Πέμπτη, 02 Ιανουαρίου 2014 16:16

Βιολογικές κλωστές για τα αιμοφόρα αγγεία

Γράφτηκε από την
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(6 ψήφοι)

Για μπαλώματα αιμοφόρων αγγείων, μοσχεύματα και επούλωση των πληγών

Λεπτές υπόλευκες ίνες ανθρωπίνων κυτταρικών σπειρών μπορούν να πλέκονται γύρω από τον άξονα μιας μηχανής και να φτιάχνουν ένα ανθεκτικό σχοινί.

Ακούγεται μακάβριο, αλλά η έμπνευση για το υλικό προέρχεται από το San Francisco και την εταιρεία Cytograft Tissue Engineering και είναι έμπνευση υγείας και όχι τρόμου: Οι βιολογικές κλωστές θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να υφαίνουν μπαλώματα των αιμοφόρων αγγείων, μοσχεύματα και να βοηθούν στην επούλωση των πληγών.

Η εταιρεία ανέπτυξε την "ανθρώπινη κλωστοϋφαντουργία" μετά από ιδέα από παλαιότερες εργασίες χρησιμοποιώντας φύλλα  βιολογικού υλικού για την ανακατασκευή των αιμοφόρων αγγείων. Βασικά, οι ερευνητές αναπτύσσουν τα ανθρώπινα κύτταρα του δέρματος σε μια φιάλη κάτω από ειδικές συνθήκες και έτσι δημιουργείται το εξωκυττάριο δομικό υλικό που παράγεται από τα κύτταρα των ζώων και  αποτελεί το συνδετικό ιστό μας. Στη συνέχεια στη Cytograft μπορούν να μαζέψουν αυτά τα φύλλα του συνδετικού ιστού που σχηματίζονται από τις φιάλες και στη συνέχεια τα υφαίνουν σε  αιμοφόρα αγγεία. Τα αιμοφόρα αγγεία που παράγονται με αυτόν τον τρόπο και έχουν δοκιμαστεί σε αρκετούς ασθενείς στην Ευρώπη και τη Νότια Αμερική, έχουν καλές επιδόσεις, χωρίς σημάδια απόρριψης.

Ο τεμαχισμός των φύλλων σε λεπτές κορδέλες καθιστά δυνατή τη χρήση αυτόματων μηχανημάτων ύφανσης  για να δημιουργηθούν  τρισδιάστατες δομές αγγείων.


Τα καλύτερα συμπληρώματα διατροφής για τα αιμοφόρα αγγεία σας

Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα καλύτερα συμπληρώματα διατροφής για τα αιμοφόρα αγγεία σας

Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με τον θεράποντα ιατρό.

Διαβάστηκε 2461 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 07 Σεπτεμβρίου 2018 09:55
Σαββούλα Μάλλιου Κριαρά

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Σχετικά Άρθρα

  • Χρήσιμες πληροφορίες για την εξάρθρωση Χρήσιμες πληροφορίες για την εξάρθρωση

    Εξάρθρωση

    Ένα εξάρθρημα είναι ένας τραυματισμός σε μια άρθρωση, ένα μέρος όπου δύο ή περισσότερα οστά ενώνονται, στο οποίο τα άκρα των οστών εξαναγκάζονται να κινητοποιηθούν από τη φυσιολογική τους θέση. Αυτός ο επώδυνος τραυματισμός παραμορφώνει προσωρινά και ακινητοποιεί την άρθρωση.

    Το εξάρθρημα είναι πιο συχνό στους ώμους και τα δάχτυλα. Άλλες τοποθεσίες περιλαμβάνουν τους αγκώνες, τα γόνατα και τους γοφούς. Εάν υποψιάζεστε εξάρθρωση, αναζητήστε άμεση ιατρική βοήθεια για να επαναφέρετε τα οστά στη σωστή θέση τους. Όταν αντιμετωπιστούν σωστά, τα περισσότερα εξαρθρήματα επιστρέφουν στη φυσιολογική τους λειτουργία μετά από αρκετές εβδομάδες ανάπαυσης και αποκατάστασης. Ωστόσο, ορισμένες αρθρώσεις, όπως του ώμου μπορεί να έχουν αυξημένο κίνδυνο επαναλαμβανόμενου εξαρθρήματος.

    ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΕΞΑΡΘΡΩΣΗΣ

    Μια εξαρθρωμένη άρθρωση μπορεί να είναι:

    • Εμφανώς παραμορφωμένη ή εκτός θέσης
    • Πρησμένη ή αποχρωματισμένη
    • Έντονα επώδυνη
    • Ακίνητη

    Μπορεί να είναι δύσκολο να ξεχωρίσετε ένα σπασμένο οστό από ένα εξαρθρωμένο οστό. Για κάθε τύπο τραυματισμού, ζητήστε αμέσως ιατρική βοήθεια. Εάν είναι δυνατόν, παγώστε την άρθρωση και κρατήστε την ακίνητη όσο περιμένετε να σας δουν.

    ΑΙΤΙΑ ΕΞΑΡΘΡΩΣΗΣ

    Εξαρθρήματα μπορεί να εμφανιστούν σε αθλήματα επαφής, όπως το ποδόσφαιρο και το χόκεϊ, και σε αθλήματα στα οποία οι πτώσεις είναι συχνές, όπως το σκι, η γυμναστική και το βόλεϊ. Οι μπασκετμπολίστες και οι ποδοσφαιριστές συνήθως εξαρθρώνουν τις αρθρώσεις στα δάχτυλα και τα χέρια τους χτυπώντας κατά λάθος την μπάλα, το έδαφος ή άλλον παίκτη. Ένα δυνατό χτύπημα σε μια άρθρωση κατά τη διάρκεια ενός τροχαίου ατυχήματος και η προσγείωση σε ένα τεντωμένο χέρι κατά τη διάρκεια μιας πτώσης είναι άλλες συχνές αιτίες.

    ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΕΞΑΡΘΡΩΣΗΣ

    Οι παράγοντες κινδύνου για εξάρθρωση της άρθρωσης περιλαμβάνουν:

    • Ευαισθησία σε πτώσεις. Η πτώση αυξάνει τις πιθανότητές σας για εξάρθρωση της άρθρωσης εάν χρησιμοποιείτε τα χέρια σας για να στηρίξετε για πρόσκρουση ή εάν προσγειωθείτε με δύναμη σε ένα μέρος του σώματος, όπως το ισχίο ή τον ώμο σας.
    • Κληρονομικότητα. Μερικοί άνθρωποι γεννιούνται με συνδέσμους που είναι πιο χαλαροί και πιο επιρρεπείς σε τραυματισμούς από αυτούς άλλων ανθρώπων.
    • Αθλητική συμμετοχή. Πολλά εξαρθρήματα συμβαίνουν κατά τη διάρκεια αθλημάτων υψηλής πρόσκρουσης ή επαφής, όπως η γυμναστική, η πάλη, το μπάσκετ και το ποδόσφαιρο.
    • Μηχανοκίνητα ατυχήματα. Αυτές είναι οι πιο συχνές αιτίες εξαρθρώσεων του ισχίου, ειδικά για άτομα που δε φορούν ζώνη ασφαλείας.

    ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΕΞΑΡΘΡΩΣΗΣ

    Οι επιπλοκές ενός εξαρθρήματος της άρθρωσης μπορεί να περιλαμβάνουν:

    • Σχισίματα των μυών, των συνδέσμων και των τενόντων που ενισχύουν την τραυματισμένη άρθρωση
    • Βλάβη νεύρων ή αιμοφόρων αγγείων μέσα ή γύρω από την άρθρωση
    • Ευαισθησία σε επανατραυματισμό εάν έχετε σοβαρό εξάρθρημα ή επαναλαμβανόμενα εξαρθρήματα
    • Ανάπτυξη αρθρίτιδας στην προσβεβλημένη άρθρωση καθώς μεγαλώνετε
    • Η διάταση ή η ρήξη συνδέσμων ή τενόντων που υποστηρίζουν την τραυματισμένη άρθρωση ή βλάβη στα νεύρα ή στα αιμοφόρα αγγεία που περιβάλλουν την άρθρωση μπορεί να απαιτήσει χειρουργική επέμβαση για την αποκατάσταση αυτών των ιστών.

    ScreenShot2020 02 24at9.04.19am 1

    ΠΡΟΛΗΨΗ/ΑΠΟΦΥΓΗ ΕΞΑΡΘΡΩΣΗΣ

    Για να αποτρέψετε την εξάρθρωση:

    • Λάβετε προφυλάξεις για να αποφύγετε τις πτώσεις. Να ελέγχετε τα μάτια σας τακτικά. Ρωτήστε τον γιατρό ή τον φαρμακοποιό σας εάν κάποιο από τα φάρμακα που παίρνετε μπορεί να σας προκαλέσει ζάλη. Βεβαιωθείτε ότι το σπίτι σας είναι καλά φωτισμένο και ότι απομακρύνετε τυχόν πιθανούς κινδύνους παραπατήσετε στις περιοχές όπου περπατάτε.
    • Παίξτε με ασφάλεια. Φοράτε τον προτεινόμενο προστατευτικό εξοπλισμό όταν παίζετε αθλήματα επαφής.
    • Αποφύγετε την υποτροπή. Μόλις εξαρθρωθεί μια άρθρωση, μπορεί να είστε πιο επιρρεπείς σε μελλοντικές εξαρθρώσεις. Για να αποφύγετε την υποτροπή, κάντε ασκήσεις ενδυνάμωσης και σταθερότητας όπως συνιστάται από τον γιατρό ή τον φυσιοθεραπευτή σας για να βελτιώσετε την υποστήριξη των αρθρώσεων.

    ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΕΞΑΡΘΡΩΣΗΣ

    Εκτός από την εξέταση του τραυματισμού σας, ο γιατρός σας μπορεί να ζητήσει τα ακόλουθα:

    • Ακτινογραφία. Μια ακτινογραφία της άρθρωσης σας χρησιμοποιείται για να επιβεβαιώσει το εξάρθρημα και μπορεί να αποκαλύψει σπασμένα οστά ή άλλη βλάβη στην άρθρωση σας.
    • MRI. Αυτό μπορεί να βοηθήσει τον γιατρό σας να εκτιμήσει τη βλάβη στις δομές των μαλακών ιστών γύρω από μια εξαρθρωμένη άρθρωση. 

    ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΕΞΑΡΘΡΩΣΗΣ

    Η θεραπεία του εξαρθρήματος εξαρτάται από τη θέση και τη σοβαρότητα του τραυματισμού σας.

    Μπορεί να περιλαμβάνει:

    • Ανάταξη εξαρθρήματος. Ο γιατρός σας μπορεί να δοκιμάσει ήπιους ελιγμούς για να βοηθήσει τα οστά να επανέλθουν στη θέση τους. Ανάλογα με την ποσότητα του πόνου και του οιδήματος, μπορεί να χρειαστείτε ένα τοπικό αναισθητικό ή ακόμα και ένα γενικό αναισθητικό πριν από τον χειρισμό των οστών.
    • Ακινητοποίηση. Αφού τα οστά σας επανέλθουν στη θέση τους, ο γιατρός σας μπορεί να ακινητοποιήσει την άρθρωση με νάρθηκα για αρκετές εβδομάδες. Το πόσο καιρό φοράτε τον νάρθηκα ή τη σφεντόνα εξαρτάται από την εμπλεκόμενη άρθρωση και την έκταση της βλάβης στα νεύρα, τα αιμοφόρα αγγεία και τους ιστούς υποστήριξης.
    • Χειρουργική επέμβαση. Μπορεί να χρειαστείτε χειρουργική επέμβαση εάν ο γιατρός σας δε μπορεί να ανατάξει τα εξαρθρωμένα οστά στη σωστή τους θέση ή εάν τα κοντινά αιμοφόρα αγγεία, τα νεύρα ή οι σύνδεσμοι έχουν υποστεί βλάβη. Η χειρουργική επέμβαση μπορεί επίσης να είναι απαραίτητη εάν είχατε επαναλαμβανόμενα εξαρθρήματα, ειδικά του ώμου.
    • Αποκατάσταση. Αφού αφαιρεθεί ο νάρθηκας θα ξεκινήσετε ένα πρόγραμμα σταδιακής αποκατάστασης που έχει σχεδιαστεί για να αποκαθιστά το εύρος κίνησης και τη δύναμη της άρθρωσης.

    Τρόπος ζωής και σπιτικές θεραπείες

    Δοκιμάστε αυτά τα βήματα για να ανακουφίσετε την ενόχληση και να ενθαρρύνετε την επούλωση μετά από θεραπεία για τραυματισμό από εξάρθρωση:

    • Ξεκουράστε την εξαρθρωμένη σας άρθρωση. Μην επαναλάβετε την ενέργεια που προκάλεσε τον τραυματισμό σας και προσπαθήστε να αποφύγετε τις επώδυνες κινήσεις.
    • Εφαρμόστε πάγο και θερμότητα. Η τοποθέτηση πάγου στην τραυματισμένη άρθρωση βοηθά στη μείωση της φλεγμονής και του πόνου. Χρησιμοποιήστε μια παγοκύστη για 15 έως 20 λεπτά τη φορά. Για την πρώτη ή δύο μέρες, προσπαθήστε να το κάνετε αυτό κάθε δύο ώρες κατά τη διάρκεια της ημέρας. Μετά από δύο ή τρεις ημέρες, όταν ο πόνος και η φλεγμονή έχουν βελτιωθεί, τα ζεστά επιθέματα ή θερμοφόρες μπορεί να βοηθήσουν στη χαλάρωση των σφιγμένων και πονεμένων μυών. Περιορίστε τις εφαρμογές θερμότητας στα 20 λεπτά τη φορά.
    • Πάρτε ένα αναλγητικό. Η ιβουπροφαίνη, η ναπροξένη ή η ακεταμινοφαίνη, μπορούν να βοηθήσουν στην ανακούφιση του πόνου. Διατηρήστε το εύρος κίνησης στην άρθρωση σας. Μετά από μία ή δύο ημέρες, κάντε μερικές ήπιες ασκήσεις σύμφωνα με τις οδηγίες του γιατρού ή του φυσιοθεραπευτή σας για να βοηθήσετε στη διατήρηση του εύρους κίνησης στην τραυματισμένη άρθρωση. Η ολική αδράνεια μπορεί να προκαλέσει δύσκαμπτες αρθρώσεις.

    Τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τα εξαρθρήματα

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τα εξαρθρήματα

    fingerdislocation 1280

    Διαβάστε, επίσης,

    Νευροπαθητική αρθροπάθεια

    Νόσος Osgood-Schlatter

    Τραυματισμός του αυχένα από έκταση

    Τραυματισμός κατά την άσκηση

    Σύνδρομο κροταφογναθικής άρθρωσης

    Εξάρθρημα ώμου

    Αρθροπλαστική ισχίου

    Σε ποιους ασθενείς η αρθροπλαστική δεν έχει καλά αποτελέσματα

    www.emedi.gr

     

  • Πόνος στο στήθος Πόνος στο στήθος

    Χρήσιμες πληροφορίες για τον πόνο στο στήθος

    Ο πόνος στο στήθος εμφανίζεται με πολλές μορφές, σα χτύπημα από ένα αιχμηρό μαχαίρι έως έναν θαμπό πόνο. Μερικές φορές ο πόνος στο στήθος μπορεί να μοιάζει με κάψιμο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο πόνος ταξιδεύει στον αυχένα, στη γνάθο, και στη συνέχεια εξαπλώνεται στην πλάτη ή κάτω από το ένα ή και τα δύο χέρια.

    Πολλά διαφορετικά προβλήματα μπορούν να προκαλέσουν πόνο στο στήθος.

    Οι πιο απειλητικές για τη ζωή αιτίες αφορούν την καρδιά ή τους πνεύμονες.

    Επειδή ο πόνος στο στήθος μπορεί να υποδηλώνει σοβαρό πρόβλημα, είναι σημαντικό να αναζητήσετε άμεση ιατρική βοήθεια.

    ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ ΣΤΟ ΣΤΗΘΟΣ

    Ο πόνος στο στήθος μπορεί να προκαλέσει πολλές διαφορετικές αισθήσεις ανάλογα με το τι προκαλεί το σύμπτωμα. Συχνά, η αιτία δεν έχει καμία σχέση με την καρδιά, αν και δεν υπάρχει εύκολος τρόπος να το πεις χωρίς να εξεταστείς από έναν γιατρό.

    Πόνος στο στήθος που σχετίζεται με την καρδιά

    Αν και ο πόνος στο στήθος συνδέεται συχνά με καρδιακές παθήσεις, πολλοί άνθρωποι με καρδιοπάθεια λένε ότι έχουν μια αόριστη ενόχληση που δεν αναγνωρίζεται απαραίτητα ως πόνος. Γενικά, η δυσφορία στο στήθος που σχετίζεται με έμφραγμα ή άλλο καρδιακό πρόβλημα μπορεί να περιγραφεί ή να σχετίζεται με ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα:

    • Πίεση, πληρότητα, κάψιμο ή σφίξιμο στο στήθος σας
    • Συντριπτικός ή οξύς πόνος που εξαπλώνεται στην πλάτη, το λαιμό, το σαγόνι, τους ώμους και το ένα ή και τα δύο χέρια
    • Πόνος που διαρκεί περισσότερο από λίγα λεπτά, επιδεινώνεται με τη δραστηριότητα, υποχωρεί και επανέρχεται ή ποικίλλει σε ένταση
    • Δυσκολία στην αναπνοή
    • Κρύοι ιδρώτες
    • Ζάλη ή αδυναμία
    • Ναυτία ή έμετος

    Άλλοι τύποι πόνου στο στήθος

    Μπορεί να είναι δύσκολο να γίνει διάκριση του πόνου στο στήθος που σχετίζεται με την καρδιά από άλλους τύπους πόνου στο στήθος.

    Ωστόσο, ο πόνος στο στήθος που είναι λιγότερο πιθανός λόγω καρδιακού προβλήματος σχετίζεται συχνότερα με:

    • Μια ξινή γεύση ή μια αίσθηση φαγητού που ξαναγυρίζει στο στόμα σας
    • Δυσκολία στην κατάποση
    • Πόνος που βελτιώνεται ή χειροτερεύει όταν αλλάζετε τη θέση του σώματός σας
    • Πόνος που επιδεινώνεται όταν αναπνέετε βαθιά ή βήχετε
    • Δυσφορία όταν πιέζετε το στήθος σας
    • Πόνος που επιμένει για πολλές ώρες

    Τα κλασικά συμπτώματα της καούρας, μια επώδυνη, αίσθηση καψίματος πίσω από το στέρνο μπορεί να προκληθούν από προβλήματα με την καρδιά ή το στομάχι. Εάν έχετε νέο ή ανεξήγητο πόνο στο στήθος ή πιστεύετε ότι έχετε καρδιακή προσβολή, καλέστε για επείγουσα ιατρική βοήθεια. Μην αγνοείτε τα συμπτώματα της καρδιακής προσβολής. 

    ΑΙΤΙΑ ΠΟΝΟΥ ΣΤΟ ΣΤΗΘΟΣ

    Παραδείγματα αιτιών πόνου στο στήθος που σχετίζονται με την καρδιά περιλαμβάνουν:

    • Έμφραγμα. Η καρδιακή προσβολή προκύπτει από την παρεμπόδιση της ροής του αίματος, συχνά από θρόμβο αίματος, στον καρδιακό μυ.
    • Κυνάγχη. Στηθάγχη είναι ο όρος για τον πόνο στο στήθος που προκαλείται από κακή ροή αίματος στην καρδιά. Αυτό συχνά προκαλείται από τη συσσώρευση παχιών αθηρωματικών πλακών στα εσωτερικά τοιχώματα των αρτηριών που μεταφέρουν το αίμα στην καρδιά. Αυτές οι πλάκες στενεύουν τις αρτηρίες και περιορίζουν την παροχή αίματος στην καρδιά, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της σωματικής δραστηριότητας.
    • Διαχωρισμός αορτής. Αυτή η απειλητική για τη ζωή κατάσταση περιλαμβάνει την κύρια αρτηρία που οδηγεί από την καρδιά (αορτή). Εάν τα εσωτερικά στρώματα αυτού του αιμοφόρου αγγείου διαχωριστούν, το αίμα πιέζεται μεταξύ των στοιβάδων και μπορεί να προκαλέσει ρήξη της αορτής. Φλεγμονή του σάκου γύρω από την καρδιά (περικαρδίτιδα). Αυτή η κατάσταση προκαλεί συνήθως οξύ πόνο που επιδεινώνεται όταν εισπνέετε ή ξαπλώνετε.

    Πεπτικά αίτια

    Ο πόνος στο στήθος μπορεί να προκληθεί από διαταραχές του πεπτικού συστήματος, όπως:

    • Καούρα. Αυτή η επώδυνη, αίσθηση καψίματος πίσω από το στέρνο εμφανίζεται όταν το οξύ του στομάχου παλινδρομεί από το στομάχι στον σωλήνα που συνδέει το λαιμό με το στομάχι (οισοφάγο).
    • Διαταραχές κατάποσης. Οι διαταραχές του οισοφάγου μπορεί να κάνουν την κατάποση δύσκολη και ακόμη και επώδυνη.
    • Προβλήματα χοληδόχου κύστης ή παγκρέατος. Οι πέτρες στη χολή ή η φλεγμονή της χοληδόχου κύστης ή του παγκρέατος μπορεί να προκαλέσουν κοιλιακό άλγος που εξαπλώνεται στο στήθος.

    Αιτίες μυών και οστών

    Ορισμένοι τύποι πόνου στο στήθος σχετίζονται με τραυματισμούς και άλλα προβλήματα που επηρεάζουν τις δομές που αποτελούν το θωρακικό τοίχωμα, όπως:

    • Πλευροχονδρίτιδα. Σε αυτή την κατάσταση, ο χόνδρος του θωρακικού κλωβού, ιδιαίτερα ο χόνδρος που ενώνει τα πλευρά με το στέρνο, γίνεται φλεγμονώδης και επώδυνος.
    • Πόνο στους μυς. Τα σύνδρομα χρόνιου πόνου, όπως η ινομυαλγία, μπορούν να προκαλέσουν επίμονο πόνο στο στήθος που σχετίζεται με τους μυς.
    • Τραυματισμένα πλευρά. Ένα μελανιασμένο ή σπασμένο πλευρό μπορεί να προκαλέσει πόνο στο στήθος.

    Αιτίες που σχετίζονται με τους πνεύμονες

    Πολλές διαταραχές των πνευμόνων μπορεί να προκαλέσουν πόνο στο στήθος, όπως:

    • Θρόμβος αίματος στον πνεύμονα (πνευμονική εμβολή). Ένας θρόμβος αίματος που κολλάει σε μια πνευμονική (πνευμονική) αρτηρία μπορεί να εμποδίσει τη ροή του αίματος στον πνευμονικό ιστό.
    • Φλεγμονή της μεμβράνης που καλύπτει τους πνεύμονες (πλευρίτιδα). Αυτή η κατάσταση μπορεί να προκαλέσει πόνο στο στήθος που επιδεινώνεται όταν εισπνέετε ή βήχετε.
    • Πνευμοθώρακας. Ο πόνος στο στήθος που σχετίζεται με έναν κατεστραμμένο πνεύμονα, ξεκινά, συνήθως, ξαφνικά και μπορεί να διαρκέσει για ώρες και γενικά σχετίζεται με δύσπνοια. Ένας πνευμοθώρακας εμφανίζεται όταν διαρρέει αέρας στο χώρο μεταξύ του πνεύμονα και των πλευρών.
    • Υψηλή αρτηριακή πίεση στις πνευμονικές αρτηρίες (πνευμονική υπέρταση). Αυτή η κατάσταση επηρεάζει τις αρτηρίες που μεταφέρουν αίμα στους πνεύμονες και μπορεί να προκαλέσει πόνο στο στήθος.

    Άλλες αιτίες

    Ο πόνος στο στήθος μπορεί επίσης να προκληθεί από:

    • Κρίση πανικού. Εάν έχετε περιόδους έντονου φόβου που συνοδεύονται από πόνο στο στήθος, γρήγορο καρδιακό παλμό, γρήγορη αναπνοή, άφθονη εφίδρωση, δύσπνοια, ναυτία, ζάλη και φόβο θανάτου, μπορεί να έχετε κρίση πανικού.
    • Έρπης ζωστήρας. Προκαλούμενος από την επανενεργοποίηση του ιού της ανεμοβλογιάς, ο έρπητας ζωστήρας μπορεί να προκαλέσει πόνο και μια ζώνη από φουσκάλες από την πλάτη γύρω στο θωρακικό τοίχωμα.

    8fd33c769da0c24fbfc2c82fa3dd2933aed9e0f7 1500x1124

    ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ ΣΤΟ ΣΤΗΘΟΣ

    Ο πόνος στο στήθος δεν σηματοδοτεί πάντα έμφραγμα. Μπορεί να σηματοδοτεί απειλητικές για τη ζωή πνευμονικές παθήσεις - όπως ο πνευμοθώρακας ή η πνευμονική εμβολή.

    Άμεσες εξετάσεις:

    Μερικές από τις πρώτες εξετάσεις που μπορεί να ζητήσει ένας πάροχος υγειονομικής περίθαλψης κατά την αξιολόγηση του πόνου στο στήθος περιλαμβάνουν:

    • Ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ). Αυτό το γρήγορο τεστ μετρά την ηλεκτρική δραστηριότητα της καρδιάς. Ηλεκτρόδια) τοποθετούνται στο στήθος και μερικές φορές στα χέρια και τα πόδια. Τα καλώδια συνδέουν τα ηλεκτρόδια σε έναν υπολογιστή, ο οποίος εμφανίζει τα αποτελέσματα της δοκιμής. Ένα ΗΚΓ μπορεί να δείξει εάν η καρδιά χτυπά πολύ γρήγορα, πολύ αργά ή καθόλου. Επειδή ο τραυματισμένος καρδιακός μυς δε μεταφέρει ηλεκτρικά σήματα με ένα τυπικό μοτίβο, το ΗΚΓ μπορεί να δείξει ότι υποφέρετε από καρδιακή προσβολή.
    • Εξετάσεις αίματος. Μπορεί να γίνουν εξετάσεις αίματος για να ελεγχθούν αυξημένα επίπεδα ορισμένων πρωτεϊνών ή ενζύμων που συνήθως βρίσκονται στον καρδιακό μυ. Η βλάβη στα καρδιακά κύτταρα από ένα έμφραγμα μπορεί να επιτρέψει σε αυτές τις πρωτεΐνες ή ένζυμα να διαρρεύσουν, σε διάστημα ωρών, στο αίμα.
    • Ακτινογραφία θώρακος. Η ακτινογραφία θώρακος μπορεί να δείξει την κατάσταση των πνευμόνων και το μέγεθος και το σχήμα της καρδιάς και των μεγάλων αιμοφόρων αγγείων. Μια ακτινογραφία θώρακος μπορεί επίσης να αποκαλύψει πνευμονικά προβλήματα όπως πνευμονία ή κατάρρευση του πνεύμονα.
    • Αξονική τομογραφία (CT). Οι αξονικές τομογραφίες μπορούν να εντοπίσουν έναν θρόμβο αίματος στον πνεύμονα (πνευμονική εμβολή) ή να ανιχνεύσουν τη ρήξη της αορτής.

    Έλεγχος παρακολούθησης

    Ανάλογα με τα αποτελέσματα από τις αρχικές δοκιμές για τον πόνο στο στήθος, μπορεί να χρειαστείτε εξετάσεις παρακολούθησης, οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν:

    • Ηχοκαρδιογράφημα. Το ηχοκαρδιογράφημα χρησιμοποιεί ηχητικά κύματα για να παράγει μια εικόνα βίντεο της καρδιάς σε κίνηση. Μια μικρή συσκευή μπορεί να περάσει κάτω από το λαιμό για να έχετε καλύτερη θέα στα διάφορα μέρη της καρδιάς.
    • Αξονική τομογραφία (CT). Διαφορετικοί τύποι αξονικών τομογράφων μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον έλεγχο των καρδιακών αρτηριών για αποφράξεις. Μια αξονική στεφανιογραφία μπορεί επίσης να γίνει με σκιαγραφικό για τον έλεγχο των αρτηριών της καρδιάς και των πνευμόνων για αποφράξεις και άλλα προβλήματα (έχει πολύ ακτινοβολία).
    • Stress Echo. Mετράει τον τρόπο με τον οποίο η καρδιά και τα αιμοφόρα αγγεία ανταποκρίνονται στην προσπάθεια, κάτι που μπορεί να υποδεικνύει εάν ο πόνος στο στήθος σχετίζεται με την καρδιά. Υπάρχουν πολλά είδη stress tests. Μπορεί να σας ζητηθεί να περπατήσετε σε διάδρομο ή να κάνετε πετάλι σε ένα στατικό ποδήλατο ενώ είστε συνδεδεμένοι σε ΗΚΓ (τεστ κοπώσεως). Ή μπορεί να σας χορηγηθεί ένα ενδοφλέβιο φάρμακο για την τόνωση της καρδιάς με τρόπο παρόμοιο με την άσκηση.
    • Στεφανιαίος καθετηριασμός (αγγειογραφία) . Αυτό το τεστ βοηθά τους παρόχους υγειονομικής περίθαλψης να δουν μπλοκαρίσματα στις καρδιακές αρτηρίες. Ένας μακρύς, λεπτός εύκαμπτος σωλήνας (καθετήρας) εισάγεται σε ένα αιμοφόρο αγγείο, συνήθως στη βουβωνική χώρα ή στον καρπό, και οδηγείται στην καρδιά. Η χρωστική ουσία ρέει μέσω του καθετήρα στις αρτηρίες της καρδιάς. Η χρωστική ουσία βοηθά τις αρτηρίες να εμφανίζονται πιο καθαρά σε εικόνες ακτίνων Χ και βίντεο.

    ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ ΣΤΟ ΣΤΗΘΟΣ

    Η θεραπεία του πόνου στο στήθος ποικίλλει ανάλογα με το τι προκαλεί τον πόνο σας.

    Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ορισμένων από τις πιο κοινές αιτίες πόνου στο στήθος περιλαμβάνουν:

    • Χαλαρωτικά αρτηριών. Η νιτρογλυκερίνη, που συνήθως λαμβάνεται ως δισκίο κάτω από τη γλώσσα, διαστέλλει, τις καρδιακές αρτηρίες, ώστε το αίμα να μπορεί να ρέει πιο εύκολα μέσα από τα στενά διαστήματα. Ορισμένα φάρμακα για την αρτηριακή πίεση χαλαρώνουν και διευρύνουν τα αιμοφόρα αγγεία.
    • Ασπιρίνη. Εάν οι πάροχοι υγειονομικής περίθαλψης πιστεύουν ότι ο πόνος στο στήθος σχετίζεται με την καρδιά σας, πιθανότατα θα σας χορηγηθεί ασπιρίνη.
    • Θρομβολυτικά φάρμακα. Εάν υποφέρετε από καρδιακή προσβολή, μπορεί να λάβετε αυτά τα φάρμακα που καταστρέφουν τους θρόμβους. Αυτά λειτουργούν για να διαλύσουν τον θρόμβο που εμποδίζει το αίμα να φτάσει στον καρδιακό μυ.
    • Αντιπηκτικά. Εάν έχετε θρόμβο σε μια αρτηρία που τροφοδοτεί την καρδιά ή τους πνεύμονές σας, πιθανότατα θα σας χορηγηθούν φάρμακα που παρεμβαίνουν στην πήξη του αίματος για να αποτρέψουν τη δημιουργία περισσότερων θρόμβων.
    • Φάρμακα κατασταλτικά των γαστρικών οξέων. Εάν ο πόνος στο στήθος προκαλείται από το στομαχικό οξύ που παλινδρομεί στον οισοφάγο, ένας πάροχος υγειονομικής περίθαλψης μπορεί να προτείνει φάρμακα που μειώνουν την ποσότητα οξέος στο στομάχι.
    • Αντικαταθλιπτικά. Εάν υποφέρετε από κρίσεις πανικού, ο πάροχος υγειονομικής περίθαλψης μπορεί να σας συνταγογραφήσει αντικαταθλιπτικά για να ελέγξετε τα συμπτώματα. Η θεραπεία ομιλίας, όπως η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία, μπορεί επίσης να συνιστάται.

    Χειρουργικές και άλλες επεμβάσεις

    Οι διαδικασίες για τη θεραπεία ορισμένων από τις πιο επικίνδυνες αιτίες πόνου στο στήθος περιλαμβάνουν:

    • Αγγειοπλαστική και τοποθέτηση stent. Ο πόνος στο στήθος που προκαλείται από απόφραξη μιας αρτηρίας που τροφοδοτεί την καρδιά αντιμετωπίζεται συνήθως με αγγειοπλαστική. Ο γιατρός εισάγει έναν καθετήρα με ένα μπαλόνι στην άκρη σε ένα μεγάλο αιμοφόρο αγγείο, συνήθως στη βουβωνική χώρα, και οδηγεί τον καθετήρα στην απόφραξη. Ο γιατρός φουσκώνει το μπαλόνι για να διευρύνει την αρτηρία, στη συνέχεια το ξεφουσκώνει και αφαιρεί τον καθετήρα. Ένας μικρός σωλήνας από συρμάτινο πλέγμα (stent) τοποθετείται συχνά στο εξωτερικό της άκρης του μπαλονιού του καθετήρα. Όταν διαστέλλεται, το στεντ ασφαλίζει στη θέση του για να κρατήσει την αρτηρία ανοιχτή.
    • Χειρουργική παράκαμψης (By pass). Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, οι χειρουργοί παίρνουν ένα αιμοφόρο αγγείο από άλλο μέρος του σώματος και το χρησιμοποιούν για να δημιουργήσουν μια εναλλακτική οδό για να περάσει το αίμα γύρω από την φραγμένη αρτηρία.
    • Επείγουσα επισκευή διαχωρισμού ή ρήξης αορτής. Μπορεί να χρειαστείτε επείγουσα χειρουργική επέμβαση για να επιδιορθώσετε μια αορτική ρήξη, μια απειλητική για τη ζωή κατάσταση κατά την οποία η αρτηρία που μεταφέρει αίμα από την καρδιά στο υπόλοιπο σώμα σπάει.
    • Αποκατάσταση του πνευμοθώρακα. Εάν έχετε πνευμοθώρακα, ένας πάροχος υγειονομικής περίθαλψης μπορεί να εισάγει ένα σωλήνα στο στήθος για να φουσκώσει ξανά τον πνεύμονα.

    Τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τον πόνο στο στήθος

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τον πόνο στο στήθος

    man feeling chest pain vector

    Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα  για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με το θεράποντα ιατρό.

    Διαβάστε, επίσης,

    Μυοκαρδιοπάθεια τελικού σταδίου

    Διαχωριστικό ανεύρυσμα αορτής

    Κατάλυση με καθετήρα για την κολπική μαρμαρυγή

    Οι μορφές των εκδηλώσεων της στεφανιαίας νόσου

    Μη αποφρακτική νόσος των στεφανιαίων αρτηριών

    Διαταραχή γενικευμένου άγχους

    Πνευμονική εμβολή

    Το ΤΙΜΙ τεστ για την πρόγνωση των οξέων στεφανιαίων συνδρόμων

    Το TIPI τεστ για το έμφραγμα του μυοκαρδίου

    Οξέα στεφανιαία σύνδρομα

    Κρίσεις πανικού

    Αθηροσκλήρωση

    Σε υποψία εμφράγματος πάρτε ασπιρίνη

    Επικίνδυνοι πόνοι

    Μυοκαρδίτιδα

    www.emedi.gr

     

  • Ιατρική κάνναβη και νόσος του Meniere Ιατρική κάνναβη και νόσος του Meniere

    Θεραπεία της νόσου του Meniere με ιατρική κάνναβη

    Η νόσος του Meniere μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την ποιότητα ζωής ενός ατόμου.

    Τα συμπτώματα αυτής της διαταραχής μπορεί να είναι ήπια ή σοβαρά.

    Ευτυχώς, η ιατρική μαριχουάνα μπορεί να είναι μια αποτελεσματική επιλογή θεραπείας που βοηθά στην ανακούφιση των συμπτωμάτων που προκαλεί αυτή η πάθηση και βοηθά τους ασθενείς να ανακτήσουν την κανονικότητα στη ζωή τους.

    Εάν υποφέρετε από τα συμπτώματα της νόσου του Meniere, μπορείτε να εξετάσετε το ενδεχόμενο να χρησιμοποιήσετε συγκεκριμένα στελέχη φαρμακευτικής κάνναβης για να μειώσετε τη σοβαρότητα της διαταραχής σας.

    Πώς και γιατί η μαριχουάνα μπορεί να είναι μια αποτελεσματική θεραπεία για τη νόσο του Meniere

    Η κάνναβη μπορεί να βοηθήσει ασθενείς που πάσχουν από διάφορες ασθένειες. 

    Η ιατρική μαριχουάνα για τη νόσο του Meniere είναι μια αποτελεσματική επιλογή θεραπείας.

    Ποιες παρενέργειες και συμπτώματα της νόσου του Meniere μπορεί να αντιμετωπίσει η ιατρική κάνναβη;

    Τα αίτια της νόσου του Meniere είναι ακόμη σε μεγάλο βαθμό άγνωστα στην ιατρική κοινότητα. 

    Τα συχνά συμπτώματα της νόσου του Meniere που οι ασθενείς θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν με την ιατρική κάνναβη είναι:

    • Ναυτία
    • Έμετος
    • Ανησυχία
    • Στρες
    • Κατάθλιψη
    • Αϋπνία
    • Συμπτώματα εμβοών
    • Κούραση

    Οι καλύτερες μέθοδοι θεραπείας μαριχουάνας για χρήση

    Σε αντίθεση με ορισμένες άλλες θεραπευτικές επιλογές, η ιατρική κάνναβη μπορεί να είναι επωφελής για τους ασθενείς, επειδή υπάρχουν πολλαπλές μέθοδοι χορήγησης στον οργανισμό. Αυτό όχι μόνο επιτρέπει στους ασθενείς να επιλέξουν να καταναλώσουν το φάρμακό τους με μια μέθοδο με την οποία αισθάνονται άνετα, αλλά επιτρέπει στους ασθενείς που παρουσιάζουν σοβαρά συμπτώματα να λαμβάνουν το φάρμακό τους με τρόπο που μπορεί να είναι ευκολότερος και λιγότερο επώδυνος από άλλες εναλλακτικές λύσεις.

    Υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους οποίους ένας ασθενής που πάσχει από τη νόσο του Meniere μπορεί να καταναλώσει ιατρική κάνναβη:

    • Κάπνισμα
    • Άτμισμα
    • Βρώσιμα
    • Επιθέματα
    • Βάμματα

    Πολλές χώρες έχουν νομιμοποιήσει τη χρήση μαριχουάνας για ιατρική και ψυχαγωγική χρήση. Ωστόσο, εξακολουθούν να υπάρχουν περιοχές που απαγορεύουν τη χρήση κάθε μορφής κάνναβης για οποιονδήποτε λόγο. Οι νομιμότητες γύρω από τη χρήση μαριχουάνας διαφέρουν από χώρα σε χώρα.

    Η ιατρική κάνναβη μπορεί να είναι μια αποτελεσματική επιλογή θεραπείας που μπορεί να διαχειριστεί με επιτυχία τη σοβαρότητα και τη συχνότητα των συμπτωμάτων της νόσου του Meniere.

    menieres disease in the ear

    Τι είναι η νόσος του Meniere;

    Η νόσος του Meniere είναι μια διαταραχή του έσω αυτιού, γνωστή και ως ιδιοπαθής ενδολεμφικός ύδρωπας. Αυτή η χρόνια διαταραχή δεν είναι μεταδοτική ή θανατηφόρο;. Ωστόσο, προς το παρόν δεν υπάρχει διαθέσιμη θεραπεία. Όσοι πάσχουν από τη νόσο του Meniere συχνά αναζητούν βοήθεια αφού υποφέρουν από συμπτώματα που κυμαίνονται από ίλιγγο και απώλεια ακοής έως ναυτία και πίεση στο εσωτερικό του αυτιού.

    Ένας γιατρός θα καταλήξει συνήθως σε μια διάγνωση μετά τη χορήγηση εξετάσεων όπως μαγνητική τομογραφία ή αξονική τομογραφία, εξετάσεις αίματος και έλεγχο ακοής.

    Επειδή αυτή η διαταραχή παρουσιάζει διαφορετικά συμπτώματα και σημεία για κάθε ασθενή, οι ειδικοί ταξινομούν τη νόσο του Meniere σε τρεις κατηγορίες:

    Κλασσική νόσος του Meniere: Αυτή η μορφή της διαταραχής περιλαμβάνει συμπτώματα, όπως πίεση στο αυτί, εμβοές, νευροαισθητήριος απώλεια ακοής και επεισόδια ιλίγγου. Τα πρώτα επεισόδια της κλασικής νόσου του Meniere αρχίζουν να περιορίζουν την ικανότητα ενός ατόμου να ακούει χαμηλές συχνότητες πριν τελικά προχωρήσει και σε υψηλότερες συχνότητες. Η κλασική νόσος του Meniere μπορεί να ποικίλλει σε σοβαρότητα και μπορεί να φτάσει σε σημαντικά εξουθενωτικά επίπεδα.

    Αιθουσαία νόσος Meniere: Η αιθουσαία νόσος Meniere έχει ομοιότητα με τη νόσο της κλασσικής νόσου Meniere, αλλά υπάρχουν επιπλέον έμετος και ναυτία. Η πιο σημαντική διαφορά με αυτή τη μορφή της νόσου του Meniere είναι ότι όλα τα άλλα συμπτώματα, συμπεριλαμβανομένης της απώλειας ακοής, των εμβοών και της πίεσης του αυτιού, δεν εμφανίζονται.

    Διμερής νόσος του Meniere: Η διμερής μορφή της νόσου του Meniere θα προκαλέσει σε ένα άτομο διακυμάνσεις στην απώλεια ακοής και επεισόδια ιλίγγου. Για παράδειγμα, η απώλεια ακοής μπορεί να είναι παρούσα μόνο στο ένα αυτί και χρόνια αργότερα να αναπτυχθεί και στα δύο αυτιά.

    Ιστορία της νόσου του Meniere

    Πριν από τον 19ο αιώνα, οι γιατροί πίστευαν ότι τα υπερφορτωμένα αιμοφόρα αγγεία στο κεφάλι ήταν η αιτία νευρολογικών συμπτωμάτων όπως επιληπτικές κρίσεις, πονοκέφαλοι και ίλιγγος. Για να αντιμετωπίσουν αυτά τα προβλήματα, οι γιατροί χρησιμοποίησαν βδέλλες. Ο γιατρός Prosper Meniere παρατήρησε ότι μια ομάδα ασθενών αντιμετώπιζε συμπτώματα ιλίγγου και απώλειας ακοής και τον οδήγησαν στη θεωρία ότι αυτές οι ασθένειες οφείλονταν σε αιμορραγία στο εσωτερικό αυτί.

    Τα συμπτώματα του Meniere εμφανίζονται συχνότερα μεταξύ 40 και 60 ετών, αλλά μπορεί να εμφανιστούν σε οποιαδήποτε ηλικία. Αν και υπάρχουν κάποιες έρευνες που υποδηλώνουν ότι οι γυναίκες είναι πιο πιθανό να λάβουν τη διάγνωση της νόσου του Meniere, οι περισσότερες μελέτες δείχνουν ότι και τα δύο φύλα έχουν ίση πιθανότητα να εμφανίσουν συμπτώματα. Τα περισσότερα άτομα που είναι επιρρεπή να αναπτύξουν αμφοτερόπλευρη νόσο του Meniere θα το κάνουν εντός δύο έως πέντε ετών. Οι περισσότεροι ασθενείς εμφανίζουν συμπτώματα μόνο στο ένα αυτί, ωστόσο, περίπου το 15 τοις εκατό εμφανίζει συμπτώματα και στα δύο.

    Δυστυχώς, η νόσος του Meniere σε όλες τις μορφές της παραμένει ένα μυστήριο από πολλές απόψεις. 

    ΑΙΤΙΑ ΝΟΣΟΥ MENIERE

    Η τρέχουσα ιατρική έρευνα δεν έχει βρει ακόμη μια σαφή αιτία της νόσου του Meniere. Ωστόσο, τα αίτια των συμπτωμάτων φαίνεται να είναι αποτέλεσμα του αυξημένου όγκου υγρού στο εσωτερικό αυτί. Η περίσσεια ενδολεμφικού υγρού στο εσωτερικό αυτί προκαλεί άμεσα τη νόσο του Meniere. Άλλοι προτείνουν ότι τα αίτια της διαταραχής περιλαμβάνουν τη σύσπαση των αιμοφόρων αγγείων, τη γενετική προδιάθεση, τις αυτοάνοσες αντιδράσεις, τις ιογενείς λοιμώξεις και τις αλλεργίες.

    Οι παράγοντες που μπορεί να προκαλούν την παρουσία του ίδιου του υγρού περιλαμβάνουν:

    • Ημικρανίες
    • Γενετική προδιάθεση
    • Τραύμα στο κεφάλι
    • Αλλεργίες
    • Μη φυσιολογικές ανοσολογικές αποκρίσεις
    • Ιογενείς λοιμώξεις
    • Υπερβολική παραγωγή υγρών και κατακράτηση
    • Ακατάλληλη παροχέτευση υγρών λόγω μπλοκαρίσματος ή άλλων φυσικών ανωμαλιών

    Οι περισσότεροι ιατροί συμφωνούν ότι αυτή η ασθένεια είναι πιθανότατα το αποτέλεσμα αρκετών βιολογικών και περιβαλλοντικών παραγόντων. Μπορούν, ωστόσο, να αποκλείσουν με ακρίβεια άλλες παθήσεις του εσωτερικού αυτιού και να διαγνώσουν επιτυχώς τη νόσο του Meniere με βάση τον επιπολασμό και τη συμπεριφορά ορισμένων συμπτωμάτων.

    ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΝΟΣΟΥ MENIERE

    Η νόσος του Meniere μπορεί να προκαλέσει διάφορες παρενέργειες που σχετίζονται με την ακοή και την ισορροπία.

    Πολλά σημεία και συμπτώματα της νόσου του Meniere περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

    • Συχνά επεισόδια ιλίγγου, που περιλαμβάνουν ζάλη, αίσθηση περιστροφής, απώλεια ισορροπίας, ναυτία και έμετο
    • Ολική ή μερική απώλεια ακοής που είναι προσωρινή ή μόνιμη
    • Ένα κουδούνισμα στο αυτί, γνωστό και ως εμβοές, που μπορεί να ακούγεται σαν κουδούνισμα, βουητό, βρυχηθμός, σφύριγμα στο αυτί
    • Αίσθημα πίεσης ή πληρότητας στο προσβεβλημένο αυτί
    • Η επαναλαμβανόμενη παρουσία αυτών των συμπτωμάτων με την πάροδο του χρόνου συμβαίνει ταυτόχρονα

    Το υγρό της ενδολέμφου συσσωρεύεται στο διαμέρισμα του εσωτερικού αυτιού που ονομάζεται λαβύρινθος, το οποίο περιέχει τα όργανα που χρησιμοποιούμε για την ισορροπία και την ακοή. Αυτά τα όργανα στέλνουν σήματα στον εγκέφαλο σχετικά με τις ηχητικές δονήσεις και την κίνηση και τη θέση του σώματος. Όταν συσσωρεύεται πάρα πολύ υγρό ενδολέμφου και παρεμβαίνει στα σήματα που στέλνουν αυτά τα όργανα, προκαλεί τα συμπτώματα της νόσου του Meniere. Επειδή αυτά τα συμπτώματα είναι παρόμοια με άλλες διαταραχές και καταστάσεις υγείας, η νόσος του Meniere μπορεί να είναι δύσκολο να διαγνωστεί. Συχνά, οι γιατροί θα προσπαθήσουν πρώτα να αποκλείσουν άλλες ασθένειες πριν αξιολογήσουν την πιθανότητα της νόσου του Meniere.

    Για να λάβετε μια διάγνωση της νόσου του Meniere, ένας ωτορινολαρυγγολόγος ή άλλος γιατρός θα εξετάσει το ιατρικό ιστορικό σας και θα αναζητήσει την παρουσία τεσσάρων συγκεκριμένων συμπτωμάτων:

    • Αισθήματα πίεσης ή πληρότητας στο αυτί
    • Προσωρινή απώλεια ακοής στο ένα ή και στα δύο αυτιά
    • Εμβοές
    • Δύο ή περισσότερα επεισόδια ιλίγγου που διαρκούν τουλάχιστον 20 λεπτά κάθε φορά

    Τρέχουσες διαθέσιμες θεραπείες για τη νόσο του Meniere και οι παρενέργειές τους

    Οι ερευνητές δεν έχουν ακόμη ανακαλύψει μια θεραπεία για τη νόσο του Meniere. Ωστόσο, αυτή η διαταραχή δεν είναι θανατηφόρα και μπορεί να αντιμετωπιστεί.

    Εάν υποφέρετε από τα συμπτώματα της νόσου του Meniere, ο γιατρός σας μπορεί να σας ζητήσει να εξετάσετε αυτές τις θεραπευτικές επιλογές για να σας βοηθήσει να αντιμετωπίσετε ή να ανακουφίσετε τα συμπτώματά σας:

    • Περιορισμός αλατιού και διουρητικά: Περιορίζοντας την ποσότητα υγρού που κατακρατά το σώμα, ένας ασθενής θα μπορούσε ενδεχομένως να μειώσει τον όγκο του υγρού στο εσωτερικό του αυτί για να βοηθήσει στον έλεγχο της ζάλης.
    • Άλλες αλλαγές στη διατροφή και τη συμπεριφορά: Μερικοί ασθενείς μπορεί να παρατηρήσουν ότι συγκεκριμένες τροφές, ποτά ή συμπεριφορές χειροτερεύουν τα συμπτώματά τους. Εάν πιστεύετε ότι ουσίες όπως η καφεΐνη ή η σοκολάτα ή συνήθειες όπως το κάπνισμα ή η κατανάλωση αλκοόλ μπορεί να αυξάνουν τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων σας, αλλάξτε τρόπο ζωής.
    • Γνωστική θεραπεία: Δεν είναι όλα τα συμπτώματα της νόσου του Meniere σωματικά. Μερικοί ασθενείς μπορεί να προσβληθούν ψυχολογικά με κατάθλιψη, στρες ή άγχος λόγω της απροσδόκητης και εξουθενωτικής παρουσίας κρίσεων ιλίγγου. Η θεραπεία ομιλίας (γνωστική) μπορεί να βοηθήσει τους ασθενείς που παρουσιάζουν αυτά τα συμπτώματα να μάθουν να αποδέχονται και να μειώνουν τον φόβο τους για μελλοντικές επιθέσεις.
    • Φάρμακα: Όπως συμβαίνει με πολλές άλλες διαταραχές, τα συνταγογραφούμενα φάρμακα συχνά βοηθούν τους ασθενείς να διαχειριστούν τα συμπτώματά τους. Ο γιατρός σας μπορεί να συνταγογραφήσει φάρμακα όπως λοραζεπάμη, διαζεπάμη, γλυκοπυρρολάτη ή μεκλιζίνη για να ανακουφίσουν τη σοβαρότητα και τη διάρκεια ορισμένων συμπτωμάτων ιλίγγου.
    • Ενέσεις: Υπάρχουν δύο τύποι ενέσεων που μπορούν να συστήσουν οι γιατροί που θα μειώσουν τα συμπτώματα του ιλίγγου. Το αντιβιοτικό γενταμυκίνη θα βοηθήσει στον έλεγχο του ιλίγγου. Ωστόσο, θέτει τους ασθενείς σε κίνδυνο για σημαντική απώλεια ακοής. Ένα κορτικοστεροειδές είναι μια ασφαλέστερη εναλλακτική λύση επειδή δεν περιλαμβάνει τον κίνδυνο απώλειας ακοής.
    • Θεραπείες παλμών πίεσης: Αυτή η θεραπεία χρησιμοποιεί μια συσκευή που παρέχει διακοπτόμενους παλμούς πίεσης αέρα στο υγρό της ενδολέμφου και ελαχιστοποιεί τη ζάλη.
    • Χειρουργικές εναλλακτικές λύσεις: Οι χειρουργικές εναλλακτικές είναι σπάνιες, ωστόσο, ο γιατρός σας μπορεί να συστήσει αυτές τις επιλογές εάν η ζάλη σας είναι σοβαρή και άλλες μέθοδοι θεραπείας έχουν αποτύχει να την ανακουφίσουν. Ορισμένες χειρουργικές επεμβάσεις περιλαμβάνουν κοπή του αιθουσαίου νεύρου, λαβυρινθεκτομή και αποσυμπίεση του ενδολεμφικού σάκου.
    • Εναλλακτική ιατρική: Μερικοί ασθενείς μπορεί να ενδιαφέρονται να χρησιμοποιήσουν εναλλακτική ιατρική ως επιλογή θεραπείας για τη νόσο του Meniere. Η εναλλακτική ιατρική μπορεί να είναι μια αποτελεσματική επιλογή θεραπείας για ορισμένες παθήσεις υγείας και οι γιατροί συχνά χρησιμοποιούν τα φυτικά συμπληρώματα, το βελονισμό, το τάι τσι κ.ά.

    Οι περισσότερες έρευνες φαίνεται να υποδηλώνουν ότι αυτά τα συμπτώματα μπορούν να μετριαστούν ή να ελέγξουν επιτυχώς τα συμπτώματα μόνα τους ή μέσω της χρήσης φαρμάκων, προσαρμογών διατροφής ή άλλων συσκευών. Δυστυχώς, λίγες περιπτώσεις μπορεί να απαιτούν χειρουργική επέμβαση και άλλες μπορεί να μην βρίσκουν την επαρκή ανακούφιση που αναζητούν από αυτές τις θεραπείες. Και πάλι, δεν υπάρχει θεραπεία για τη νόσο του Meniere, επομένως η επιτυχία οποιασδήποτε θεραπευτικής επιλογής θα εξαρτηθεί από διάφορους παράγοντες σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση. Όπως πολλές επιλογές θεραπείας για άλλες καταστάσεις υγείας, οι θεραπείες που μπορεί να σας συστήσει ο γιατρός σας μπορεί να περιλαμβάνουν τον κίνδυνο αρνητικών παρενεργειών. Πολλά φάρμακα έχουν τη δυνατότητα να εμφανίσουν παρενέργειες σε ορισμένους ασθενείς. Οι δραστικές αλλαγές στη διατροφή και η γνωστική θεραπεία είναι αποτελεσματικές για κάθε ασθενή. Φυσικά, υπάρχει πάντα κίνδυνος με επεμβατικές θεραπευτικές επιλογές όπως ενέσεις ή χειρουργικές επεμβάσεις. Συμβουλευτείτε τον γιατρό σας για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους επιλογής θεραπείας.

    Πρόσφατες εξελίξεις στη διάγνωση και τη θεραπεία της νόσου του Meniere

    Όχι μόνο οι ερευνητές εξακολουθούν να προσπαθούν να εντοπίσουν την αιτία και τη θεραπεία για τη νόσο του Meniere, αλλά προσπαθούν επίσης να βρουν την πιο αποτελεσματική μέθοδο για τη διάγνωση της διαταραχής. Το ηλεκτρικό κοχλεόγραμμα, ή ECOG, είναι μια αξιόπιστη συσκευή για την αξιολόγηση της νόσου του Meniere. Μια μελέτη διαπίστωσε ότι ενώ τα αποτελέσματα των δοκιμών ECOG συσχετίζονται με τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για τη διάγνωση της διαταραχής, δε συσχετίζονται με τα συμπτώματα που βίωναν οι ασθενείς κατά τη διάρκεια της μελέτης. Υπάρχει πιθανότητα άλλες μέθοδοι να αυξήσουν τη διαγνωστική ακρίβεια. Αν και πολλοί γιατροί μπορούν να συνταγογραφήσουν ενέσεις στεροειδών σε ασθενείς που πάσχουν από τη νόσο του Meniere, μια μελέτη αναφέρει την επιτυχή εφαρμογή ενός τοπικού στεροειδούς σε μελέτες θεραπείας. Οι ασθενείς με ανίατο ίλιγγο έλαβαν τοπική δεξαμεθαζόνη μέσω σωλήνα αερισμού για 90 ημέρες. Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι έλεγχε τα συμπτώματα ιλίγγου σχεδόν στα τρία τέταρτα των ασθενών και ότι περισσότερο από το 15 τοις εκατό των ασθενών παρουσίασαν αύξηση στην ακοή. Αυτός ο ερευνητής πιστεύει ότι οι τοπικές θεραπείες μπορεί να είναι εφαρμόσιμες στους περισσότερους ασθενείς με νόσο του Meniere.

    Η ιατρική μαριχουάνα για τη νόσο του Meniere είναι μια αποτελεσματική φυσική επιλογή θεραπείας.

    Τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τα αυτιά

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για την ακοή

    Meniere disease edited

    Διαβάστε, επίσης,

    Πώς να αντιμετωπίσετε τον ίλιγγο

    Χρήσιμες πληροφορίες για τη νόσο του Meniere

    Νευροαισθητήριος βαρυκοΐα

    Nόσος Meniere

    www.emedi.gr

     

  • Αιμοθώρακας Αιμοθώρακας

    Χρήσιμες πληροφορίες για τον αιμοθώρακα

    Αιμοθώρακας είναι η συλλογή αίματος στην υπεζωκοτική κοιλότητα.

    Τα χαρακτηριστικά συμπτώματα και σημεία περιλαμβάνουν θωρακικό άλγος, δύσπνοια, αδυναμία, ταχυκαρδία και ασύμμετρες θωρακικές κινήσεις.

    Συνήθης πορεία, οξεία.

    Ο αιμοθώρακας είναι μια συσσώρευση αίματος εντός της υπεζωκοτικής κοιλότητας. Τα συμπτώματα ενός αιμοθώρακα μπορεί να περιλαμβάνουν πόνο στο στήθος και δυσκολία στην αναπνοή, ενώ τα κλινικά σημεία μπορεί να περιλαμβάνουν μειωμένους ήχους αναπνοής στην πληγείσα πλευρά και γρήγορο καρδιακό ρυθμό.

    Οι αιμοθώρακες προκαλούνται συνήθως από τραυματισμό, αλλά μπορεί να εμφανιστούν αυτόματα λόγω καρκίνου που εισβάλλει στην υπεζωκοτική κοιλότητα, ως αποτέλεσμα διαταραχής της πήξης του αίματος, ως ασυνήθιστη εκδήλωση ενδομητρίωσης, ως απόκριση σε κατάρρευση πνεύμονα ή σπάνια σε συνδυασμό με άλλες συνθήκες.

    Οι αιμοθώρακες συνήθως διαγιγνώσκονται με ακτινογραφία θώρακος, αλλά μπορούν να εντοπιστούν χρησιμοποιώντας άλλες μορφές απεικόνισης, όπως υπερηχογράφημα, αξονική τομογραφία ή μαγνητική τομογραφία. Μπορούν να διαφοροποιηθούν από άλλες μορφές υγρού εντός της υπεζωκοτικής κοιλότητας αναλύοντας ένα δείγμα του υγρού και ορίζονται ότι έχουν αιματοκρίτη μεγαλύτερο από 50% εκείνου του αίματος του ατόμου.

    Ο αιμοθώρακας μπορεί να αντιμετωπιστεί με παροχέτευση του αίματος χρησιμοποιώντας θωρακικό σωλήνα. Μπορεί να απαιτηθεί χειρουργική επέμβαση εάν η αιμορραγία συνεχίζεται. Εάν αντιμετωπιστεί, η πρόγνωση είναι συνήθως καλή. Οι επιπλοκές ενός αιμοθώρακα περιλαμβάνουν μόλυνση εντός της υπεζωκοτικής κοιλότητας και σχηματισμό ουλώδους ιστού.

    Οι πνεύμονες περιβάλλονται από δύο στρώματα ιστού που ονομάζονται πνευμονικοί υπεζωκότες. Στους περισσότερους υγιείς ανθρώπους, αυτά τα δύο στρώματα είναι στενά τοποθετημένα, χωρισμένα μόνο από μια μικρή ποσότητα υπεζωκοτικού υγρού. Σε ορισμένες παθολογικές καταστάσεις, ο χώρος μεταξύ αυτών των δύο στοιβάδων, που ονομάζεται υπεζωκοτική κοιλότητα, διογκώνεται με υγρό. Αυτή η συσσώρευση υγρού στην υπεζωκοτική κοιλότητα ονομάζεται υπεζωκοτική συλλογή. Στις υπεζωκοτικές συλλογές δίνονται συγκεκριμένα ονόματα ανάλογα με τη φύση του υγρού: υδροθώρακας για ορογόνο υγρό, πυοθώρακας για πύον, αιμοθώρακας για το αίμα και ουρινοθώρακας για τα ούρα.

    ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΑΙΜΟΘΩΡΑΚΑ

    Τα σημεία και τα συμπτώματα περιλαμβάνουν άγχος, γρήγορη αναπνοή, ανησυχία, σοκ και χλωμό, δροσερό, μαλακό δέρμα. Όταν η πληγείσα περιοχή κρουστεί, μπορεί να παρατηρηθεί μια θαμπή αίσθηση. Οι φλέβες του λαιμού μπορεί να είναι επίπεδες και οι ήχοι της αναπνοής μειωμένοι. Μπορεί επίσης να προκαλέσει κατάρρευση του πνεύμονα (ατελεκτασία). Ο μαζικός αιμοθώρακας, ο οποίος συχνά ορίζεται ως πάνω από 1,5 λίτρο αίματος αρχικά όταν τοποθετείται μεσοπλεύρια παροχέτευση ή με ρυθμό αιμορραγίας μεγαλύτερο από 0,2 λίτρα/ώρα, μπορεί να οδηγήσει σε σοκ με δύο αιτίες: μαζική αιμορραγία που προκύπτει από υποογκαιμικό σοκ και φλεβική πίεση από το κατακρατημένο αίμα, μειώνοντας τη ροή του αίματος.

    hemothorax 2

    ΑΙΤΙΑ ΑΙΜΟΘΩΡΑΚΑ

    • Αληθής αιμορραγία μέσα στην υπεζωκοτική κοιλότητα 
    • Διαμπερές τραύμα στο θώρακα
    • Τυφλό τραύμα στο θώρακα
    • Αιματολογικές διαταραχές 

    Οι αιμοθώρακες ταξινομούνται σε τρεις μεγάλες κατηγορίες ανάλογα με την αιτία και τη σειρά συχνότητας: τραυματικές, ιατρογενείς ή μη τραυματικές. Και οι τρεις κατηγορίες έχουν τη δυνατότητα να επηρεάσουν τις κύριες αρτηρίες και να οδηγήσουν σε θάνατο από απώλεια αίματος.

    Τραυματικός

    Ο αιμοθώρακας προκαλείται συχνότερα από αμβλύ ή διεισδυτικό τραύμα στο στήθος. Σε αμβλείς τραυματικές περιπτώσεις, ο αιμοθώρακας εμφανίζεται συνήθως όταν το κάταγμα της πλευράς καταστρέφει τα μεσοπλεύρια αγγεία ή το ενδοπαρεγχυματικό πνευμονικό αγγείο, ενώ σε διεισδυτικό τραύμα, ο αιμοθώρακας εμφανίζεται λόγω τραυματισμών που επηρεάζουν άμεσα τα αιμοφόρα αγγεία στο θωρακικό τοίχωμα, το παρέγχυμα του πνεύμονα ή την καρδιά. Εάν τα μεγάλα αιμοφόρα αγγεία όπως η αορτή έχουν υποστεί βλάβη, η απώλεια αίματος μπορεί να είναι τεράστια. Μικρό τραύμα στο στήθος μπορεί να προκαλέσει αιμοθώρακα όταν η ικανότητα του αίματος να πήζει μειώνεται ως αποτέλεσμα είτε των αντιπηκτικών φαρμάκων είτε όταν υπάρχουν αιμορραγικές διαταραχές όπως η αιμορροφιλία.

    Ιατρογενής

    Ο ιατρογενής αιμοθώρακας μπορεί να εμφανιστεί ως επιπλοκή της χειρουργικής επέμβασης καρδιάς και πνευμόνων, για παράδειγμα ρήξη πνευμονικών αρτηριών που προκαλείται από την τοποθέτηση καθετήρων, θωρακοτομή, θωρακοστομία ή θωρακοκέντηση. Οι πιο κοινές ιατρογενείς αιτίες περιλαμβάνουν καθετηριασμούς υποκλείδιων φλεβών και τοποθετήσεις θωρακικού σωλήνα, με ποσοστό εμφάνισης περίπου 1% Μερικές φορές, ένας καθετήρας Swan-Ganz προκαλεί ρήξη της πνευμονικής αρτηρίας, προκαλώντας μαζικό αιμοθώρακα. Μπορεί επίσης να προκληθεί από άλλες διαδικασίες όπως υπεζωκοτικές βιοψίες, βιοψίες πνεύμονα ή διαβρογχικές βιοψίες (EBUS-Endobronchial Ultrasound-ενδοβρογχικός υπέρηχος) CPR, διαδικασία Nuss (η ελάχιστα επεμβατική διαδικασία Nuss γίνεται με γενική αναισθησία. Η μέθοδος αυτή πραγματοποιείται θωρακοσκοπικά (VATS) και περιλαμβάνει την δημιουργία οριζόντιας διόδου πίσω από το στέρνο μέσω δύο μικρών οπών σε κάθε πλευρά του θώρακα. Μία ειδική κυρτή μεταλλική ράβδος, προσαρμοσμένη στην ανατομία του ασθενούς προωθείται υπό άμεση θωρακοσκοπική όραση από τη δίοδο πίσω από το στέρνο και στη συνέχεια περιστρέφεται 180 μοίρες, με αποτέλεσμα την πρόσθια απώθηση του στέρνου σε μία περισσότερο φυσιολογική θέση. Η μεταλλική αυτή ράβδος παραμένει για 2 έως 3 χρόνια κατά τα οποία ο θώρακας και το στέρνο του ασθενούς προσαρμόζονται και παγιοποιούνται στη νέα θέση. Η ράβδος αφαιρείται στη συνέχεια χειρουργικά με μέσο χρόνο νοσηλείας 1 ημέρα) ή ενδοσκοπική θεραπεία κιρσών οισοφάγου. Ο ιατρογενής αιμοθώρακας είναι πιο συχνός σε άτομα που πάσχουν από χρόνια νεφρική νόσο στη μονάδα εντατικής θεραπείας.

    Μη τραυματικός

    Λιγότερο συχνά, αιμοθώρακες μπορεί να εμφανιστούν αυτόματα. Οι μη τραυματικοί αιμοθώρακες εμφανίζονται συχνότερα ως επιπλοκή ορισμένων μορφών καρκίνου εάν ο όγκος εισβάλει στον υπεζωκοτικό χώρο. Οι καρκίνοι που ευθύνονται για τους αιμοθώρακες περιλαμβάνουν τα αγγειοσάρκωμα, τα σβαννώματα, το μεσοθηλίωμα, τα θυμώματα, τους όγκους των γεννητικών κυττάρων και τον καρκίνο του πνεύμονα. Σημαντικοί αιμοθώρακες μπορεί να εμφανιστούν με αυτόματη ρήξη μικρών αγγείων όταν η ικανότητα του αίματος να πήζει μειώνεται ως αποτέλεσμα των αντιπηκτικών φαρμάκων. Σε περιπτώσεις που προκαλείται από αντιπηκτική θεραπεία, ο αιμοθώρακας γίνεται αντιληπτός 4-7 ημέρες μετά την έναρξη της αντιπηκτικής θεραπείας. Σε περιπτώσεις θεραπείας της πνευμονικής εμβολής που περιπλέκει τον αιμοθώρακα, ο αιμοθώρακας βρίσκεται συνήθως στο πλάι της αρχικής εμβολής. Εκείνοι με ανώμαλη συσσώρευση αέρα μέσα στον υπεζωκοτικό χώρο (πνευμοθώρακας) μπορεί να αιμορραγήσουν στην κοιλότητα, κάτι που συμβαίνει περίπου στο 5% των περιπτώσεων αυτόματου πνευμοθώρακα. Ο προκύπτων συνδυασμός αέρα και αίματος εντός του υπεζωκοτικού χώρου είναι γνωστός ως αιμοπνευμοθώρακας. Η ανάπτυξη των οστών στην εξόστωση μπορεί να δημιουργήσει αιχμηρές άκρες, οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν σε αιμοθώρακα καταστρέφοντας τις γειτονικές αρτηρίες. Μπορεί να εμφανιστεί μετά τον τοκετό λόγω της αλλαγής της θωρακικής πίεσης κατά τον τοκετό.

    Αγγείων

    Τα αγγειακά αίτια του αιμοθώρακα περιλαμβάνουν τη ρήξη της κατιούσας αορτής, στην οποία περίπτωση αφορά αρχικά την αριστερή υπεζωκοτική και μεσοθωρακική περιοχή λόγω της στενής γειτνίασης με την υπεζωκοτική κοιλότητα. Σπάνια, μια ρήξη της θωρακικής αορτής μπορεί να οδηγήσει σε αιμοθώρακα, αλλά η αιμορραγία συνήθως εμφανίζεται στον περικαρδιακό χώρο. Η αυτόματη ρήξη των αιμοφόρων αγγείων είναι πιο πιθανό να συμβεί σε άτομα με διαταραχές που εξασθενούν τα αιμοφόρα αγγεία, όπως ορισμένες μορφές συνδρόμου Ehlers-Danlos, διαταραχές που οδηγούν σε κακοσχηματισμένα αιμοφόρα αγγεία όπως παρατηρούνται στο σύνδρομο Rendu-Osler-Weber ή σε αιμορραγικές διαταραχές όπως όπως η αιμορροφιλία και η θρομβοασθένεια Glanzmann. Άλλες σπάνιες αιτίες αιμοθώρακα περιλαμβάνουν τη νευροϊνωμάτωση τύπου 1 και εξωμυελική αιμοποίηση.

    Καταμήνιος αιμοθώρακας

    Σπάνια, αιμοθώρακες μπορεί να προκύψουν λόγω εξωπυελικής ενδομητρίωσης, μιας κατάστασης κατά την οποία ιστός παρόμοιος με την επένδυση που φυσιολογικά καλύπτει το εσωτερικό της μήτρας σχηματίζεται σε ασυνήθιστες θέσεις έξω από την πύελο. Ο ενδομητριωτικός ιστός που εμφυτεύεται στην υπεζωκοτική επιφάνεια μπορεί να αιμορραγήσει ως απόκριση στις ορμονικές αλλαγές του εμμηνορροϊκού κύκλου, προκαλώντας αυτό που είναι γνωστό ως καταμήνιος αιμοθώρακας ως μέρος της θωρακικής ενδομητρίωσης μαζί με καταμήνιο πνευμοθώρακα, καταμηνιακή αιμόπτυση και πνευμονικά οζίδια ενδομητρίωσης. Ο καταμήνιος αιμοθώρακας αντιπροσωπεύει το 14% των περιπτώσεων συνδρόμου θωρακικής ενδομητρίωσης, ενώ ο καταμήνιος πνευμοθώρακας παρατηρείται στο 73%, η αιμόπτυση της εμμηνόρροιας στο 7% και οι πνευμονικοί όζοι στο 6%.

    ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΑΙΜΟΘΩΡΑΚΑ

    Όταν εμφανίζεται αιμοθώρακας, το αίμα εισέρχεται στην υπεζωκοτική κοιλότητα. Η απώλεια αίματος από την κυκλοφορία έχει πολλά αποτελέσματα. Πρώτον, καθώς το αίμα συσσωρεύεται εντός της υπεζωκοτικής κοιλότητας, αρχίζει να παρεμβαίνει στη φυσιολογική κίνηση των πνευμόνων, εμποδίζοντας τον έναν ή και τους δύο πνεύμονες από το να διαστέλλονται πλήρως και επομένως παρεμποδίζοντας τη φυσιολογική μεταφορά οξυγόνου και διοξειδίου του άνθρακα προς και από το αίμα. Δεύτερον, το αίμα που έχει χαθεί στην υπεζωκοτική κοιλότητα δε μπορεί πλέον να κυκλοφορήσει. Ο αιμοθώρακας μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική απώλεια αίματος - κάθε μισό του θώρακα μπορεί να χωρέσει περισσότερα από 1500 χιλιοστόλιτρα αίματος, που αντιπροσωπεύει περισσότερο από το 25% του συνολικού όγκου αίματος ενός μέσου ενήλικα. Το σώμα μπορεί να δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει αυτή την απώλεια αίματος και προσπαθεί να αντισταθμίσει διατηρώντας την αρτηριακή πίεση αναγκάζοντας την καρδιά να αντλεί σκληρότερα και πιο γρήγορα και πιέζοντας ή συστέλλοντας μικρά αιμοφόρα αγγεία στα χέρια και τα πόδια. Αυτοί οι μηχανισμοί αντιστάθμισης μπορούν να αναγνωριστούν από έναν γρήγορο καρδιακό ρυθμό ηρεμίας και τα ψυχρά δάχτυλα των χεριών και των ποδιών. Εάν το αίμα μέσα στην υπεζωκοτική κοιλότητα δεν αφαιρεθεί, τελικά θα πήξει. Αυτός ο θρόμβος τείνει να κολλάει τον βρεγματικό και τον σπλαχνικό υπεζωκότα και έχει τη δυνατότητα να οδηγήσει σε ουλές εντός του υπεζωκότα, οι οποίες, εάν είναι εκτεταμένες, οδηγούν στην κατάσταση που είναι γνωστή ως ινοθώρακας. Μετά την αρχική απώλεια αίματος, ένας μικρός αιμοθώρακας μπορεί να ερεθίσει τον υπεζωκότα, προκαλώντας τη διαρροή επιπλέον υγρού, οδηγώντας σε υπεζωκοτική συλλογή με κηίδες αίματος. Επιπλέον, καθώς τα ένζυμα στο υπεζωκοτικό υγρό αρχίζουν να διασπούν τον θρόμβο, η συγκέντρωση πρωτεΐνης του υπεζωκοτικού υγρού αυξάνεται. Ως αποτέλεσμα, η ωσμωτική πίεση της υπεζωκοτικής κοιλότητας αυξάνεται, προκαλώντας διαρροή υγρού στην υπεζωκοτική κοιλότητα από τους περιβάλλοντες ιστούς.

    ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΑΙΜΟΘΩΡΑΚΑ

    Οι αιμοθώρακες ανιχνεύονται συχνότερα με ακτινογραφία θώρακος, αν και μερικές φορές χρησιμοποιείται υπερηχογράφημα σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Μπορεί να υπάρχει υποψία σε οποιοδήποτε άτομο με οποιοδήποτε θωρακικό τραύμα. Ωστόσο, οι απλές ακτινογραφίες μπορεί να χάσουν μικρότερους αιμοθώρακες ενώ άλλες μέθοδοι απεικόνισης όπως η αξονική τομογραφία (CT) ή η μαγνητική τομογραφία μπορεί να είναι πιο ευαίσθητες. Σε περιπτώσεις όπου η φύση μιας συλλογής αμφισβητείται, ένα δείγμα υγρού μπορεί να αναρροφηθεί και να αναλυθεί με μια διαδικασία που ονομάζεται θωρακοκέντηση. Αρχικά χρησιμοποιείται φυσική εξέταση. Η ακρόαση έχει αναφερθεί ότι έχει ακρίβεια σχεδόν 100% στη διάγνωση του αιμοπνευμοθώρακα.

    Ακτινογραφία θώρακος

    Η ακτινογραφία θώρακος είναι η πιο συχνή τεχνική που χρησιμοποιείται για τη διάγνωση του αιμοθώρακα. Οι ακτινογραφίες θα πρέπει ιδανικά να λαμβάνονται σε όρθια θέση (ακτινογραφία θώρακος σε όρθια θέση), αλλά μπορούν να πραγματοποιηθούν με το άτομο ξαπλωμένο ανάσκελα (ύπτια) εάν η ακτινογραφία θώρακα σε όρθια θέση δεν είναι εφικτή. Σε μια ακτινογραφία θώρακος σε όρθια θέση, προτείνεται αιμοθώρακας όταν υπάρχει άμβλυνση της κοστοφρενική γωνία ή μερική ή πλήρη θολότητα του προσβεβλημένου μισού του θώρακα. Σε ένα φιλμ σε ύπτια θέση το αίμα τείνει να σχηματίζει στρώματα στον υπεζωκοτικό χώρο, αλλά μπορεί να εκτιμηθεί ως θολότητα του ενός μισού του θώρακα σε σχέση με το άλλο. Ένας μικρός αιμοθώρακας μπορεί να μη διαγνωσθεί σε μια ακτινογραφία θώρακος, καθώς αρκετές εκατοντάδες χιλιοστόλιτρα αίματος μπορεί να κρυφτούν από το διάφραγμα και τα κοιλιακά σπλάχνα. Οι ακτινογραφίες σε ύπτια θέση είναι ακόμη λιγότερο ευαίσθητες και μπορεί να μη φανεί ένα λίτρο αίματος σε μια ακτινογραφία σε ύπτια θέση.

    Άλλες μέθοδοι

    Το υπερηχογράφημα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ανίχνευση αιμοθώρακα και άλλων υπεζωκοτικών συλλογών. Αυτή η τεχνική είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στις περιπτώσεις τραύματος, καθώς παρέχει γρήγορα και αξιόπιστα αποτελέσματα στο κρεβάτι. Το υπερηχογράφημα είναι πιο ευαίσθητο από την ακτινογραφία θώρακα στην ανίχνευση του αιμοθώρακα. Ο υπέρηχος μπορεί να μην είναι διαγνωστικός σε άτομα που είναι νοσηρά παχύσαρκα ή έχουν υποδόριο εμφύσημα. Όταν η αξονική τομογραφία δεν είναι διαθέσιμη  ή το άτομο δεν μπορεί να μετακινηθεί, χρησιμοποιείται υπερηχογράφημα. Η αξονική τομογραφία μπορεί να είναι χρήσιμη για τη διάγνωση του αιμοθώρακα, καθώς αυτή η μορφή απεικόνισης μπορεί να ανιχνεύσει πολύ μικρότερες ποσότητες υγρού από μια απλή ακτινογραφία θώρακος. Ωστόσο, η αξονική τομογραφία χρησιμοποιείται λιγότερο ως κύριο μέσο διάγνωσης στο πλαίσιο του τραύματος, καθώς αυτές οι σαρώσεις απαιτούν τη μεταφορά ενός βαρέως πάσχοντος ατόμου σε σαρωτή, είναι πιο αργές και απαιτούν από τον ασθενή να παραμένει σε ύπτια θέση. Η μαγνητική τομογραφία (MRI) μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη διαφοροποίηση μεταξύ αιμοθώρακα και άλλων μορφών υπεζωκοτικής συλλογής και μπορεί να ανιχνεύσει πόσο καιρό υπάρχει ο αιμοθώρακας. Το φρέσκο ​​αίμα μπορεί να θεωρηθεί ως υγρό με χαμηλά σήματα Τ1 αλλά υψηλά Τ2, ενώ το αίμα που υπάρχει για περισσότερες από μερικές ώρες εμφανίζει τόσο χαμηλά σήματα Τ1 όσο και Τ2. Η μαγνητική τομογραφία χρησιμοποιείται σπάνια σε συνθήκες τραύματος λόγω του παρατεταμένου χρόνου που απαιτείται για τη διενέργεια της μαγνητικής τομογραφίας και της υποβάθμισης της ποιότητας της εικόνας που συμβαίνει με την κίνηση.

    Αν και οι τεχνικές απεικόνισης μπορούν να αποδείξουν ότι υπάρχει υγρό στον υπεζωκοτικό χώρο, μπορεί να είναι ασαφές τι αντιπροσωπεύει αυτό το υγρό. Για να προσδιοριστεί η φύση του υγρού, ένα δείγμα μπορεί να αφαιρεθεί εισάγοντας μια βελόνα στην υπεζωκοτική κοιλότητα σε μια διαδικασία γνωστή ως θωρακοκέντηση ή υπεζωκοτική παρακέντηση. Σε αυτό το πλαίσιο, η πιο σημαντική εκτίμηση του υπεζωκοτικού υγρού είναι το ποσοστό κατ' όγκο που προσλαμβάνεται από τα ερυθρά αιμοσφαίρια (ο αιματοκρίτης). Ο αιμοθώρακας ορίζεται ως ο αιματοκρίτης τουλάχιστον του 50% αυτού που βρίσκεται στο το αίμα του προσβεβλημένου ατόμου, αν και ο αιματοκρίτης ενός χρόνιου αιμοθώρακα μπορεί να είναι μεταξύ 25 και 50% εάν έχει εκκριθεί επιπλέον υγρό από τον υπεζωκότα. Το υπεζωκοτικό υγρό μπορεί να αραιώσει τους αιμοθώρακες σε μόλις 3-4 ημέρες. Τα ερυθρά αιμοσφαίρια στην συλλογή διασπώνται αυτόματα. Η διάκριση του υπεζωκοτικού υγρού από το αίμα  είναι αδύνατη όταν η τιμή του αιματοκρίτη είναι πάνω από 5%. Για αυτούς τους λόγους, ακόμη και αν υπάρχει τιμή αιματοκρίτη κάτω του 50%, μπορούν να γίνουν περαιτέρω έρευνες προκειμένου να διαπιστωθεί εάν υπάρχει πηγή αιμορραγίας. Ο αιματοκρίτης μπορεί να υπολογιστεί χονδρικά διαιρώντας τον αριθμό των ερυθρών αιμοσφαιρίων του υπεζωκοτικού υγρού με το 100.000. Η θωρακοκέντηση είναι η εξέταση που χρησιμοποιείται πιο συχνά για τη διάγνωση αιμοθώρακα σε ζώα. Ο αιμοθώρακας μπορεί από μόνος του να είναι μια σπάνια επιπλοκή της θωρακοκέντησης εάν η μεσοπλεύρια αρτηρία παρακεντηθεί.

    hemothorax 1

    ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΑΙΜΟΘΩΡΑΚΑ

    • Παροχέτευση με καθετήρα
    • Θωρακοτομή αν υπάρχει συνεχής σοβαρή αιμορραγία

    Η θεραπεία ενός αιμοθώρακα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την έκταση της αιμορραγίας. Ενώ οι μικροί αιμοθώρακες μπορεί να απαιτούν ελάχιστη θεραπεία, οι μεγαλύτεροι αιμοθώρακες μπορεί να απαιτούν αναζωογόνηση υγρού για την αντικατάσταση του αίματος που έχει χαθεί, την παροχέτευση του αίματος εντός του υπεζωκοτικού χώρου με τη χρήση μιας διαδικασίας γνωστής ως θωρακοστομίας και ενδεχομένως χειρουργική επέμβαση, όπως θωρακοτομή ή χρήση της βιντεοβοηθούμενης θωρακοσκοπικής χειρουργικής (VATS) για την πρόληψη περαιτέρω αιμορραγίας. Περιστασιακά, ο διακαθετηριακός αρτηριακός εμβολισμός μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να σταματήσει η συνεχιζόμενη αρτηριακή αιμορραγία. Οι πρόσθετες θεραπευτικές επιλογές περιλαμβάνουν αντιβιοτικά για τη μείωση του κινδύνου μόλυνσης και ινωδολυτική θεραπεία για τη διάσπαση του πηγμένου αίματος εντός του υπεζωκοτικού χώρου.

    Θωρακοστομία

    Το αίμα στην κοιλότητα μπορεί να αφαιρεθεί με την εισαγωγή μιας παροχέτευσης (θωρακικός σωλήνας). Αυτή η διαδικασία ενδείκνυται για τις περισσότερες αιτίες αιμοθώρακα, αλλά θα πρέπει να αποφεύγεται σε ρήξη αορτής, η οποία πρέπει να αντιμετωπιστεί με άμεση χειρουργική επέμβαση. Ο σωλήνας θωρακοστομίας τοποθετείται συνήθως μεταξύ των πλευρών στον έκτο ή τον έβδομο μεσοπλεύριο χώρο στη μέση της μασχαλιαίας γραμμής. Είναι σημαντικό να αποφευχθεί η απόφραξη ενός θωρακικού σωλήνα από πηγμένο αίμα, καθώς η απόφραξη εμποδίζει την επαρκή παροχέτευση του υπεζωκοτικού χώρου. Η πήξη εμφανίζεται καθώς ο καταρράκτης της πήξης ενεργοποιείται όταν το αίμα φεύγει από τα αιμοφόρα αγγεία και έρχεται σε επαφή με την υπεζωκοτική επιφάνεια, τον τραυματισμένο πνεύμονα ή το θωρακικό τοίχωμα ή το σωλήνα θωρακοστομίας. Η ανεπαρκής παροχέτευση μπορεί να οδηγήσει σε κατακράτηση αιμοθώρακα, αυξάνοντας τον κίνδυνο μόλυνσης στον υπεζωκοτικό χώρο (εμπύημα) ή το σχηματισμό ουλώδους ιστού (ινοθώρακας). Θα πρέπει να χρησιμοποιούνται σωλήνες θωρακοστομίας με διάμετρο 24–36 F (σωλήνες μεγάλης οπής), καθώς αυτοί μειώνουν τον κίνδυνο θρόμβων αίματος που εμποδίζουν τον σωλήνα. Ο χειροκίνητος χειρισμός των θωρακικών σωλήνων (που αναφέρεται ως άρμεγμα) εκτελείται συνήθως για να διατηρηθεί ένας σωλήνας ανοιχτός, αλλά κανένα πειστικό στοιχείο δεν έχει δείξει ότι αυτό βελτιώνει την αποστράγγιση. Εάν ένας θωρακικός σωλήνας όντως αποφραχθεί, ο σωλήνας μπορεί να καθαριστεί χρησιμοποιώντας ανοιχτές ή κλειστές τεχνικές. Οι σωλήνες θα πρέπει να αφαιρούνται αμέσως μόλις σταματήσει η παροχέτευση, καθώς η παρατεταμένη τοποθέτηση του σωλήνα αυξάνει τον κίνδυνο εμπυήματος. 

    Χειρουργική επέμβαση

    Περίπου το 10-20% των τραυματικών περιπτώσεων αιμοθώρακα απαιτούν χειρουργική αντιμετώπιση. Οι μεγαλύτεροι αιμοθώρακες ή εκείνοι που συνεχίζουν να αιμορραγούν μετά την παροχέτευση, μπορεί να χρειαστούν χειρουργική επέμβαση. Αυτή η χειρουργική επέμβαση μπορεί να λάβει τη μορφή μιας παραδοσιακής επέμβασης ανοιχτού θώρακα (θωρακοτομή), αλλά μπορεί να πραγματοποιηθεί με τη χρήση βιντεουποβοηθούμενης θωρακοσκοπικής χειρουργικής (VATS). Αν και δεν υπάρχει γενικά αποδεκτό όριο για τον όγκο της απώλειας αίματος που απαιτείται πριν από την ένδειξη της χειρουργικής επέμβασης, οι γενικά αποδεκτές ενδείξεις περιλαμβάνουν περισσότερα από 1500 mL αίματος που παροχετεύθηκε από μια θωρακοστομία, ρυθμό αιμορραγίας άνω των 500 mL/ώρα την πρώτη ώρα ακολουθούμενη από πάνω από 200 mL, αιμοδυναμική αστάθεια ή ανάγκη για επαναλαμβανόμενες μεταγγίσεις αίματος. Το VATS είναι λιγότερο επεμβατικό και φθηνότερο από μια ανοιχτή θωρακοτομή και μπορεί να μειώσει τη διάρκεια της παραμονής στο νοσοκομείο, αλλά η θωρακοτομή μπορεί να προτιμάται όταν υπάρχει υποογκαιμικό σοκ, προκειμένου να παρακολουθείται η αιμορραγία. Η διαδικασία θα πρέπει ιδανικά να εκτελείται εντός 72 ωρών από τον τραυματισμό καθώς η καθυστέρηση μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο επιπλοκών. Στον θρόμβο αιμοθώρακα, το VATS είναι η γενικά προτιμώμενη διαδικασία για την αφαίρεση του θρόμβου και ενδείκνυται εάν ο αιμοθώρακας γεμίζει το 1/3 ή περισσότερο του ημιθώρακα. Ο ιδανικός χρόνος για την αφαίρεση θρόμβου με χρήση VATS είναι 48–96 ώρες, αλλά μπορεί να επιχειρηθεί έως και εννέα ημέρες μετά τον τραυματισμό.

    Άλλα

    Η θωρακοκέντηση δε χρησιμοποιείται πλέον στη θεραπεία του αιμοθώρακα, αν και μπορεί να εξακολουθεί να χρησιμοποιείται για τη θεραπεία μικρών αιμοθώρακων. Στον καταμήνιο αιμοθώρακα, η αιμορραγία είναι τυπικά αυτοπεριοριζόμενη και ήπια. Τα περισσότερα άτομα με την πάθηση είναι σταθερά και μπορούν να αντιμετωπιστούν με ορμονικές θεραπείες. Είναι μόνο μερικώς αποτελεσματικές. Η χειρουργική αφαίρεση του ενδομητρικού ιστού μπορεί να είναι απαραίτητη σε υποτροπιάζουσες περιπτώσεις. Ωστόσο, η ασθένεια συχνά υποτροπιάζει. Μπορεί να απαιτείται ανάνηψη με ενδοφλέβια υγρά ή με προϊόντα αίματος. Μπορεί να χορηγηθούν μεταγγίσεις πριν από την εισαγωγή στο νοσοκομείο. Οι ανωμαλίες πήξης, όπως αυτές που προκαλούνται από τα αντιπηκτικά φάρμακα, θα πρέπει να αντιστραφούν. Σε περίπτωση τραύματος χορηγούνται προφυλακτικά αντιβιοτικά για 24 ώρες. Οι θρόμβοι αίματος μπορεί να διατηρηθούν εντός της υπεζωκοτικής κοιλότητας παρά την παροχέτευση του θωρακικού σωλήνα. Αποτελούν παράγοντα κινδύνου για επιπλοκές όπως ο ινοθώρακας και το εμπύημα. Τέτοιοι συγκρατημένοι θρόμβοι θα πρέπει να αφαιρούνται, κατά προτίμηση με βιντεοβοηθούμενη θωρακοσκοπική χειρουργική (VATS). Εάν το VATS δεν είναι διαθέσιμο, μια εναλλακτική είναι η ινωδολυτική θεραπεία όπως η στρεπτοκινάση ή η ουροκινάση που χορηγείται απευθείας στον υπεζωκοτικό χώρο επτά έως δέκα ημέρες μετά τον τραυματισμό. Τα ζητήματα με την ινωδολυτική θεραπεία περιλαμβάνουν υψηλό κόστος και παρατεταμένη παραμονή στο νοσοκομείο. Ο υπολειπόμενος θρόμβος που δε διαλύεται ως απόκριση στα ινωδολυτικά μπορεί να απαιτεί χειρουργική αφαίρεση με τη μορφή αποφλοιώσεως.

    ΠΡΟΓΝΩΣΗ ΑΙΜΟΘΩΡΑΚΑ

    Η πρόγνωση μετά από αιμοθώρακα εξαρτάται από το μέγεθός του, τη θεραπεία που χορηγείται και την υποκείμενη αιτία. Ενώ οι μικροί αιμοθώρακες μπορεί να προκαλέσουν ελάχιστα προβλήματα, σε σοβαρές περιπτώσεις ένας αιμοθώρακας που δεν έχει υποβληθεί σε θεραπεία μπορεί να είναι γρήγορα θανατηφόρος λόγω της ανεξέλεγκτης απώλειας αίματος. Εάν αφεθεί χωρίς θεραπεία, η συσσώρευση αίματος μπορεί να ασκήσει πίεση στο μεσοθωράκιο και την τραχεία, περιορίζοντας την ικανότητα της καρδιάς να γεμίσει. Ωστόσο, εάν αντιμετωπιστεί, η πρόγνωση μετά από έναν τραυματικό αιμοθώρακα είναι συνήθως ευνοϊκή και εξαρτάται από άλλους μη θωρακικούς τραυματισμούς που έχουν συμβεί ταυτόχρονα, την ηλικία του ατόμου και την ανάγκη για μηχανικό αερισμό. Οι αιμοθώρακες που προκαλούνται από καλοήθεις παθήσεις όπως η ενδομητρίωση έχουν καλή πρόγνωση, ενώ αυτοί που προκαλούνται από νευροϊνωμάτωση τύπου 1 έχουν ποσοστό θανάτου 36% και αυτοί που προκαλούνται από ρήξη αορτής είναι συχνά θανατηφόροι. Το διεισδυτικό τραύμα είναι πολύ λιγότερο συχνό και έχει πολύ υψηλότερο ποσοστό θνησιμότητας, με έως και το 90% να πεθαίνει πριν φτάσει στο νοσοκομείο. Τα τραύματα από πυροβολισμό συνδέονται με υψηλότερα ποσοστά θανάτου σε σύγκριση με τα τραύματα από μαχαίρι. Σε περιπτώσεις διεισδυτικού τραύματος που αφορά την καρδιά, λιγότερο από το 1% επιβιώνει.

    ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ ΑΙΜΟΘΩΡΑΚΑ

    Επιπλοκές μπορεί να εμφανιστούν μετά από αιμοθώρακα και είναι πιο πιθανό να εμφανιστούν εάν το αίμα δεν έχει αποστραγγιστεί επαρκώς από την υπεζωκοτική κοιλότητα. Το αίμα που παραμένει εντός του υπεζωκοτικού χώρου μπορεί να μολυνθεί και να προκαλέσει εμπύημα. Εμφανίζεται στο 3–4% των τραυματικών περιπτώσεων και στο 27-33% των περιπτώσεων αιμοθώρακα. Είναι πιο πιθανές σε άτομα που εμφανίζουν σοκ, έχουν μόλυνση στον υπεζωκοτικό χώρο κατά τη διάρκεια του τραυματισμού, επίμονα βρογχοπλευρικά συρίγγια και αιματώματ στους πνεύμονες. Η πιθανότητα μπορεί να μειωθεί διατηρώντας τους σωλήνες θωρακοστομίας αποστειρωμένους και κρατώντας τις επιφάνειες του υπεζωκότα κοντά μεταξύ τους για να αποτραπεί η συσσώρευση υγρού ή αίματος μεταξύ των επιφανειών. Το αίμα που κατακρατείται μπορεί να ερεθίσει τον υπεζωκότα, προκαλώντας σχηματισμό ουλώδους ιστού (συμφύσεις). Εάν είναι εκτεταμένος, αυτός ο ουλώδης ιστός μπορεί να περιβάλλει τον πνεύμονα, περιορίζοντας την κίνηση του θωρακικού τοιχώματος και στη συνέχεια αναφέρεται ως ινοθώρακας. Λιγότερο από το 1 τοις εκατό των περιπτώσεων αναπτύσσουν ινοθώρακα. Περιπτώσεις με αιμοπνευμοθώρακα ή λοίμωξη αναπτύσσουν συχνότερα ινοθώρακα. Μετά την αφαίρεση του θωρακικού σωλήνα, πάνω από το 10% των περιπτώσεων αναπτύσσουν υπεζωκοτικές συλλογές που είναι ως επί το πλείστον αυτοπεριοριζόμενες και δεν αφήνουν μόνιμες επιπλοκές. Σε τέτοιες περιπτώσεις, γίνεται θωρακοκέντηση για να εξαλειφθεί η πιθανότητα ύπαρξης λοίμωξης. Άλλες πιθανές επιπλοκές περιλαμβάνουν ατελεκτασία, λοίμωξη των πνευμόνων, πνευμοθώρακα, σήψη, αναπνευστική δυσχέρεια, υπόταση, ταχυκαρδία, πνευμονία, συμφύσεις και διαταραχή της πνευμονικής λειτουργίας.

    Τα καλύτερα συμπληρώματα διατροφής για τους πνεύμονες

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τους πνεύμονες

    Respiratory Distress Syndrome

    Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα  για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με το θεράποντα ιατρό.

    Διαβάστε, επίσης,

    Χρήσιμες πληροφορίες για την πλευριτική συλλογή

    Ατελεκτασίες πνευμόνων

    Πότε να χορηγείτε οξυγόνο στον πνευμοθώρακα

    Διάχυτη ενδοαγγειακή πήξη

    Αγγειοσάρκωμα

    Παρακέντηση υπεζωκότα

    Πλευρίτιδα

    www.emedi.gr

     

  • Χρήσιμες πληροφορίες για την αιμολυτική αναιμία Χρήσιμες πληροφορίες για την αιμολυτική αναιμία

    Αιμολυτική αναιμία

    Αιμολυτική αναιμία είναι γενικός όρος που περιλαμβάνει ένα μεγάλο αριθμό αναιμιών, κατά τις οποίες υπάρχει βράχυνση του χρόνου ζωής των ερυθροκυττάρων (φυσιολογικό=120 ημέρες).

    Οι περισσότερες περιπτώσεις αιμόλυσης συμβαίνουν εξωαγγειακά στο σπλήνα, το ήπαρ και το μυελό των οστών.

    Χαρακτηριστικά: ρίγη, πυρετός, πόνος στη ράχη και την κοιλιά, αδυναμία, καταπληξία, ίκτερος, σπληνομεγαλία, αιμοσφαιρινουρία, δικτυοκυττάρωση.

    Οι τύποι της αιμολυτικής αναιμίας:

    • Αναιμία, αιμολυτική, επίκτητη αυτοάνοση
    • Αναιμία, αιμολυτική, επίκτητη λοιμώδης
    • Αναιμία, αιμολυτική, επίκτητη, φυσικοί, χημικοί παράγοντες
    • Αναιμία, αιμολυτική, συγγενής ελλειπτοκυτταρική
    • Αναιμία, αιμολυτική, ανεπάρκεια G-6-PD
    • Αναιμία, αιμολυτική, κληρονομική μη σφαιροκυτταρική 
    • Αναιμία, αιμολυτική, μικροαγγειοπαθητική 
    • Αναιμία, αιμολυτική, δρεπανοκυτταρική 
    • Αναιμία, αιμολυτική, μείζων θαλασσαιμία
    • Αναιμία, αιμολυτική, ελάσσων θαλασσαιμία

    Η αιμολυτική αναιμία είναι μια μορφή αναιμίας που οφείλεται στην αιμόλυση, στην ανώμαλη διάσπαση των ερυθρών αιμοσφαιρίων (RBCs), είτε στα αιμοφόρα αγγεία (ενδοαγγειακή αιμόλυση) είτε αλλού στο ανθρώπινο σώμα (εξωαγγειακή). Αυτό συμβαίνει συχνότερα εντός του σπλήνα, αλλά μπορεί επίσης να συμβεί στο δικτυοενδοθηλιακό σύστημα ή μηχανικά (βλάβη της προσθετικής βαλβίδας). Η αιμολυτική αναιμία ευθύνεται για το 5% όλων των υπαρχουσών αναιμιών. Έχει πολλές πιθανές συνέπειες, που κυμαίνονται από γενικά συμπτώματα έως απειλητικές για τη ζωή συστηματικές επιδράσεις. Η γενική ταξινόμηση της αιμολυτικής αναιμίας είναι είτε ενδογενής είτε εξωγενής. Η θεραπεία εξαρτάται από τον τύπο και την αιτία της αιμολυτικής αναιμίας. Τα συμπτώματα της αιμολυτικής αναιμίας είναι παρόμοια με άλλες μορφές αναιμίας (κόπωση και δύσπνοια), αλλά επιπλέον, η διάσπαση των ερυθρών αιμοσφαιρίων οδηγεί σε ίκτερο και αυξάνει τον κίνδυνο ιδιαίτερων μακροχρόνιων επιπλοκών, όπως χολόλιθοι και πνευμονικές υπέρταση.

    ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΑΙΜΟΛΥΤΙΚΗΣ ΑΝΑΙΜΙΑΣ

    Τα συμπτώματα της αιμολυτικής αναιμίας είναι παρόμοια με τα γενικά σημεία της αναιμίας.

    Τα γενικά σημεία και συμπτώματα περιλαμβάνουν: κόπωση, ωχρότητα, δύσπνοια και ταχυκαρδία. Στα μικρά παιδιά, η αδυναμία ανάπτυξης μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε μορφή αναιμίας. Επιπλέον, συμπτώματα που σχετίζονται με την αιμόλυση μπορεί να είναι παρόντα όπως ρίγη, ίκτερος, σκούρα ούρα και διογκωμένη σπλήνα. Ορισμένες πτυχές του ιατρικού ιστορικού μπορεί να υποδηλώνουν αιτία αιμόλυσης, όπως φάρμακα, παρενέργειες φαρμάκων, αυτοάνοσες διαταραχές, αντιδράσεις μετάγγισης αίματος, παρουσία προσθετικής καρδιακής βαλβίδας ή άλλη ιατρική ασθένεια. Η χρόνια αιμόλυση οδηγεί σε αυξημένη απέκκριση χολερυθρίνης στη χοληφόρο οδό, η οποία με τη σειρά της μπορεί να οδηγήσει σε πέτρες στη χολή. Η συνεχής απελευθέρωση ελεύθερης αιμοσφαιρίνης έχει συνδεθεί με την ανάπτυξη πνευμονικής υπέρτασης (αυξημένη πίεση πάνω από την πνευμονική αρτηρία). Αυτό, με τη σειρά του, οδηγεί σε επεισόδια συγκοπής (λιποθυμία), πόνο στο στήθος και προοδευτική δύσπνοια. Η πνευμονική υπέρταση προκαλεί τελικά καρδιακή ανεπάρκεια της δεξιάς κοιλίας, τα συμπτώματα της οποίας είναι το περιφερικό οίδημα (συσσώρευση υγρού στο δέρμα των ποδιών) και ο ασκίτης (συσσώρευση υγρού στην κοιλιακή κοιλότητα).

    ΑΙΤΙΑ ΑΙΜΟΛΥΤΙΚΗΣ ΑΝΑΙΜΙΑΣ

    • Ανεπάρκεια G-6-PD
    • Ενδογενείς ανωμαλίες των ερυθρών αιμοσφαιρίων (αιμοσφαρίνης ή ενζύμων) ή της μεμβράνης
    • Αντισώματα του ορού, τραυματισμός στην κυκλοφορία, λοιμώδεις παράγοντες
    • Παροδική ανεπάρκεια στην παραγωγή ερυθροκυττάρων 
    • Αυτοαντισώματα κατά ερυθροκυτταρικών αντιγόνων, ιδιοπαθή ή δευτεροπαθή λόγω αυτοάνοσης πάθησης 
    • Φαρμακογενής (τύπου πενικιλλίνης ή μεθυλντόπα)

    Μπορούν να ταξινομηθούν ανάλογα με τα μέσα αιμόλυσης, καθώς είναι είτε ενδογενείς σε περιπτώσεις όπου η αιτία σχετίζεται με τα ίδια τα ερυθρά αιμοσφαίρια (RBC) είτε εξωγενείς σε περιπτώσεις όπου κυριαρχούν παράγοντες εξωτερικοί των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Οι εγγενείς επιδράσεις μπορεί να περιλαμβάνουν προβλήματα με τις πρωτεΐνες των ερυθρών αιμοσφαιρίων ή λόγω οξειδωτικού στρες, ενώ οι εξωτερικοί παράγοντες περιλαμβάνουν την προσβολή του ανοσοποιητικού και τις μικροαγγειακές αγγειοπάθειες (τα ερυθρά αιμοσφαίρια καταστρέφονται μηχανικά στην κυκλοφορία).

    Ενδογενείς αιτίες αιμολυτικής αναιμίας

    Η κληρονομική αιμολυτική αναιμία μπορεί να οφείλεται σε:

    • Ελαττώματα παραγωγής της μεμβράνης των ερυθρών αιμοσφαιρίων (όπως στην κληρονομική σφαιροκυττάρωση και στην κληρονομική ελλειπτοκυττάρωση).
    • Διαταραχές στην παραγωγή αιμοσφαιρίνης (όπως στη θαλασσαιμία, τη δρεπανοκυτταρική αναιμία και τη συγγενή δυσερυθροποιητική αναιμία).
    • Ελαττωματικός μεταβολισμός των ερυθρών αιμοσφαιρίων (όπως στην ανεπάρκεια της αφυδρογονάσης της 6-φωσφορικής γλυκόζης και της ανεπάρκειας της πυροσταφυλικής κινάσης).

    Εξωγενείς αιτίες αιμολυτικής αναιμίας

    Η επίκτητη αιμολυτική αναιμία μπορεί να προκληθεί από ανοσολογικά αίτια, φάρμακα και άλλα διάφορα αίτια.

    • Τα αίτια που προκαλούνται από το ανοσοποιητικό μπορεί να περιλαμβάνουν παροδικούς παράγοντες όπως η λοίμωξη από Mycoplasma pneumoniae (νόσος ψυχρής συγκολλητίνης) ή μόνιμους παράγοντες όπως σε αυτοάνοσα νοσήματα όπως η αυτοάνοση αιμολυτική αναιμία (πιο συχνή σε ασθένειες όπως ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, η ρευματοειδής αρθρίτιδα, λέμφωμα Hodgkin και χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία).
    • Αιμολυτική αναιμία από σπινθηρογραφήματα.
    • Οποιαδήποτε από τις αιτίες του υπερσπληνισμού (αυξημένη δραστηριότητα του σπλήνα), όπως η πυλαία υπέρταση.
    • Η επίκτητη αιμολυτική αναιμία συναντάται επίσης σε εγκαύματα και ως αποτέλεσμα ορισμένων λοιμώξεων (π.χ. ελονοσία).
    • Η παροξυσμική νυχτερινή αιμοσφαιρινουρία (PNH), που μερικές φορές αναφέρεται ως σύνδρομο Marchiafava-Micheli, είναι μια σπάνια, επίκτητη, δυνητικά απειλητική για τη ζωή ασθένεια του αίματος που χαρακτηρίζεται από ενδαγγειακή αιμολυτική αναιμία που προκαλείται από το συμπλήρωμα.
    • Η δηλητηρίαση από μόλυβδο που προκύπτει από το περιβάλλον προκαλεί μη ανοσοποιητική αιμολυτική αναιμία.
    • Ομοίως, η δηλητηρίαση από αρσίνη (αρσενικό) προκαλεί επίσης αιμολυτική αναιμία.
    • Οι δρομείς μπορεί να υποφέρουν από αιμολυτική αναιμία λόγω της καταστροφής των ερυθρών αιμοσφαιρίων κατά την πρόσκρουση των ποδιών στο έδαφος.
    • Η χαμηλού βαθμού αιμολυτική αναιμία εμφανίζεται στο 70% των ληπτών προσθετικής καρδιακής βαλβίδας και σοβαρή αιμολυτική αναιμία εμφανίζεται στο 3%.

    maxresdefault 64

    ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΑΙΜΟΛΥΤΙΚΗΣ ΑΝΑΙΜΙΑΣ

    Στην αιμολυτική αναιμία, υπάρχουν δύο κύριοι μηχανισμοί αιμόλυσης, ενδαγγειακά και εξωαγγειακά.

    Ενδαγγειακή αιμόλυση Η ενδαγγειακή αιμόλυση περιγράφει την αιμόλυση που συμβαίνει κυρίως στο εσωτερικό του αγγείου. Ως αποτέλεσμα, το περιεχόμενο των ερυθρών αιμοσφαιρίων απελευθερώνεται στη γενική κυκλοφορία, οδηγώντας σε αιμοσφαιριναιμία και αυξάνοντας τον κίνδυνο επακόλουθης υπερχολερυθριναιμίας. Η ενδαγγειακή αιμόλυση μπορεί να συμβεί όταν τα ερυθρά αιμοσφαίρια στοχεύονται από αυτοαντισώματα, οδηγώντας σε διαταραχή του συμπληρώματος ή η βλάβη μπορεί να προκληθεί από παράσιτα όπως το Babesia.

    Εξωαγγειακή αιμόλυση Η εξωαγγειακή αιμόλυση αναφέρεται στην αιμόλυση που λαμβάνει χώρα στο ήπαρ, τον σπλήνα, τον μυελό των οστών και τους λεμφαδένες. Σε αυτή την περίπτωση λίγη αιμοσφαιρίνη διαφεύγει στο πλάσμα του αίματος. Τα μακροφάγα του δικτυοενδοθηλιακού συστήματος σε αυτά τα όργανα καταβροχθίζουν και καταστρέφουν τα ελαττωματικά ερυθρά αιμοσφαίρια ή εκείνα με συνδεδεμένα με αντισώματα και απελευθερώνουν μη συζευγμένη χολερυθρίνη στην κυκλοφορία του πλάσματος του αίματος. Τυπικά, ο σπλήνας καταστρέφει τα ηπίως ανώμαλα ερυθρά αιμοσφαίρια ή αυτά που είναι επικαλυμμένα με αντισώματα τύπου IgG, ενώ τα σοβαρά ανώμαλα ερυθρά αιμοσφαίρια ή αυτά που είναι επικαλυμμένα με αντισώματα τύπου IgM καταστρέφονται στην κυκλοφορία ή στο ήπαρ. Εάν η εξωαγγειακή αιμόλυση είναι εκτεταμένη, η αιμοσιδηρίνη μπορεί να εναποτεθεί στον σπλήνα, στο μυελό των οστών, στα νεφρά, στο ήπαρ και σε άλλα όργανα, με αποτέλεσμα την αιμοσιδήρωση. Σε ένα υγιές άτομο, ένα ερυθρό αιμοσφαίριο επιβιώνει 90 έως 120 ημέρες στην κυκλοφορία, επομένως περίπου το 1% των ανθρώπινων ερυθρών αιμοσφαιρίων διασπώνται κάθε μέρα. Ο σπλήνας είναι το κύριο όργανο που απομακρύνει τα παλιά και κατεστραμμένα ερυθρά αιμοσφαίρια από την κυκλοφορία. Σε υγιή άτομα, η διάσπαση και η απομάκρυνση των ερυθρών αιμοσφαιρίων από την κυκλοφορία συνδυάζεται με την παραγωγή νέων ερυθρών αιμοσφαιρίων στο μυελό των οστών. Σε συνθήκες όπου ο ρυθμός διάσπασης των ερυθρών αιμοσφαιρίων είναι αυξημένος, ο οργανισμός αρχικά αντισταθμίζει παράγοντας περισσότερα ερυθρά αιμοσφαίρια. Ωστόσο, η διάσπαση των ερυθρών αιμοσφαιρίων μπορεί να υπερβεί τον ρυθμό που το σώμα μπορεί να παράγει ερυθρά αιμοσφαίρια, και έτσι μπορεί να αναπτυχθεί αναιμία. Η χολερυθρίνη, ένα προϊόν διάσπασης της αιμοσφαιρίνης, μπορεί να συσσωρευτεί στο αίμα, προκαλώντας ίκτερο. Γενικά, η αιμολυτική αναιμία εμφανίζεται ως τροποποίηση του κύκλου ζωής των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Δηλαδή, αντί να συλλέγονται στο τέλος της ωφέλιμης ζωής τους και να απορρίπτονται κανονικά, τα ερυθρά διασπώνται κατά τρόπο που επιτρέπει σε ελεύθερα μόρια που περιέχουν σίδηρο να κυκλοφορούν στο αίμα. Με την πλήρη έλλειψη μιτοχονδρίων, τα ερυθρά αιμοσφαίρια βασίζονται στο μονοπάτι της φωσφορικής πεντόζης (PPP) για τα υλικά που χρειάζονται για τη μείωση της οξειδωτικής βλάβης. Οποιοσδήποτε περιορισμός της PPP μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη ευαισθησία στην οξειδωτική βλάβη και σε σύντομο ή μη φυσιολογικό κύκλο ζωής. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της ενδαγγειακής αιμόλυσης είναι η απελευθέρωση περιεχομένου RBC-ερυθρών αιμοσφαιρίων στην κυκλοφορία του αίματος. Ο μεταβολισμός και η αποβολή αυτών των προϊόντων, σε μεγάλο βαθμό ενώσεων που περιέχουν σίδηρο είναι ικανές να προκαλέσουν βλάβη μέσω των αντιδράσεων Fenton. Η ελεύθερη αιμοσφαιρίνη μπορεί να συνδεθεί με την απτοσφαιρίνη και το σύμπλοκο απομακρύνεται από την κυκλοφορία. Έτσι, μια μείωση της απτοσφαιρίνης μπορεί να υποστηρίξει τη διάγνωση αιμολυτικής αναιμίας. Εναλλακτικά, η αιμοσφαιρίνη μπορεί να οξειδωθεί και να απελευθερώσει την ομάδα αίμης που μπορεί να συνδεθεί είτε με την αλβουμίνη είτε με την αιμοπηξίνη. Η αίμη τελικά μετατρέπεται σε χολερυθρίνη και απομακρύνεται με τα κόπρανα και τα ούρα. Η αιμοσφαιρίνη μπορεί να καθαριστεί απευθείας από τους νεφρούς με αποτέλεσμα τη γρήγορη κάθαρση της ελεύθερης αιμοσφαιρίνης αλλά προκαλώντας τη συνεχιζόμενη απώλεια των νεφρικών σωληναριακών κυττάρων που είναι φορτωμένα με αιμοσιδηρίνη για πολλές ημέρες. Πρόσθετες επιδράσεις της ελεύθερης αιμοσφαιρίνης φαίνεται να οφείλονται σε συγκεκριμένες αντιδράσεις με το μονοξείδιο αζώτου-ΝΟ.

    ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΑΙΜΟΛΥΤΙΚΗΣ ΑΝΑΙΜΙΑΣ

    Η διάγνωση της αιμολυτικής αναιμίας μπορεί να διαγνωσθεί μέσω των συμπτωμάτων και βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην παρουσία αναιμίας, στο αυξημένο ποσοστό ανώριμων ερυθρών αιμοσφαιρίων και στη μείωση των επιπέδων της απτοσφαιρίνης, μιας πρωτεΐνης που δεσμεύεται με την ελεύθερη αιμοσφαιρίνη. Η εξέταση του επιχρίσματος του περιφερικού αίματος και κάποιες άλλες εργαστηριακές μελέτες μπορούν να συμβάλουν στη διάγνωση. Τα συμπτώματα της αιμολυτικής αναιμίας περιλαμβάνουν αυτά που μπορεί να εμφανιστούν σε όλες τις αναιμίες καθώς και τις συγκεκριμένες συνέπειες της αιμόλυσης. Όλες οι αναιμίες μπορεί να προκαλέσουν κόπωση, δύσπνοια, μειωμένη ικανότητα άσκησης όταν είναι σοβαρές. Τα συμπτώματα που σχετίζονται ειδικά με την αιμόλυση περιλαμβάνουν ίκτερο και σκουρόχρωμα ούρα λόγω της παρουσίας αιμοσφαιρίνης (αιμοσφαιρινουρία). Η άμεση εξέταση του αίματος κάτω από μικροσκόπιο σε ένα επίχρισμα περιφερικού αίματος μπορεί να δείξει θραύσματα ερυθρών αιμοσφαιρίων που ονομάζονται σχιστοκύτταρα, ερυθρά αιμοσφαίρια που μοιάζουν με σφαίρες (σφαιροκύτταρα) και/ή ερυθρά αιμοσφαίρια που λείπουν μικρά κομμάτια. Ένας αυξημένος αριθμός νέων ερυθρών αιμοσφαιρίων (δικτυοερυθροκύτταρα) μπορεί επίσης να είναι σημείο αντιστάθμισης του μυελού των οστών για την αναιμία. Οι εργαστηριακές μελέτες που χρησιμοποιούνται συνήθως για τη διερεύνηση της αιμολυτικής αναιμίας περιλαμβάνουν εξετάσεις αίματος για προϊόντα διάσπασης ερυθρών αιμοσφαιρίων, χολερυθρίνη και γαλακτική αφυδρογονάση, απτοσφαιρίνη και την άμεση Coombs για την αξιολόγηση της δέσμευσης αντισωμάτων στα ερυθρά αιμοσφαίρια που υποδηλώνει αυτοάνοση αιμολυτική αναιμία.

    ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΑΙΜΟΛΥΤΙΚΗΣ ΑΝΑΙΜΙΑΣ

    • Εξατομίκευση για ειδικές αιμολυτικές νόσους.
    • Η σπληνεκτομή ή η αντικατάσταση του σιδήρου μπορεί να είναι κατάλληλοι χειρισμοί

    Η οριστική θεραπεία εξαρτάται από την αιτία:

    • Συμπτωματική θεραπεία μπορεί να δοθεί με μετάγγιση αίματος, εάν υπάρχει έντονη αναιμία. Ένα θετικό τεστ Coombs είναι μια σχετική αντένδειξη για μετάγγιση στον ασθενή. Στην ψυχρή αιμολυτική αναιμία υπάρχει πλεονέκτημα στη μετάγγιση θερμαινόμενου αίματος.
    • Σε σοβαρή αιμολυτική αναιμία που σχετίζεται με το ανοσοποιητικό, μερικές φορές είναι απαραίτητη η θεραπεία με στεροειδή.
    • Σε περιπτώσεις ανθεκτικές στα στεροειδή, μπορεί να εξεταστεί το rituximab ή η προσθήκη ενός ανοσοκατασταλτικού (αζαθειοπρίνη, κυκλοφωσφαμίδη).
    • Ο συνδυασμός μεθυλπρεδνιζολόνης και ενδοφλέβιας ανοσοσφαιρίνης μπορεί να ελέγξει την αιμόλυση σε οξείες σοβαρές περιπτώσεις.
    • Μερικές φορές η σπληνεκτομή μπορεί να είναι χρήσιμη όπου η εξωαγγειακή αιμόλυση ή η κληρονομική σφαιροκυττάρωση είναι κυρίαρχη (δηλαδή, τα περισσότερα ερυθρά αιμοσφαίρια αφαιρούνται από τον σπλήνα).

    Η αιμολυτική αναιμία επηρεάζει και ορισμένα ζωικά είδη, όπως μαύρους ρινόκερους που κρατούνται σε αιχμαλωσία (20% των αιχμάλωτων ρινόκερων). Η ασθένεια εντοπίζεται και στους άγριους ρινόκερους. Οι σκύλοι και οι γάτες διαφέρουν ελαφρώς από τους ανθρώπους σε ορισμένες λεπτομέρειες λόγω της σύστασης των ερυθρών αιμοσφαιρίων τους και έχουν ευαισθησία σε οξειδωτική βλάβη, όπως από την κατανάλωση κρεμμυδιού. Το σκόρδο είναι λιγότερο τοξικό για τους σκύλους από το κρεμμύδι.

    Τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για την αναιμία

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για την αναιμία

    Hemolytic Anemia from Footstrikes blood cells featured

    Διαβάστε, επίσης,

    Χρήσιμες πληροφορίες για τη λοιμώδη μονοπυρήνωση

    Μυελοϋπερπλαστικά σύνδρομα

    Χρήσιμες πληροφορίες για το συστηματικό ερυθηματώδη λύκο (ΣΕΛ)

    Χρήσιμες πληροφορίες για τη στένωση αορτικής βαλβίδας

    Χρήσιμες πληροφορίες για την αυτοάνοση αιμολυτική αναιμία

    Μήπως έχετε αναιμία;

    Ιδιοπαθής θρομβοπενική πορφύρα

    Όλες οι αιτίες των λευχαιμιών

    Θρομβωτική θρομβοπενική πορφύρα

    Αυτοάνοση αιμολυτική αναιμία

    Αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο

    Πορφυρία

    Αντιπυρηνικά αντισώματα

    Θρομβοπενία

    Γιατί κάποιος παθαίνει λευχαιμία

    Εργαστηριακές εξετάσεις για την αιμολυτική αναιμία

    Αιμολυτική αναιμία

    Εργαστηριακές εξετάσεις για την αναιμία

    Ο βασικός αιματολογικός έλεγχος

    Κυαμισμός

    Τεχνητός σπλήνας που καθαρίζει το αίμα

    Χρήσιμες πληροφορίες για την πνευμονία από μυκόπλασμα

    Δρεπανοκυτταρική αναιμία

    Η νόσος της αιμοσφαιρίνης C

    Ίκτερος

    Λοίμωξη από τον Ιό Epstein-Barr

    Ερυθροβλάστωση του εμβρύου

    Θαλασσαιμία

    Γιατί κάποιος παθαίνει χολολιθίαση

    Τι πρέπει να αποφεύγουν όσοι έχουν έλλειψη του ενζύμου G6PD

    Άτυπη πνευμονία

    Χολερυθρίνη αίματος

    Ελονοσία

    Xρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία

    www.emedi.gr