα οποία στους ιστούς λειτουργούν για αρκετούς μήνες.


    Θρομβοποίηση

    Στους ενήλικες τα αιμοπετάλια προέρχονται από τον ερυθρό μυελό των οστών διαμέσου της κατάτμησης του κυτταροπλάσματος του ώριμου μεγακαρυοκυττάρου. Το κύτταρο αυτό εντοπίζεται πλησίον των κολποειδών του μυελού των οστών. Τα μεγακαρυοκύτταρα προέρχονται από το μονοδύναμο προγονικό κύτταρο, το CFU-Me , το οποίο διαφοροποιείται στη μεγακαρυοβλάστη.

    Η μεγακαρυοβλάστη έχει διάμετρο 15-20μm και φέρει μεγάλο ωοειδή ή νεφροειδή πυρήνα με πολυάριθμα πυρήνια. Το κυτταρόπλασμά της είναι έντονα βασεόφιλο και ομοιογενές χωρίς κοκκία. Τα πυρηνικά και κυτταροπλασματικά στοιχεία της μεγακαρυοβλάστης πολλαπλασιάζονται έως και 7 φορές, χωρίς παράλληλη διαίρεση του κυττάρου. Κάθε πολλαπλασιασμός προκαλεί αυξημένη πλοειδία στον πυρήνα (περιέχει 30 φορές περισσότερο DNA σε σύγκριση με ένα φυσιολογικό κύτταρο), αύξηση των λοβών του πυρήνα και αύξηση του κυτταρικού μεγέθους.

    Μεγακαρυοκύτταρο

    Το μεγακαρυοκύτταρο είναι γιγάντιο πολυπλοειδικό κύτταρο (35-100μm διάμετρος) με ακανόνιστο πολύλοβο πυρήνα, που περιέχει διάσπαρτη αδρή χρωματίνη, χωρίς ορατά πυρήνια, πολυάριθμα μιτοχόνδρια, αναπτυγμένο ενδοπλασματικό δίκτυο και συσκευή Golgi Από τις δεξαμενές και τα κυστίδια του οργανιδίου αυτού αναπτύσσονται τα α κοκκία και τα κυστίδια που περιέχουν λυσοσωματικά ένζυμα. Η κυτταροπλασματική ωρίμανση του μεγακαρυοκυττάρου περιλαμβάνει τη δημιουργία κοκκίων, κυστιδίων και διαχωριστικών μεμβρανών, καθώς και τη σταδιακή απώλεια ελεύθερων ριβοσωμάτων και αδρού ενδοπλασματικού δικτύου.

    Το κυτταρόπλασμα του μεγακαρυοκυττάρου διαιρείται σε τρεις ζώνες.

    Πρώτον την περιπυρηνική ζώνη, που περιέχει τη συσκευή Golgi με τα συνοδά κυστίδια, το αδρό ενδοπλασματικό δίκτυο, τα αναπτυσσόμενα κοκκία, τα κεντριόλια και τα σωληνάρια της ατράκτου. Η ζώνη αυτή παραμένει προσκολλημένη στον πυρήνα μετά την απόσπαση των αιμοπεταλίων.

    Δεύτερον, την ενδιάμεση ζώνη, που περιέχει ένα εκτεταμένο δίκτυο αλληλοσυνδεόμενων κυστιδίων και σωληναρίων που εκτείνεται σ΄όλη την έκταση του κυτταροπλάσματος, σχηματίζοντας τις αφοριστικές μεμβράνες (περιχαρακωμένο μεμβρανικό σύστημα, ΠΜΣ), το οποίο συνδέεται με την κυτταρική μεμβράνη. Το σύστημα αυτό οριοθετεί περιοχές του κυτταροπλάσματος του μεγακαρυοκυττάρου που θα αποκοπούν σαν αιμοπετάλια (π.χ. δυνητικά αιμοπετάλια). Κατά την απόσπαση των αιμοπεταλίων ο πυρήνας και η περιπυρηνική ζώνη παραμένουν στο μυελό των οστών και απομακρύνονται από τα μακροφάγα.

    Τέλος, την περιφερική ζώνη, που περιέχει νημάτια του κυτταροσκελετού, ενώ συγχρόνως διασχίζεται από εγκάρσιες μεμβράνες, οι οποίες τη συνδέουν με το ΠΜΣ. Το μεγακαρυοκύτταρο εκτείνει μακριές κυτταροπλασματικές αποφυάδες στον αυλό των γειτονικών κολποειδών του μυελού των οστών. Οι αποφυάδες αυτές μπορεί να περιέχουν έως και 1000 υπομονάδες αιμοπεταλίων (προ-αιμοπετάλια). Η κατάτμηση των αποφυάδων αυτών κατά μήκος του ΠΜΣ απελευθερώνει μεμονωμένα αιμοπετάλια στην κυκλοφορία. Ένα μεγακαρυοκύτταρο είναι ικανό να παράγει έως και 8000 αιμοπετάλια. Η διάρκεια ζωής των αιμοπεταλίων είναι περίπου 10 ημέρες. Επίσης, έχει αναφερθεί και ένας άλλος τρόπος απελευθέρωσης των αιμοπεταλίων. Τα ώριμα μεγακαρυοκύτταρα εισέρχονται ανέπαφα μέσα στα κολποειδή του μυελού των οστών και διέρχονται στο πνευμονικό αγγειακό δίκτυο, όπου κατακερματίζονται σε αιμοπετάλια.

    Σε ορισμένες μορφές θρομβοκυτοπενικής πορφύρας, μια ασθένεια στη οποία ο αριθμός των αιμοπεταλίων του αίματος είναι μειωμένος, τα αιμοπετάλια εμφανίζονται ενωμένα με το κυτταρόπλασμα των μεγακαρυοκυττάρων, υποδηλώνοντας κάποια διαταραχή στη διεργασία απελευθέρωσης αυτών των σωματιδίων.

    Οι βιταμίνες που απαιτούνται για την παραγωγή υγιούς αίματος περιλαμβάνουν την Β12, το φυλλικό οξύ, την βιταμίνη Ε, την βιταμίνη C και την βιταμίνη Β6.

    Βιβλιογραφία

    http://emed.med.uoa.gr/

    Τα καλύτερα συμπληρώματα διατροφής για το αίμα

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα καλύτερα συμπληρώματα διατροφής για το αίμα

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Υγιή και ανάλαφρα πόδια Χρόνια φλεβική ανεπάρκεια »