Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2013 10:43

Ακοκκιοκυτταραιμία

Γράφτηκε από την
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(3 ψήφοι)
Όταν ο αριθμός των ουδετερόφιλων λευκοκυττάρων είναι πολύ χαμηλός
Η ακοκκιοκυτταραιμία, ICD-10 D70, είναι μια παθολογική κατάσταση κατά την οποία  ο αριθμός των ουδετερόφιλων λευκοκυττάρων είναι κάτω των 100 κυττάρων/mm3, ενώ όταν είναι κάτω των 500/mm3 ονομάζεται ουδετεροπενία.
Οι ακόλουθοι όροι μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να καθοριστεί ο τύπος των κοκκιοκυττάρων:
  • Ανεπαρκής αριθμός των ουδετερόφιλων: ουδετεροπενία (πιο συνηθισμένη)
  • Ανεπαρκής αριθμός των ηωσινόφιλων: ηωσινοπενία (όχι συχνή)
  • Ανεπαρκής αριθμός των βασεόφιλων: βασεοπενία (πολύ σπάνια)

Αίτια
Οφείλεται συνήθως (60-80%) σε κυτταροστατικά  φάρμακα ή σε ακτινοβολία ή σπανιότερα είναι αλλεργικής αιτιολογίας.  Ορισμένα φάρμακα δρουν τοξικώς στο μυελό των οστών (κεντρική δράση) και άλλα δρουν και καταστρέφουν τα λευκοκύτταρα στο περιφερικό αίμα μέσω ανοσολογικού μηχανισμού, κατά τον οποίον το φάρμακο έχει δράση απτίνης (περιφερική δράση).
Τα φάρμακα αυτά είναι σχεδόν τα ίδια με εκείνα που κάνουν απλαστική αναιμία. Βέβαια ισχύει και εδώ, ότι μερικών φαρμάκων η βλάβη έχει σχέση με τη δόση τους και άλλων έχει σχέση με την ιδιοσυγκρασία του ατόμου. Είναι απαραίτητος ο έλεγχος των λευκών, όταν γίνεται λήψη τέτοιων φαρμάκων.
Οι συνηθέστερες ομάδες φαρμάκων που προκαλούν ακοκκιοκυτταραιμία:
•        Παράγωγα πυραζολόνης π.χ. μεθιμαζόλη, σκευάσματα χρυσού, p-αμινοσαλικυλικό οξύ, παράγωγα πενικιλλίνης, προπανολόλη.
•        Παράγωγα φαινοθειαζίνης π.χ. φαινοθειαζίνη, οξυφαινβουταζόνη, φαινυλβουταζόνη, θυρεοστατικά με θείο, σουλφοναμίδες, σουλφονυλουρίες, θειαζιδικά διουρητικά.
Ένας μεγάλος αριθμός φαρμάκων, έχουν συσχετιστεί με ακοκκιοκυτταραιμία, συμπεριλαμβανομένων των αντιεπιληπτικών, αντιθυρεοειδικών φαρμάκων (καρβιμαζόλη, μεθιμαζόλη, και προπυλθειουρακίλη), αντιβιοτικά (πενικιλίνη, χλωραμφενικόλη και κοτριμοξαζόλη), κυτταροτοξικά φάρμακα, χρυσός, ΜΣΑΦ (ινδομεθακίνη, ναπροξένη, φαινυλβουταζόνη, μεταμιζόλη), μεβενδαζόλη, το αντικαταθλιπτικό μιρταζαπίνη, και μερικά αντιψυχωσικά (κλοζαπίνη), γι' αυτό πρέπει συχνά, να ελέγχεται η γενική αίματος.
Αν και η αντίδραση είναι γενικά ιδιοσυγκρασιακή και όχι αναλογική, οι ειδικοί συστήνουν ότι οι ασθενείς που χρησιμοποιούν αυτά τα φάρμακα να παρακολουθούνται για συμπτώματα  ακοκκιοκυτταραιμίας που σχετίζονται με λοίμωξη, όπως πονόλαιμο και πυρετό.
Επίσης, η λεβαμιζόλη που είναι ένα αντιελμινθικό, δηλαδή αντιπαρασιτικό φάρμακο κάνει ακοκκιοκυτταραιμία.
Κλινική εικόνα: Πυρετός με ρίγος, κακουχία, διόγκωση τραχηλικών λεμφαδένων, νεκρωτικές εξελκώσεις στο στόμα και στο φάρυγγα, επιμένουσα κυνάγχη και σηψαιμία που οδηγεί συχνά στο θάνατο. Η θνητότητα είναι 40%.

Διάγνωση
Η διάγνωση γίνεται μετά από μια γενική εξέταση αίματος, που είναι μια εξέταση αίματος ρουτίνας. Ο απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων σε αυτό το τεστ θα είναι κάτω από 500, και μπορεί να φτάσει και τα 0 κύτταρα/mm³. Τα άλλα είδη των κυττάρων του αίματος είναι συνήθως παρόντα σε κανονικούς αριθμούς.
Για τη διάγνωση, επίσημα, της ακοκκιοκυτταραιμίας, άλλες παθολογικές καταστάσεις  με παρόμοια παρουσίαση πρέπει να αποκλείονται, όπως η απλαστική αναιμία, η παροξυσμική νυχτερινή αιμοσφαιρινουρία, η μυελοδυσπλασία, οι λευχαιμίες κ. α. Αυτό απαιτεί  εξέταση του μυελού των οστών, που δείχνει νορμοκυτταρική (φυσιολογικές ποσότητες και είδη των κυττάρων) μυελού των οστών με ανώριμα προμυελοκύτταρα. Τα ανώριμα προμυελοκύτταρα, εφόσον αναπτυχθούν πλήρως, θα ήταν τα κοκκιοκύτταρα.

Θεραπεία:
•        Διακοπή του ενόχου φαρμάκου.
•        Καταπολέμηση λοιμώξεων με τα κατάλληλα αντιβιοτικά.
•        Αποχή από υπεύθυνα αλλεργιογόνα.
•        Χορήγηση αυξητικών παραγόντων.
•        Σε ασθενείς που δεν έχουν συμπτώματα λοίμωξης, γίνεται  στενή παρακολούθηση με λήψη αίματος, διακοπή υπεύθυνων φαρμάκων, καθώς και γενικές συμβουλές σχετικά με τη σημασία του πυρετού, αν εμφανιστεί.
•        Η λοίμωξη σε ασθενείς με χαμηλά επίπεδα λευκών αιμοσφαιρίων, συνήθως, αντιμετωπίζεται επειγόντως, και συνήθως περιλαμβάνει αντιβιοτικά ευρέως φάσματος με πενικιλλίνη (πιπερακιλλίνη-ταζομπακτάμη ή τικαρκιλλίνη-κλαβουλανικό) ή κεφαλοσπορίνη (κεφταζιντίμη), ή μεροπενέμη σε συνδυασμό με γενταμυκίνη ή αμικασίνη.
•        Εάν ο ασθενής παραμένει εμπύρετος μετά από 4-5 ημέρες και ο αιτιολογικός οργανισμός για τη μόλυνση δεν έχει ταυτοποιηθεί, προστίθεται βανκομυκίνη, και στη συνέχεια ένας αντιμυκητιασικός παράγοντας (π.χ., αμφοτερικίνη Β).
•        Η χρήση ανασυνδυασμένων G-CSF (π.χ. φιλγραστίμη) συχνά οδηγεί σε αιματολογική ανάκαμψη.
•        Η μετάγγιση κοκκιοκυττάρων θα ήταν μια λύση στο πρόβλημα. Ωστόσο, τα κοκκιοκύτταρα ζουν μόνο ~ 10 ώρες στην κυκλοφορία. Επιπλέον, υπάρχουν πολλές επιπλοκές.
Αν ξεπεραστεί η οξεία φάση, ανάκαμψη της παραγωγής κοκκιοκυττάρων γίνεται σε μία εβδομάδα.
Διαβάστε, επίσης,
Βιβλιογραφία
Κλινικός Οδηγός Παθολογίας, J. Braun, A. Schaffler, U. Renz, Εκδ. Πασχαλίδης
 
Διαβάστηκε 6080 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 26 Αυγούστου 2018 08:11
Σαββούλα Μάλλιου Κριαρά

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Σχετικά Άρθρα

  • HIV λοίμωξη και AIDS HIV λοίμωξη και AIDS

    Το σύνδρομο επίκτητης ανοσοανεπάρκειας

     

    Η μόλυνση από τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας και το σύνδρομο επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας (HIV/AIDS) είναι ένα φάσμα καταστάσεων που προκαλούνται από μόλυνση από τον ιό ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV).

    Μετά την αρχική λοίμωξη, ένα άτομο μπορεί να μην παρατηρήσει συμπτώματα ή να εμφανίσει μια σύντομη περίοδο ασθένειας που μοιάζει με γρίπη.

    Συνήθως, ακολουθείται από παρατεταμένη περίοδο χωρίς συμπτώματα.

    Εάν η λοίμωξη εξελίσσεται, παρεμβαίνει περισσότερο στο ανοσοποιητικό σύστημα, αυξάνοντας τον κίνδυνο ανάπτυξης κοινών λοιμώξεων, όπως η φυματίωση, καθώς και άλλες ευκαιριακές λοιμώξεις και όγκους που κατά τα άλλα είναι σπάνιοι σε άτομα που έχουν φυσιολογική ανοσοποιητική λειτουργία. Αυτά τα καθυστερημένα συμπτώματα μόλυνσης αναφέρονται ως σύνδρομο επίκτητης ανοσοανεπάρκειας (AIDS). Αυτό το στάδιο συνδέεται, επίσης, συχνά, με την ακούσια απώλεια βάρους.

    Ο ιός HIV εξαπλώνεται, κυρίως, από το σεξ χωρίς προστασία (συμπεριλαμβανομένου και του πρωκτικού και του στοματικού σεξ), από μολυσμένες μεταγγίσεις αίματος, από υποδερμικές, ενδοδερμικές, υποδόριες κι ενδοφλέβιες βελόνες και από τη μητέρα στο παιδί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, του τοκετού ή του θηλασμού. Μερικά σωματικά υγρά, όπως το σάλιο, ο ιδρώτας και τα δάκρυα, δεν πιστεύεται ότι  μεταδίδουν τον ιό. Ο HIV είναι μέλος της ομάδας ιών γνωστών ως ρετροϊών.

    Οι μέθοδοι πρόληψης περιλαμβάνουν: ασφαλές σεξ, χρήση καθαρών βελόνων, θεραπεία εκείνων που έχουν μολυνθεί και προφύλαξη πριν και μετά την έκθεση. Η ασθένεια σε ένα μωρό μπορεί συχνά να αποφευχθεί με τη χορήγηση αντιρετροϊκής φαρμακευτικής αγωγής τόσο στη μητέρα όσο και στο παιδί. Δεν υπάρχει θεραπεία ή εμβόλιο. Ωστόσο, η αντιρετροϊκή θεραπεία μπορεί να επιβραδύνει την πορεία της νόσου και μπορεί να οδηγήσει σε σχεδόν φυσιολογικό προσδόκιμο ζωής.

    Συνιστάται θεραπεία αμέσως μόλις γίνει η διάγνωση. Χωρίς θεραπεία, ο μέσος χρόνος επιβίωσης μετά τη μόλυνση είναι 11 χρόνια.

    Το 2018, περίπου 37,9 εκατομμύρια άνθρωποι ζούσαν με HIV και είχε ως αποτέλεσμα 770.000 θανάτους. Υπολογίζεται ότι 20,6 εκατομμύρια από αυτά ζουν στην Ανατολική και Νότια Αφρική. Μεταξύ του χρόνου που εντοπίστηκε το AIDS (στις αρχές της δεκαετίας του 1980) και του 2018, η ασθένεια προκάλεσε περίπου 32 εκατομμύρια θανάτους παγκοσμίως.

    Το HIV / AIDS θεωρείται πανδημία -δηλαδή ασθένεια που υπάρχει σε μια μεγάλη περιοχή και εξαπλώνεται ενεργά. Ο HIV μεταθόθηκε από πιθήκους, σε ανθρώπους στη δυτική-κεντρική Αφρική στις αρχές έως τα μέσα του 20ού αιώνα. Το AIDS αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά από τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των Ηνωμένων Πολιτειών (CDC) το 1981 και η αιτία του - η λοίμωξη από τον HIV - εντοπίστηκε στις αρχές της δεκαετίας.

    Το HIV / AIDS είχε μεγάλο αντίκτυπο στην κοινωνία, τόσο ως ασθένεια όσο και ως πηγή διακρίσεων. Η ασθένεια έχει, επίσης, μεγάλες οικονομικές επιπτώσεις. Υπάρχουν πολλές παρερμηνείες σχετικά με το HIV / AIDS, όπως η πεποίθηση ότι μπορεί να μεταδοθεί μέσω περιστασιακής μη σεξουαλικής επαφής. Η ασθένεια έχει αποτελέσει αντικείμενο πολλών αντιπαραθέσεων που αφορούν τη θρησκεία, συμπεριλαμβανομένης της θέσης της Καθολικής Εκκλησίας να μην υποστηρίζει τη χρήση προφυλακτικών ως πρόληψη. Έχει προσελκύσει τη διεθνή ιατρική και πολιτική προσοχή, καθώς και έγινε χρηματοδότηση μεγάλης κλίμακας από τότε που εντοπίστηκε στη δεκαετία του 1980.

    Ο ιός της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας είναι ένας ρετροϊός που προσβάλλει τα κύτταρα με υποδοχείς CD4 και κυρίως, τα CD4 λεμφοκύτταρα, που ονομάζονται, επίσης, Τ4 ή Τ-βοηθητικά κύτταρα).

    Η μόλυνση προκαλεί τον κυτταρικό θάνατο των λεμφοκυττάρων αυτών και την εξασθένηση, του ανοσολογικού συστήματος, που έχει σαν αποτέλεσμα την εμφάνιση ευκαιριακών λοιμώξεων, κακοηθειών και νευρολογικών διαταραχών. Οι ευκαιριακές αυτές λοιμώξεις χαρακτηρίζουν το σύνδρομο της επίκτητης ανοσοανεπάρκειας (AIDS).

    Από τις 1/1/93 όλα τα άτομα με μόλυνση από HIV και CD4 < 200 έχουν ταξινομηθεί ως AIDS.

    Ο HIV φαίνεται, να δρα απευθείας στο κεντρικό νευρικό σύστημα, το γαστρεντερικό σωλήνα και άλλα συστήματα.

    Αυτοάνοσα φαινόμενα φαίνεται, επίσης, να συμβάλλουν στο κλινικό φάσμα της νόσου.

    ΗΛΙΚΙΑΚΑ ΣΧΕΤΙΖΟΜΕΝΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ

    Παιδιατρικό: Εξελίσσεται πιο γρήγορα στα βρέφη

    Γηριατρικό: Εξελίσσεται πιο γρήγορα σε άτομα πάνω από 50

    ΚΥΗΣΗ: Δεν υπάρχει ακόμη διαμορφωμένο πλαίσιο φροντίδας. Φαίνεται να υπάρχει αυξημένος κίνδυνος μικροβιακής πνευμονίας στην κύηση και μερικές φορές πρόωρου τοκετού σε γυναίκες με HIV

    Γενετική: Δεν υπάρχει σχέση.

    Επίπτωση/Επιπολασμός στις ΗΠΑ: Πάνω από 250.000 μολυσμένα άτομα (δηλ. > 0,1%)

    Επικρατέστερη ηλικία: Νεαροί ενήλικες 25-44 ετών

    Επικρατέστερο φύλλο: Άνδρες > Γυναίκες

    AIDS HIV 1

    Ταξινομήσεις HIV/AIDS

    Δύο κύρια κλινικά συστήματα σταδιοποίησης χρησιμοποιούνται για την ταξινόμηση της νόσου που σχετίζεται με τον ιό HIV:

    Το σύστημα του ΠΟΥ για τη μόλυνση από τον ιό HIV και τη νόσο και το σύστημα ταξινόμησης CDC για τη μόλυνση από τον ιό HIV. 

    Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας πρότεινε για πρώτη φορά έναν ορισμό για το AIDS το 1986. Έκτοτε, η ταξινόμηση του ΠΟΥ έχει ενημερωθεί και επεκταθεί αρκετές φορές, με την πιο πρόσφατη έκδοση να δημοσιεύεται το 2007.

    Το σύστημα ΠΟΥ χρησιμοποιεί τις ακόλουθες κατηγορίες:

    Πρωτογενής λοίμωξη από τον ιό HIV: Μπορεί να είναι ασυμπτωματική ή να σχετίζεται με οξύ ρετροϊικό σύνδρομο 
    Στάδιο Ι: Η μόλυνση από τον ιό HIV είναι ασυμπτωματική με αριθμό CD4 + T κυττάρων μεγαλύτερο από 500 ανά μικρολίτρο (μl ή κυβικά mm) αίματος. Μπορεί να υπάρχει γενικευμένη διόγκωση των λεμφαδένων. 
    Στάδιο II: Ήπια συμπτώματα, τα οποία μπορεί να περιλαμβάνουν μικρές εκδηλώσεις από τους βλεννογόνους και υποτροπιάζουσες λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος. Αριθμός CD4 μικρότερος από 500 / μl 
    Στάδιο III: Προχωρημένα συμπτώματα, τα οποία μπορεί να περιλαμβάνουν ανεξήγητη χρόνια διάρροια για περισσότερο από ένα μήνα, σοβαρές βακτηριακές λοιμώξεις, συμπεριλαμβανομένης της φυματίωσης του πνεύμονα και αριθμός CD4 μικρότερος από 350 / μl [25]
    Στάδιο IV ή AIDS: Σοβαρά συμπτώματα, που περιλαμβάνουν τοξοπλάσμωση του εγκεφάλου, καντιντίαση του οισοφάγου, τραχείας, βρόγχων ή πνευμόνων και σάρκωμα Kaposi. Αριθμός CD4 μικρότερο από 200 / μl 

    Το σύστημα CDC χρησιμοποιεί τις ακόλουθες κατηγορίες CDC = Centers for Disease control = Κέντρα ελέγχου νόσων (στις ΗΠΑ):

    Στάδιο 0: ο χρόνος μεταξύ ενός αρνητικού ή απροσδιόριστου τεστ HIV που σε λιγότερο από 180 ημέρες γίνεται θετικό τεστ.
    Στάδιο 1: Αριθμός CD4 είναι 500 κύτταρα / μl και χωρίς συνθήκες που ορίζουν το AIDS.
    Στάδιο 2: Ο αριθμός CD4 είναι 200 ​​έως 500 κύτταρα / μl και δεν υπάρχουν συνθήκες που ορίζουν το AIDS.
    Στάδιο 3: Αριθμός CD4 ≤ 200 κύτταρα / μl ή συνθήκες που ορίζουν το AIDS.
    Άγνωστο: Εάν δεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες για οποιαδήποτε από τις παραπάνω ταξινομήσεις.

    Για σκοπούς επιτήρησης, η διάγνωση του AIDS παραμένει ακόμη και αν, μετά τη θεραπεία, ο αριθμός των κυττάρων CD4 + T αυξάνεται σε πάνω από 200 ανά μL αίματος ή άλλες ασθένειες που ορίζουν το AIDS. 

    AIDS HIV 2

    ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ HIV/AIDS

    CDC Σύστημα ταξινόμησης:

    • Οξεία λοίμωξη: σύνδρομο που μοιάζει με μονοπυρήνωση με πυρετό, εξάνθημα, μυαλγίες και κακουχία (πρόκειται για ένα αυτοπεριοριζόμενο σύνδρομο που εμφανίζεται 6-8 περίπου εβδομάδες μετά τη μόλυνση και σχετίζεται με την ανάπτυξη αντισωμάτων κατά του HIV).
    • Ασυμπτωματική λοίμωξη - παρατηρείται μετά την αρχική λοίμωξη - ποικίλη διάρκεια. 
    • Επίμονη γενικευμένη λεμφαδενοπάθεια: χαρακτηριστικά - διόγκωση λεμφαδένα 1 cm ή περισσότερο σε δύο ή τρεις εξωβουβωνικές εντοπίσεις. Η αδενοπάθεια επιμένει για πάνω από 3 μήνες, Δεν μπορεί να εξηγηθεί με την παρουσία άλλης πάθησης.
    • Άλλες παθήσεις:

    (Α) Γενικά: Πυρετός που διαρκεί πάνω από ένα μήνα, ακούσια απώλεια βάρους πάνω από 10% του βασικού σωματικού βάρους, επίμονη διάρροια, δερματικό εξάνθημα, βαριά χρόνια αδυναμία

    (Β) Νευρολογικές παθήσεις: Άνοια, μυελοπάθεια ή περιφερική νευροπάθεια που δεν εξηγείται απο άλλη πάθηση

    (Γ) Δευτεροπαθείς λοιμώξεις:

    1) ευκαιριακές λοιμώξεις που χαρακτηρίζουν το AIDS: πνευμονία από pneumocystis carinii, χρόνια κρυπτοσποριδιακή διάρροια, τοξοπλάσμωση του εγκεφάλου, εξωεντερική στρογγυλίαση, ισοσπορίαση, οισοφαγική, βρογχική ή πνευμονική καντιντίαση, κρυπτοκοκκίαση, ιστοπλάσμωση, κοκκιδιοειδομύκωση, γενικευμένη λοίμωξη από μυκοβακτηρίδια, λοίμωξη από κυτταρομεγαλοϊό, χρόνια βλεννογονοδερματική ή γενικευμένη ερπητική λοίμωξη, προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια, τοξοπλάσμωση

    2) Άλλες ειδικές λοιμώξεις: τριχωτή λευκοπλακία του στόματος, έρπητας ζωστήρας με πολλαπλές εντοπίσεις, νοκαρδίωση, φυματίωση (πνευμονική), υποτροπιάζουσα βακτηριαιμία με σαλμονέλλα, στοματική καντιντίαση

    Δ) Δευτεροπαθείς καρκίνοι: Σάρκωμα Kaposi, λέμφωμα μη Hodgkin και λέμφωμα του εγκεφάλου. Αυξημένος κίνδυνος τραχηλικού καρκίνου σε γυναίκες με HIV. Επίχρισμα κατά Παπανικολάου κάθε 6 μήνες ή πιο συχνά

    • Άλλες καταστάσεις: αντιπροσωπεύουν κλινικές εκδηλώσεις ή παθήσεις που δεν αναφέρονται παραπάνω αλλά μπορούν να αποδοθούν σε λοίμωξη απο HIV.

    Περιλαμβάνονται: ιδιοπαθής θρομβοπενική πορφύρα, σμηγματοροϊκή δερματίτιδα, χρόνια λεμφοειδής διάμεση πνευμονίτιδα, αλωπεκία και νεφροπάθεια.

    ΑΙΤΙΑ HIV/AIDS

    Λοίμωξη από τον ανθρώπινο ιό της ανοσοανεπάρκειας (HIV)

    ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ HIV/AIDS

    • Σεξουαλική δραστηριότητα: οι ομοφυλόφιλοι άνδρες έχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο. Όλα όμως τα σεξουαλικά δραστήρια άτομα έχουν κάποιο κίνδυνο ο οποίος εξαρτάται από τους παράγοντες κινδύνου και τον αριθμό των ερωτικών συντρόφων τους.
    • Ενδοφλέβια χρήση ουσιών (κοινή χρήση μολυσμένων συριγγών) 
    • Μεταγγίσεις αίματος ή προϊόντων αίματος. Μεγαλύτερος κίνδυνος υπήρχε από το 1975 μέχρι το Μάρτιο του 1985 οπότε καθιερώθηκε η εξέταση του αίματος για HIV. H μετάδοση πριν και μετά τη χρονική αυτή περίοδο αν και αποκλείεται είναι λιγότερη πιθανή.
    • Οι αιμορροφιλικοί στους οποίους έχουν χορηγηθεί κατεψυγμένα προϊόντα πλάσματος έχουν μεγάλο κίνδυνο, όπως και η ανοσοσφαιρίνη και το εμβόλιο για την ηπατίτιδα Β.
    • Παιδιά μητέρων με λοίμωξη του HIV: περίπου 30% των παιδιών αυτών θα μολυνθούν κατά τη διάρκεια της κύησης. Ο θηλασμός αποτελεί μια πιθανή οδό μετάδοσης και γι' αυτό δεν συνιστάται σε προσβεβλημένες μητέρες.
    • Προσωπικό υγείας: ο μεγαλύτερος κίνδυνος προέρχεται από ακούσιο τρύπημα με βελόνα (ο κίνδυνος υπολογίζεται σε 1 ανά 250).

    AIDS HIV 3

    ΔΙΑΓΝΩΣΗ HIV/AIDS

    ΔΙΑΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ HIV/AIDS

    Πολλές παθήσεις μιμούνται τη λοίμωξη από HIV.

    Ελέγξτε κάθε ασθενή για HIV όταν υπάρχει παρατεταμένη νόσηση, χωρίς, προφανή εξήγηση.

    ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ HIV/AIDS

    ELISA

    • Χαρακτηρίζεται ως αντιδρώσα ή μη αντιδρώσα. Οι αντιδρώσες δοκιμασίες πρέπει να επαναλαμβάνονται. Εξετάστε τις επαναλαμβανόμενες αντιδρώσες δοκιμασίες με ένα άλλο είδος δοκιμασίας (συνήθως, με  WESTERN BLOT).
    • Η ευαισθησία και ειδικότητα της δοκιμασίας ELISA είναι μεγαλύτερη από 98% και μπορει να προσεγγίζει το 100%. 

    Western Blot (WB)    

    • Τα αποτελέσματα της μεθόδου είναι θετικά, αρνητικά ή ακαθόριστα (τα τελευταία οφείλονται σε μη ειδικές αντιδράσεις του αρνητικού HIV ορού με κάποιες πρωτεϊνες του HIV)
    •  Η CDC συνιστά, πλέον, την αντίδραση σε δύο από τις ακόλουθες τρεις ζώνες κριτήρια θετικότητας: P24,gp41 και gp120/160. Αν τα αποτελέσματα της μεθόδου WB είναι ασαφή πρέπει να γίνεται επανεξέταση σε 3 και 6 μήνες.

    Δοκιμασίες για HIV αντίγονα (HIV P24 αντίγονο) ή HIV πυρηνικά οξέα (αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης):

    • Γίνονται αλλά είναι ακριβά και περιορισμένης αξίας για την ώρα.

    Τα περισσότερα άτομα που έχουν μολυνθεί με HIV αναπτύσσουν συγκεκριμένα αντισώματα εντός τριών έως δώδεκα εβδομάδων μετά την αρχική λοίμωξη. Η διάγνωση του πρωτογενούς HIV πριν από την ορομετατροπή γίνεται με μέτρηση του HIV-RNA ή του αντιγόνου p24. Τα θετικά αποτελέσματα που λαμβάνονται με έλεγχο αντισωμάτων ή PCR επιβεβαιώνονται είτε με διαφορετικό αντίσωμα είτε με PCR. 

    Οι εξετάσεις αντισωμάτων σε παιδιά ηλικίας κάτω των 18 μηνών είναι, συνήθως, ανακριβείς, λόγω της συνεχιζόμενης παρουσίας μητρικών αντισωμάτων. Έτσι, η μόλυνση από HIV μπορεί να διαγνωστεί μόνο με δοκιμή PCR για HIV RNA ή DNA, ή μέσω δοκιμής για το αντιγόνο ρ24. Ένα μεγάλο μέρος του κόσμου στερείται πρόσβασης σε αξιόπιστες δοκιμές PCR και οι άνθρωποι σε πολλά μέρη περιμένουν απλώς μέχρι να εμφανιστούν τα συμπτώματα ή το παιδί να είναι αρκετά μεγάλο για ακριβή εξέταση αντισωμάτων. 

    Φάρμακα που μπορεί να μεταβάλλουν τα ευρήματα: Κανένα

    Διαταραχές που μπορεί να μεταβάλλουν τα ευρήματα: Καμία

    ΠΑΘΟΛΟΓΟΑΝΑΤΟΜΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ -

    ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ Αυτές που ενδείκνυνται σε υποψία ευκαιριακής λοίμωξης και καταστάσεων που σχετίζονται με HIV.

    ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ Αυτές που ενδείκνυνται σε υποψία ευκαιριακής λοίμωξης και καταστάσεων που σχετίζονται με HIV.

    ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΕΣ ΜΕΘΟΔΟΙ-

    AIDS HIV 4

    ΘΕΡΑΠΕΙΑ HIV/AIDS

    ΕΝΔΕΙΚΝΥΟΜΕΝΗ ΑΓΩΓΗ ΥΓΕΙΑΣ 

    ΓΕΝΙΚΑ ΜΕΤΡΑ

    Ατομικό αναμνηστικό όπου περιλαμβάνονται οι σεξουαλικά μεταδιδόμενες παθήσεις και η φυματίωση με ημερομηνίες και θεραπείες.

    Ανασκόπηση των συστημάτων για πυρετό, ρίγη, διάρροια, απώλεια βάρους, αδυναμία, αδενοπάθεια, βήχα, δύσπνοια προσπάθειας, οπτικές διαταραχές, κεφαλαλγία, νευρολογικές διαταραχές, δερματικό εξάνθημα, στοματικό άλγος, παραρρινοκολπίτιδα, οδυνοφαγία

    Κοινωνικό ιστορικό

    Πλήρης φυσική εξέταση και επίχρισμα κατά Παπανικολάου

    Ανασκόπηση εμβολιασμών (το αντιπνευμονιοκοκκικό, το αντιγριππικό και το αντιτετανικό εμβόλιο, συνιστώνται MONO σε ενήλικες). Το πολυδύναμο εμβόλιο της πολυομελίτιδας (OPV) αντενδείκνυται στα παιδιά (χορηγείστε το αδρανοποιημένο εμβόλιο IPV)].

    ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΝΑ ΜΗ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΕΜΒΟΛΙΑ

    Εξετάσεις: Γενική αίματος, τύπος και αιμοπετάλια, όλα τα βιοχημικά, απόλυτος αριθμός CD4 και % λεμφοκύτταρα CD4, ηπατίτιδας B, ηπατίτιδας C και άλλες ηπατίτιδες ακτινογραφία θώρακα, Quantiferon, CMV και άλλες μικροβιολογικές εξετάσεις (EBV, TOXOTEST κ.ά)

    Ασθενείς με CD4 κύτταρα κάτω από 500 φαίνεται ότι βοηθούνται από την αντιρετροϊκή αγωγή με ζιδοβουδίνη και άλλους πιθανώς αντιρετροϊκούς παράγοντες.

    Σε ασθενείς με CD4 κύτταρα κάτω από 200, στοματική καντιντίαση ή άλλα σημεία σοβαρής ανοσοκαταστολής πρέπει να χορηγείται προφύλαξη για pneumonokystis carinii.

    Σε ασθενείς με CD4 κάτω από 100 πρέπει να χορηγείται προφύλαξη για Mycobacterium avium.

    ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ

    Παροτρύνετε τους ασθενείς να ασκούνται τακτικά.

    Πολλές κοινότητες με HIV ασθενείς οργανώνουν ομαδικές δραστηριότητες.

    ΔΙΑΙΤΑ

    • Συνιστάται καλή διατροφή
    • Αποφυγή ωμών αυγών μη παστεριωμένου γάλακτος και άλλων δυνητικά μολυσμένων τροφών
    • Πολλοί ασθενείς έχουν ανάγκη από υποκατάσταση βιταμινών (βιταμίνη Α, ψευδάργυρος, σίδηρος, πολυβιταμίνες
    • Η χρήση κάνναβης και πολλά συμπληρώματα διατροφής και εναλλακτικές θεραπείες χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία HIV/AIDS

    ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ

    •  Άμεση, πλήρης και αντικειμενική ενημέρωση για τους τρόπους μετάδοσης (κυρίως σεξουαλικά και με την κοινή χρήση συριγγών).
    • Διδάξτε όσους έχουν μολυνθεί πως να ελαχιστοποιήσουν τον κίνδυνο για τους άλλους.

    ΦΑΡΜΑΚΑ HIV/AIDS

    Προς το παρόν δεν υπάρχει θεραπεία, ούτε αποτελεσματικό εμβόλιο για τον ιό HIV.

    Η θεραπεία αποτελείται από την αντιρετροϊκή θεραπεία (HAART) που επιβραδύνει την εξέλιξη της νόσου.

    Η θεραπεία περιλαμβάνει, επίσης, την προληπτική την και ενεργή θεραπεία των ευκαιριακών λοιμώξεων. 

    Αντιιική θεραπεία

    Αρχικά, η θεραπεία είναι, συνήθως, ένας μη-νουκλεοσιδικός αναστολέας της αντίστροφης μεταγραφάσης (NNRTI) συν δύο αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης ανάλογου νουκλεοσιδίου (NRTIs).

    Τα τυπικά NRTI περιλαμβάνουν: ζιδοβουδίνη (AZT) ή τενοφοβίρη (TDF) και λαμιβουδίνη (3TC) ή emtricitabine (FTC).

    Από το 2019, τα dolutegravir / lamivudine / tenofovir αναφέρεονται από την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας ως θεραπεία πρώτης γραμμής για ενήλικες, με εναλλακτική την tenofovir / lamivudine / efavirenz.

    Συνδυασμοί παραγόντων που περιλαμβάνουν αναστολείς πρωτεάσης (PI) χρησιμοποιούνται εάν το παραπάνω σχήμα χάνει την αποτελεσματικότητά του.

    Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας και οι Ηνωμένες Πολιτείες συνιστούν αντιρετροϊκά άτομα σε όλες τις ηλικίες (συμπεριλαμβανομένων των εγκύων γυναικών) μόλις γίνει η διάγνωση, ανεξάρτητα από τον αριθμό των CD4.

    Μόλις ξεκινήσει η θεραπεία, συνιστάται να συνεχιστεί χωρίς διαλείμματα ή "διακοπές". Πολλοί άνθρωποι διαγιγνώσκονται μόνο αφού ιδανικά θα έπρεπε να είχε αρχίσει η θεραπεία.

    Το επιθυμητό αποτέλεσμα της θεραπείας είναι ένας μακροχρόνιος αριθμός HIV-RNA στο πλάσμα κάτω από 50 αντίγραφα / mL.

    Τα επίπεδα για να προσδιοριστεί εάν η θεραπεία είναι αποτελεσματική συνιστώνται αρχικά μετά από τέσσερις εβδομάδες και όταν τα επίπεδα πέσουν κάτω από 50 αντίγραφα / mL, οι έλεγχοι κάθε τρεις έως έξι μήνες είναι συνήθως επαρκείς.

    Ο ανεπαρκής έλεγχος θεωρείται μεγαλύτερος από 400 αντίγραφα / mL. [28] Βάσει αυτών των κριτηρίων, η θεραπεία είναι αποτελεσματική σε περισσότερο από 95% των ανθρώπων κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους. 

    Τα οφέλη της θεραπείας περιλαμβάνουν μειωμένο κίνδυνο εξέλιξης στο AIDS και μειωμένο κίνδυνο θανάτου.

    Στον αναπτυσσόμενο κόσμο, η θεραπεία βελτιώνει, επίσης, τη σωματική και ψυχική υγεία. Με τη θεραπεία, υπάρχει 70% μειωμένος κίνδυνος εμφάνισης φυματίωσης.

    Τα πρόσθετα οφέλη περιλαμβάνουν μειωμένο κίνδυνο μετάδοσης της νόσου σε σεξουαλικούς συντρόφους και μείωση της μετάδοσης από τη μητέρα σε παιδί.

    Η αποτελεσματικότητα της θεραπείας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη συμμόρφωση.

    Οι λόγοι για τη μη τήρηση της θεραπείας περιλαμβάνουν την κακή πρόσβαση στην ιατρική περίθαλψη, ανεπαρκή κοινωνική υποστήριξη, ψυχική ασθένεια και κατάχρηση ναρκωτικών.

    Η πολυπλοκότητα των θεραπειών (λόγω του αριθμού των χαπιών και της συχνότητας δοσολογίας) και οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να μειώσουν τη συμμόρφωση.

    Συγκεκριμένες ανεπιθύμητες ενέργειες σχετίζονται με τον αντιρετροϊκό παράγοντα που λαμβάνεται.

    Ορισμένες σχετικά συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν: σύνδρομο λιποδυστροφίας, δυσλιπιδαιμία και σακχαρώδης διαβήτης, ειδικά με τους αναστολείς πρωτεάσης. Άλλα συχνά συμπτώματα είναι η διάρροια και ο αυξημένος κίνδυνος καρδιαγγειακής νόσου. Οι νεότερες προτεινόμενες θεραπείες σχετίζονται με λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες.  Ορισμένα φάρμακα μπορεί να σχετίζονται με γενετικές ανωμαλίες και ως εκ τούτου μπορεί να είναι ακατάλληλα για γυναίκες που ελπίζουν να κάνουν παιδιά, ακοκκιοκυτταραιμία και αναιμία (δοσοεξαρτώμενη τοξικότητα), κεφαλαλγία, ναυτία και εμετοί, μυϊκή αδυναμία, αποχρωματισμός των νυχιών και αδυναμία, τοξικότητα από το αιμοποιητικό. 

    Οι συστάσεις θεραπείας για παιδιά είναι, κάπως, διαφορετικές από αυτές για ενήλικες. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συνιστά τη θεραπεία όλων των παιδιών κάτω των 5 ετών. Παιδιά άνω των 5 ετών αντιμετωπίζονται σαν ενήλικες. Οι κατευθυντήριες γραμμές των Ηνωμένων Πολιτειών συνιστούν τη θεραπεία όλων των παιδιών ηλικίας κάτω των 12 μηνών και σε όλα τα άτομα με HIV RNA έχουν περισσότερα από 100.000 αντίγραφα / mL μεταξύ ενός έτους και πέντε ετών.

    Παρακολούθηση

    Γενική αίματος και βιοχημικά σε δύο και τέσσερις εβδομάδες, στη συνέχεια μια φορά το μήνα για τρεις μήνες, και τέλος κάθε τρεις μήνες.

    AIDS HIV 6

    ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ HIV/AIDS

    ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ

    •  Η συχνότητα καθορίζεται κυρίως από την φυσική και ψυχολογική κατάσταση του ασθενούς και από την ανάγκη παρακολούθησης της τοξικότητας των φαρμάκων και της ανοσολογικής λειτουργίας
    •  Εξέταση των κυττάρων CD4 κάθε τρεις μήνες
    •  Πλήρης, προσεκτική φυσική κατάσταση
    •  Διεξοδική ανασκόπηση συστημάτων εστιάζοντας κατά κύριο λόγο σε συμπτώματα από το νευρικό (λοίμωξη ΚΝΣ, κακοήθεια ή άνοια), οπτικές διαταραχές (αμφιβληστροειδοπάθεια από CMV), διάρροια, πυρετό, νυχτερινούς ιδρώτες, δύσπνοια, δύσπνοια προσπαθείας (πνευμονία από pneumonokystis cariniii σε αρχικά στάδια) και οδυνοφαγία (οισοφαγική καντιντίαση)

    ΠΡΟΛΗΨΗ/ΑΠΟΦΥΓΗ HIV/AIDS

    Αν είναι δυνατόν: αποφύγετε προϊόντα αίματος που δεν έχουν ελεγχθεί, αποφύγετε τη σεξουαλική επαφή χωρίς προφύλαξη, χρησιμοποιήστε προφυλακτικά, αποφύγετε την ενδοφλέβια χρήση ουσιών, αποφύγετε τα σωματικά υγρά των φορέων HIV

    ΠΙΘΑΝΕΣ ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ HIV/AIDS

    • Ανοσοανεπάρκεια
    • Ευκαιριακές λοιμώξεις 
    • Σάρκωμα Kaposi
    • Μηνιγγοεγκεφαλίτιδα σε AIDS
    • Νευροψυχιατρικά συμπτώματα
    • Θρομβοπενία 

    ΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΗ ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΓΝΩΣΗ HIV/AIDS

    Όταν η λοίμωξη από HIV εξελιχθεί σε AIDS, το προσδόκιμο επιβίωσης είναι 2 εώς 3 χρόνια.

    Οι ευκαιριακές λοιμώξεις που χαρακτηρίζουν το AIDS δεν εμφανίζονται συνήθως πριν τα CD4 μειωθούν κάτω από 200.

    Στη λοίμωξη από HIV ο αριθμός των CD4 μειώνεται με ένα ρυθμό 50 με 80 κάθε χρόνο, ενώ μειώνονται με ταχύτερο ρυθμό όταν πέσουν κάτω από 200.

    ΔΙΑΦΟΡΑ

    ΣΧΕΤΙΖΟΜΕΝΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ HIV/AIDS

    • Σύμπλεγμα που σχετίζεται με AIDS, αλιθιασική χολοκυστίτιδα, ιός Epstein-Barr, ηπατίτιδα Β, ηπατίτιδα μη-Α, μη-Β και όσες αναφέρονται στα σημεία και συμπτώματα ως ευκαιριακές λοιμώξεις που χαρακτηρίζουν το AIDS
    • Σύφιλη: είναι πολύ πιο επιθετική σε ασθενείς με HIV. Η οριστική θεραπεία της σύφιλης σε άτομα με HIV αποτελεί ακόμη αντικείμενο διαμάχης: συμβουλευθείτε έναν ειδικό στις σεξουαλικά μεταδιδόμενες παθήσεις
    • Φυματίωση: Η ΤΒ έχει γίνει επιδημική σε άτομα με HIV. Σε λοίμωξη με HIV αλλάζει η αντιμετώπιση της ΤΒ και αν και όλα τα άτομα με ΤΒ πρέπει να ελέγχονται για HIV, αν δεν ελέγχονται, πρέπει να αντιμετωπίζονται με τρία φάρμακα, όπως και στη μόλυνση από HIV

    ΠΟΛΛΟΙ, ΠΛΕΟΝ, ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΕΠΙΚΤΗΤΗΣ ΑΝΟΣΟΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑΣ

    Τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τις λοιμώξεις

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τις λοιμώξεις

    AIDS HIV 5

    Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με το θεράποντα ιατρό.

    Διαβάστε, επίσης,

    Αντιεμβολιαστιακό κίνημα

    Ιστοπλάσμωση

    Κάνναβη και HIV/AIDS

    Η αντιεμετική δράση της κάνναβης

    Κάνναβη και αναλγησία

    Θεραπεία με δηλητήριο της μέλισσας

    Μπισκοτάκια πρόπολης

    Χρήσιμες ιατρικές συνταγές με καστορέλαιο

    Ιατρική κάνναβη και λεμφώματα

    Σάρκωμα Kaposi και κάνναβη

    Γιατί η κάνναβη θεραπεύει κάθε ασθένεια

    Τα οφέλη στην υγεία από την βιολογική πρωτεϊνη γάλακτος

    Ποιοι πρέπει να παίρνουν φαρμακευτική κάνναβη

    Χρήσιμες πληροφορίες για το AIDS

    Πρόγραμμα του ΟΗΕ για το HIV/AIDS

    Είναι ασφαλές το κάπνισμα με ναργιλέ;

    Ιατρικό αέριο υδρογόνο με θεραπευτικές ικανότητες

    Τα πολύτιμα συστατικά της αλόης

    Γλουταμίνη

    Θεραπεία του καρκίνου με την μηχανή Royal Rife

    Χρήσιμες πληροφορίες για την ψωρίαση

    Θειϊκή υδραζίνη για τον καρκίνο

    Το τσάι Ojibwa

    Συμπλήρωμα μετάλλων που κάνει θαύματα

    Χρήσιμες ιατρικές συνταγές με εχινάκεια

    GcMAF από το στόμα

    Η ανοσοθεραπεία του καρκίνου με Iscador

    Χυμός ινδικής μουριάς

    Οι τύποι καρκίνου που σχετίζονται με το AIDS

    Εξαιρετικό ρόφημα για την υγεία

    Πρωτοπαθές λέμφωμα του κεντρικού νευρικού συστήματος

    Χρήσιμες πληροφορίες για τους όγκους του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος

    Χρήσιμες πληροφορίες για τα σαρκώματα

    Τα παιδιά πρέπει να μαθαίνουν για το σεξ

    Όλες οι χρήσεις της αλόης

    Το μείγμα βοτάνων της EMEDI για τον καρκίνο

    Οι θεραπευτικές ιδιότητες του μοριακού υδρογόνου

    Τα επιθετικά λεμφώματα

    Τα οφέλη στην υγεία από την κατανάλωση φύλλων ελιάς

    Τα οφέλη στην υγεία από το Taheebo

    Οι ουρολοιμώξεις μπορεί να αντιμετωπισθούν με συμπληρώματα διατροφής

    Πρωτόγαλα

    Χρήσιμες πληροφορίες για το υπεροξείδιο του υδρογόνου

    Χρήσιμες πληροφορίες για τους όγκους εκ γεννητικών κυττάρων

    Καρκίνος πρωκτού

    Λάδι κάνναβης και καρκίνος

    Χρήσιμες ιατρικές συνταγές με προυνέλλα

    Οζονοθεραπεία

    Ιογενείς ηπατίτιδες

    Μάθετε να αξιολογείτε τη γενική αίματος

    Χρήσιμες πληροφορίες για την ηπατίτιδα C

    Νοσήματα ενδεικτικά πιθανού AIDS στα παιδιά

    Οι άφθες και η αντιμετώπισή τους

    Γλουταθειόνη

    Έλεγχος για AIDS στο σπίτι

    Ανοσοανεπάρκεια

    Ελιά και θεραπευτικές ιδιότητες

    Τοξοπλάσμωση

    Ελπίδες για ανάπτυξη εμβολίου για το AIDS

    Νόσος του Whipple

    Κνίδωση

    Nόσος Prion

    Γονόρροια

    Ανεξήγητη απώλεια βάρους

    Προσοχή στην καρνιτίνη

    Κρυπτοσποριδίωση

    Οξική μεγεστρόλη

    Μολυσµατική τέρµινθος

    Λοιμώδης μονοπυρήνωση

    Σύνδρομο Guillain Barre

    Σάρκωμα Kaposi

    Τραυματισμός με βελόνα

    Τα πιο συχνά βότανα και οι θεραπευτικές τους ιδιότητες

    Δραματοθεραπεία

    Είναι θαυματουργό το συμπλήρωμα MMS για τον καρκίνο;

    Λεμφοϋπερπλαστικές διαταραχές μετά από μεταμόσχευση συμπαγών οργάνων

    Αντιφυματικά φάρμακα

    Θεραπεία του καρκίνου όρχεως με μια ματιά

    Ιατρικό απόρρητο

    Kροταφική αρτηρίτιδα

    Κατάταξη μη-Hodgkin λεμφωμάτων

    Ανάπτυξη κακοήθειας μετά από μεταμόσχευση οργάνων

    Νόσοι από μεγαλοκυτταροϊό

    Γνωρίστε τα ομοιοπαθητικά φάρμακα

    Σύνδρομο παρκινσονισμού

    Κοκκιδιοειδομύκωση

    Πότε δεν γίνονται εμβόλια στα παιδιά

    Ποια είναι τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα;

    Η διαμάχη για τον θηλασμό

    www.emedi.gr

     

  • Πολύ χρήσιμες πληροφορίες για τη θυρεοειδίτιδα Πολύ χρήσιμες πληροφορίες για τη θυρεοειδίτιδα

    Ως θυρεοειδίτιδα ορίζεται ένας αριθμός φλεγμονωδών θυρεοειδικών διαταραχών

     

    Οι θυρεοειδίτιδες μπορούν να προκαλέσουν θυρεοειδική διόγκωση ή θυρεοειδική ατροφία.

    Οι θυρεοειδίτιδες μπορούν να οδηγήσουν σε υποθυρεοειδισμό ή υπερθυρεοειδισμό.

    Οι θυρεοειδίτιδες μπορεί να ιαθούν πλήρως.

    Επηρεάζονται το μεταβολικό σύστημα και το ενδοκρινικό σύστημα.

    Μορφές θυρεοειδίτιδας

    -Λεμφοκυτταρική θυρεοειδίτιδα

    Είναι η πιο συχνή θυρεοειδίτιδα, είναι αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα και παρουσιάζεται ως ασυμπτωματική διάχυτη βρογχοκήλη. Συχνά, γίνεται αντιληπτή, αφού η θυρεοειδική ατροφία και ο υποθυρεοειδισμός έχουν εγκατασταθεί και σπάνια γίνεται αντιληπτή στην υπερθυρεοειδική φάση, που είναι η θυρεοειδίτιδα Hashimoto.

    -Κοκκιωματώδης θυρεοειδίτιδα

    Σχετίζεται με ιογενή λοίμωξη και συνήθως, εμφανίζεται με έντονο θυρεοειδικό άλγος και προσβάλλει τον έναν ή και τους δύο λοβούς του θυρεοειδούς και συνοδεύεται από υπερθυρεοειδισμό που εξελίσσεται σε υποθυρεοειδισμό και τελικά ίαση.

    -Σιωπηλή θυρεοειδίτιδα

    Αυτόματα ιώμενος υποθυρεοειδισμός ή υποθυρεοειδισμός που σχετίζεται με την κύηση. Ακόμη μπορεί να είναι ιογενής θυρεοειδίτιδα χωρίς τον πόνο.

    -Διαπυητική θυρεοειδίτιδα

    Προκαλείται από βακτηριακή μόλυνση.

    -Ακτινική θυρεοειδίτιδα

    Προκαλείται από πρόσληψη ραδιονουκλεοτιδίων ή λόγω εξωτερικής ακτινοβόλησης.

    Η λεμφοκυτταρική θυρεοειδίτιδα αυξάνεται σε επίπτωση με την ηλικία πάνω από 10%, ιδίως άνω των 65 ετών.

    Η κοκκιωματώδης θυρεοειδίτιδα είναι πιο σπάνια κι έχει επιδημική μορφή.

    Οι θυρεοειδίτιδες παρατηρούνται σε όλες τις ηλικίες μετά την εφηβεία και είναι συχνότερες στις γυναίκες.

    thyroiditis 2

    Σημεία και συμπτώματα θυρεοειδίτιδας

    -Λεμφοκυτταρική θυρεοειδίτιδα

    Ύπουλη εγκατάσταση βρογχοκήλης που ανακαλύπτεται τυχαία

    Βραδεία εγκατάσταση υποθυρεοειδισμού

    Συσχέτιση με άλλες αυτοάνοσες ασθένειες

    -Κοκκιωματώδης θυρεοειδίτιδα

    Χρόνια φλεγμονώδης αντίδραση του θυρεοειδικού ιστού

    Προηγηθείσα μόλυνση από πολλούς ιούς

    Παράγοντες κινδύνου για θυρεοειδίτιδα

    -Λεμφοκυτταρική θυρεοειδίτιδα

    Θετικό κληρονομικό ιστορικό για θυρεοειδική νόσο

    Προηγηθείσες αυτοάνοσες διαταραχές, όπως διαβήτης τύπου 1, πρωτοπαθής επινεφριδιακή ανεπάρκεια, ρευματοειδής αρθρίτιδα, πρώιμη ωοθηκική ανεπάρκεια, κύηση και τοκετός

    -Κοκκιωματώδης θυρεοειδίτιδα

    Πρόσφατη ιογενής αναπνευστική μόλυνση

    Άλλες παρόμοιες περιπτώσεις στο οικείο περιβάλλον

    Διαφορική διάγνωση θυρεοειδίτιδας

    -Λεμφοκυτταρική θυρεοειδίτιδα

    Απλή βρογχοκήλη

    Ιωδοπενική βρογχοκήλη σε ενδημικές περιοχές

    Πρώιμη νόσος του Graves

    Βρογχοκήλη από θεραπεία με λίθιο

    -Κοκκιωματώδης θυρεοειδίτιδα

    Λοιμώξεις του στοματοφάρυγγα και της τραχείας

    Αιμορραγία μέσα σε μια θυρεοειδική κύστη

    Υποξεία συστηματική νόσος

    Διαπυητική θυρεοειδίτιδα

    thyroiditis 1

    Διάγνωση θυρεοειδίτιδας

    -Εργαστηριακά ευρήματα

    Λεμφοκυτταρική θυρεοειδίτιδα

    Αυξημένα αντιθυρεοειδικά αντισώματα

    Ελεύθερη θυροξίνη χαμηλότερη του φυσιολογικού και TSH μεγαλύτερη του 5 mcg/dl 

    Κοκκιωματώδης θυρεοειδίτιδα

    Αυξημένη ΤΚΕ

    Φυσιολογικά ή λίγο αυξημένα λευκά αιμοσφαίρια, χωρίς πολυμορφοπυρηνικό τύπο

    Ελεύθερη θυροξίνη μεγαλύτερη της φυσιολογικής τιμής και TSH πολύ χαμηλή (στην αρχή της νόσου)

    Φάρμακα που επηρεάζουν τα ευρήματα: θυρεοειδικές ορμόνες, κορτικοστερεοειδή, φάρμακα και σκιαγραφικά που περιέχουν ιώδιο, λίθιο

    Διαταραχές που μεταβάλλουν τα ευρήματα: Ιωδοπενία, μη θυρεοειδικά νοσήματα

    Εργαστηριακές εξετάσεις που πρέπει να γίνουν για τη διάγνωση της θυρεοειδίτιδας

    Αντιθυρεοειδικά αντισώματα

    Γενική αίματος και λευκά αιμοσφαίρια

    ΤΚΕ

    CRP ποσοτική

    Σελήνιο

    Βιταμίνη Ε

    Ιώδιο

    TSH

    FT3, FT4

    T3, T4

    Απεικονιστικές εξετάσεις που πρέπει να γίνουν για τη διάγνωση της θυρεοειδίτιδας

    Υπερηχογράφημα θυρεοειδούς

    Μαγνητική τραχήλου

    Παθολογοανατομικά ευρήματα σε περίπτωση χειρουργείου

    Λεμφοκυτταρική θυρεοειδίτιδα

    Λεμφοκυτταρική διήθηση

    Οξεόφιλος μεταβολή στα θυλακιώδη κύτταρα

    Ίνωση

    Ατροφία

    Κοκκιωματώδης θυρεοειδίτιδα

    Γιγαντοκύτταρα

    Μονοπυρηνική διήθηση

    thyroiditis 5

    Φάρμακα για τη θεραπεία της θυρεοειδίτιδας

    Λεμφοκυτταρική θυρεοειδίτιδα

    Λεβοθυροξίνη σε υποθυρεοειδισμό ή βρογχοκήλη. Γίνεται έναρξη με 25 mcg/ημέρα και αύξηση μέχρι η TSH να πέσει στα κατώτερα φυσιολογικά επίπεδα

    Προπυλθειουρακίλη και προπρανολόνη σε ασθενή με θυρεοτοξικά συμπτώματα. Πολλοί χορηγούν μεθιμαζόλη, αντί για Προπυλθειουρακίλη

    Κοκκιωματώδης θυρεοειδίτιδα

    Αναλγητικά με κωδεϊνη για τον πόνο

    Προπρανολόνη 40 mg κάθε 6 ώρες για συμπτωματικό υπερθυρεοειδισμό

    Λεβοθυροξίνη αν υπάρχουν συμπτώματα σε υποθυρεοειδισμό

    Πρεδνιζόνη σε βαριά συμπτώματα

    Θεραπεία συντήρησης

    Μετράται η TSH κάθε 2 μήνες, για να είναι στα κατώτερα φυσιολογικά επίπεδα

    Προσοχή!!! Τα χημικά φάρμακα έχουν παρενέργειες. Η Προπυλθειουρακίλη προκαλεί αλλεργίες, ειδικά, όταν λαμβάνονται αναλγητικά-ναρκωτικά. Η προπρανολόλη πρέπει να δίνεται με προσοχή σε όσους κάνουν ινσουλινοθεραπεία ή έχουν άσθμα. Η πρεδνιζόνη έχει πολλές παρενέργειες και το ίδιο και η λεβοθυροξίνη

    Να κόβετε τα χημικά φάρμακα όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Μπορεί να προκαλέσουν υποθυρεοειδισμό ή υπερθυρεοειδισμό κι έχουν πολλές παρενέργειες.

    Παρακολούθηση ασθενούς με θυρεοειδίτιδα

    Κάθε 12 μήνες στη λεμφοκυτταρική θυρεοειδίτιδα και κάθε 6 μήνες στην κοκκιωματώδη θυρεοειδίτιδα γίνεται έλεγχος θυρεοειδικής λειτουργίας.

    Πορεία και πρόγνωση θυρεοειδίτιδας

     Λεμφοκυτταρική θυρεοειδίτιδα

    Μόνιμη βρογχοκήλη και θυρεοειδική ανεπάρκεια, ειδικά, όταν λαμβάνεται για μεγάλο χρονικό διάστημα η φαρμακευτική αγωγή

    Κοκκιωματώδης θυρεοειδίτιδα

    Ίαση μετά εβδομάδες ή μήνες, ειδικά, όταν λαμβάνεται για μικρό χρονικό διάστημα η φαρμακευτική αγωγή

    Τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για το θυρεοειδή σας

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για το θυρεοειδή σας

    thyroiditis 4

    Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με το θεράποντα ιατρό.

    Διαβάστε, επίσης,

    Τα κανναβινοειδή είναι οι προστάτες της ομοιόστασης και της υγείας

    Οδηγός Συσχέτισης Κανναβινοειδών και Ασθενειών

    Το ενδοκανναβινοειδές σύστημα

    Θυρεοειδίτιδα Hashimoto και κάνναβη

    Νόσος του Hashimoto

    Τι είναι το μυξοίδημα

    Πώς η κακή υγεία του εντέρου προκαλεί υποθυρεοειδισμό

    Τεστ για να ελέγξετε το θυρεοειδή σας στο σπίτι

    Το ιώδιο στην εγκυμοσύνη είναι απαραίτητο

    Α1 αντιθρυψίνη

    Γιατί όσοι έχουν υποθυρεοειδισμό δε μπορούν να χάσουν βάρος

    Η βρογχοκήλη μπορεί να οφείλεται στη διατροφή

    Τι σημαίνουν οι νυχτερινές εφιδρώσεις

    Σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών και θυρεοειδίτιδα Hashimoto

    Χυμός για να ενισχύσετε το θυρεοειδή σας

    Καλσιτονίνη

    Αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα

    Υπερθυρεοειδισμός στην εγκυμοσύνη

    Σε ποιες ασθένειες χρησιμοποιούνται τα πεπτίδια

    Πότε πρέπει να ανησυχήσετε αν σας πέφτουν τα μαλλιά

    Οι ενδοκρινολογικές αιτίες πυρετού

    Όζοι του θυρεοειδούς

    Καρκίνος θυρεοειδούς

    Θυρεοειδίτιδες

    Θυρεοειδικές παθήσεις

    Τι είναι τα αντιθυρεοειδικά αντισώματα

    www.emedi.gr

     

     

     

     

     

     

     

     

     

  • Τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για την ενδομητρίωση Τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για την ενδομητρίωση

    Η ενδομητρίωση μπορεί να θεραπευτεί με συμπληρώματα διατροφής

     

    Η ενδομητρίωση είναι μια γυνακεία αναπαραγωγική διαταραχή στην οποία η ανάπτυξη κυττάρων από την εσωτερική επένδυση της μήτρας εξαπλώνεται σε άλλα μέρη του σώματος, όπως είναι οι ωοθήκες, το έντερο, η ουροδόχος κύστη, οι πνεύμονες, το μεσοθωράκιο, αλλά και αλλού.

    Τα ταχέως διαιρούμενα κύτταρα της ενδομητρίωσης διεγείρουν τη φλεγμονή, η οποία οδηγεί στην ανεξέλεγκτη απελευθέρωση ινώδους, την άναρχη πρόσληψη κυτοκινών και λευκών αιμοσφαιρίων και τον ακατάσχετο σχηματισμό ουλώδους ιστού.

    Η φλεγμονή της πυέλου μπορεί να προωθήσει την εξέλιξη της ενδομητρίωσης.

    Οι μεσολαβητές της φλεγμονής προκαλούν ίνωση και είναι υπεύθυνοι για την ανάπτυξη των συμπτωμάτων.

    Οι γυναίκες με ενδομητρίωση έχουν αυξημένα επίπεδα προφλεγμονωδών κυτοκινών, όπως ιντερλευκίνης 6 (IL6) και του παράγοντα νέκρωσης του όγκο άλφα (TNF-α).

    Επίσης, υπάρχει υπερπαραγωγή και αυξημένα επίπεδα του μετατρεπτικού παράγοντα ανάπτυξης όγκου βήτα (TGF-β).

    emdimitriosi 4

    Τα συμπτώματα της ενδομητρίωσης

    Συνήθως, οι γυναίκες με ενδομητρίωση είναι ασυμπτωματικές.

    Σε μερικές υπάρχει πυελικός πόνος και πόνος στη μήτρα.

    Μπορεί να υπάρχει ακανόνιστη αιμορραγία.

    Ακόμη μπορεί να συνυπάρχει διάρροια ή δυσκοιλιότητα.

    Ο πόνος στο κάτω μέρος της μέσης είναι συχνός.

    Τέλος, υπάρχουν επιπλοκές στη σύλληψη και την εγκυμοσύνη.

    Όταν η ενδομητρίωση εξαπλώνεται σε άλλα μέρη του σώματος οδηγεί σε πονοκεφάλους, πόνο στο στήθος, βήχα με αίμα κι επιληπτικές κρίσεις.

    emdimitriosi 1

    Τα καλύτερα συμπληρώματα διατροφής για την ενδομητρίωση

    Σερραπεπτάση

    Η σερραπεπτάση βοηθά στον έλεγχο της φλεγμονής και μειώνει τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων. Μειώνει την Ταχύτητα Καθιζήσεως Ερυθρών που είναι δείκτης φλεγμονής. Η σερραπεπτάση μειώνει την εντοπισμένη φλεγμονή και διασπά τους θρόμβους ινώδους στα όργανα και στην κυκλοφορία του αίματος και μειώνει, έτσι, τον πόνο και το οίδημα.

    Νατοκινάση

    Η νατοκινάση είναι και αυτή ένα ισχυρό ινωδολυτικό ένζυμο που δρα στην κυκλοφορία του αίματος. Η νατοκινάση είναι αποτελεσματική στη διάσπαση του ινώδους, άμεσα κι έμμεσα και διαλύει το ινώδες. Η νατοκινάση ενεργοποιεί τον ενεργοποιητή του πλασμινογόνου και αδρανοποιεί τον ενεργοποιητή πλασμινογόνου 1 κι αυξάνεται η πλασμίνη, μια ουσία που είναι φυσική πρωτεάση σερίνης που διασπά το ινώδες στο σώμα. Η νατοκινάση μειώνει τα επίπεδα του ινωδογόνου στο αίμα, που είναι ο πρόδρομος του ινώδους, τον παράγοντα πήξεως VII και τον παράγοντα πήξης VIII. Το ινωδογόνο και οι παράγοντες πήξης αυξάνουν την πήξη του αίματος και τη συσσσώρευση του ινώδους κι έτσι επιδεινώνεται η ενδομητρίωση. Η νατοκινάση έχει πιο ισχυρή ινωδολυτική δραστικότητα από την πλασμίνη και την ελαστάση.

    Βρομελίνη

    Η βρομελίνη έχει αντιφλεγμονώδεις κι ανοσορρυθμιστικές ιδιότητες. Η βρωμελίνη είναι αποτελεσματική στη μείωση της φλεγμονής και αναστέλλει τις κυτοκίνες. Η βρομελίνη μειώνει σημαντικά τον παράγοντα τον TNF-α και την IL-6 και τα δύο εκ των οποίων είναι αυξημένα σε άτομα με ενδομητρίωση. Η βρομελίνη είναι ικανή και παρεμβαίνει στη μετανάστευση των ουδετερόφιλων και τη μειώνει κατά 50-85%.

    Παπαϊνη

    Η πυελική φλεγμονή συμβάλλει στην εξέλιξη της πάθησης. Η μείωση των προφλεγμονωδών δεικτών, όπως της IL-6 και του TNF-α μειώνει την εξέλιξη της ενδομητρίωσης.  Η παπαϊνη αναστέλλει τις προσταγλανδίνες κι αναστέλλει επιλεκτικά την κυκλοοξυγενάση, ρυθμίζοντας, όπως αναφέρθηκε την IL-6 και τον TNF-α. Η παπαϊνη έχει ανοσοτροποιητικές ιδιότητες και βοηθάει στην ανεξέλεγκτη πρόσληψη των κυτοκινών κι έτσι αποτρέπονται οι ουλές στην ενδομητρίωση.

    Πρωτεάσες

    Οι πρωτεάσες προέρχονται από τον Aspergillus Oryzae κι εξαλείφουν αποτελεσματικά τη συσσώρευση του ινώδους. Η αγωγή με πρωτεάσες είναι αποτελεσματική στη μείωση του TGF-β και μετατρέπουν τον αναστολέα πρωτεάσης άλφα 2 μακροσφαιρίνη (a2M) σε μια εναλλακτική μορφή που δεσμεύεται στον TGF και μειώνει τις συγκεντρώσεις τους στο αίμα.

    Ρουτίνη

    Το οξειδωτικο στρες είναι κύριος μηχανισμός παθοφυσιολογίας στην ενδομητρίωση. Αυτό οφείλεται στην παραγωγή δραστικών μορφών οξυγόνου. Στην ενδομητρίωση υπάρχει ανισορροπία μεταξύ φάσης Ι και φάσης ΙΙ των μεταβολικών ενζύμων. Αυτό οδηγεί σε υπερβολική παραγωγή οιστρογόνων-OH και τροποποιημένο σχηματισμό δραστικών μορφών οξυγόνου, διεγείροντας τον πολλαπλασιασμό του έκτοπου ενδομητρίου.

    Οι δραστικές μορφές οξυγόνου είναι υπεύθυνες για τη διαμόρφωση της ανάπτυξης αυτών των κυττάρων του στρώματος του ενδομητρίου.

    Η ρουτίνη εξαλείφει τις ελεύθερες ρίζες και αναστέλλει την TNF-α διαμεσολαβούμενη διάσπαση του αγγειακού φραγμού.

    Amla

    Το Amla είναι αντιφλεγμονώδης παράγοντας στην ενδομητρίωση. Τα αντιοξειδωτικά, όπως το Amla είναι θεραπευτικά. Η αίμη και ο σίδηρος συμβάλλουν στο οξειδωτικό στρες κατά τη διάρκεια της εμμήνου ρύσεως και συσωρρεύονται στην περιτοναΪκή κοιλότητα. Τα αντιοξειδωτικά βοηθούν στην πρόληψη του προοξειδωτικού περιβάλλοντος στην περιτοναϊκή κοιλότητα, που συνδέεται με την ενδομητρίωση.

    Τα καλύτερα συμπληρώματα διατροφής για την ενδομητρίωση

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για την ενδομητρίωση

    emdimitriosi 3

    Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με το θεράποντα ιατρό.

    Διαβάστε, επίσης,

    Καταμήνιος πνευμοθώρακας

    Για πoιους λόγους δεν μπορείτε να κάνετε παιδί

    Ενδομήτριες συμφύσεις

    Σε ποιες ασθένειες χρησιμοποιούνται τα πεπτίδια

    Πονάτε κατά την σεξουαλική επαφή;

    Κύστη ωοθηκών

    Έκτοπη κύηση

    Ο καρκινικός δείκτης CA-125

    Ενδομητρίωση

    Δυσμηνόρροια

    Γιατί μια γυναίκα δεν μπορεί να μείνει έγκυος;

    Λεμφαγγειολειομυομάτωση

    www.emedi.gr

     

     

     

     

     

     

     

     

  • Οι ιατρικές χρήσεις της κολχικίνης Οι ιατρικές χρήσεις της κολχικίνης

    Χρήσιμες πληροφορίες για την κολχικίνη

     

    Η κολχικίνη (colchicine) διακόπτει τον κύκλο της εναπόθεσης κρυστάλλων ουρικού μονονατρίου στους ιστούς των αρθρώσεων.

    Επίσης, η κολχικίνη μειώνει την χημειοταξία και φαγοκυττάρωση των λευκοκυττάρων και αναστέλλει τον σχηματισμό και την απελευθέρωση μιας χημειοτακτικής γλυκοπρωτεΐνης που παράγεται κατά την φαγοκυττάρωση των κρυστάλλων ουρικού οξέος.

    Τέλος, η κολχικίνη αναστέλλει τη συναρμολόγηση των μικροσωληνίσκων σε διάφορα κύτταρα, συμπεριλαμβανομένων των λευκοκυττάρων, πιθανώς μέσω της σύνδεσής της και παρεμβαίνοντας με στον πολυμερισμό της τουμπουλίνης (υπομονάδας μικροσωληνίσκων).

    Τα παράγωγα κολχικίνης είναι αντινεοπλασματικοί και ανοσοτροποποιητικοί παράγοντες, αντινεοπλασματικά φάρμακα, φυτικά αλκαλοειδή, φάρμακα αρθροπαθειών και μυοσκελετικών παθήσεων και φάρμακα κατά της ουρικής αρθρίτιδας.

    Μία ομάδα Ελλήνων γιατρών και λοιμωξιολόγων ερευνά την επίδραση της συγκεκριμένης ουσίας σε ασθενείς με κορωνοϊό.

    Μελετάται για τη θεραπεία της πανδημίας COVID-19.

    Η κολχικίνη χρησιμοποιείται ανάμεσα σε άλλα και για καρδιακά νοσήματα.

    Η κολχικίνη είναι ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της ουρικής αρθρίτιδας και της νόσου του Behçet.

    Στην ουρική αρθρίτιδα, είναι λιγότερο προτιμητέα από τα ΜΣΑΦ ή τα στεροειδή.

    Άλλες χρήσεις της είναι η πρόληψη της περικαρδίτιδας και του οικογενή μεσογειακού πυρετού.

    Λαμβάνεται από το στόμα.

    kolcikin 2

    Οι συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι οι γαστρεντερικές διαταραχές, ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις.

    Οι σοβαρές παρενέργειες είναι τα χαμηλά λευκά αιμοσφαίρια και η ραβδομυόλυση.

    Η ασφάλεια χρήσης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης δεν είναι σαφής.

    Υπερβολικές δόσεις μπορεί να οδηγήσουν σε θάνατο.

    Η κολχικίνη δρα μειώνοντας τη φλεγμονή μέσω πολλαπλών μηχανισμών.

    Η κολχικίνη, με τη μορφή του κρόκου του φθινοπώρου, (Colchicum autumnale, κοινώς γνωστό ως κρόκος του φθινοπώρου, σαφράν λιβαδιού είναι ένα τοξικό φυτό που ανθίζει φθινόπωρο που μοιάζει με τους αληθινούς κρόκους, αλλά είναι μέλος της οικογένειας των φυτών Colchicaceae, σε αντίθεση με τους πραγματικούς κρόκους που ανήκουν στην οικογένεια Iridaceae.

    Χρησιμοποιείται, ήδη, από το 1500 π.Χ. για να θεραπεύει την οίδημα των αρθρώσεων. 

    kolcikin 10

    Ιατρικές χρήσεις κολχικίνης

    Αρθρίτιδα

    Η κολχικίνη είναι μια εναλλακτική λύση για όσους δεν μπορούν να ανεχθούν τα ΜΣΑΦ στην ουρική αρθρίτιδα. Σε υψηλές δόσεις, οι ανεπιθύμητες ενέργειες (κυρίως γαστρεντερικές διαταραχές) περιορίζουν τη χρήση της. Σε χαμηλή δόση (1,8 mg ανά ώρα ή 1,2 mg ημερησίως) μειώνει τα συμπτώματα της ουρικής αρθρίτιδας και του πόνου, ενώ η υψηλή δόση κολχικίνης (4,8 mg για 6 ώρες) είναι αποτελεσματική έναντι του πόνου, αλλά έχει σοβαρές παρενέργειες, όπως διάρροια, ναυτία ή έμετο.

    Για τη θεραπεία των συμπτωμάτων της ουρικής αρθρίτιδας, η κολχικίνη χρησιμοποιείται από το στόμα με ή χωρίς τροφή. Η κολχικίνη σε δοσολογία 0,6 mg δύο φορές ημερησίως) είναι αποτελεσματική ως μακροχρόνια προφύλαξη όταν χρησιμοποιείται με αλλοπουρινόλη για να μειώνει τον κίνδυνο αυξημένων επιπέδων ουρικού οξέος και τον κίνδυνο για οξεία εκδήλωση ουρικής αρθρίτιδας, αλλά έχει πολλές ανεπιθύμητες γαστρεντερικές διαταραχές.

    Άλλες χρήσεις της κολχικίνης

    Η κολχικίνη χρησιμοποιείται, επίσης, ως αντιφλεγμονώδης παράγοντας για τη μακροχρόνια θεραπεία της νόσου του Behçet. Φαίνεται να έχει περιορισμένη επίδραση στην υποτροπιάζουσα πολυχονδρίτιδα, αλλά είναι χρήσιμη στη θεραπεία της χοντρίτιδας και των ήπιων δερματικών συμπτωμάτων.

    Ακόμη, χρησιμοποιείται στην περικαρδίτιδα, στην πνευμονική ίνωση, στην κίρρωση των χοληφόρων, σε διάφορες αγγειίτιδες, στην ψευδοουρική αρθρίτιδα, στις σπονδυλοαρθροπάθειες, σε ασβεστώματα και αθηρωματικές πλάκες, στη σκληροδερμία και στην αμυλοείδωση.

    Χρησιμοποιείται, επίσης, στη θεραπεία του οικογενή μεσογειακού πυρετού, όπου μειώνει τις επιθέσεις και τον μακροπρόθεσμο κίνδυνο αμυλοείδωσης.

    Η κολχικίνη είναι αποτελεσματική για την πρόληψη της κολπικής μαρμαρυγής μετά από καρδιακή χειρουργική επέμβαση.

    Αντενδείξεις κολχικίνης

    Τα μακροχρόνια (προφυλακτικά) θεραπευτικά σχήματα της στοματικής κολχικίνης αντενδείκνυνται απολύτως σε άτομα με προχωρημένη νεφρική ανεπάρκεια (συμπεριλαμβανομένων εκείνων που βρίσκονται σε αιμοκάθαρση). Περίπου 10-20 τοις εκατό μιας δόσης κολχικίνης εκκρίνεται αμετάβλητη από τα νεφρά. Δεν απομακρύνεται με την αιμοκάθαρση. Η σωρευτική τοξικότητα προκαλεί σοβαρή νευρομυοπάθεια, με προοδευτική εμφάνιση κεντρικής αδυναμίας, αυξημένη κρεατινική κινάση (CPK) και αισθητικοκινητική πολυνευροπάθεια.

    Η τοξικότητα στην κολχικίνη μπορεί να ενισχυθεί από την ταυτόχρονη χρήση φαρμάκων που μειώνουν τη χοληστερόλη.

    kolcikin 1

    Δυσμενείς επιδράσεις κολχικίνης

    Θάνατος μπορεί να επέλθει σε υπερβολική δόση κολχικίνης. Οι τυπικές παρενέργειες των μέτριων δόσεων είναι οι γαστρεντερικές διαταραχές, η διάρροια και η ουδετεροπενία. Οι υψηλές δόσεις μπορούν, επίσης, να βλάψουν το μυελό των οστών, να οδηγήσουν σε αναιμία και να προκαλέσουν απώλεια μαλλιών. Όλες αυτές οι παρενέργειες μπορεί να προκύψουν από την αναστολή της μίτωσης, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει νευρομυϊκή τοξικότητα και ραβδομυόλυση.

    Τοξικότητα κολχικίνης

    Η δηλητηρίαση από κολχικίνη με υπερβολική δόση (εύρος οξείας δόσης 7 έως 26 mg) αρχίζει με μια γαστρεντερική φάση που εμφανίζεται 10-24 ώρες μετά την κατάποση, ακολουθούμενη από δυσλειτουργία πολλαπλών οργάνων που εμφανίζεται 24 ώρες έως 7 ημέρες μετά την κατάποση.

    Το προσβεβλημένο άτομο παθαίνει πολυοργανική ανεπάρκεια είτε ανακάμπτει μετά από αρκετές εβδομάδες.

    Η κολχικίνη μπορεί να είναι τοξική κατά την κατάποση, την εισπνοή ή την απορρόφηση από τα μάτια. Η κολχικίνη μπορεί να προκαλέσει προσωρινή θόλωση του κερατοειδούς και να απορροφηθεί στο σώμα, προκαλώντας συστηματική τοξικότητα. Τα συμπτώματα υπερδοσολογίας της κολχικίνης αρχίζουν 2 έως 24 ώρες μετά την κατάποση της τοξικής δόσης και περιλαμβάνουν καύσο στο στόμα και στο λαιμό, πυρετό, έμετο, διάρροια και κοιλιακό άλγος. Αυτό μπορεί να προκαλέσει υπογκαιμικό σοκ λόγω ακραίων αγγειακών βλαβών και απώλειας υγρών μέσω του γαστρεντερικού σωλήνα, γεγονός που μπορεί να είναι θανατηφόρο.

    Εάν ο προσβεβλημένος άνθρωπος επιβιώσει από τη γαστρεντερική φάση τοξικότητας, μπορεί να εμφανίσει πολυοργανική ανεπάρκεια. Προκαλείται νεφρική βλάβη, η οποία προκαλεί χαμηλή παραγωγή ούρων και αιματηρά ούρα. Ο χαμηλός αριθμό λευκών αιμοσφαιρίων μπορεί να διαρκέσει αρκετές ημέρες. Ακόμη, υπάρχει αναιμία, μυϊκή αδυναμία,  ηπατική ανεπάρκεια, ηπατομεγαλία, καταστολή του μυελού των οστών, θρομβοπενία, και προοδευτική παράλυση που οδηγεί σε δυνητικά μοιραία αναπνευστική ανεπάρκεια. Νευρολογικά συμπτώματα, επίσης, υπάρχουν, όπως, επιληπτικές κρίσεις, σύγχυση και παραλήρημα. Τα παιδιά μπορεί να εμφανίσουν ψευδαισθήσεις. Η ανάκτηση μπορεί να ξεκινήσει μέσα σε έξι έως οκτώ ημέρες και ξεκινά με την ανάκαμψη του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων και της αλωπεκίας, καθώς, οι λειτουργίες των οργάνων επιστρέφουν στο φυσιολογικό.

    Η μακροχρόνια έκθεση σε κολχικίνη μπορεί να οδηγήσει σε τοξικότητα, ιδιαίτερα του μυελού των οστών, των νεφρών και των νεύρων. Οι επιδράσεις της μακροχρόνιας τοξικότητας στην κολχικίνη περιλαμβάνουν την ακοκκιοκυτταραιμία, τη θρομβοκυτταροπενία, τον χαμηλό αριθμό λευκών αιμοσφαιρίων, την απλαστική αναιμία, την αλωπεκία, το εξάνθημα, την πορφύρα, τη φυσαλιδώδη δερματίτιδα, τη νεφρική βλάβη, την περιφερική νευροπάθεια και τη μυοπάθεια.

    Δεν υπάρχει γνωστό ειδικό αντίδοτο για την κολχικίνη, αλλά σε περίπτωση υπερδοσολογίας χρησιμοποιείται υποστηρικτική φροντίδα. Στην άμεση περίοδο μετά από υπερδοσολογία, γίνεται παρακολούθηση για γαστρεντερικά συμπτώματα, καρδιακές αρρυθμίες και αναπνευστική καταστολή. Μπορεί να απαιτηθεί γαστρεντερική απολύμανση με ενεργό άνθρακα ή πλύση στομάχου.

    kolcikin 3

    Μηχανισμός τοξικότητας της κολχικίνης

    Σε υπερβολική δόση, η κολχικίνη γίνεται τοξική ως επέκταση του κυτταρικού μηχανισμού δράσης της μέσω σύνδεσης με την τουμπουλίνη. Τα κύτταρα που επηρεάζονται έτσι υποβάλλονται σε μειωμένη συσχέτιση πρωτεϊνών με μειωμένη ενδοκυττάρωση, εξωκυττάρωση, κυτταρική κινητικότητα και διακόπτεται η λειτουργία και των καρδιακών κυττάρων, με αποκορύφωμα την πολυοργανική ανεπάρκεια.

    Οι περισσότερες περιπτώσεις τοξικότητας στην κολχικίνη εμφανίζονται σε ενήλικες. Πολλά από αυτά τα ανεπιθύμητα συμβάντα προκύπτουν από τη χρήση ενδοφλέβιας κολχικίνης.

    Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα

    Η κολχικίνη αλληλεπιδρά με τον μεταφορέα της Ρ-γλυκοπρωτεΐνης και το ένζυμο CYP3A4 που εμπλέκεται στο μεταβολισμό φαρμάκων και τοξινών. Οι θανατηφόρες αλληλεπιδράσεις φαρμάκων εμφανίζονται όταν χορηγείται κολχικίνη με άλλα φάρμακα που αναστέλλουν την Ρ-γλυκοπρωτεΐνη και το CYP3A4, όπως η ερυθρομυκίνη ή η κλαριθρομυκίνη!!!. 

    Τα άτομα που λαμβάνουν αντιβιοτικά, όπως οι μακρολίδες, η κετοκοναζόλη ή η κυκλοσπορίνη ή εκείνα που πάσχουν από ηπατική ή νεφρική νόσο δεν πρέπει να λαμβάνουν κολχικίνη, καθώς αυτά τα φάρμακα και οι παθήσεις παρεμβαίνουν στον μεταβολισμό της κολχικίνης και αυξάνουν τα επίπεδα του αίματος, αυξάνοντας και την τοξικότητά της. Τα συμπτώματα της τοξικότητας περιλαμβάνουν γαστρεντερικές διαταραχές, πυρετό, μυϊκό πόνο, χαμηλά επίπεδα λευκών αιμοσφαιρίων και ανεπάρκεια οργάνων.

    Τα άτομα με HIV / AIDS που λαμβάνουν atazanavir, darunavir, fosamprenavir, indinavir, lopinavir, nelfinavir, ritonavir ή saquinavir εμφανίζουν τοξικότητα στην κολχικίνη.

    Ο χυμός γκρέιπφρουτ και οι στατίνες μπορούν, επίσης, να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις κολχικίνης.

    Μηχανισμός δράσης τη; κολχικίνη;

    Σε περίπτωση ουρικής αρθρίτιδας, η φλεγμονή των αρθρώσεων οφείλεται στην κατακρήμνιση του ουρικού οξέος που κυκλοφορεί, υπερβαίνοντας τη διαλυτότητά του στο αίμα και εναποθέτοντάς το ως κρυστάλλους του ουρικού μονονάτριου εντός και γύρω από το αρθρικό υγρό και τους μαλακούς ιστούς των αρθρώσεων. Αυτές οι κρυσταλλικές αποθέσεις προκαλούν φλεγμονώδη αρθρίτιδα, η οποία αρχίζει και υποστηρίζεται από μηχανισμούς που εμπλέκουν διάφορους προφλεγμονώδεις μεσολαβητές, όπως τις κυτοκίνες.

    Η κολχικίνη συσσωρεύεται στα λευκά αιμοσφαίρια και τα επηρεάζει με διάφορους τρόπους: μείωση της κινητικότητας, ειδική χημειοταξία και πρόσφυση.

    kolcikin 4

    Υπάρχουν διάφοροι μηχανισμοί με τους οποίους η κολχικίνη μπορεί να παρεμβαίνει στην φλεγμονή της ουρικής αρθρίτιδας:

    αναστέλλει τον πολυμερισμό των μικροσωληνίσκων με δέσμευση στη συστατική τους πρωτεΐνη, την τουμπουλίνη 
    καθώς, η διαθεσιμότητα της τουμπουλίνης είναι απαραίτητη για τη μίτωση, η κολχικίνη μπορεί να αναστείλει τη μίτωση 
    αναστέλλει την ενεργοποίηση και τη μετανάστευση ουδετεροφίλων σε θέσεις φλεγμονής
    παρεμποδίζει το σύμπλεγμα φλεγμονώδους που απαντάται στα ουδετερόφιλα και τα μονοκύτταρα που μεσολαβούν στην ενεργοποίηση της ιντερλευκίνης-1β, ένα συστατικό της φλεγμονής 
    αναστέλλει την παραγωγή ανιόντων υπεροξειδίου σε απόκριση κρυστάλλων ουρικού οξέος 
    διακόπτει την αποκοκκίωση των ιστιοκυττάρων και των λυσοσωμάτων
    αναστέλλει την απελευθέρωση γλυκοπρωτεϊνών που προάγουν χημειοταξία από αρθρικά κύτταρα και ουδετερόφιλα 

    Γενικά, η κολχικίνη φαίνεται να αναστέλλει πολλαπλούς προφλεγμονώδεις μηχανισμούς, ενώ παράλληλα αυξάνει τα επίπεδα των αντιφλεγμονωδών μεσολαβητών. Εκτός από την αναστολή της μίτωσης, η κολχικίνη αναστέλλει την κινητικότητα και τη δραστηριότητα των ουδετερόφιλων, οδηγώντας σε καθαρή αντιφλεγμονώδη δράση, η οποία έχει αποτελεσματικότητα για την αναστολή ή την πρόληψη της φλεγμονής της ουρικής αρθρίτιδας.

    kolcikin 9

    Η φυτική πηγή της κολχικίνης, ο κρόκος του φθινοπώρου (Colchicum autumnale), περιγράφηκε για τη θεραπεία των ρευματισμών και του οιδήματος στον πάπυρο Ebers (περίπου 1500 π.Χ.), έναν αιγυπτιακό ιατρικό πάπυρο. Είναι ένα τοξικό αλκαλοειδές και δευτερογενής μεταβολίτης. Το εκχύλισμα Colchicum περιγράφηκε για πρώτη φορά ως θεραπεία για την ουρική αρθρίτιδα από τον Διοσκουρίδη, τον 1ο αιώνα μ.Χ. Η χρήση των βολβών του Colchicum για τη θεραπεία της ουρικής αρθρίτιδας πιθανότατα χρονολογείται γύρω στο 550 μ.Χ. Οι βολβοί του Colchicum χρησιμοποιήθηκαν από τον Πέρσο γιατρό Αβικέννα και συστήθηκαν από τον Ambroise Paré τον 16ο αιώνα. Το 1763, το Colchicum καταγράφηκε ως φάρμακο για το οίδημα, μεταξύ άλλων ασθενειών. Τα φυτό Colchicum μεταφέρθηκε στη Βόρεια Αμερική από τον Benjamin Franklin, ο οποίος είχε ο ίδιος ουρική αρθρίτιδα.

    Η Colchicine στη χημική μορφή παρασκευάστηκε το 1833. Τα αντιφλεγμονώδη αποτελέσματα για την ουρική αρθρίτιδα συνδέονται με την ικανότητά της να δεσμεύεται με την τουμπουλίνη.

    Στις 29 Ιουλίου 2009, η κολχικίνη πήρε έγκριση του FDA στις Ηνωμένες Πολιτείες ως αυτόνομο φάρμακο για τη θεραπεία των οξέων φλεγμονών της ουρικής αρθρίτιδας και του οικογενειακού μεσογειακού πυρετού. Δύο δόσεις (1,2 mg και 0,6 mg) ανά ώρα ήταν εξίσου αποτελεσματικές με τις υψηλότερες δόσεις για την καταπολέμηση της οξείας φλεγμονής της ουρικής αρθρίτιδας.

    Τα δικαιώματα της Colchicine λήγουν στις 10 Φεβρουαρίου 2029....  (URL Pharma)

    Η κολχικίνη, συνήθως, συνταγογραφείται για την άμβλυνση ή την πρόληψη της εμφάνισης της ουρικής αρθρίτιδας ή των συνεχιζόμενων συμπτωμάτων της και για τον πόνο σε χαμηλή δόση 0,6 έως 1,2 mg την ημέρα ή υψηλή δόση μέχρι 4,8 mg τις πρώτες 6 ώρες μετά από ένα επεισόδιο ουρικής αρθρίτιδας. Με δόση από το στόμα 0,6 mg, τα μέγιστα επίπεδα στο αίμα εμφανίζονται σε 1-2 ώρες. Για την αντιμετώπιση της ουρικής αρθρίτιδας, οι αρχικές επιδράσεις της κολχικίνης εμφανίζονται σε 12 έως 24 ώρες, με μια κορυφή μέσα σε 48 έως 72 ώρες. Έχει ένα στενό θεραπευτικό παράθυρο, που απαιτεί παρακολούθηση  για πιθανή τοξικότητα.

    Η κολχικίνη δεν είναι ένα γενικό φάρμακο ανακούφισης του πόνου και δεν χρησιμοποιείται για τη θεραπεία του πόνου σε άλλες διαταραχές. 

    Η βιοσύνθεση της κολχικίνης περιλαμβάνει τα αμινοξέα φαινυλαλανίνη και τυροσίνη ως πρόδρομες ουσίες.

    Η χορήγηση ραδιενεργού φαινυλαλανίνης-2-14C στο Colchicum byzantinum, ένα άλλο φυτό της οικογένειας Colchicaceae, είχε ως αποτέλεσμα την ενσωμάτωσή του στην κολχικίνη.

    Ωστόσο, ο δακτύλιος τροκολόνης της κολχικίνης προκύπτει από την επέκταση του δακτυλίου τυροσίνης.

    Τα πειράματα ραδιενεργού σίτισης του C. autumnale αποκάλυψαν ότι η κολχικίνη μπορεί να συντεθεί βιοσυνθετικά από (S) -αυτουμναλίνη. Αυτή η βιοσυνθετική οδός συμβαίνει, κυρίως, μέσω αντίδρασης φαινολικής σύζευξης που περιλαμβάνει την ενδιάμεση ισοανδροκυβίνη. Το προκύπτον μόριο υποβάλλεται σε Ο-μεθυλίωση κατευθυνόμενη από δ-αδενοσυλμεθειονίνη. Δύο στάδια οξείδωσης που ακολουθούνται από την διάσπαση του δακτυλίου κυκλοπροπανίου οδηγούν στο σχηματισμό του τροπολονικού δακτυλίου που περιέχεται από Ν-φορμυλοδεεμολίνη. Η Ν-φορμυλοδεεμολίνη υδρολύεται έπειτα για να παράγει το μόριο ντεμεκολκίνη, το οποίο, επίσης, διέρχεται από μία οξειδωτική απομεθυλίωση που παράγει δεακετυλοκολχικίνη. Το μόριο της κολχικίνης εμφανίζεται τελικά μετά την προσθήκη του ακετυλο-συνενζύμου Α στη δεακετυλοκολχικίνη.

    kolcikin 8

    Η κολχικίνη μπορεί να ληφθεί από το Colchicum autumnale (κρόκος του φθινοπώρου) ή το φυτό Gloriosa superba (κρίνος δόξας). Οι συγκεντρώσεις κολχικίνης στο C. autumnale είναι υψηλότερες το καλοκαίρι και κυμαίνονται από 0,1% στο λουλούδι έως 0,8% στον βολβό και τους σπόρους. 

    kolcikin 7

    Η κολχικίνη χρησιμοποιείται ευρέως στην αναπαραγωγή φυτών προκαλώντας πολυπολίωση σε φυτικά κύτταρα για να παραχθούν νέες ή βελτιωμένες ποικιλίες και στελέχη. Δεδομένου ότι ο διαχωρισμός χρωμοσωμάτων οδηγείται από μικροσωληνίσκους, η κολχικίνη χρησιμοποιείται σε φυτικά κύτταρα κατά τη διάρκεια της κυτταρικής διαίρεσης παρεμποδίζοντας τον διαχωρισμό χρωμοσωμάτων κατά τη διάρκεια της μείωσης. Το ήμισυ των γαμετών που προκύπτουν, επομένως, δεν περιέχουν χρωμοσώματα, ενώ το άλλο μισό περιέχει διπλάσιο από τον συνηθισμένο αριθμό χρωμοσωμάτων (δηλ. διπλοειδές αντί απλοειδές, όπως, συνήθως, είναι οι γαμέτες) και οδηγεί σε έμβρυα με διπλάσιο από τον συνηθισμένο αριθμό χρωμοσωμάτων (δηλ. τετραπλοειδές αντί διπλοειδές). Ενώ αυτό θα ήταν θανατηφόρο για τα περισσότερα ανώτερα ζωικά κύτταρα, στα φυτικά κύτταρα, συχνά, οδηγεί σε μεγαλύτερα, σκληρότερα, ταχύτερα αναπτυσσόμενα και γενικά πιο επιθυμητά, εμπορικά, φυτά από τους κανονικά διπλοειδείς γονείς. Για το λόγο αυτό, αυτός ο τύπος γενετικού χειρισμού χρησιμοποιείται συχνά στις εγκαταστάσεις αναπαραγωγής.

    Όταν ένα τέτοιο τετραπλοειδές φυτό διασταυρώνεται με ένα διπλοειδές φυτό, οι τριπλοειδείς απογόνοι είναι, συνήθως, στείροι (δεν μπορούν να παράγουν γόνιμους σπόρους ή σπόρια), αν και πολλά τριπλοειδή μπορούν να πολλαπλασιαστούν με φυτικό τρόπο. Οι καλλιεργητές ετήσιων τριπλοειδών φυτών που δεν πολλαπλασιάζονται εύκολα, δεν μπορούν να παράγουν μια δεύτερη γενιά καλλιέργειας από τους σπόρους (εάν υπάρχουν) της τριπλοειδούς καλλιέργειας και πρέπει να αγοράζονται τριπλοειδείς σπόροι από έναν προμηθευτή κάθε χρόνο. Πολλά αποστειρωμένα τριπλοειδή φυτά, συμπεριλαμβανομένων μερικών δέντρων και θάμνων, δημιουργούνται ολοένα και περισσότερο στην κηπουρική. Σε ορισμένα είδη, το τριπλοειδές που προκαλείται από την κολχικίνη χρησιμοποιείται για να δημιουργήσει φρούτα χωρίς σπόρους, όπως καρπούζια χωρίς σπόρους (Citrullus lanatus). Επειδή, τα περισσότερα τριπλοειδή δεν παράγουν τα ίδια γύρη, τέτοια φυτά, συνήθως, απαιτούν διασταυρωμένη επικονίαση με ένα διπλοειδές γονέα για να προκαλέσουν παραγωγή φρούτων.

    Η ικανότητα της κολχικίνης να προκαλεί πολυπολιδία μπορεί, επίσης, να χρησιμοποιηθεί για να καταστήσει γόνιμα κάποια υβρίδια, παραδείγματος χάριν στην αναπαραγωγή του τριτικάλ (Χ Triticosecale) από σιτάρι (Triticum spp.) και σίκαλη (Secale cereale). Το σιτάρι είναι τυπικά τετραπλοειδές και η σίκαλη διπλοειδής, με το τριπλοειδές τους υβρίδιο να είναι στείρο. Η επεξεργασία του τριπλοειδικού τριτικάλ με την κολχικίνη δίνει γόνιμο εξαπλόειδο τριτικάλ. Όταν χρησιμοποιείται για να επάγει πολυπολίδια σε φυτά, η κρέμα κολχικίνης εφαρμόζεται, συνήθως, σε ένα σημείο ανάπτυξης του φυτού, όπως μια κορυφαία άκρη ή σε βλαστό. Επίσης, οι σπόροι μπορούν να μουλιάσουν σε διάλυμα colchicine πριν από τη φύτευση.

    kolcikin 5

    Η κολχικίνη για τον COVID-19

    Το Φεβρουάριο του 2020 κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κοροναϊού 2019-20, Έλληνες ιατρικοί ερευνητές δήλωσαν ότι η κολχικίνη φαίνεται ότι έχει "αρκετά ικανοποιητικές ανασταλτικές επιδράσεις" στον ιό SARS-CoV-2. 

    Η κολχικίνη έχει πολλές παρενέργειες.

    Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται, χωρίς, ιατρική καθοδήγηση.

    Τα καλύτερα συμπληρώματα διατροφής για τις λοιμώξεις

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τις λοιμώξεις

    chloro 2

    Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με το θεράποντα ιατρό

    Διαβάστε, επίσης,

    Χρήσιμες ιατρικές συνταγές με κολχικό

    Θεραπεία της ουρικής αρθρίτιδας με φυσικά μέσα

    Κολχικίνη

    Τι να κάνετε σε κρίση ουρικής αρθρίτιδας

    Σύνδρομο λύσης του όγκου

    Ανεμώνα η ηπατική

    Ουρικό οξύ αίματος

    Ουρική αρθρίτιδα

    Αν έχετε αυξημένο ουρικό οξύ

    Αρχές χημειοθεραπείας του καρκίνου

    Η Ρ-γλυκοπρωτεΐνη υπεύθυνη για την αντίσταση του καρκίνου στη θεραπεία

    Η οικογενής αμυλοειδική νευροπάθεια

    Πόσο οι βιταμίνες απορροφούνται από τον οργανισμό μας

    Η μυοσίτιδα

    Τι πρέπει να προσέχουν οι χορτοφάγοι

    Χρήσιμες πληροφορίες για την νόσο Αδαμαντιάδη-Behcet

    Σύνδρομο Sweet

    Η λίστα των φαρμάκων που αλληλεπιδρούν με το γκρέιπφρουτ

    Η οικογενής αμυλοειδική νευροπάθεια

    Η μυοσίτιδα

    Χρήσιμες πληροφορίες για την νόσο Αδαμαντιάδη-Behcet

    Τι να κάνετε σε κρίση ουρικής αρθρίτιδας

    Η Ρ-γλυκοπρωτεΐνη υπεύθυνη για την αντίσταση του καρκίνου στη θεραπεία

    Σύνδρομο Sweet

    Προθέσεις πέους και πεοπλαστική

    Androcymbium rechingeri

    Ουρική αρθρίτιδα

    Ιδιοπαθής πνευμονική ίνωση

    Χλωροκίνη

    www.emedi.gr

  • Χλωροκίνη Χλωροκίνη

    Χρήσιμες πληροφορίες για τη χλωροκίνη


    Η χλωροκίνη ή Chloroquine. είναι ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται, κυρίως, για την πρόληψη και τη θεραπεία της ελονοσίας σε περιοχές όπου η ελονοσία παραμένει ευαίσθητη στο φάρμακο αυτό. 

    Η χλωροκίνη χρησιμοποιείται, επίσης, περιστασιακά για την αμοιβάδωση που εμφανίζεται εκτός των εντέρων, τη ρευματοειδή αρθρίτιδα και τον ερυθηματώδη λύκο.

    Ενώ δεν έχει μελετηθεί επισήμως κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, φαίνεται ασφαλές.

    chloro 3

    Επίσης, μελετάται για τη θεραπεία της πανδημίας COVID-19.

    Λαμβάνεται από το στόμα.

    Οι συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι τα μυϊκά προβλήματα, η απώλεια όρεξης, η διάρροια και τα δερματικό εξανθήματα.

    Οι σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι τα προβλήματα όρασης, οι μυϊκές βλάβες, οι επιληπτικές κρίσεις και η πανκυτταροπενία.

    Η χλωροκίνη είναι μέλος της κατηγορίας φαρμάκων 4-αμινοκινολίνης.

    Η χλωροκίνη (chloroquine) δεσμεύεται στο DNA και μεταβάλλει τις ιδιότητες του. Η χλωροκίνη δεσμεύεται, επίσης, με τη σιδηροπρωτοπορφυρίνη IX και αυτό οδηγεί σε λύση της μεμβράνης του πλασμωδίου. Στην κατασταλτική θεραπεία, η χλωροκίνη αναστέλλει το ερυθροκυτταρικό στάδιο ανάπτυξης των πλασμωδίων. Σε οξεία νόσο από ελονοσίας, διακόπτει την ερυθροκυτταρική σχιζογονία του παρασίτου. Η ικανότητά του να συγκεντρώνεται σε παρασιτοποιημένα ερυθροκύτταρα μπορεί να αντιπροσωπεύει την επιλεκτική τοξικότητα έναντι των ερυθροκυτταρικών σταδίων της πλασμωδιακής μόλυνσης.

    Η χλωροκίνη ανήκει στα αντιπαρασιτικά φάρμακα, στα εντομοκτόνα και εντομοαπωθητικά, στα αντιπρωτοζωϊκά, ανθελονοσιακά και ανήκει στις αμινοκινολίνες

    Ως ανθελονοσιακό, λειτουργεί ενάντια στην μορφή του παρασίτου της ελονοσίας στο στάδιο του κύκλου ζωής του εντός του ερυθρού αιμοσφαιρίου.

    Η χλωροκίνη χρησιμοποιήθηκε για τη θεραπεία και πρόληψη της ελονοσίας από το Plasmodium vivax, το Plasmodium ovale και το Plasmodium malariae. Γενικά, δεν χρησιμοποιείται για το Plasmodium falciparum, καθώς, υπάρχει εκτεταμένη αντίσταση σε αυτό. 

    Η χλωροκίνη δεν είναι αποτελεσματική σε πολλές περιοχές. Σε περιοχές όπου υπάρχει ανθεκτικότητα, μπορούν να χρησιμοποιηθούν άλλα ανθελονοσιακά φάρμακα, όπως η μεφλοκίνη ή η ατοβακουόνη. 

    Αμοιβάδωση

    Κατά τη θεραπεία του αμοιβαδικού ηπατικού αποστήματος, η χλωροκίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί μαζί με άλλα φάρμακα σε περίπτωση αποτυχίας της θεραπείας με μετρονιδαζόλη ή άλλο νιτροϊμιδαζόλιο εντός 5 ημερών ή σε δυσανεξία στη μετρονιδαζόλη ή στη νιτροϊμιδαζόλη.

    Ρευματική νόσος

    Η χλωροκίνη καταστέλλει το ανοσοποιητικό σύστημα και χρησιμοποιείται σε μερικές αυτοάνοσες διαταραχές, όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα και ο ερυθηματώδης λύκος.

    chloro 4

    Παρενέργειες χλωροκίνης

    Οι ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν: θολή όραση, ναυτία, έμετος, κράμπες στην κοιλιά, κεφαλαλγία, διάρροια, πρήξιμο των ποδιών, οίδημα αστραγάλων, δυσκολία στην αναπνοή, αλλαγές χρώματος στα χείλη, στα νύχια και στο δέρμα, μυϊκή αδυναμία, εύκολος μωλωπισμός και αιμορραγία, διαταραχές στην ακοή, ψυχιατρικά προβλήματα, ανεξέλεγκτες κινήσεις (γλώσσας και προσώπου), κώφωση, εμβοές, ναυτία, έμετος, διάρροια, κοιλιακές κράμπες, κεφαλαλγία, διανοητικές αλλαγές, αλλαγές στη διάθεση (όπως σύγχυση, αλλαγές προσωπικότητας, ασυνήθιστες σκέψεις, ασυνήθιστες συμπεριφορές, κατάθλιψη, ψευδαισθήσεις), σημεία σοβαρής λοίμωξης (όπως υψηλός πυρετός, σοβαρή ρίγη, επίμονος πονόλαιμος), κνησμός του δέρματος, αλλαγές στο χρώμα του δέρματος, απώλεια μαλλιών και δερματικά εξανθήματα. Ο κνησμός που προκαλείται από τη χλωροκίνη είναι πολύ συχνός στους μαύρους Αφρικανούς (70%). Αυξάνει με την ηλικία και είναι τόσο σοβαρός ώστε ο ασθενής να σταματήσει τη συμμόρφωση με τη φαρμακευτική θεραπεία. Αυξάνεται κατά τη διάρκεια του πυρετού της ελονοσίας και η σοβαρότητά του συσχετίζεται με το φορτίο των παρασίτων της ελονοσίας στο αίμα. Επίσης, ο κνησμός έχει γενετική βάση και σχετίζεται με τη δράση χλωροκίνης στους υποδοχείς οπιούχων κεντρικά ή περιφερικά. Ακόμη, υπάρχει μεταλλική γεύση, προκαλείται αμφιβληστροειδοπάθεια, εμφανίζονται ηλεκτροκαρδιογραφικές αλλαγές με διαταραχές αγωγής (κολποκοιλιακό μπλοκ), καρδιομυοπάθεια, συχνά, με υπερτροφία, περιοριστική  και συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια. Οι αλλαγές μπορεί να είναι μη αναστρέψιμες και μπορεί να απαιτηθεί μεταμόσχευση καρδιάς. Ακόμη παρατηρείται πανκυτταροπενία, απλαστική αναιμία, αναστρέψιμη ακοκκιοκυτταραιμία, χαμηλά επίπεδα αιμοπεταλίων και ουδετεροπενία.

    Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα

    Τα επίπεδα της αμπικιλλίνης μπορούν να μειωθούν με τη χλωροκίνη

    Τα αντιόξινα μπορούν να μειώσουν την απορρόφηση της χλωροκίνης

    Η σιμετιδίνη μπορεί να αναστείλει τον μεταβολισμό της χλωροκίνης. αυξάνοντας τα επίπεδα χλωροκίνης στο σώμα 

    Τα επίπεδα κυκλοσπορίνης μπορεί να αυξηθούν με τη χλωροκίνη

    Η μεφλοκίνη μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφράγματος, όταν χορηγείται με τη χλωροκίνη

    Υπερβολική δόση χλωροκίνης

    Η χλωροκίνη είναι πολύ επικίνδυνη σε υπερδοσολογία. Απορροφάται γρήγορα από το έντερο κι έχουν αναφερθεί και θάνατοι ακόμη και με 0,75 ή 1 γραμμάριο. Τα συμπτώματα υπερδοσολογίας περιλαμβάνουν πονοκέφαλο, υπνηλία, διαταραχές της όρασης, ναυτία και έμετο, καρδιαγγειακή κατάρρευση, επιληπτικές κρίσεις και ξαφνική αναπνευστική και καρδιακή ανακοπή. 

    Ένα ανάλογο της χλωροκίνης η υδροξυχλωροκίνη έχει μακρύ χρόνο ημιζωής (32-56 ημέρες) στο αίμα και μεγάλο όγκο κατανομής (580-815 L / kg). Οι θεραπευτικές, τοξικές και θανατηφόρες περιοχές θεωρούνται συνήθως 0,03 έως 15 mg / l, 3,0 έως 26 mg / l και 20 έως 104 mg / l, αντίστοιχα. 

    Η απορρόφηση της χλωροκίνης είναι γρήγορη και διανέμεται ευρέως στους ιστούς του σώματος.  Η πρωτεϊνική δέσμευση είναι 55%. Μεταβολίτης είναι η desethylchloroquine. Η απέκκριση είναι ≥50% ως αμετάβλητο φάρμακο στα ούρα, όπου η όξινη ποιότητα των ούρων αυξάνει την απέκκρισή του. Έχει πολύ μεγάλο όγκο κατανομής, καθώς, διαχέεται στον λιπώδη ιστό του σώματος.

    Η συσσώρευση του φαρμάκου μπορεί να οδηγήσει σε θολή όραση και τύφλωση. Οι κινίνες σχετίζονται με τοξικότητα του αμφιβληστροειδούς, ιδιαίτερα όταν παρέχονται σε υψηλότερες δόσεις για μεγαλύτερους χρόνους.

    Ο λυσοσωματοτροπικός χαρακτήρας της χλωροκίνης πιστεύεται ότι αντιπροσωπεύει μεγάλο μέρος της ανθελονοσιακής δραστηριότητάς της. Το φάρμακο συμπυκνώνεται στο όξινο κενοτόπιο της τροφής του παρασίτου και παρεμβαίνει στις βασικές διεργασίες.  Μέσα στα ερυθρά αιμοσφαίρια, το ελονοσιακό παράσιτο, πρέπει να αποικοδομεί την αιμοσφαιρίνη για να αποκτήσει τα απαραίτητα αμινοξέα, τα οποία το παράσιτο χρειάζεται για να κατασκευάσει τη δική του πρωτεΐνη για τον ενεργειακό του μεταβολισμό. Η πέψη διεξάγεται σε ένα κενοτόπιο του παρασιτικού κυττάρου.

    Η αιμοσφαιρίνη αποτελείται από μια πρωτεϊνική μονάδα (αφομοιωμένη από το παράσιτο) και μια μονάδα αίμης (που δεν χρησιμοποιείται από το παράσιτο). Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, το παράσιτο απελευθερώνει το τοξικό και διαλυτό μόριο αίμης. Το τμήμα αίμης αποτελείται από δακτύλιο πορφυρίνης που ονομάζεται Fe (II) -προτορφορρίνη IX (FP). Για να αποφευχθεί η καταστροφή από αυτό το μόριο, το παράσιτο την βιοκρυσταλλώνει για να σχηματίσει αιμοζοίνη, ένα μη τοξικό μόριο. Η αιμοζοίνη συλλέγεται στο πεπτικό κενό ως αδιάλυτο κρύσταλλο.

    Η χλωροκίνη εισέρχεται στα ερυθρά αιμοσφαίρια με απλή διάχυση, αναστέλλοντας το παράσιτο και τα πεπτικά κενοτόπια. Στη συνέχεια, η χλωροκίνη γίνεται πρωτονιωμένη (σε CQ2 +) και καθώς, το πεπτικό κενοτόπιο είναι γνωστό ότι είναι όξινο (pH 4,7). η χλωροκίνη δεν μπορεί να φύγει με διάχυση. Η χλωροκίνη καλύπτει τα μόρια αιμοζωίνης για την πρόληψη περαιτέρω της βιοκρυστάλλωσης της αίμης, οδηγώντας έτσι σε συσσώρευση αιματίων. Η χλωροκίνη δεσμεύεται στην FP, για να σχηματίσει το σύμπλοκο με τη χλωροκίνη. Αυτό το σύμπλοκο είναι πολύ τοξικό για το κύτταρο και διακόπτει τη λειτουργία της μεμβράνης. Η δράση της τοξικής FP-χλωροκίνης και FP έχει ως αποτέλεσμα τη λύση των κυττάρων και, τελικά, την αυτόματη λύση των παρασιτικών κυττάρων. Τα παράσιτα που δεν σχηματίζουν αιμοζίνη είναι επομένως ανθεκτικά στην χλωροκίνη.

    Υπάρχει αντίσταση στη χλωροκίνη στην ελονοσία από P. falciparum σε όλη την Ανατολική και Δυτική Αφρική και στη Νοτιοανατολική Ασία και τη Νότια Αμερική. Τα ανθεκτικά στελέχη του παρασίτου εξουδετερώνουν αποτελεσματικά το φάρμακο μέσω ενός μηχανισμού που απομακρύνει την χλωροκίνη από το πεπτικό κενοτόπιο.  Η βεραπαμίλη, ένας αναστολέας διαύλων Ca2 +, έχει βρεθεί ότι αποκαθιστά τόσο την ικανότητα συγκέντρωσης χλωροκίνης όσο και την ευαισθησία σε αυτό το φάρμακο. Άλλοι παράγοντες που έχουν αποδειχθεί ότι αντιστρέφουν την αντοχή στην χλωροκίνη στην ελονοσία είναι η χλωρφαινιραμίνη, η γεφιτινίμπη, η imatinib, η tariquidar και η zosuquidar. 

    Η χλωροκίνη ως αντιιικό

    Η χλωροκίνη έχει αντιικά αποτελέσματα. Αυξάνει το τελικό ενδοσωματικό και λυσοσωμικό pΗ, με αποτέλεσμα την εξασθενισμένη απελευθέρωση του ιού από το ενδοσωματικό ή το λυσόσωμα, γιατί η απελευθέρωση του ιού απαιτεί χαμηλό pH. Ο ιός είναι επομένως ανίκανος να απελευθερώσει το γενετικό του υλικό στο κύτταρο και να αναπαραχθεί. Η χλωροκίνη, επίσης, φαίνεται να δρα ως ιονοφόρο ψευδαργύρου, που επιτρέπει στον εξωκυτταρικό ψευδάργυρο να εισέλθει στο κύτταρο και να αναστείλει την εξαρτώμενη από ιό RNA πολυμεράση RNA.

    Η χλωροκίνη αναστέλλει την πρόσληψη θειαμίνης και λειτουργεί ειδικά στον μεταφορέα SLC19A3.

    Κατά της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, λειτουργεί αναστέλλοντας τον πολλαπλασιασμό λεμφοκυττάρων, της φωσφολιπάσης Α2, την παρουσίαση αντιγόνου σε δενδριτικά κύτταρα, την απελευθέρωση ενζύμων από λυσοσώματα, την απελευθέρωση αντιδραστικών ειδών οξυγόνου από μακροφάγα και την παραγωγή IL-1.

    Η χλωροκίνη προέρχεται από φλοιό των φυτών Cinchona στο Περού και το εκχύλισμα (Chinchona officinalis). Η κινίνη απομονώθηκε από το εκχύλισμα  και η χλωροκίνη είναι ένα ανάλογο αυτού, που παρασκευάζεται, όμως, χημικά!

    Η χλωροκίνη παρασκευάζεται σε μορφή δισκίων ως φωσφορικά, θειικά και υδροχλωρικά άλατα. Η χλωροκίνη διανέμεται, συνήθω,ς ως φωσφορικό άλας.

    Η χλωροκίνη, σε διάφορες χημικές μορφές, χρησιμοποιείται για τη θεραπεία και τον έλεγχο της επιφανειακής ανάπτυξης των ανεμώνων και των φυκιών καιγια  πολλές λοιμώξεις από πρωτόζωα σε ενυδρεία (παράσιτο ψαριών Amyloodinium ocellatum).

    chloro 5

    Η χλωροκίνη για τον COVID-19

    Στα τέλη Ιανουαρίου του 2020 κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κοροναϊού 2019-20, οι Κινέζοι ιατρικοί ερευνητές δήλωσαν ότι η χλωροκίνη φαίνεται ότι έχει "αρκετά ικανοποιητικές ανασταλτικές επιδράσεις" στον ιό SARS-CoV-2. 

    Η χλωροκίνη έχει πολλές παρενέργειες.

    Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται, χωρίς, ιατρική καθοδήγηση.

    Τα καλύτερα συμπληρώματα διατροφής για τις λοιμώξεις

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τις λοιμώξεις

    chloro 2

    Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με το θεράποντα ιατρό

    Διαβάστε, επίσης,

    Η μυοσίτιδα

    Πορφυρία

    Κυαμισμός

    Ο δισκοειδής ερυθηματώδης λύκος

    Σύνδρομο Sjögren

    Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος

    Σαρκοείδωση

    Ποια φάρμακα απαγορεύονται στην μυασθένεια;

    Λύσσα

    Ρευματοειδής αρθρίτιδα

    Ελονοσία

    Νόσος του Whipple

    Χρήσιμες πληροφορίες για τον κοροναϊό

    Ιός SARS

    Κοροναϊοί

    www.emedi.gr