Σάββατο, 11 Ιανουαρίου 2014 00:51

Κατάταξη μη-Hodgkin λεμφωμάτων

Γράφτηκε από την
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(8 ψήφοι)

Τα λεμφώματα είναι τύπος καρκίνου που προέρχεται από τα λεμφοκύτταρα

Γράφει η

Δρ Σάββη Μάλλιου Κριαρά

Ειδικός Παθολόγος-Ογκολόγος, MD, PhD

Λέμφωμα είναι η πιο συχνή μορφή καρκίνου του αίματος. Οι δύο κύριες μορφές της είναι το λέμφωμα Hodgkin (HL) και το μη-Hodgkin λέμφωμα (NHL).

Λέμφωμα εμφανίζεται όταν τα λεμφοκύτταρα, που είναι ένας τύπος λευκών αιμοσφαιρίων, αυξάνονται υπερβολικά.

Το σώμα έχει δύο κύρια είδη λεμφοκυττάρων τα οποία μπορούν να εξελιχθούν σε λεμφώματα: Β-λεμφοκύτταρα (λέμφωμα Β-κυττάρων) και Τ-λεμφοκύτταρα (λέμφωμα Τ-κυττάρων). Νεοπλασματικά λεμφοκύτταρα μπορούν να ταξιδέψουν σε πολλά μέρη του σώματος, όπως στους λεμφαδένες, στο σπλήνα, στο μυελό των οστών, στο αίμα ή σε άλλα όργανα, και μπορεί να συσσωρεύονται για να σχηματίσουν όγκους.

Το μη-Hodgkin λέμφωμα, ICD-10 C82-C85, είναι καρκίνος του αίματος.

Οι τύποι NHL διαφέρουν σημαντικά ως προς τη βαρύτητα τους, από νωχελικούς σε πολύ επιθετικούς.

Τα λεμφώματα είναι τύπος καρκίνου που προέρχεται από τα λεμφοκύτταρα, ένα τύπο των λευκών αιμοσφαιρίων.

Τα λεμφώματα αντιμετωπίζονται με χημειοθεραπεία,  μονοκλωνικά αντισώματα, ανοσοθεραπεία,  ακτινοβολία και μεταμόσχευση αιμοποιητικών βλαστικών κυττάρων.


Μη-Hodgkin λέμφωμα από τον ιό HIV

Στο Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC) περιλαμβάνονται ορισμένα είδη λεμφώματος, μη-Hodgkin. Η ανοσοκαταστολή από τον HIV εμπλέκεται στην παθογένεση αυτής της κακοήθειας, με σαφή συσχέτιση μεταξύ του βαθμού ανοσοκαταστολής και του κινδύνου ανάπτυξης NHL. Οι  HIV-μολυσμένοι ασθενείς είναι σε αυξημένο κίνδυνο για την ανάπτυξη τόσο λεμφώματος Hodgkin, όσο και NHL όταν συγκρίνονται με το γενικό πληθυσμό.

Τα λεμφώματα που εμφανίζονται σε HIV-θετικούς ασθενείς είναι συνήθως επιθετικά. Εκτιμάται ότι μέχρι και το δέκα τοις εκατό των ανθρώπων που είναι φορείς του ιού HIV θα αναπτύξουν τελικά λέμφωμα. Αν και τα λεμφώματα Hodgkin και μη-Hodgkin μπορεί να συμβούν σε ασθενείς με AIDS, τα μη-Hodgkin λεμφώματα είναι πιο συχνά και περιλαμβάνουν το διάχυτο από μεγάλα Β-κύτταρα, το λέμφωμα Burkitt  και το πρωτοπαθές λέμφωμα του κεντρικού νευρικού συστήματος.


Μη-Hodgkin λέμφωμα και PCBs

Επιδημιολογικές μελέτες για την υγεία δείχνουν ότι η αύξηση της συχνότητας των μη-Hodgkin λεμφωμάτων οφείλεται, τουλάχιστον εν μέρει, σε τυχαία έκθεση σε οργανοχλώρια, όπως είναι τα πολυχλωριωμένα διφαινύλια (PCBs).Τα PCB χρησιμοποιούνταν ευρέως σε μετασχηματιστές, πυκνωτές, και ηλεκτρικούς κινητήρες.

To μη-Hodgkin λέμφωμα είναι η πιο συχνή μορφή καρκίνου του λεμφικού συστήματος, που είναι μέρος του ανοσοποιητικού συστήματος. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, τα ποσοστά εμφάνισης για NHL έχουν σχεδόν διπλασιαστεί.

Το μη-Hodgkin λέμφωμα δεν είναι μια ενιαία ασθένεια, αλλά  μια ομάδα αρκετών καρκίνων. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας υπολογίζει ότι υπάρχουν τουλάχιστον 61 είδη NHL. Παρά το γεγονός ότι οι διάφοροι τύποι  NHL έχουν μερικά κοινά χαρακτηριστικά διαφέρουν ως προς την εμφάνισή τους κάτω από το μικροσκόπιο, τα μοριακά χαρακτηριστικά τους, την ανάπτυξή τους, τις επιπτώσεις τους στο σώμα και στην αντιμετώπισή τους.


Παιδιατρικό Λέμφωμα

Το NHL στην παιδική ηλικία περιλαμβάνει περίπου πέντε τοις εκατό του συνόλου των NHL περιπτώσεων. Οι πιο συχνοί τύποι είναι το λεμφοβλαστικό λέμφωμα, το λέμφωμα του Burkitt, το διάχυτο Β από μεγάλα κύτταρα και το αναπλαστικό λέμφωμα από μεγάλα κύτταρα. Το λεμφοβλαστικό λέμφωμα είναι στενά συνδεδεμένο με την παιδική οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία. Ο αριθμός των παιδιών με NHL αυξάνεται.


Μετατροπή λεμφωμάτων

Αν και τα νωχελικά Β λεμφώματα, όπως τα θυλακιώδη (οζώδη) λεμφώματα, πιο συχνά συνδέονται με τη μετατροπή σε επιθετική νόσο, ακόμη και τα βραδείας ανάπτυξης Τ λεμφώματα μπορεί, επίσης, να εξελιχθούν σε επιθετική ασθένεια.


Σχετιζόμενα με τη θεραπεία λεμφώματα (συνήθως Τ)

Σχετιζόμενα με τη θεραπεία Τ λεμφώματα μπορεί να εμφανιστούν μετά από μεταμόσχευση συμπαγούς οργάνου ή μεταμόσχευση μυελού των οστών. Η καταστολή του ανοσοποιητικού συστήματος που απαιτείται για ασθενείς με μεταμόσχευση μπορεί να τους θέσει σε κίνδυνο για την ανάπτυξη μετά τη μεταμόσχευση λεμφοϋπερπλαστικών διαταραχών, ορισμένων ασυνήθιστων μορφών περιφερικών λεμφωμάτων Τ-κυττάρων και άλλων τύπων NHL. Τα σχετιζόμενα με τη θεραπεία Τ λεμφώματα μπορεί να απαιτούν θεραπεία που διαφέρει από τις συνήθεις θεραπείες που χρησιμοποιούνται, συνήθως, για την αντιμετώπιση αυτών των καταστάσεων.

Λεμφοϋπερπλαστικές διαταραχές μετά από μεταμόσχευση συμπαγών οργάνων

Διάγνωση λεμφοϋπερπλαστικών διαταραχών σε μεταμοσχευμένους


Τα μη-Hodgkin λεμφώματα σε γενικές γραμμές χωρίζονται σε δύο μεγάλες ομάδες: λεμφώματα εκ Β-λεμφοκυττάρων και λεμφώματα εκ Τ-κυττάρων.

Τα λεμφώματα Β-λεμφοκυττάρων προέρχονται από ανώμαλη ανάπτυξη Β-λεμφοκυττάρων και αντιπροσωπεύουν το 85 τοις εκατό όλων των NHL λεμφωμάτων.

Τα λεμφώματα Τ-κυττάρων  αναπτύσσονται από ανώμαλα Τ-λεμφοκύτταρα και αντιπροσωπεύουν το υπόλοιπο 15 τοις εκατό όλων των NHL λεμφωμάτων.

Τα Μη-Hodgkin λεμφώματα μπορούν, επίσης, να χαρακτηριστούν ως νωχελικά (αργή ανάπτυξη) ή επιθετικά (ταχέως αναπτυσσόμενα).


Συμπτώματα NHL

Συχνά σημεία και συμπτώματα του NHL περιλαμβάνουν την διόγκωση των λεμφαδένων (που είναι συχνά, αλλά όχι πάντα ανώδυνη), πυρετό, νυκτερινή εφίδρωση, ανεξήγητη απώλεια βάρους και κόπωση. Ενώ οι περισσότεροι άνθρωποι που έχουν αυτά τα συμπτώματα δεν θα έχουν NHL, ο καθένας με επίμονα συμπτώματα θα πρέπει να εξεταστεί από γιατρό για να βεβαιωθεί ότι δεν έχει λέμφωμα.


Παράγοντες Κινδύνου για NHL

Οι αιτίες του NHL παραμένει άγνωστες, εν τούτοις, ο κίνδυνος για ανάπτυξη λεμφώματος μπορεί να είναι υψηλότερος σε άτομα που:

• έχουν οικογενειακό ιστορικό  NHL

• έχουν μία αυτοάνοση νόσο

• έχουν κάνει μεταμόσχευση οργάνου

• έχουν εκτεθεί σε χημικά όπως λιπάσματα, φυτοφάρμακα, ή οργανικούς διαλύτες για μια μακρά περίοδο

• έχουν μολυνθεί με ιούς, όπως ο ιός Epstein-Barr, ο ανθρώπινος Τ-λεμφοτροπικός ιός τύπου 1 (HTLV-1), ο ιός HIV / AIDS, ο ιός ηπατίτιδας C ή με ορισμένα βακτηρίδια, όπως το Η-pylori.


Στάδια NHL

Τα μη-Hodgkin λεμφώματα κατατάσσονται σε τέσσερα στάδια με βάση το πόσο μακριά έχει εξαπλωθεί η ασθένεια.

• Στάδιο Ι (πρώιμη νόσος): ο καρκίνος βρίσκεται μόνο σε ένα λεμφαδένα Ή σε ένα όργανο ή περιοχή έξω από τον λεμφαδένα.

• Στάδιο II (τοπικά προχωρημένη νόσος): ο καρκίνος βρίσκεται σε δύο ή περισσότερες περιοχές λεμφαδένων στη μία πλευρά του διαφράγματος.

• Στάδιο III (προχωρημένο στάδιο της νόσου): ο καρκίνος περιλαμβάνει λεμφαδένες τόσο πάνω όσο και κάτω από το διάφραγμα.

• Στάδιο IV (μεταστατική νόσος): ο καρκίνος βρίσκεται σε διάφορα μέρη του ένα ή περισσότερα όργανα ή ιστούς (εκτός από τους λεμφαδένες). Ή, είναι στο μυελό ήπαρ, αίμα ή οστά.


Θεραπευτικές επιλογές

Πολλές αποτελεσματικές θεραπευτικές επιλογές υπάρχουν για ασθενείς με NHL:

• προσεκτική αναμονή

• χημειοθεραπεία

• ακτινοθεραπεία

• μεταμόσχευση βλαστικών κυττάρων

• στοχευμένες θεραπείες

• νεότερες θεραπείες

Η επιλεγμένη θεραπεία εξαρτάται από τον τύπο του λεμφώματος και το στάδιο της νόσου, καθώς και άλλους παράγοντες, όπως η ηλικία, οι προηγούμενες θεραπείες  και η γενική υγεία του ασθενούς.

Σε μερικούς ασθενείς μπορεί να γίνει υποτροπή (επιστρέφει η νόσος μετά τη θεραπεία) ή να γίνει ανθεκτική νόσος (η ασθένεια δεν ανταποκρίνεται στην αγωγή). Ωστόσο, πολλές θεραπευτικές επιλογές υπάρχουν για τους ασθενείς με υποτροπιάζον ή ανθεκτικό NHL, που συχνά αναφέρεται ως θεραπείες δεύτερης γραμμής.

Πριν από την έναρξη της θεραπείας, οι ασθενείς θα πρέπει να συζητήσουν όλες τις διαθέσιμες επιλογές θεραπείας με το γιατρό τους.


Τύποι του NHL

Β-κυττάρων λεμφώματα

Τα λεμφώματα Β-κυττάρων αποτελούν το 85 % των μη-Hodgkin λεμφωμάτων

  • Διάχυτο Β λέμφωμα από μεγάλα κύτταρα

Αυτός είναι ο πιο συχνός τύπος  μη-Hodgkin λεμφώματος που αντιπροσωπεύei περίπου 1 στις 3 περιπτώσεις. Τα κύτταρα είναι αρκετά μεγάλα στο μικροσκόπιο.

Το διάχυτο Β λέμφωμα από μεγάλα κύτταρα (DLBCL) μπορεί να επηρεάσει οποιαδήποτε ηλικιακή ομάδα, αλλά εμφανίζεται κυρίως σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας (60 ετών). Συνήθως ξεκινά ως μια ταχέως αναπτυσσόμενη μάζα σε ένα λεμφαδένα βαθιά στο εσωτερικό του σώματος, όπως στο στήθος ή την κοιλιά, ή σε ένα λεμφαδένα στο λαιμό ή στη μασχάλη. Μπορεί, επίσης, να πρωτοεμφανιστεί στο έντερο, τα οστά, ή ακόμη και τον εγκέφαλο ή το νωτιαίο μυελό.

Περίπου 1 στα 3 από αυτά τα λεμφώματα περιορίζεται σε ένα μέρος του σώματος. Τα λεμφώματα θεραπεύονται ευκολότερα όταν εντοπίζονται σε ένα μέρος σώματος παρά όταν έχουν εξαπλωθεί σε άλλα μέρη του σώματος.

Γενετικές δοκιμές έχουν δείξει ότι υπάρχουν διαφορετικές υποκατηγορίες των DLBCL με διαφορετική πρόγνωση  και ανταπόκριση στη θεραπεία.

Το DLBCL είναι ένα ταχέως αναπτυσσόμενo λέμφωμα, αλλά συχνά ανταποκρίνεται καλά στη θεραπεία. Συνολικά, περίπου 3 στους 4 ασθενείς δεν θα έχουν κανένα σημείο της νόσου μετά την αρχική θεραπεία, και περίπου το ήμισυ του συνόλου των ατόμων με αυτό το λέμφωμα θεραπεύονται.

-Λέμφωμα μεσοθωρακίου (θυμικό) από μεγάλα Β κύτταρα: Είναι ένα υπότυπος του DLBCL στην οποία τα κύτταρα λεμφώματος είναι μεγάλα, αλλά υπάρχει πολλή ίνωση (σαν ουλή ιστός). Αντιπροσωπεύει περίπου το 2 % όλων των λεμφωμάτων. Περίπου 2 στους 3 ανθρώπους με αυτό το λέμφωμα είναι γυναίκες. Οι περισσότεροι είναι νέοι - στη δεκαετία των '30. Αυτό το λέμφωμα ξεκινά στο μεσοθωράκιο (η περιοχή πίσω από το στέρνο ). Είναι συνήθως εντοπισμένο όταν διαπιστωθεί. Μπορεί να προκαλέσει αναπνευστικά προβλήματα, διότι συχνά πιέζει την τραχεία. Μπορεί επίσης να πιέζει την άνω κοίλη φλέβα (τη μεγάλη φλέβα που επιστρέφει το αίμα προς την καρδιά από τα χέρια και το κεφάλι), και προκαλεί οίδημα του προσώπου και των άνω άκρων. Αυτό είναι ένα ταχέως αναπτυσσόμενο λέμφωμα, αλλά συνήθως ανταποκρίνεται καλά στη θεραπεία. Περίπου οι μισοί από τους ασθενείς μπορούν να θεραπευτούν.

-Ενδοαγγειακό Β λέμφωμα από μεγάλα κύτταρα: Σε αυτό το σπάνιο υπότυπο του DLBCL λεμφώματος, τα κύτταρα λεμφώματος βρίσκονται μόνο μέσα στα αιμοφόρα αγγεία, όχι στους λεμφαδένες ή  το μυελό οστών και αντιμετωπίζεται σαν DLBCL.

  • Οζώδη λεμφώματα

Περίπου 1 από τα 5 λεμφώματα είναι οζώδη λεμφώματα και τα κύτταρα έχουν την τάση να αναπτύσσονται σε ένα κυκλικό μοτίβο (θυλακιώδη) στους λεμφαδένες.

Ο μέσος όρος ηλικίας για τα άτομα με αυτό το λέμφωμα είναι περίπου τα 60 έτη. Είναι σπάνιο σε πολύ νεαρά άτομα. Εμφανίζονται σε πολλές περιοχές λεμφαδένων στο σώμα, καθώς επίσης και στο μυελό των οστών.

Τα οζώδη λεμφώματα έχουν αργή ανάπτυξη και ανταποκρίνονται καλά στη θεραπεία, αλλά είναι δύσκολο να θεραπευτούν. Αυτά τα λεμφώματα μπορεί να μην απαιτούν θεραπεία όταν γίνεται διάγνωση για πρώτη φορά. Η θεραπεία μπορεί να καθυστερήσει μέχρις ότου το λέμφωμα προκαλέσει προβλήματα. Με την πάροδο του χρόνου, περίπου 1 στα 3 οζώδη λεμφώματα  μετατρέπεται σε ένα ταχέως αναπτυσσόμενο διάχυτο Β λέμφωμα.

  • Χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία/Μικρό λεμφοκυτταρικό λέμφωμα

Αυτές είναι στενά σχετικές ασθένειες. Στην πραγματικότητα, πολλοί γιατροί θεωρούν ότι είναι μορφές της ίδιας ασθένειας. Ο ίδιος τύπος του καρκινικού κυττάρου (γνωστό ως ένα μικρό λεμφοκύτταρο)υπάρχει και στη χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία (CLL) και στο μικρό λεμφοκυτταρικό λέμφωμα (SLL). Η μόνη διαφορά είναι που βρίσκονται τα καρκινικά κύτταρα. Σε CLL τα περισσότερα από τα καρκινικά κύτταρα βρίσκονται στο αίμα και το μυελό των οστών. Σε SLL, τα καρκινικά κύτταρα είναι κυρίως στους λεμφαδένες και τον σπλήνα. Το SLL αντιπροσωπεύει περίπου το 5 % έως 10 % όλων των λεμφωμάτων.

Τόσο η CLL όσο και το SLL έχουν αργή ανάπτυξη  αν και η CLL που είναι πολύ πιο συχνή, τείνει να αναπτύσσεται με πιο αργούς ρυθμούς. Το CLL και SLL αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο. Δεν είναι συνήθως ιάσιμα με τυποποιημένες θεραπείες, αλλά ανάλογα με το στάδιο και το ρυθμό ανάπτυξης της νόσου, οι περισσότεροι ασθενείς ζουν περισσότερο από 10 χρόνια. Μερικές φορές, αυτά τα βραδείας ανάπτυξης λεμφώματα μετατρέπονται σε ένα περισσότερο επιθετικό τύπο λεμφώματος.

Xρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία

  • Κυτταρικά λεμφώματα

Μόνο περίπου 5 % των λεμφωμάτων είναι αυτού του τύπου. Τα κύτταρα είναι μικρού και μεσαίου μεγέθους. Οι άνδρες προσβάλλονται συχνότερα. Η μέση ηλικία των ασθενών είναι τα 60 έτη. Όταν αυτό το λέμφωμα έχει διαγνωστεί, έχει κάνει μεταστάσεις στους λεμφαδένες, στο μυελό των οστών, και συχνά στο σπλήνα. Αυτό, συνήθως, δεν είναι πολύ ταχέως αναπτυσσόμενο λέμφωμα, αλλά μπορεί να είναι δύσκολο να θεραπευτεί. Νεότερες θεραπείες μπορεί να είναι πιο αποτελεσματικές από ό, τι εκείνες που χρησιμοποιούνταν στο παρελθόν, και μπορεί να προσφέρει μια καλύτερη ευκαιρία για μακροπρόθεσμη επιβίωση των ασθενών.

  • Περιφερικής ζώνης Β λεμφώματα

Τα λεμφώματα περιφερικής ζώνης αντιπροσωπεύουν περίπου το 5 % έως 10 % των λεμφωμάτων. Τα κύτταρα σε αυτά τα λεμφώματα φαίνονται μικρά κάτω από το μικροσκόπιο.

Υπάρχουν 3 βασικοί τύποι των λεμφωμάτων περιφερικής ζώνης

-Εξωλεμφαδενικά περιφερικής ζώνης Β λεμφώματα Β, επίσης, γνωστά ως βλεννογόνου που σχετίζονται με λεμφικό ιστό (MALT) λεμφώματα: Τα λεμφώματα έχουν ξεκινήσει σε χώρους άλλους εκτός από τους λεμφαδένες (εξωλεμφαδενικά) και είναι ο πιο συχνός τύπος. Τα περισσότερα MALT λεμφώματα έχουν ξεκινήσει στο στομάχι και συνδέονται με τη μόλυνση από το βακτήριο του ελικοβακτηριδίου του πυλωρού, το οποίο είναι, επίσης, η αιτία έλκους του στομάχου. Άλλες πιθανές θέσεις των λεμφωμάτων MALT περιλαμβάνουν τον πνεύμονα, το δέρμα, το θυρεοειδή, τους σιελογόνους αδένες, και τους ιστούς γύρω από το μάτι. Συνήθως, περιορίζεται στην περιοχή όπου αρχίζει και δεν κάνει μεταστάσεις. Πολλά από αυτά τα άλλα λεμφώματα MALT έχουν συνδεθεί, επίσης, με λοιμώξεις από βακτήρια ή ιούς. Η μέση ηλικία των ασθενών με λέμφωμα MALT είναι περίπου τα 60 έτη. Έχουν αργή ανάπτυξη και είναι συχνά ιάσιμα στα αρχικά στάδια. Οι γιατροί συχνά χρησιμοποιούν αντιβιοτικά ως θεραπεία πρώτης γραμμής για MALT λέμφωμα του στομάχου, επειδή η θεραπεία της λοίμωξης από Helicobacter pylori θεραπεύει συχνά το λέμφωμα.

-Λεμφαδενικό περιφερικής ζώνης Β λέμφωμα: Αυτό είναι μια σπάνια ασθένεια, που παρατηρείται, κυρίως, σε γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας. Συνήθως, παραμένει στους λεμφαδένες, αν και κύτταρα λεμφώματος μπορεί, επίσης, μερικές φορές να βρεθούν στο μυελό των οστών. Έχει αργή ανάπτυξη και πολλοί ασθενείς θεραπευτεί εάν διαγνωστεί  η νόσος όταν είναι στα πρώτα στάδια.

-Σπληνός περιφερικής ζώνης Β λέμφωμα: Αυτό είναι ένα σπάνιο λέμφωμα. Πιο συχνά το λέμφωμα βρίσκεται μόνο στο σπλήνα και το μυελό των οστών. Οι ασθενείς είναι συχνά ηλικιωμένοι και άνδρες και να έχουν  διογκωμένη σπλήνα. Επειδή η ασθένεια έχει αργή ανάπτυξη δεν απαιτεί θεραπεία, εκτός αν τα συμπτώματα γίνουν ενοχλητικά. Αυτό το είδος του λεμφώματος έχει συνδεθεί με τη μόλυνση με τον ιό της ηπατίτιδας C.

  • Λέμφωμα Burkitt

Αυτός ο τύπος αποτελεί περίπου 1 % έως 2 % όλων των λεμφωμάτων. Τα κύτταρα είναι μεσαίου μεγέθους. Ένα άλλο είδος λεμφώματος , που ονομάζεται Burkitt -like λέμφωμα, έχει ελαφρώς μεγαλύτερα κύτταρα. Επειδή αυτό το δεύτερο είδος του λεμφώματος είναι δύσκολο να διαχωριστεί από το λέμφωμα Burkitt, εξετάζονται μαζί. Αυτό είναι ένα πολύ ταχέως αναπτυσσόμενο λέμφωμα.

Στις χώρες της Αφρικής (ενδημικό), συχνά ξεκινά ως όγκος της γνάθου ή άλλα οστών του προσώπου. Αυτός ο τύπος συνδέεται με μόλυνση με τον ιό Epstein-Barr (η οποία μπορεί, επίσης, να προκαλέσει λοιμώδη μονοπυρήνωση).

Στο σποραδικό το λέμφωμα ξεκινά συνήθως στην κοιλιά, όπου σχηματίζει μια μεγάλη μάζα. Μπορεί επίσης να ξεκινήσει από τις ωοθήκες, τους όρχεις, ή άλλα όργανα, και μπορεί να εξαπλωθεί στον εγκέφαλο και το νωτιαίο μυελό και συνήθως δεν συνδέεται με την Epstein-Barr ιική μόλυνση. Κοντά στο 90% των ασθενών είναι άνδρες, και ο μέσος όρος ηλικίας είναι περίπου τα 30 έτη. Αν και αυτό είναι ένα ταχέως αναπτυσσόμενο λέμφωμα, περισσότερο από το ήμισυ των ασθενών μπορεί να θεραπευτεί με εντατική χημειοθεραπεία.

Το λέμφωμα ανοσοανεπάρκειας Burkitt διαγιγνώσκεται πιο συχνά σε άτομα που έχουν μολυνθεί με τον ιό HIV/AIDS. Η ασθένεια μπορεί να επηρεάσει την κάτω γνάθο, το κεντρικό νευρικό σύστημα, το μυελό των οστών, το έντερο, τους νεφρούς, τις ωοθήκες ή άλλα όργανα. Το λέμφωμα Burkitt έχει μια συγκεκριμένη χρωμοσωμική ανωμαλία που ονομάζεται το t (8; 14) μετατόπιση και συμπεριφέρεται επιθετικά. Το λέμφωμα Burkitt είναι δυνητικά ιάσιμο.

  • Λεμφοπλασματοκυτταρικό λέμφωμα (μακροσφαιριναιμία Waldenstrom)

Αυτός ο τύπος δεν είναι συχνός, αντιπροσωπεύοντας το 1% έως 2 % των λεμφωμάτων. Τα κύτταρα λεμφώματος είναι μικρά και βρίσκονται κυρίως, στο μυελό των οστών, στους λεμφαδένες, και τον σπλήνα.

  • Λευχαιμία εκ τριχωτών κυττάρων

Παρά το όνομα, θεωρείται ότι είναι ένας τύπος λεμφώματος. Η λευχαιμία τριχωτών κυττάρων (HCL) είναι σπάνια. Τα κύτταρα είναι μικρά Β λεμφοκύτταρα με προεξοχές που τους δίνουν μια «τριχωτή» εμφάνιση. Βρίσκονται συνήθως σε μυελό των οστών, σπλήνα και στο αίμα. Οι άνδρες είναι πιο πιθανό να νοσήσουν από τις γυναίκες, και η μέση ηλικία είναι περίπου τα 50 έτη. Η λευχαιμία εκ τριχωτών κυττάρων έχει αργή ανάπτυξη, και μερικοί ασθενείς μπορεί να μη χρειαστούν θεραπεία. Μια διεύρυνση του σπλήνας ή πτώση των αριθμών των κυττάρων του αίματος (λόγω του ότι καρκινικά κύτταρα εισβάλλουν στο μυελό των οστών) είναι οι συνήθεις λόγοι για να ξεκινήσει θεραπεία. Εάν χρειάζεται θεραπεία, είναι συνήθως πολύ αποτελεσματική.

Λευχαιμία τριχωτών κυττάρων

  • Πρωτοπαθές λέμφωμα του κεντρικού νευρικού συστήματος

-Αυτό το λέμφωμα, συνήθως, περιλαμβάνει τον εγκέφαλο (πρωτοπαθές λέμφωμα του εγκεφάλου), αλλά μπορεί επίσης να βρεθεί στο νωτιαίο μυελό και σε ιστούς γύρω από το νωτιαίο μυελό και το μάτι. Με την πάροδο του χρόνου, αυτό επεκτείνεται στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Το πρωτοπαθές λέμφωμα του ΚΝΣ είναι σπάνιο σε γενικές γραμμές, αλλά είναι πιο συχνό σε άτομα με προβλήματα του ανοσοποιητικού συστήματος, όπως αυτά που έχουν μολυνθεί με τον ιό HIV, τον ιό που προκαλεί το AIDS . Οι περισσότεροι άνθρωποι αναπτύσσουν πονοκεφάλους και σύγχυση. Μπορούν επίσης να έχουν προβλήματα όρασης, αδυναμία ή αλλοιωμένη αίσθηση στο πρόσωπο, στα χέρια ή τα πόδια και σε ορισμένες περιπτώσεις, σπασμούς. Η πρόγνωση είναι αρκετά κακή, αλλά μερικοί άνθρωποι μπορούν να ζήσουν τουλάχιστον 5 χρόνια με θεραπεία.

-Λέμφωμα του οφθαλμού (πρωτοπαθές ενδοφθάλμιο λέμφωμα), που σχετίζεται με πρωτογενές λέμφωμα του ΚΝΣ.

Τ-κυττάρων λεμφώματα

Τα λεμφώματα Τ-κυττάρων αποτελούν λιγότερο από το 15 % των μη-Hodgkin λεμφωμάτων. Υπάρχουν πολλοί τύποι Τ - κυτταρικού λεμφώματος, αλλά είναι όλοι αρκετά σπάνιοι.

  • Τ- λεμφοβλαστικό λέμφωμα/λευχαιμία

Αυτή η ασθένεια αντιπροσωπεύει περίπου το 1 % του συνόλου των λεμφωμάτων. Μπορεί να θεωρηθεί είτε ένα λέμφωμα ή μια λευχαιμία, ανάλογα με το πόσο του μυελού των οστών που εμπλέκεται (οι λευχαιμίες έχουν μεγαλύτερη συμμετοχή του μυελού των οστών). Τα καρκινικά κύτταρα είναι μικρά έως μεσαίου μεγέθους, ανώριμα Τ - κύτταρα. Αυτό το λέμφωμα συχνά ξεκινά στο θύμο αδένα, όπου πολλά Τ κύτταρα γίνονται. Αυτό το λέμφωμα μπορεί να εξελιχθεί σε ένα μεγάλο όγκο στο μεσοθωράκιο (η περιοχή πίσω από το στέρνο) . Εάν ο όγκος πιέζει την τραχεία μπορεί να προκαλέσει αναπνευστικά προβλήματα. Ο όγκος μπορεί, επίσης, να πιέζει την άνω κοίλη φλέβα (τη μεγάλη φλέβα που επιστρέφει το αίμα προς την καρδιά από τα άνω άκρα και το κεφάλι), που μπορεί να προκαλέσει οίδημα στα χέρια και το κεφάλι. Οι ασθενείς είναι πιο συχνά νεαροί ενήλικες, και οι άνδρες  προσβάλλονται συχνότερα από τις γυναίκες. Αυτό το λέμφωμα είναι ταχέως αναπτυσσόμενο, αλλά αν δεν έχει εξαπλωθεί στο μυελό των οστών όταν διαγνωστεί για πρώτη φορά, η πιθανότητα θεραπείας είναι αρκετά καλή. Συχνά, η μορφή αυτή  αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο όπως και η λευχαιμία.

  • Περιφερικά Τ λεμφώματα

Αυτοί οι τύποι λεμφωμάτων αναπτύσσονται από τις πιο ώριμες μορφές των Τ κυττάρων. Είναι σπάνια και αντιπροσωπεύουν μόνο ένα μικρό μέρος όλων των λεμφωμάτων.

-Δερματικά Τ λεμφώματα (σπογγοειδής μυκητίαση, σύνδρομο Sezary): Αυτά τα λεμφώματα ξεκινούν στο δέρμα. Τα λεμφώματα του δέρματος αντιπροσωπεύουν περίπου το 5 % του συνόλου των λεμφωμάτων.

-Αγγειοανοσοβλαστικό Τ λέμφωμα: Αυτό το λέμφωμα αντιπροσωπεύει περίπου το 3 % του συνόλου των λεμφωμάτων. Τείνει να συμβεί σε λεμφαδένες και μπορεί να επηρεάσει τον σπλήνα ή το ήπαρ. Οι ασθενείς συνήθως έχουν πυρετό, απώλεια βάρους, και εξανθήματα του δέρματος και συχνά αναπτύσσουν λοιμώξεις. Αυτό το λέμφωμα συχνά εξελίσσεται γρήγορα. Η θεραπεία είναι συχνά αποτελεσματική στην αρχή, αλλά το λέμφωμα υποτροπιάζει.

-Εξωαδενικό ΝΚ/Τ λέμφωμα ρινικού τύπου: Αυτός ο σπάνιος τύπος περιλαμβάνει συχνά τους άνω αεραγωγούς, όπως η μύτη και το άνω μέρος του τραχήλου, αλλά μπορεί επίσης να εισβάλει στο δέρμα και στον πεπτικό σωλήνα. Είναι πολύ πιο συχνό σε περιοχές της Ασίας και της Νότιας Αμερικής. Τα κύτταρα αυτού του λεμφώματος είναι παρόμοια με τα φυσιολογικά φυσικά φονικά κύτταρα (ΝΚ). Τα κύτταρα ΝΚ είναι ένα είδος λεμφοκυττάρων που μπορεί να ανταποκριθούν σε λοιμώξεις πιο γρήγορα από τα Τ-κύτταρα και Β-κύτταρα.

-Τ λέμφωμα τύπου εντεροπάθειας: Αυτό το λέμφωμα εμφανίζεται σε άτομα με ακραία ευαισθησία στη γλουτένη, που είναι η κύρια πρωτεΐνη στο αλεύρι σίτου. Οι άνθρωποι με την ασθένεια αυτή, που ονομάζεται εντεροπάθεια από ευαισθησία στη γλουτένη (κοιλιοκάκη) , μπορούν να αναπτύξουν λέμφωμα στα τοιχώματα του εντέρου. Πιστεύεται ότι αν η νόσος ανακαλυφθεί γρήγορα, η δίαιτα ελεύθερη γλουτένης μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη του λεμφώματος, αλλά και στην εξέλιξή του.

-Αναπλαστικό λέμφωμα από μεγάλα κύτταρα (ALCL): Περίπου 2 % των λεμφωμάτων είναι αυτού του τύπου. Είναι πιο συχνό στα νεαρά άτομα (συμπεριλαμβανομένων των παιδιών), αλλά αυτό συμβαίνει και σε άτομα ηλικίας 50 και 60 ετών. Αρχίζει, συνήθως, στους λεμφαδένες και μπορεί να εξαπλωθεί και στο δέρμα. Αυτό το είδος του λεμφώματος τείνει να είναι ταχέως αναπτυσσόμενο, αλλά πολλοί άνθρωποι με αυτό το λέμφωμα θεραπεύονται με επιθετική χημειοθεραπεία.

Υπάρχουν 2 κύριες μορφές ALCL, το συστηματικό ALCL και το πρωτοπαθές δερματικό ALCL, που επηρεάζει μόνο το δέρμα.

Το  συστηματικό ALCL χωρίζεται σε 2 τύπους με βάση αν μια αλλαγή γονιδίου είναι παρούσα στα κύτταρα του λεμφώματος και παράγεται η κινάση αναπλαστικού λεμφώματος ή ALK1. Το ALK - θετικό ALCL τείνει να έχει μια καλύτερη πρόγνωση από το ALK - αρνητικό.

Το πρωτοπαθές δερματικό ALCL είναι λέμφωμα του δέρματος.

-Απροσδιόριστο περιφερικό Τ λέμφωμα: Αυτό το όνομα δίνεται σε λεμφώματα Τ-κυττάρων που δεν ταιριάζουν εύκολα σε οποιαδήποτε από τις παραπάνω ομάδες. Αποτελούν περίπου το ήμισυ του συνόλου των Τ λεμφωμάτων. Τα καρκινικά κύτταρα μπορεί να είναι μικρά ή μεγάλα. Οι περισσότεροι άνθρωποι διαγιγνώσκονται με την ασθένεια στα 60 τους. Τα λεμφώματα αυτά  τείνουν να είναι ευρέως διαδεδομένα στο σώμα και αναπτύσσονται γρήγορα. Ορισμένες περιπτώσεις ανταποκρίνονται καλά στη χημειοθεραπεία, αλλά η μακροπρόθεσμη επιβίωση δεν είναι συχνή.

-Ηπατοσπληνικό T-λέμφωμα: Είναι εξαιρετικά σπάνιο και επιθετικό και ξεκινά από το ήπαρ ή τον σπλήνα. Αυτό το λέμφωμα μπορεί να συμβεί σε άτομα με νόσο του Crohn των οποίων το ανοσοποιητικό σύστημα καταστέλλεται. 

Διαβάστε, επίσης,

Υποσχόμενη θεραπεία για την λεμφοκυτταρική λευχαιμία

Γονιδιακή θεραπεία και εμβόλια για τις αιματολογικές κακοήθειες

Ανοσοδιέγερση με Plerixafor

Θεραπεία λεμφώματος

Ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού

Νοσήματα ενδεικτικά πιθανού AIDS στα παιδιά

www.emedi.gr

Γράφει η
Δρ Σάββη Μάλλιου Κριαρά
Ειδικός Παθολόγος- Ογκολόγος, MD, PhD

Η ζωή είναι δική σας. Πάρτε την στα χέρια σας!

Το μοριακό προφίλ του όγκου είναι απαραίτητο και χρήσιμο εργαλείο για τη θεραπευτική σας απόφαση.

Ζητείστε την εξέταση πριν κάνετε οποιαδήποτε θεραπεία. Η ζωή σας είναι πολύτιμη.

Ζητήστε από την EMEDI πληροφορίες για το μοριακό προφίλ του όγκου.

Μάθετε όλες τις πληροφορίες από τους συνεργάτες μας για την εξατομικευμένη θεραπεία των επιθετικών λεμφωμάτων, πατώντας εδώ.

Τα καλύτερα συμπληρώματα διατροφής για τα λεμφώματα

Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τα λεμφώματα

Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με τον θεράποντα ιατρό.

 

Διαβάστηκε 23646 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2018 12:07
Σαββούλα Μάλλιου Κριαρά

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Σχετικά Άρθρα

  • Έρπης ζωστήρας Έρπης ζωστήρας

    Ο έρπης ζωστήρ είναι μια νόσος που εκδηλώνεται, συχνά, ως ένα επώδυνο ετερόπλευρο δερματικό εξάνθημα

    Ο έρπητας ζωστήρας είναι ένα επώδυνο εξάνθημα που προκαλεί νευραλγία κι έχει διάρκεια 2–4 εβδομάδες. Προκαλείται από τον ιό Varicella zoster (VZV). Παράγοντες κινδύνου είναι το γήρας, η κακή ανοσολογική λειτουργία κι όσοι είχαν ανεμοβλογιά πριν από την ηλικία των 18 μηνών. Η διάγνωση γίνεται με βάση τα συμπτώματα. Διαφορική διάγνωση γίνεται από τον απλό έρπητα, στηθάγχη, τσιμπήματα εντόμων. Κυκλοφορε;i, πια εμβόλιο πρόληψης του έρπητα ζωστήρα. Φάρμακα, όπως η  Aciclovir (αν χορηγηθούν, πρέπει να χορηγηθούν νωρίς). Επίσης, χορηγούνται φάρμακα για τον πόνο.

    Ο έρπητας ζωστήρας, επίσης, γνωστός ως ζωστήρας ή έρπης ζωστήρας, είναι μια ιογενής ασθένεια που χαρακτηρίζεται από επώδυνο δερματικό εξάνθημα με φουσκάλες σε μια τοπική περιοχή.  Συνήθως, το εξάνθημα εμφανίζεται σε μία, ευρεία λωρίδα είτε στην αριστερή είτε στη δεξιά πλευρά του σώματος ή του προσώπου. Δύο έως τέσσερις ημέρες πριν εμφανιστεί το εξάνθημα μπορεί να υπάρχει μυρμήγκιασμα ή τοπικός πόνος στην περιοχή. Διαφορετικά, υπάρχουν, συνήθως, λίγα συμπτώματα, αν και ορισμένοι ασθενείς μπορεί να έχουν πυρετό ή πονοκέφαλο ή να αισθάνονται κουρασμένοι. Το εξάνθημα, συνήθως, θεραπεύεται εντός δύο έως τεσσάρων εβδομάδων, ωστόσο, μερικοί άνθρωποι αναπτύσσουν συνεχή πόνο στα νεύρα που μπορεί να διαρκέσει για μήνες ή χρόνια, μια κατάσταση που ονομάζεται μεθερπητική νευραλγία. Σε άτομα με κακή ανοσολογική λειτουργία το εξάνθημα μπορεί να είναι εκτεταμένο. Εάν το εξάνθημα περιλαμβάνει το μάτι, μπορεί να συμβεί απώλεια όρασης.

    Ο έρπητας ζωστήρας οφείλεται σε επανενεργοποίηση του ιού της ανεμοβλογιάς ζωστήρα (VZV) στο σώμα ενός ατόμου.

    Η ασθένεια της ανεμοβλογιάς προκαλείται από την αρχική λοίμωξη με VZV. Μόλις λυθεί η ανεμοβλογιά, ο ιός μπορεί να παραμείνει ανενεργός στα νευρικά κύτταρα. Όταν επανενεργοποιηθεί, ταξιδεύει από το νευρικό σώμα μέχρι τις απολήξεις του δέρματος, παράγοντας φουσκάλες. Οι παράγοντες κινδύνου για επανενεργοποίηση περιλαμβάνουν το γήρας, την κακή ανοσολογική λειτουργία και την ανεμοβλογιά πριν από την ηλικία των 18 μηνών.

    Ο τρόπος με τον οποίο ο ιός παραμένει στο σώμα ή στη συνέχεια επανενεργοποιείται δεν είναι κατανοητός. Η έκθεση στον ιό που υπάρχει μέσα στις φουσκάλες μπορεί να προκαλέσει ανεμοβλογιά σε κάποιον που δεν την έχει περάσει, αλλά δεν θα προκαλέσει έρπητα ζωστήρα.

    Η διάγνωση βασίζεται, συνήθως, στα σημεία και συμπτώματα ενός ασθενούς.

    Ο ιός της Varicella zoster δεν είναι ο ίδιος με τον ιό του απλού έρπητα. Ωστόσο, ανήκουν στην ίδια οικογένεια ιών. 

    zostir 4

    Το εμβόλιο έρπητα ζωστήρα μειώνει τον κίνδυνο έρπητα ζωστήρα κατά 50% έως 90%, ανάλογα με το εμβόλιο που χρησιμοποιείται. Μειώνει, επίσης, τα ποσοστά της μεθερπητικής νευραλγίας και εάν εμφανιστεί έρπητας ζωστήρας, τη σοβαρότητά του!!!

    Προσοχή!!! Το εμβόλιο του έρπητα ζωστήρα αποτελείται από εξασθενημένο ιό και σε ορισμένα άτομα, ιδίως, τα ανοσοκατασταλμένα μπορεί να προκαλέσει σοβαρή λοίμωξη με έρπητα ζωστήρα, ακόμη και θάνατο!!!

    Εάν αναπτυχθεί έρπητας ζωστήρας, τα αντιιικά φάρμακα, όπως η aciclovir μπορούν να μειώσουν τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της νόσου εάν ξεκινήσουν εντός 72 ωρών από την εμφάνιση του εξανθήματος.

    Όμως τα αντιικά φάρμακα και τα στερεοειδή δεν δείχνουν επίδραση στη μεθερπητική νευραλγία.

    Η παρακεταμόλη, τα ΜΣΑΦ ή τα οπιοειδή χρησιμοποιούνται για να βοηθήσουν στον οξύ πόνο. 

    Υπολογίζεται ότι περίπου το ένα τρίτο των ανθρώπων αναπτύσσουν έρπητα ζωστήρα σε κάποιο σημείο της ζωής τους. Ενώ, είναι πιο συχνός στους ηλικιωμένους, τα παιδιά μπορεί, επίσης, να πάσχουν από την ασθένεια.

    zostir 1

    0 Έρπης ζωστήρας είναι μια νόσος που εκδηλώνεται, συχνά, ως ένα επώδυνο ετερόπλευρο δερματικό εξάνθημα. Ο ζωστήρας εμφανίζεται μετά από ενεργοποίηση του ιού της ανεμοβλογιάς, έρπητα ζωστήρα ο οποίος βρίσκεται σε λανθάνουσα κατάσταση στις οπίσθιες ρίζες των γαγγλίων.

    Επηρεαζόμενα συστήματα: Δέρμα, Εξωκρινείς αδένες, Νευρικό σύστημα

    • Εμφανίζεται στο 10% με 20% του πληθυσμού σε κάποια στιγμή
    • Ενεργός έρπης ζωστήρας 16,7/100.000
    • Μεθερπητική νευραλγία 60/100.000

    Επικρατέστερη ηλικία: Αυξανόμενη επίπτωση με την πάροδο της ηλικίας. 80% των περιπτώσεων είναι άτομα άνω των 20 χρονών (2-3 στα 100 ηλικίας 20-50, 10 στα 1.000 > 80 χρονών)

    Επικρατέστερο φύλλο: Άνδρες = Γυναίκες

    ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΕΡΠΗΤΑ ΖΩΣΤΗΡΑ

    Πρόδρομη φάση (αίσθηση στο προσβεβλημένο δερμοτόμιο πρίν το εξάνθημα):

    • Καύσος
    • Κνησμός
    • Νυγμοειδής πόνος

    Οξεία φάση:

    • Γενικά συμπτώματα
    • Κόπωση
    • Αδιαθεσία
    • Κεφαλαλγία
    • Ελαφρός πυρετός
    • Δερματομιακό εξάνθημα
    • Αδυναμία (1% παρουσιάζουν αδυναμία κατά την διασπορά του εξανθήματος)
    • Αρχικά ευρυθηματώδες και κηλιδοβλατιδώδες που εξελίσσεται ταχέως σε ομάδα φυσαλίδων
    • Οι φυσαλίδες μετατρέπονται σε φλυκταινώδεις και/η αιμορραγικές βλάβες σε 3-4 ημέρες
    • Υποχώρηση του εξανθήματος και σχηματισμό εφελκίδων σε 14-21 ημέρες
    • Πιθανή εμφάνιση ζωστήρα, χωρίς εξάνθημα

    Χρόνια φάση:

    • Μεθερπητική νευραλγία (15% συνολικά αυξάνεται δραματικά με την ηλικία)

    zostir 9

    ΑΙΤΙΑ ΕΡΠΗΤΑ ΖΩΣΤΗΡΑ

    Ενεργοποίηση του αδρανούς ιού της ανεμοβλογιάς/ζωστήρα στις οπίσθιες νωτιαίες ρίζες

    ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΕΡΠΗΤΑ ΖΩΣΤΗΡΑ

    • Αυξανόμενης της ηλικίας
    • Ανοσοκατεσταλμένοι ασθενείς ή ασθενείς με κακοήθεια
    • Χειρουργική επέμβαση στη σπονδυλική στήλη
    • Ακτινοθεραπεία νωτιαίου μυελού
    • Χημμειοθεραπείες
    • Λευχαιμία
    • Λέμφωμα

    ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΕΡΠΗΤΑ ΖΩΣΤΗΡΑ

    ΔΙΑΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΕΡΠΗΤΑ ΖΩΣΤΗΡΑ

    • Εξάνθημα - ιός του απλού έρπητα, ιός Coxsackie, δερματίτιδα εξ επαφής, επιπολής πυοδερματίτιδα
    • Πόνος - χολοκυστίτιδα, πλευρίτιδα, έμφραγμα του μυοκαρδίου

    ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΕΡΠΗΤΑ ΖΩΣΤΗΡΑ

    • Σπανίως απαραίτητα
    • Καλλιέργεια ιού
    • Δοκιμασία μονοκλωνικών αντισωμάτων
    • Τίτλος αντισωμάτων στην οξεία φάση και την ανάρρωση.Το πιο δημοφιλές τεστ ανιχνεύει αντίσωμα IgM ειδικό για το VZV στο αίμα. Αυτό εμφανίζεται μόνο κατά την ανεμοβλογιά ή έρπητα ζωστήρα και όχι όταν ο ιός είναι αδρανής
    • Το πιο δημοφιλές τεστ ανιχνεύει αντίσωμα IgM ειδικό για το VZV στο αίμα. Αυτό εμφανίζεται μόνο κατά την ανεμοβλογιά ή έρπητα ζωστήρα και όχι όταν ο ιός είναι αδρανής. 
    • Το υγρό που συλλέγεται από μια φυσαλίδα δοκιμάζεται με αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης για VZV DNA ή εξετάζεται με ηλεκτρονικό μικροσκόπιο για σωματίδια ιού. Οι δοκιμές μοριακής βιολογίας που βασίζονται σε in vitro ενίσχυση νουκλεϊκού οξέος (δοκιμές PCR) θεωρούνται σήμερα οι πιο αξιόπιστες. Οι πιο πρόσφατες δοκιμές PCR σε πραγματικό χρόνο είναι γρήγορες, εύκολες στην εκτέλεση και τόσο ευαίσθητες και έχουν μικρότερο κίνδυνο μόλυνσης. Έχουν επίσης περισσότερη ευαισθησία από τις ιογενείς καλλιέργειες. 

    ΠΑΘΟΛΟΓΟΑΝΑΤΟΜΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΕΡΠΗΤΑ ΖΩΣΤΗΡΑ

    • Πολυπύρηνα γιγαντοκύτταρα με ενδοπυρηνικά έγκλειστα
    • Λεμφοειδής διήθηση των αισθητικών γαγγλίων με εστιακή αιμορραγία και καταστροφή των νευρικών κυττάρων

    zostir 3

    ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΕΡΠΗΤΑ ΖΩΣΤΗΡΑ

    • Υγρά επιθέματα με νερό ή 5% διάλυμα αλουμινίου για 30 με 60 λεπτά, 4-6 φορές την ημέρα
    • Διαλύματα καλαμίνης

    ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ

    • Η διάρκεια του εξανθήματος είναι 2-3 εβδομάδες
    • Πιθανή μετάδοση του εξανθήματος και ενοχλητικά συμπτώματα (γενικά συμπτώματα και εξάπλωση του εξανθήματος)
    • Πιθανή μεθερπητική νευραλγία

    ΦΑΡΜΑΚΑ ΕΡΠΗΤΑ ΖΩΣΤΗΡΑ

    ΦΑΡΜΑΚΑ ΕΚΛΟΓΗΣ

    • Αναλγητικά (ακεταμινοφαίνη, κωδεϊνη, μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα)
    • Σουλφαδιαζίνη αργύρου τοπικά για δευτερογενώς μολυσμένο εξάνθημα
    • Ασυκλοβίρη (Zovirax) ΕΦ 5 mg/Kg κάθε 8 ώρες ή από το στόμα 800 mg κάθε 4 ώρες (5 δόσεις την ημέρα). Απόλυτη ένδειξη σε ζωστήρα που σχετίζεται με σοβαρή υποκείμενη νόσο και σε προσβολή οφθαλμού. Στον οφθαλμικό ζωστήρα 600 mg κάθε 4 ώρες (5 φορές ημερησίως)
    • Η ασυκλοβίρη στους υπόλοιπους, όταν δίνεται πρώιμα (μεσα σε 48 ώρες από την εμφάνιση του εξανθήματος) ανακουφίζει από τα συμπτώματα και συντελεί στην ταχύτερη υποχώρηση του εξανθήματος, παρουσιάζει έχει, όμως, πολλές παρενέργειες
    • Τα στοιχεία είναι αντιφατικά σχετικά με τη χορήγηση της ασυκλοβίρης στην οξεία φάση και την επίπτωση/σοβαρότητα της μεθερπητικής νευραλγίας
    • Παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας κατά τη λήψη ασυκλοβίρης

    Σημαντικές πιθανές αλληλεπιδράσεις της ασυκλοβίρης:

    • Η προβενεσίδη μπορεί να αναστείλει την απέκκριση της ακυκλοβίρης

    ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΑ

    • Βιδαραβίνη, τοπικά ιδοξουριδίνη σε διμεθυλοσουλφοξίδη
    • Flamciclovir που είναι προφάρμακο για μετατροπή σε penciclovir. Φαίνεται να έχει ίδια αποτελεσματικότητα με την ασυκλοβίρη. Η βελτιωμένη βιοδιαθεσιμότητα του επιτρέπει χωρισμό της μέγιστης δόσης σε 3 δόσεις ημερησίως και μπορεί να βοηθήσει στην ανοχή του δόση 500 mg από το στόμα κάθε 8ωρο

    Οι στόχοι της θεραπείας είναι να περιοριστεί η σοβαρότητα και η διάρκεια του πόνου, να μειωθεί η διάρκεια ενός επεισοδίου έρπητα ζωστήρα και να μειωθούν οι επιπλοκές. Συχνά, απαιτείται συμπτωματική θεραπεία για την επιπλοκή της μεθερπητικής νευραλγίας.  

    Αναλγητικά

    Τα άτομα με ήπιο έως μέτριο πόνο μπορούν να υποβληθούν σε θεραπεία με φάρμακα για τον πόνο. Οι τοπικές λοσιόν που περιέχουν καλαμίνη μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο εξάνθημα ή στις φουσκάλες και μπορεί να είναι καταπραϋντικές. Περιστασιακά, ο έντονος πόνος μπορεί να απαιτεί φάρμακα με οπιοειδή, όπως η μορφίνη. Μόλις οι βλάβες ηρεμήσουν, μπορεί να χρησιμοποιηθεί κρέμα καψαϊκίνης. Τα τοπικά επιθέματα λιδοκαΐνης μπορεί, επίσης, να μειώσουν τον πόνο. Η χορήγηση της γκαμπαπεντίνης μαζί με τα αντιιικά χρησιμοποιείται για να προσφέρει ανακούφιση από τη μεθερπητική νευραλγία. 

    Αντιιικά

    Τα αντιιικά φάρμακα μπορεί να μειώσουν τη σοβαρότητα και τη διάρκεια του έρπητα ζωστήρα. Ωστόσο, δεν αποτρέπουν τη μεθερπητική νευραλγία. Από αυτά τα φάρμακα, η aciclovir ήταν η συνήθης θεραπεία, αλλά τα νεότερα φάρμακα valaciclovir και famciclovir παρουσιάζουν παρόμοια ή ανώτερη αποτελεσματικότητα και καλή ασφάλεια και ανεκτικότητα. Τα φάρμακα χρησιμοποιούνται τόσο για την πρόληψη (για παράδειγμα σε άτομα με HIV/AIDS, όσο και ως θεραπεία κατά τη διάρκεια της οξείας φάσης. Οι επιπλοκές σε ανοσοκατεσταλμένα άτομα με έρπητα ζωστήρα μπορεί να μειωθούν με ενδοφλέβια ακικλοβίρη. Σε άτομα που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο επανειλημμένων επεισοδίων έρπητα ζωστήρα, συνήθως, είναι αποτελεσματικές πέντε ημερήσιες στοματικές δόσεις aciclovir. 

    Στερεοειδή

    Τα κορτικοστεροειδή δε φαίνεται να μειώνουν τον κίνδυνο μακροχρόνιου πόνου και συστήνονται στο σύνδρομο Ramsay Hunt.

    Οφθαλμικός ζωστήρας

    Η θεραπεία για τον οφθαλμικό ζωστήρα είναι παρόμοια με την τυπική θεραπεία για έρπητα ζωστήρα σε άλλα σημεία. Προτείνονται η ασυκλοβίρη και η βαλακυκλοβίρη. Το σημαντικό πλεονέκτημα της βαλακυκλοβίρης έναντι της ακυκλοβίρης είναι η δόση της μόνο τρεις φορές / ημέρα (σε σύγκριση με τη δόση πέντε φορές / ημέρα της ασυκλοβίρης), η οποία θα μπορούσε να το καταστήσει πιο βολικό για τους ανθρώπους και να βελτιώσει την τήρηση της θεραπείας. 

    ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΕΡΠΗΤΑ ΖΩΣΤΗΡΑ

    ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ

    Εξαρτάται από τα συμπτώματα

    ΠΙΘΑΝΕΣ ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ ΕΡΠΗΤΑ ΖΩΣΤΗΡΑ

    • Μεθερπητική νευραλγία
    • Μηνιγγοεγκεφαλίτιδα
    • Δερματική διασπορά
    • Επιμόλυνση των δερματικών βλαβών
    • Σπλαχνική προσβολή
    • Κινητική αδυναμία στην περιφέρεια
    • Τμηματική μυελίτιδα
    • Σύνδρομο κρανιακών νεύρων, κυρίως, οφθαλμικού και προσωπικού (σύνδρομο Ramsay Hunt)
    • Έλκος κερατοειδούς
    • Σύνδρομο GUILAIN-BARRE

    ΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΗ ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΓΝΩΣΗ ΕΡΠΗΤΑ ΖΩΣΤΗΡΑ

    • Υποχώρηση του εξανθήματος σε 14 με 21 ημέρες
    • Η μεθερπητική νευραλγία ορίζεται σαν πόνος που διαρκεί τουλάχιστον 1 μήνα μετά την υποχώρηση του εξανθήματος
    • Η μεθερπητική νευραλγία έχει αυξανόμενη επίπτωση με την ηλικία (4% σε ηλικία 30-50, 34% πάνω από 80 χρονών)

    ΣΧΕΤΙΖΟΜΕΝΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΜΕ ΕΡΠΗΤΑ ΖΩΣΤΗΡΑ

    Ανοσοκαταστολή συμπεριλαμβανομένης της λοίμωξης HIV, δέκτες μοσχευμάτων και νεοπλάσματα

    ΗΛΙΚΙΑΚΑ ΣΧΕΤΙΖΟΜΕΝΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΣΕ ΕΡΠΗΤΑ ΖΩΣΤΗΡΑ

    Παιδιατρικό

    • Εμφανίζεται, σπανίως, στα παιδιά (πρωτοπαθώς ανοσοκατεσταλμένα)
    • Αναφέρεται σε νεογνά που έχουν μολυνθεί πρωτοπαθώς στη μήτρα

    Γηριατρικό:

    • Αυξημένη επίπτωση και επιπολασμός
    • Αυξημένη επίπτωση μεθερπητικής νευραλγίας

    Άλλα: Σε νεαρά άτομα με ζωστήρα εξετάζουμε την πιθανότητα λοίμωξης με HIV

    ΚΥΗΣΗ

    Μπορεί να παρουσιαστεί κατά τη διάρκεια της κυήσεως

    • Ανεμοβλογιά
    • Απλός έρπητας
    • Οφθαλμικός έρπητας ζωστήρας

    ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΘΕΡΠΗΤΙΚΗ ΝΕΥΡΑΛΓΙΑ 

    Τα κορτικοστεροειδή δεν βοηθούν στην πρόληψη της μεθερπητικής νευραλγίας.

    Η Capsaicin είναι αποτελεσματική

    Διαδερμική ηλεκτρική διέγερση των νεύρων (TENS)

    Χαμηλή δόση αμινοτρυπτιλίνης είναι τα φάρμακα εκλογής. 

    Η βιοδιαθέσιμη βιταμίνη Β12 είναι, επίσης, θεραπευτική

    Τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τον έρπητα

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τον έρπητα

    zostir 2

    Διαβάστε, επίσης,

    HIV λοίμωξη και AIDS

    Θεραπεία του έρπητα ζωστήρα εναλλακτικά

    Όλα τα κόλπα για να θεραπεύσετε τον έρπητα ζωστήρα

    Οι δερματολογικές παθήσεις στην τρίτη ηλικία

    Ενδείξεις βελονισμού

    Μέτρα σε μεταδοτικά νοσήματα

    Protocel για τον καρκίνο

    Όλα τα κόλπα για να θεραπεύσετε τον έρπητα

    'Ερπητας των γεννητικών οργάνων

    Εργαστηριακός έλεγχος για σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα

    L-αργινίνη, το θαυματουργό αμινοξύ

    Απλός έρπητας οφθαλμού

    Διάγνωση ασθενειών από τα μάτια

    Το σύνδρομο Ramsay Hunt

    Σφένδαμος

    'Ερπητας των γεννητικών οργάνων

    Μέτρα σε μεταδοτικά νοσήματα

    Απλός έρπητας οφθαλμού

    www.emedi.gr

     

     

     

  • Διαφοροδιάγνωση λεμφαγγειακής καρκινωμάτωσης Διαφοροδιάγνωση λεμφαγγειακής καρκινωμάτωσης

    H λεμφαγγειακή καρκινωμάτωση είναι η φλεγμονή των λεμφικών αγγείων που προκαλείται από κακοήθεια

    Γράφει η 

    Δρ Σάββη Μάλλιου Κριαρά 

    Ειδικός Παθολόγος-Ογκολόγος, MD, PhD

    Ο καρκίνος του μαστού, ο καρκίνος του πνεύμονα, ο καρκίνος του στομάχου, ο καρκίνος του παγκρέατος και ο καρκίνος του προστάτη είναι οι πιο συνηθισμένοι όγκοι που οδηγούν σε λεμφαγγειίτιδα.

    Η λεμφαγγειακή καρκινωμάτωση παρουσιάζεται με γραμμές Kerley Β σε ακτινογραφία θώρακα. Έχουν μήκος 1-2 cm στην περιφέρεια του πνεύμονος. Είναι κάθετες στον υπεζωκότα και υπερβαίνουν τα όριά του. Παριστούν παχύνσεις υποπλευρίων ενδολοβιδιακών διαφραγμάτων και, συνήθως, αναγνωρίζονται στις βάσεις. Στις καρδιοπάθειες, οι γραμμές Β παριστούν διατεταμένα διαλοβιδιακά διαφραγμάτια, λόγω οιδήματός τους. Οι γραμμές Β είναι βραχύτερες των Α. Δεν φέρουν διακλαδώσεις, όπως οι Α, αλλά εμφανίζονται στην περιφέρεια των κάτω, ιδίως, πνευμονικών πεδίων. Εκτείνονται μέχρι τον υπεζωκότα και, φερόμενες οριζόντια, τέμνονται στον κατακόρυφα στον απεικονιζόμενο υπεζωκότα. Συνήθως, εξαφανίζονται μετά τη θεραπεία με διουρητικά. Μερικές φορές καθίστανται μόνιμες, οπότε στη διαφορική διάγνωση περιλαμβάνεται και η ίνωση του διάμεσου ιστού. Αναγνωρίζονται, επίσης, επί οξείας ηωσινοφιλικής πνευμονίας και πνευμονικής φλεβοαποφρακτικής νόσου.

    Η λεμφαγγειακή καρκινωμάτωση επηρεάζει, συχνότερα, άτομα ηλικίας 40-49 ετών.

    Ορισμένοι καρκίνοι εξαπλώνονται με το λεμφικό σύστημα (καρκίνος του τραχήλου της μήτρας, καρκίνος του παχέος εντέρου, καρκίνος του στομάχου, καρκίνος του μαστού, καρκίνος toy πνεύμονος, καρκίνος του παγκρέατος, καρκίνος του θυρεοειδούς, καρκίνος του λάρυγγα)

    Στις περισσότερες περιπτώσεις, η καρκινvμάτωση της λεμφαγγειίτιδας προκαλείται από τη διάδοση ενός όγκου με τα κύτταρά του κατά μήκος των λεμφικών αγγείων. Ωστόσο, σε περίπου 20 τοις εκατό των περιπτώσεων, η φλεγμονή των λεμφικών αγγείων (λεμφαγγειίτιδα) προκαλείται από έναν όγκο που εμποδίζει την αποστράγγιση των λεμφαδένων. Στον πνεύμονα, αυτό προκαλείται, συχνά, από μια κεντρικά τοποθετημένη μάζα που εμποδίζει τη λεμφική αποστράγγιση.

    Πρόγνωση καρκινωματώδους λεμφαγγειίτιδας

    Παλαιότερα η διάγνωση της καρκινωματώδους λεμφαγγειίτιδος σήμαινε ένα προσδόκιμο ζωής έξι μηνών. Ωστόσο, η θεραπεία έχει βελτιώσει την επιβίωση και οι ασθενείς συχνά επιβιώνουν τρία ή περισσότερα χρόνια ή και περισσότερο, ανάλογα με το είδος της θεραπείας που ακολουθούν.

    lemfo lung 3

    Διαφορική διάγνωση καρκινωματώδους λεμφαγγειίτιδας

    Είναι δύσκολη έως αδύνατη η διαφορική διάγνωση της καρκινωματώδους λεμφαγγειίτιδας

    Σαρκοείδωση

    Ιική πνευμονία

    Πνευμονικό οίδημα

    Πνευμονίτιδα από ακτινοβολία

    Λεμφοκυτταρική διάμεση πνευμονίτιδα 

    Πνευμονίτιδα από φάρμακα (χημειοθεραπευτικά φάρμακα, στοχευμένα φάρμακα και ανοσοθεραπευτικά φάρμακα κ.ά)

    Τα συμπτώματα των ακόλουθων διαταραχών μπορεί να είναι παρόμοια με αυτά της διάχυτης πνευμονικής λεμφαγγειιακής καρκινωμάτωσης.

    Μια μεγάλη ποικιλία καταστάσεων μπορεί να έχει συμπτώματα παρόμοια με αυτά που βρίσκονται σε άτομα με διάχυτη πνευμονική λεμφαγγειακή καρκινωμάτωση.

    Συγγενής πνευμονική λεμφαγγειεκτασία

    Λεμφαγγειολειομυομάτωση (πολλαπλασιασμός λεμφικών αγγείων)

    Αιμαγγειομάτωση (πολλαπλασιασμός αιμοφόρων αγγείων)

    Διάφορες διαταραχές που σχετίζονται με απώλεια οστού (οστεόλυση), όπως η νόσος Hadju-Cheney. Είναι σπάνιο νόσημα του συνδετικού ιστού, χαρακτηριζόμενο από παραμορφώσεις του κρανίου, ιδιόμορφο προσωπείο, οστεοπόρωση, πρόωρη απώλεια των οδόντων, χαλάρωση των αρθρώσεων, βραχυσωμία, οστεόλυση των τελικών φαλάγγων, απώλεια της ακοής, πνευμονική λεμφαγγειεκτασία και βράγχος της φωνής

    Διάφοροι όγκοι ή κακοήθειες, όπως το σχήματος Kaposi's αιμαγγειοθηλίωμα (kaposiform hemangioendothelioma) και το σάρκωμα πνεύμονα Kaposi's

    Η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια μπορεί, επίσης, να προκαλέσει παρόμοια συμπτώματα με αυτά που παρατηρούνται στην διάχυτη πνευμονική λεμφαγγειομάτωση. Τέτοιες διαταραχές είναι το άσθμα, η χρόνια αποφρακτική πνευμονική νόσος (ΧΑΠ), συμπεριλαμβανομένου του εμφυσήματος και της χρόνιας βρογχίτιδας και της διάμεσης πνευμονικής νόσου. Οι επαναλαμβανόμενες αναπνευστικές λοιμώξεις μπορούν, επίσης, να προκαλέσουν παρόμοια συμπτώματα. 

    Η νόσος του Gorham, η οποία είναι οστική ασθένεια, είναι μια σπάνια οστική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από οστική απώλεια (οστεολύσειε) και σχετίζεται με την υπερανάπτυξη (πολλαπλασιασμό) αιμοφόρων ή λεμφικών αγγείων. Τα προσβεβλημένα άτομα βιώνουν προοδευτική καταστροφή και απορρόφηση των οστών. Πολλά οστά μπορεί να εμπλακούν. Οι περιοχές που επηρεάζονται, συνήθως, από τη νόσο του Gorham περιλαμβάνουν τη λεκάνη, τον ώμο, τη σπονδυλική στήλη, τα πλευρά, τη σιαγόνα και το κρανίο. Μπορεί να εμφανιστεί πόνος και πρήξιμο στην πληγείσα περιοχή. Τα οστά που επηρεάζονται από τη νόσο του Gorham είναι επιρρεπή σε κατάγματα. Η σοβαρότητα της νόσου του Gorham μπορεί να ποικίλει από το ένα άτομο στο άλλο και μπορεί δυνητικά να προκαλέσει παραμορφώσεις και λειτουργική αναπηρία. Η ακριβής αιτία της νόσου του Gorham είναι άγνωστη.

    Πνευμονοκονίαση

    Πνευμονιοκονία άνθρακα

    Εξωγενής αλλεργική κυψελίτιδα (πνευμονίτιδα υπερευαισθησίας από φάρμακα και άλλες αιτίες)

    Πνευμονικό οίδημα

    Λέμφωμα

    Πνευμονική κυψελιδική πρωτεϊνοποίηση

    Πνευμονία από Pneumocystis jirovecii

    Αποφρακτική Βρογχιολίτιδα με Πνευμονία ή κρυπτογενής πνευμονία

    Πνευμονίτιδα από ακτινοβολία

    Λεμφοκυτταρική διάμεση πνευμονία

    Η πνευμονική εμβολή σε καρκίνο πνεύμονος και η λεμφαγγειακή καρκινομάτωση είναι εκδηλώσεις κακοήθειας, τελικού σταδίου που έχουν κακή πρόγνωση. 

    lemfo lung1

    Διαφορική διάγνωση λεμφαγγειακής καρκινομάτωσης απεικονιστικά

    1. Λεμφαγγειακή καρκινομάτωση: ακανόνιστη πάχυνση διαφράγματος, συνήθως εστιακή ή μονομερής, με λεμφαδενοπάθεια 50% και γνωστό καρκίνωμα.

    2. Καρδιογενές πνευμονικό οίδημα: αμφοτερόπλευρες ανωμαλίες, πλήρωση κυψελίδων, διογκωμένη καρδιά, ταχεία απόκριση στα διουρητικά, θαμβή ύαλος λόγω πλήρωσης κυψελίδων με υγρό, βαρυτική κατανομή του κυψελιδικού υγρού.

    3. Λεμφαγγειακή καρκινωμάτωση με ανάλογη αδενοπάθεια και πάχυνση του κεντρικού βρογχοαγγειακού διαμέσου.

    4. Κυψελιδική πρωτεϊνοποίηση: έντονα οριοθετημένα δευτερεύοντα λόβια με εξασθένιση υάλου σε αντίθεση με τους δευτερεύοντες λοβούς με φυσιολογικό αερισμό, υπέρθεση ενδιάμεσου και ενδοβλεβικού πάχους διαφράγματος.

    Οι συχνότερα ενοχοποιούμενοι για πρόκληση πνευμονικής τοξικότητας αντινεοπλασματικοί παράγοντες:

    - Αντιβιοτικά: Μπλεομυκίνη, Μιτομυκίνη

    - Αντιμεταβολίτες: Μεθοτρεξάτη, Γεμσιταμπίνη, Κυταραβίνη, Φλουνταραβίνη

    - Αλκυλιωτικοί παράγοντες: Κυκλοφωσφαμίδη, Βουσουλφάνη

    - Νιτροζουρίες: Καρμουστίνη, Λομουστίνη

    - Αλκαλοειδή της VINCA: Βινδεσίνη, Βινβλαστίνη, Βινορελβίνη

    - Ταξάνες: Πακλιταξέλη, Δοσιταξέρη

    - Διάφορα: Προκαρβαζίνη, Δοξορουβικίνη, Αναστολείς EGFR, Ρετινοϊκό οξύ

    - Βιολογικοί τροποποιητές: Ιντερλευκίνη, Ιντερφερόνη, G-CSF

    -Χημικά ανοσοθεραπευτικά φάρμακα

    Παράγοντες που αυξάνουν τη πνευμονική τοξικότητα των αντινεοπλασματικών φαρμάκων:

    - Μεγάλη ηλικία

    - Συνολική δόση του φαρμάκου

    - Συνδυασμός κυτταροτοξικών φαρμάκων

    - Ακτινοθεραπεία θώρακα

    - Προϋπάρχουσα πνευμονική νόσος

    - Οξυγονοθεραπεία με υψηλά μίγματα εισπνεόμενου οξυγόνου

    - Συγχορήγηση αιμοποιητικών αυξητικών παραγόντων ή κυτταροκινών

    Τα περισσότερα κυτταροτοξικά φάρμακα έχουν άμεση τοξική δράση στα επιθηλιακά κύτταρα του πνεύμονα και στο πνευμονικό ενδοθήλιο, μέσω οξειδωτικού, κυρίως, τύπου βλαβών. Οι βλάβες αυτές είναι αποτέλεσμα αυξημένης παραγωγής ελεύθερων ριζών οξυγόνου ή και διαταραχών των αντιοξειδωτικών μηχανισμών, που σχετίζονται, κυρίως, με τη δραστηριότητα ενζύμων με αντιοξειδωτική δράση, όπως η γλουταθειόνη και η δισμουτάση.

    Επιπλέον, η απενεργοποίηση του συστήματος των αντιπρωτεασών, που προκαλείται από διάφορα κυτταροτοξικά φάρμακα, όπως η μπλεομυκίνη και η κυκλοφωσφαμίδη, έχει ως αποτέλεσμα την αυξημένη τοξική δράση των πρωτεολυτικών ενζύμων στο πνευμονικό παρέγχυμα.

    Ένας άλλος πιθανός μηχανισμός δράσης συνδέεται με την υπερέκφραση των μορίων προσκόλλησης και την αυξημένη παραγωγή προφλεγμονωδών κυτταροκινών και αυξητικών παραγόντων, όπως ο TGF- β (Transforming growth factor), ο TNF- α (Tumor necrosis factor), η παραγόμενη από τα κυψελιδικά μακροφάγα ιντερφερόνη κ.λπ., που μέσω αλληλεπιδράσεων με τα λεμφοκύτταρα και τα ουδετερόφιλα, τα οποία όπως είναι γνωστό κατέχουν σημαντικό ρόλο στη διαδικασία της ίνωσης, οδηγούν τελικά στη διέγερση και τον αυξημένο πολλαπλασιασμό των ινοβλαστών, με επακόλουθη υπερβολική εναπόθεση κολλαγόνου και ανάπτυξη μη αναστρέψιμης πνευμονικής ίνωσης.

    Πιθανή, επίσης, είναι και η συμμετοχή ανοσολογικών παραγόντων, λόγω της ανοσοδιεγερτικής δράσης ορισμένων φαρμάκων, με αποτέλεσμα διαταραχές των CD4 και CD8 λεμφοκυττάρων.

    Τέλος, δεν έχει ακόμη πλήρως διευκρινισθεί ο ρόλος γονιδιακών διαταραχών, που σχετίζονται, κυρίως, με την έκφραση και λειτουργία των πρωτεϊνών του επιφανειοδραστικού παράγοντα ή και τη μεταβολική δράση ορισμένων ενζύμων και οι οποίες φαίνεται ότι προδιαθέτουν στην εμφάνιση της πνευμονικής τοξικότητας.

    Κυριότερες μορφές εμφάνισης της πνευμονικής τοξικότητας των αντινεοπλασματικών φαρμάκων:

    - Διάμεση πνευμονίτιδα – ίνωση

    - Πνευμονίτιδα εξ υπερευαισθησίας

    - Μη καρδιογενές πνευμονικό οίδημα

    - Διάχυτη κυψελιδική αιμορραγία

    - Πλευριτική συλλογή

    lemfo lung 2

    Διαφορική Διάγνωση πνευμονικής τοξικότητας:

    Ο αποκλεισμός άλλων παθήσεων, είναι ένα ιδιαίτερα σημαντικό βήμα στη διαγνωστική διερεύνηση των ασθενών αυτών και πρέπει, κυρίως, να περιλαμβάνει:

    - την επέκταση της βασικής νόσου, ιδιαίτερα τη λεμφαγγειακή διασπορά,

    - τις λοιμώξεις του αναπνευστικού, που είναι συχνές στους ασθενείς αυτούς λόγω της ανοσοκαταστολής και της συνήθους παρουσίας προδιαθεσικών παραγόντων,

    - τις μετακτινικές βλάβες του πνεύμονα και τέλος,

    - τις αιματολογικές διαταραχές, με αποτέλεσμα τη πνευμονική θρομβοεμβολή ή την αιμορραγική διάθεση.

    Συμπερασματικά, επισημαίνεται ότι η διάγνωση σε αυτές τις περιπτώσεις είναι, συνήθως, διάγνωση "εξ αποκλεισμού", καθώς τόσο η κλινική εικόνα, όσο και τα ακτινολογικά και ιστοπαθολογικά ευρήματα, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν είναι ειδικά.

    Στη διαγνωστική προσέγγιση λοιπόν των ασθενών αυτών προτείνονται ορισμένα διαγνωστικά κριτήρια που περιλαμβάνουν:

    - ιστορικό θεραπείας με το πιθανά ενοχοποιούμενο φάρμακο,

    - απεικονιστικά ευρήματα που δεν υπήρχαν σε προγενέστερο έλεγχο και που είναι συμβατά με τη πιθανολογούμενη νόσο,

    - ευρήματα στο βρογχοκυψελιδικό έκπλυμα ή/και την ιστοπαθολογική εξέταση, ενδεικτικά της πιθανολογούμενης νόσου,

    - αποκλεισμός οποιασδήποτε πνευμονικής νόσου, η οποία εμφανίζεται με ανάλογη κλινικο-ακτινολογική εικόνα.

    Πρέπει τέλος να αναφέρουμε ότι τα κυριότερα αντινεοπλασματικά φάρμακα ή ακόμη και έκδοχά τους, που ενοχοποιούνται για πρόκληση πνευμονικής τοξικότητας, ευθύνονται και για εμφανώς αλλεργικού τύπου αντιδράσεις που εκδηλώνονται κυρίως με βήχα, βρογχόσπασμο και οξεία δύσπνοια και μπορεί να συνοδεύονται από γενικευμένο ερύθημα, υπόταση κ.ά. 

    Το μοριακό προφίλ του όγκου είναι απαραίτητο και χρήσιμο εργαλείο για τη θεραπευτική σας απόφαση.

    Ζητείστε την εξέταση πριν κάνετε οποιαδήποτε θεραπεία. Η ζωή σας είναι πολύτιμη.

    Ζητήστε από την EMEDI πληροφορίες για το μοριακό προφίλ του όγκου.

    Μάθετε όλες τις πληροφορίες από τους συνεργάτες μας για την εξατομικευμένη θεραπεία του καρκίνου, πατώντας εδώ.

    Διαβάστε περισσότερα για την Σάββη Μάλλιου Κριαρά

    Τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τον καρκίνο

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τον καρκίνο

    lemfo lung 4

    Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με το θεράποντα ιατρό.

    Διαβάστε, επίσης,

    Ασκίτης

    Πώς μπορεί να αντιμετωπισθεί πιο αποτελεσματικά η περιτοναϊκή καρκινωμάτωση

    Σε ποιους ασθενείς πρέπει να γίνεται έλεγχος για φυματίωση

    Φυματιώδης περιτονίτιδα

    Η παθολογία του καρκίνου

    Καρκίνος μαστού

    Λεπτομηνιγγική καρκινωμάτωση

    Καρκίνος αγνώστου πρωτοπαθούς

    www.emedi.gr

     

     

     

     

  • Ασκίτης Ασκίτης

    Ασκίτης είναι η παραγωγή και συσσώρρευση ορώδους υγρού στην περτοναϊκή κοιλότητα

    Ο ασκίτης μπορεί να εμφανισθεί σε οποιαδήποτε κατάσταση που προκαλεί γενικευμένο οίδημα.

    Στα παιδιά το νεφρωσικό σύνδρομο και οι κακοήθειες είναι οι κυρίαρχες αιτίες.

    Στους ενήλικες η κίρρωση, η καρδιακή ανεπάρκεια, το νεφρωσικό σύνδρομο και η χρόνια περιτονίτιδα είναι οι πιο κοινές αιτίες.

    Ασκίτης είναι η ανώμαλη συσσώρευση υγρού στην κοιλιακή χώρα (περισσότερα από 25 ml).

    Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν αυξημένο μέγεθος κοιλίας, αυξημένο βάρος, κοιλιακή δυσφορία και δύσπνοια.

    Οι επιπλοκές είναι η αυτόματη βακτηριακή περιτονίτιδα.

    Στον αναπτυγμένο κόσμο, η πιο κοινή αιτία είναι η κίρρωση του ήπατος. Άλλες αιτίες είναι ο καρκίνος, η καρδιακή ανεπάρκεια, η φυματίωση, η παγκρεατίτιδα και η απόφραξη της ηπατικής φλέβας.

    Στην κίρρωση, ο βασικός μηχανισμός περιλαμβάνει υψηλή αρτηριακή πίεση στο σύστημα πύλης του ήπατος και δυσλειτουργία των αιμοφόρων αγγείων.

    Η διάγνωση γίνεται με υπερηχογράφημα, αξονική και μαγνητική τομογραφία.

    Η εξέταση του υγρού μπορεί να βοηθήσει στον προσδιορισμό της υποκείμενης αιτίας. 

    Η θεραπεία, συχνά, περιλαμβάνει δίαιτα χαμηλού αλατιού, φάρμακα, όπως, διουρητικά και αποστράγγιση του υγρού. Μπορεί να τοποθετηθεί μια συσκευή ηπατικής παράκαμψης (TIPS-transjugular intrahepatic portosystemic shunt), αλλά, αυτή σχετίζεται με επιπλοκές, όπως εγκεφαλοπάθεια. Μπορεί να γίνει θεραπεία της υποκείμενης αιτίας, όπως μεταμόσχευση ήπατος, για παράδειγμα. Όσοι έχουν κίρρωση, κατά 50% αναπτύσσουν ασκίτη δέκα χρόνια μετά τη διάγνωση.  Από αυτούς  που αναπτύσσουν ασκίτη, οι μισοί πεθάνουν μέσα σε τρία χρόνια.

    Επηρεάζονται το καρδιοαγγειακό, το αιμοποιητικό, το λεμφικό, το ανοσολογικό και το γαστρεντερικό σύστημα.

    ascites 1

    Σημεία και συμπτώματα ασκίτη

    Ο ήπιος ασκίτης είναι δύσκολο να παρατηρηθεί, αλλά ο σοβαρός ασκίτης οδηγεί σε κοιλιακή διάταση. Τα άτομα με ασκίτη, γενικά, διαμαρτύρονται για προοδευτική κοιλιακή βαρύτητα και πίεση, καθώς και για δυσκολία στην αναπνοή λόγω μηχανικής πίεσης του διαφράγματος.

    Ο ασκίτης ανιχνεύεται με φυσική εξέταση της κοιλιάς, όπου υπάρχει ορατή διόγκωση και πλευρική διόγκωση, διαφορά ήχου μετά από πλήξη στα πλευρικά τοιχώματα που μετατοπίζεται όταν το πρόσωπο είναι στραμμένο στο πλάι και ροή του υγρού. Όταν γίνει ώθηση στη μία πλευρά δημιουργείται ένα φαινόμενο που μοιάζει με κύμα που γίνεται αισθητό στην αντίθετη πλευρά της κοιλιάς.

    Μπορεί να υπάρχουν και άλλα σημεία ασκίτη λόγω της υποκείμενης αιτίας. Για παράδειγμα, στην πυλαία υπέρταση (λόγω κίρρωσης ή ίνωσης του ήπατος), υπάρχει οίδημα στα πόδια, μώλωπες, γυναικομαστία, αιματέμεση ή διανοητικές μεταβολές λόγω εγκεφαλοπάθειας. Εκείνοι με ασκίτη λόγω καρκίνου (περιτοναϊκή καρκινωμάτωση) μπορεί να διαμαρτύρονται για χρόνια κόπωση ή απώλεια βάρους. Εκείνοι με ασκίτη λόγω καρδιακής ανεπάρκειας μπορεί, επίσης, να διαμαρτύρονται για δύσπνοια, καθώς και συριγμό και δυσανεξία στη σωματική άσκηση.

    Κοιλιακός πόνος

    Κοιλιακή πληρότητα

    Κοιλιακή δυσφορία

    Κοιλιακή διάταση και διόγκωση

    Στένεμα ρούχων

    Κόντεμα αναπνοής

    Ανορεξία

    Ναυτία

    Πρώιμος κορεσμός

    Πύρωση

    Λαγόνιο άλγος

    Αύξηση βάρους

    Ορθόπνοια

    Λαγόνια διόγκωση

    Κοιλιακό κύμα υγρού και μετακινούμενη αμβλύτητα

    Οίδημα πέους

    Οίδημα οσχέου

    Πλευριτικό υγρό

    Ομφαλοκήλη

    Οίδημα ποδιών και σφυρών

    Μουσικοί ήχοι

    Ταχυκαρδία

    Επιπλοκές ασκίτη

    Αυτόματη βακτηριακή περιτονίτιδα

    Ηπατονεφρικό σύνδρομο

    Θρόμβωση. Η θρόμβωση της ηπατικής και η θρόμβωση της σπληνικής φλέβας συνεπάγονται πήξη του αίματος που επηρεάζει την ηπατική πυλαία φλέβα ή κιρσούς που σχετίζονται με τη σπληνική φλέβα. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε πυλαία υπέρταση και μείωση της ροής αίματος. Όταν ένα άτομο με κίρρωση του ήπατος πάσχει από θρόμβωση, δεν είναι δυνατή η εκτέλεση μεταμόσχευσης ήπατος, εκτός εάν η θρόμβωση είναι πολύ μικρή. Σε περίπτωση ελάσσονος θρόμβωσης, υπάρχουν κάποιες πιθανότητες επιβίωσης χρησιμοποιώντας ηπατικά μοσχεύματα.

    ascites 3

    Αιτίες ασκίτη

    -Διίδρωμα: Υψηλός λόγος αλβουμίνης ορού/ασκιτικού υγρού

    Κίρρωση - 81% (αλκοολική 65%, ιική 10%, άγνωστη 6%)

    Καρδιακή ανεπάρκεια - 3%

    Ηπατική φλεβική απόφραξη: σύνδρομο Budd-Chiari ή φλεβοαποφρακτική νόσος

    Συμπιεστική περικαρδίτιδα

    Σύνδρομο Kwashiorkor (παιδικός υποσιτισμός με απώλεια πρωτεΐνης-ενέργειας)

    -Εξίδρωμα: Χαμηλός λόγος αλβουμίνης ορού/ασκιτικού υγρού

    Καρκίνος (μεταστατική και πρωτοπαθής περιτοναϊκή καρκινωμάτωση) - 10%

    Λοίμωξη: Φυματίωση - 2% ή αυτόματη βακτηριακή περιτονίτιδα

    Παγκρεατίτιδα - 1%

    Ορογονίτιδα

    Νεφρωσικό σύνδρομο 

    Κληρονομικό αγγειοοίδημα 

    Σύνδρομο Meigs: Η τριάδα του ασκίτη, της υπεζωκοτικής συλλογής και καλοήθους όγκου των ωοθηκών. Το σύνδρομο Meigs θεραπεύεται μετά την εκτομή του όγκου. Επειδή τα διαδιαφραγματικά λεμφικά κανάλια έχουν μεγαλύτερη διάμετρο στα δεξιά, η υπεζωκοτική συλλογή είναι κλασικά στη δεξιά πλευρά. 

    Αγγειίτιδα

    Υποθυρεοειδισμός

    Αιμοκάθαρση

    Μεσοθηλίωμα περιτοναίου

    Κοιλιακή φυματίωση

    Μαστοκυττάρωση

    Περιτοναϊκή φλεγμονή και διαπύηση

    Φυματίωση

    Μυκητίαση

    Χρόνια βακτηριδίαση λόγω ξένου σώματος ή συριγγίου

    Ρήξη σπλάχνων

    Κοκκιωματώδης περιτονίτιδα

    Αγγειίτιδα

    Ηωσινοφιλική γαστρεντερίτιδα

    Περιτοναϊκή διασπορά από καρκίνο

    Καρκίνος ωοθηκών

    Καρκίνος παγκρέατος

    Μεταβολική νόσος

    Υποθυρεοειδισμός

    Οικογενής μεσογειακός πυρετός

    Μεσεντέρια ή σπλαχνική λεμφαγγειεκτασία

    Εντεροπάθεια από απώλεια πρωτεϊνών

    Κίρρωση και πυλαία υπέρταση

    Κίρρωση

    Συγγενής ηπατική ίνωση

    Απόφραξη ηπατικής φλέβας ή σύνδρομο Budd-Chiari

    Τμηματική οζώδης μετατροπή

    Απόφραξη της κοίλης φλέβας

    Πολλαπλοί μεταστατικοί όζοι στο ήπαρ

    Τραυματικά αίτια

    Συρίγγιο παγκρέατος

    Πεπτικό συρίγγιο

    Λεμφικό συρίγγιο

    Αιμοπεριτόναιο από τραύμα, έκτοπη κύηση ή όγκο

    Καρδιακή και ηπατική συμφόρηση

    Καρδιακή ανεπάρκεια

    Συμπιεστική περικαρδίτιδα

    Στένωση ή ανεπάρκεια τριγλώχινας

    Ούρα

    Κακοήθεια

    Απόφραξη λεμφικού

    Λευχαιμία

    Λέμφωμα

    Άμεση περιτοναϊκή διήθηση με διασπορά από τις ωοθήκες

    Κακή θρέψη με υποαλβουμιναιμία

    Φιλαρίαση

    Διαφορική διάγνωση ασκίτη

    Παχυσαρκία

    Αέρας και υγρό σε διατεταμένο πεπτικό

    ascites 4

    Διάγνωση ασκίτη

    Ασκιτικό υγρό

    Λευκά αιμοσφαίρια περισσότερα από 500 mm3

    Λευκοκυτταρικός τύπος περισσότερα από 250 πολυμορφοπύρηνα ουδετερόφιλα λευκοκύτταρα

    Ολική πρωτεϊνη μεγαλύτερη από 2 gr/dl

    Καλλιέργεια ασκιτικού υγρού σε 10 ml ασκιτικού υγρού

    Γαλακτική δεϋδρογενάση μεγαλύτερη από 200IU/L

    Αμυλάση ασκίτη μεγαλύτερη από την αμυλάση ορού

    Έλεγχος για οξεάντοχα ή μύκητες ή Gram θετικούς μικροργανισμούς ή σκώληκες

    Έλεγχος αν τα τριγλυκερίδια ασκίτη είναι περισσότερα από τα τριγλυκερίδια ορού

    Γίνεται διαγνωστική παρακέντηση, λαπαροσκόπηση, υπέρηχος, μαγνητική τομογραφία, αξονική τομογραφία

    Διίδρωμα

    Πρωτεϊνη μικρότερη από 2 gr/dl

    Γαλακτική αφυδρογονάση μικρότερη από 200 IU/L

    Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια

    Συμπιεστική περικαρδίτιδα

    Απόφραξη κάτω κοίλης φλέβας

    Σύνδρομο Budd-Chiari

    Κίρρωση

    Νεφρωσικό σύνδρομο

    Υποαλβουμιναιμία

    Εξίδρωμα

    Πρωτεϊνη μεγαλύτερη από 2 gr/dl

    Γαλακτική δεϋδρογενάση μεγαλύτερη από 200 IU/L

    Πολυμορφοπύρηνα περισσότερα από 200 mm3

    Νεοπλάσματα

    Φυματίωση

    Παγκρεατίτιδα

    Μυξοίδημα

    Αγγειίτιδα

    Σε κίρρωση του ήπατος με ασκίτη

    Πρέπει να διεξάγεται γενική αίματος, βασικό μεταβολικό προφίλ, ηπατικά ένζυμα και πήξη. Οι περισσότεροι ειδικοί συστήνουν να γίνει μια διαγνωστική παρακέντηση εάν ο ασκίτης είναι νέος ή αν το άτομο με ασκίτη εισάγεται στο νοσοκομείο. Το υγρό στη συνέχεια εξετάζεται για τη συνολική εμφάνιση, το επίπεδο πρωτεΐνης, την αλβουμίνη και τον αριθμό των κυττάρων (ερυθρά και λευκά). Επιπρόσθετες δοκιμές θα πραγματοποιηθούν εάν υποδειχθεί, όπως μικροβιολογική καλλιέργεια, χρώση Gram και κυτταρολογική.

    Ο λόγος αλβουμίνης ορού-ασκίτη είναι καθοριστική για να βρεθούν οι αιτίες του ασκίτη. Μια υψηλή τιμή (> 1,1 g / dL) υποδεικνύει ότι ο ασκίτης οφείλεται σε πυλαία υπέρταση. Μία χαμηλή τιμή (<1,1 g / dL) υποδηλώνει ασκίτη μη πυλαίας υπέρτασης.

    Ταξινόμηση του ασκίτη

    Βαθμός 1: ήπιος, ορατός μόνο σε υπερήχους και CT

    Βαθμός 2: ανιχνεύσιμος με κλινική εξέταση

    Βαθμός 3: άμεσα ορατός, και επιβεβαιώνεται με τη δοκιμή υγρού κύματος

    Παθοφυσιολογία ασκίτη

    Το διίδρωμα είναι αποτέλεσμα αυξημένης πίεσης στην πυλαία φλέβα (> 8 mmHg, συνήθως, γύρω στα 20 mmHg), π.χ. λόγω  κίρρωσης, ενώ τα εξιδρώματα παρατηρούνται λόγω φλεγμονής ή κακοήθειας, είναι υψηλά σε πρωτεΐνη και γαλακτική αφυδρογονάση και έχουν χαμηλό pH (<7,30), χαμηλό επίπεδο γλυκόζης και περισσότερα λευκά αιμοσφαίρια. Τα διιδρώματα έχουν χαμηλή πρωτεΐνη (<30 g / L), χαμηλή LDH, υψηλό pΗ, φυσιολογική γλυκόζη και λιγότερα από 1 λευκά κύτταρα ανά 1000 mm3. Κλινικά, το πιο χρήσιμο μέτρο είναι η διαφορά μεταξύ των συγκεντρώσεων λευκωματίνης ορού και ασκιτικού υγρού. Μια διαφορά μικρότερη από 1 g / dl (10 g / L) συνεπάγεται εξίδρωμα.

    Η συλλογή του υγρού μέσα στην κοιλιακή χώρα οδηγεί σε επιπρόσθετη κατακράτηση υγρών από τα νεφρά λόγω διεγερτικής επίδρασης στις ορμόνες πίεσης του αίματος, κυρίως, στην αλδοστερόνη. Το συμπαθητικό νευρικό σύστημα ενεργοποιείται, επίσης και η παραγωγή ρενίνης αυξάνεται λόγω μειωμένης αιμάτωσης των νεφρών. Η ακραία διάσπαση της νεφρικής ροής αίματος μπορεί να οδηγήσει σε ηπατονεφρικό σύνδρομο. Άλλες επιπλοκές του ασκίτη είναι η αυτόματη βακτηριακή περιτονίτιδα, λόγω μειωμένων αντιβακτηριακών παραγόντων στο ασκτικό υγρό, όπως το συμπλήρωμα.

    Θεραπεία ασκίτη

    Για ασκίτη με οίδημα

    Περιορισμός άλατος και διουρητικά, συνήθως, προκαλούν διούρηση.

    Περιορισμός νατρίου.

    Περιορισμός νερού όταν τα επίπεδα νατρίου του ορού πέσουν κάτω από 130 mEq/L.

    Η μέγιστη απώλεια νερού υπολογίζεται σε 2.5 Kg/ημέρα.

    Για ασκίτη χωρίς οίδημα

    Περιορισμός νατρίου και νερού και διουρητικά.

    Μέγιστη απώλεια 1 Kg/ημέρα.

    Ασκίτης που αυξάνεται ή δεν απαντά στη θεραπεία

    Λαμβάνεται δείγμα νατρίου ούρων για να αναγνωρισθεί η αντίδραση.

    Παρακέντηση έως 10 λίτρα εάν είναι αυξημένη η ουρία ή η κρεατινίνη, αντικατάσταση της αλβουμίνης ενδοφλέβια, για κάθε 10 gr/Lt που μετακινείται.

    Σε χρόνιες περιπτώσεις τοποθετείται φλεβοπεριτοναϊκή επικοινωνία ή σφαγιτιδο ενδοηπατική πυλαία επικοινωνία-TIPS. Η TIPS είναι πιο αποτελεσματική στην απομάκρυνση του ασκίτη σε σύγκριση με την παρακέντηση ... ωστόσο, τα άτομα με TIPS αναπτύσσουν ηπατική εγκεφαλοπάθεια σημαντικά πιο συχνά.

    Τα διουρητικά

    Σπιρονολακτόνη 100-300 mg/ημέρα από το στόμα σε μια δόση για την κίρρωση και φουροσεμίδη 40-120 mg/ημέρα για τις άλλες αιτιολογίες. Έτσι, γίνεται καθαρή απώλεια νατρίου στα ούρα.

    Κλάσμα νατρίου σε mEq/L x εκτιμώμενη αποβολή ούρων (1 L) πρέπει να ισούται με την εκτιμώμενη διαιτητική πρόσληψη νατρίου. Πρέπει να γίνεται μέτρηση ηλεκτρολυτών. Γίνεται έλεγχος για μεταβολές στο διανοητικό επίπεδο, ολιγουρία, αζωθαιμία και υπερκαλιαιμία, για σημεία εξάντλησης, εγκεφαλοπάθεια και νεφρική ανεπάρκεια. Όταν χορηγείται σπιρονολακτόνη δεν χορηγούνται συμπληρώματα καλίου.

    Η σπιρονολακτόνη  είναι το φάρμακο επιλογής, επειδή εμποδίζει τον υποδοχέα αλδοστερόνης στο σωληνάριο συλλογής. Το επίπεδο του καλίου στον ορό και η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά.

    Παρακολούθηση της διούρησης: Η διούρηση παρακολουθείται με ζύγισμα του ατόμου καθημερινά. Ο στόχος είναι η απώλεια βάρους όχι μεγαλύτερης από 1,0 kg / ημέρα για άτομα με ασκίτη και περιφερικό οίδημα και όχι περισσότερο από 0,5 kg / ημέρα για άτομα με ασκίτη μόνο. Ελέγχεται και η συγκέντρωση νατρίου στα ούρα. Η δοσολογία αυξάνεται έως ότου εμφανιστεί αρνητική ισορροπία νατρίου. Μια τυχαία αναλογία νατρίου προς κάλιο ούρων > 1 δείχνει 90% ευαισθησία στην πρόβλεψη του αρνητικού ισοζυγίου (> 78-mmol / ημέρα απέκκριση νατρίου).

    Διουρητική αντοχή: Η διουρητική αντίσταση μπορεί να προβλεφθεί με χορήγηση ενδοφλέβιας φουροσεμίδης 80 mg μετά από 3 ημέρες χωρίς διουρητικά και με δίαιτα νατρίου 80 mEq ημερησίως / ημέρα. Η απέκκριση νατρίου ούρων σε διάστημα 8 ωρών <50 mEq / 8 ώρες προβλέπει αντίσταση.

    Εάν το άτομο παρουσιάζει αντίσταση ή κακή ανταπόκριση στη θεραπεία με διουρητικά, μπορεί να χρειαστεί υπερδιήθηση ή υδραφαίρεση, για να επιτευχθεί επαρκής έλεγχος της κατακράτησης υγρών και της συμφόρησης. Η χρήση τέτοιων μηχανικών μεθόδων απομάκρυνσης υγρών μπορεί να παράγει σημαντικά κλινικά οφέλη σε άτομα με διουρητική αντοχή και μπορεί να αποκαταστήσει την ανταπόκριση σε συμβατικές δόσεις διουρητικών.

    Η υπερβολική διούρηση μπορεί να οδηγήσει σε υποκαλιαιμία χειρότερη της ηπατικής εγκεφαλοπάθειας, ενδοαγγειακή εξάντληση όγκου, αζωθαιμία και νεφρική ανεπάρκεια.

    ascites 2

    Παρακέντηση

    Σε εκείνους με σοβαρό ασκίτη, υπό τάση, μπορεί να χρειαστεί θεραπευτική παρακέντηση. Καθώς, αυτό μπορεί να καταστρέφει τα επίπεδα αλβουμίνης ορού στο αίμα, η αλβουμίνη γενικά χορηγείται ενδοφλέβια σε αναλογία με την ποσότητα του ασκίτη που έχει αφαιρεθεί.

    Χειρουργική επέμβαση

    Ο ασκίτης που είναι ανθεκτικός στην ιατρική θεραπεία θεωρείται μια ένδειξη για μεταμόσχευση ήπατος. 

    Ο εξιδρωτικός ασκίτης γενικά δεν αποκρίνεται στον χειρισμό της ισορροπίας του άλατος ή της διουρητικής θεραπείας. Η επαναλαμβανόμενη παρακέντηση και η θεραπεία της υποκείμενης αιτίας είναι ο βασικός άξονας της θεραπείας.

    Τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τον ασκίτη

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τον ασκίτη

    ascites 5

    Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με το θεράποντα ιατρό

    Διαβάστε, επίσης,

    Σε τι χρησιμεύει το συκώτι

    Ο καρκίνος ωοθηκών θεραπεύεται

    Ανεπάρκεια τριγλώχινας

    Στένωση τριγλώχινας

    Σύνδρομο Pickwick

    Τι είναι το μυξοίδημα

    Κίρρωση του ήπατος

    Οξεία ηπατική ανεπάρκεια

    Μεσοθηλίωμα

    Ιογενείς ηπατίτιδες

    Φιλαρίαση

    Φυματιώδης περιτονίτιδα

    Ηπατονεφρικό σύνδρομο

    Ο ασθενής με δύσπνοια στα επείγοντα

    Ψευδοκύστη του παγκρέατος

    Χυλώδης ασκίτης

    Η ανάλυση του ασκιτικού υγρού

    Οι αιτίες απώλειας βάρους

    Πότε επιβάλλεται αυστηρά δίαιτα στο αλάτι και πότε ελαστική

    Παρακέντηση ασκιτικού υγρού

    Παρακέντηση υπεζωκότα

    Ηωσινοφιλική γαστρεντερίτιδα

    Καρκίνος ήπατος

    Καρκίνος παγκρέατος

    Καρκίνος ωοθηκών

    www.emedi.gr

     

  • Ιατρική κάνναβη και λεμφώματα Ιατρική κάνναβη και λεμφώματα

    Ιατρική μαριχουάνα και λεμφώματα

    Γράφει η 

    Δρ Σάββη Μάλλιου Κριαρά 

    Ειδικός Παθολόγος-Ογκολόγος, MD, PhD

    Το λέμφωμα είναι ένας τύπος καρκίνου που επηρεάζει το λεμφικό σύστημα, ένα μέρος του ανοσοποιητικού συστήματος. Το λεμφικό σύστημα απελευθερώνει λευκά αιμοσφαίρια που ονομάζονται λεμφοκύτταρα που παράγουν αντισώματα. Όταν έχετε καρκίνο, το σώμα σας αποτυγχάνει να σκοτώσει τα επιπλέον κύτταρα, τα οποία αρχίζουν να εξαπλώνονται και να βλάπτουν το σώμα.

    Τα λεμφώματα προσβάλλουν τους λεμφαδένες, το μυελό των οστών και το σπλήνα. Το λέμφωμα μπορεί να επηρεάσει οποιαδήποτε περιοχή, όπως τον λεμφικό ιστό κοντά στον εγκέφαλό ή στο δέρμα.

    Λεμφώματα Hodgkin και μη-Hodgkin

    Υπάρχουν δύο κατηγορίες λεμφωμάτων που βασίζονται στο αν ο καρκίνος περιέχει κύτταρα Reed-Steinberg. Τα κύτταρα Reed-Steinberg είναι μεταλλαγμένα λευκά αιμοσφαίρια που είναι έως και πέντε φορές μεγαλύτερα από τα υγιή λεμφοκύτταρα.

    Το λέμφωμα Hodgkin αρχίζει συνήθως στις μασχάλες, στο λαιμό ή στο στήθος. Στη συνέχεια, προχωράει στο πλησιέστερο σύνολο λεμφαδένων, καθιστώντας εύκολη τη διάγνωση σε πρώιμα στάδια. Ωστόσο, το λέμφωμα Hodgkin εμφανίζεται λιγότερο συχνά από ό, τι το λέμφωμα μη-Hodgkin.

    Το μη-Hodgkin λέμφωμα είναι πολύ πιο δύσκολο να διαγνωστεί νωρίς, και δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί πού θα εξαπλωθεί στη συνέχεια. Εξαιτίας αυτού, οι ασθενείς με λέμφωμα μη Hodgkin λαμβάνουν διάγνωση σε πιο προχωρημένα στάδια της νόσου. Ανάλογα με τον υπότυπο του λεμφώματος μη-Hodgkin που έχει ο ασθενής, μπορεί να έχει χαμηλότερο ή παραπλήσιο ποσοστό επιβίωσης, από ότι σε λέμφωμα Hodgkin.

    lymphoma 3

    Συμπτώματα Λεμφώματος

    Τα συμπτώματα εξαρτώνται από το πού εκδηλώνεται το λέμφωμα. Το λέμφωμα, συχνά, προκαλεί τη διόγκωση των λεμφαδένων, με συνοδό πίεση στα περιβάλλοντα όργανα που μπορεί να προκαλέσει προβλήματα. Οι λεμφαδένες βρίσκονται σε περιοχές, όπως ο λαιμός, οι μασχάλες και η βουβωνική χώρα. Άλλες ασθένειες και καρκίνοι μπορεί να οδηγήσουν σε διογκωμένους λεμφαδένες. Οι πρησμένοι λεμφαδένες στο στήθος μπορούν να ασκήσουν πίεση στην τραχεία, προκαλώντας αναπνευστικά προβλήματα, βήχα, δυσκολία στην αναπνοή και πόνο στο στήθος. Όταν ένας λεμφαδένας στην κοιλιακή χώρα διογκώνεται, μπορεί να πιέζει το στομάχι ή το έντερο, να μειωθεί η όρεξη και να υπάρχει πόνος σε αυτήν την περιοχή.

    Το λέμφωμα στον λεμφικό ιστό του εγκεφάλου ή του δέρματος μπορεί, επίσης, να οδηγήσει σε δυσάρεστα συμπτώματα. Όταν έχετε λέμφωμα στον εγκέφαλο ή στο νωτιαίο μυελό, μπορείτε να έχετε αλλαγές προσωπικότητας, επιληπτικές κρίσεις, μούδιασμα και άλλα γνωστικά προβλήματα. Το λέμφωμα του δέρματος μπορεί να είναι ορατό, να προκαλεί φαγούρα και να έχει ερυθρό χρώμα.

    Το λέμφωμα προκαλεί, επίσης και άλλα συμπτώματα που, συνήθως, απαντώνται σε οποιοδήποτε είδος καρκίνου. Τα τυπικά συμπτώματα του καρκίνου περιλαμβάνουν ταχεία απώλεια βάρους, κόπωση, χρόνιο πόνο και πυρετό.

    Λέμφωμα και ιατρική μαριχουάνα

    Πάνω από το 90% των ασθενών με λέμφωμα Hodgkin επιβιώνουν περισσότερο από 5 χρόνια.

    Ενώ, η μέση ηλικία για το λέμφωμα μη Hodgkin είναι η ηλικία των 60 ετών, το Hodgkin λέμφωμα επηρεάζει, κυρίως. τους εφήβους, τους νέους ενήλικες και τους ηλικιωμένους.

    Τα άτομα που έχουν τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV) έχουν πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες να νοσήσουν από λέμφωμα.

    Η έκθεση σε υψηλά επίπεδα ακτινοβολίας μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο ανάπτυξης λεμφώματος μη Hodgkin.

    Το οικογενειακό ιστορικό λεμφώματος Hodgkin μπορεί να αυξήσει την πιθανότητα νόσησης.

    Το μη-Hodgkin λέμφωμα έχει πάνω από 60 υπότυπους, ενώ υπάρχουν πολύ λιγότεροι υπότυποι για το λέμφωμα Hodgkin.

    Κλασσικά γίνονται χημειοθεραπείες και ακτινοθεραπείες οι οποίες δεν είναι αποτελεσματικές, έχουν πολλές παρενέργειες κι έχουν καρκινογόνο δράση.

    Οι θεραπείες που ενισχύουν το ανοσοποιητικό σύστημα περιλαμβάνουν την ιντερφερόνη και τα ανοσορρυθμιστικά φάρμακα.

    Η ανοσοθεραπεία αλλάζει το ανοσοποιητικό σύστημα, αλλά έχει παρενέργειες κι ακόμη και τα υγιή κύτταρα δέχονται επίθεση από το ανοσοποιητικό σύστημα και εμφανίζονται πεπτικά προβλήματα, βήχας, ναυτία, κόπωση, καρκίνος και πυρετός.

    lymphoma 2

    Μεταμοσχεύσεις βλαστικών κυττάρων

    Όταν ο ασθενής είναι σε ύφεση ή έχει υποτροπή, προτείνεται και μεταμόσχευση βλαστικών κυττάρων.

    Υπάρχουν δύο είδη μεταμοσχεύσεων βλαστικών κυττάρων με βάση την πηγή των βλαστικών κυττάρων. Οι μεταμοσχεύσεις αυτόλογων βλαστικών κυττάρων περιλαμβάνουν τη διατήρηση ορισμένων από τα βλαστοκύτταρα του ασθενούς και την επανεισαγωγή τους μετά από έντονη χημειοθεραπεία ή ακτινοθεραπεία. Τα μεταμοσχεύματα αλλογενών βλαστοκυττάρων χορηγούνται με τον ίδιο τρόπο, αλλά  τα βλαστικά κύτταρα προέρχονται από άλλο άτομο.

    Όσοι λαμβάνουν μεταμοσχεύματα βλαστικών κυττάρων είναι επιρρεπείς σε λοίμωξη, έχουν χαμηλά αιμοπετάλια στο αίμα κι έχουν κίνδυνο, έτσι, για αιμορραγία. Σε περίπτωση που το σώμα απορρίπτει τα νέα βλαστοκύτταρα, επειδή το ανοσοποιητικό σύστημα του καταστέλλεται πριν από τη μεταμόσχευση, επιτρέπει στα ξένα στελεχιαία κύτταρα να επιτίθενται στα όργανα. Εάν τα βλαστοκύτταρα δεν συγχωνεύονται στο μυελό των οστών και πολλαπλασιάζονται, ο ασθενής παθαίνει αιμορραγία και λοιμώξεις.

    Λέμφωμα και ιατρική κάνναβη

    Η ιατρική μαριχουάνα έχει σημαντικές αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες, και είναι αποτελεσματική στη θεραπεία του λεμφώματος.

    Η CBD μπορεί να ανακουφίσει το άγχος, τις επιληπτικές κρίσεις, τη φλεγμονή και τη ναυτία.

    Η CBD μπορεί να εμποδίσει την ανάπτυξη των καρκινικών κυττάρων.

    Στο λέμφωμα των κυττάρων του μανδύα (MCL) και τα δύο κανναβινοειδή που ενεργοποιούν τον υποδοχέα CB1 και τα κανναβινοειδή που ενεργοποιούν τον υποδοχέα CB2 βοηθούν στην καταστροφή των καρκινικών κυττάρων. Η αναστολή της ανάπτυξης από την ενεργοποίηση των υποδοχέων είναι γεγονός.

    Σε Β κύτταρα λεμφώματος μη-Hodgkin συμβαίνει το ίδιο.

    Οι θεραπείες με χρήση ''κλειδιών'', δηλαδή αγωνιστών για τους κανναβοϋποδοχείς είναι αποτελεσματικές στη μείωση του όγκου, σε κακόηθες λέμφωμα, που υπερεκδηλώνει CB1 και CB2 κανναβοϋποδοχείς.

    Η ιατρική κάνναβη είναι κατάλληλη για τη ναυτία και για τη διέγερση της όρεξης.

    Η χορήγηση της ιατρικής κάνναβης γίνεται με κάπνισμα ή καλύτερα άτμισμα, με επιθέματα και καταπλάσματα, με βρώσιμα προϊόντα κάνναβης, με έλαια, βάμματα, ταμπλέτες και κάψουλες κ.ά

    lymphoma 1

    Το μοριακό προφίλ του όγκου είναι απαραίτητο και χρήσιμο εργαλείο για τη θεραπευτική σας απόφαση.

    Ζητείστε την εξέταση πριν κάνετε οποιαδήποτε θεραπεία. Η ζωή σας είναι πολύτιμη.

    Ζητήστε από την EMEDI πληροφορίες για το μοριακό προφίλ του όγκου.

    Μάθετε όλες τις πληροφορίες από τους συνεργάτες μας για την εξατομικευμένη θεραπεία του λεμφώματος, πατώντας εδώ.

    Γράφει η
    Δρ Σάββη Μάλλιου Κριαρά
    Ειδικός Παθολόγος- Ογκολόγος, MD, PhD

    Διαβάστε περισσότερα για την Σάββη Μάλλιου Κριαρά

    Η καλύτερη πιστοποιημένη κάνναβη για τη θεραπεία του λεμφώματος 

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τη βιολογική φυτική ιατρική κάνναβη για τη θεραπεία του λεμφώματος  


    Τα καλύτερα συμπληρώματα διατροφής για τα λεμφώματα 

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα καλύτερα συμπληρώματα διατροφής για τα λεμφώματα  

    karkinos stomatos 4

    Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα  για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με τον θεράποντα ιατρό.

    Διαβάστε, επίσης,

    Είναι απαραίτητη η απομάκρυνση λεμφαδένων στον καρκίνο;

    Λευχαιμία και κάνναβη

    Γιατί η κάνναβη θεραπεύει κάθε ασθένεια

    Κάνναβη και καρκίνος

    Οι χημειοθεραπείες και οι ακτινοθεραπείες προκαλούν καρκίνο

    Η βιταμίνη C στη θεραπεία των αιματολογικών καρκίνων

    Αν διαγνωσθείτε με καρκίνο ανακτήσετε την υγεία σας με τη φαρμακευτική κάνναβη

    Ο καρκίνος δε θεραπεύεται με χημειοθεραπείες

    Πρωτοπαθές λέμφωμα του κεντρικού νευρικού συστήματος

    Πώς η κάνναβη θεραπεύει τον καρκίνο

    Νοσήματα ενδεικτικά πιθανού AIDS στα παιδιά

    Πολύμορφο γλοιοβλάστωμα

    Διάγνωση λεμφοϋπερπλαστικών διαταραχών σε μεταμοσχευμένους

    Λεμφοϋπερπλαστικές διαταραχές μετά από μεταμόσχευση συμπαγών οργάνων

    Κατάταξη μη-Hodgkin λεμφωμάτων

    Ανάπτυξη κακοήθειας μετά από μεταμόσχευση οργάνων

    Νόσοι από μεγαλοκυτταροϊό

    Παγκόσμια ημέρα κατά του παιδικού καρκίνου

    Πολλαπλούν μυέλωμα

    Οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία

    Απεικονιστικός έλεγχος στην ογκολογία

    Τα επιθετικά λεμφώματα

    Παράγοντες που καθορίζουν τη θεραπευτική απόφαση στην ογκολογία

    Προβλεπτικοί καρκινικοί δείκτες στην ογκολογία

    www.emedi.gr

     

  • Νόσος του Hashimoto Νόσος του Hashimoto

    Η θυρεοειδίτιδα Hashimoto

    Η θυρεοειδίτιδα του Hashimoto ή χρόνια λεμφοκυτταρική θυρεοειδίτιδα ή αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα, ή θυρεοειδίτιδα Χασιμότο ή Struma του Hashimoto ICD-10 E06.3 είναι μία αυτοάνοση νόσος στην οποία ο θυρεοειδής αδένας σταδιακά καταστρέφεται. Στην αρχή μπορεί να μην υπάρχουν συμπτώματα. Με την πάροδο του χρόνου ο θυρεοειδής μπορεί να διογκωθεί σχηματίζοντας μια ανώδυνη βρογχοκήλη. Μερικοί άνθρωποι τελικά αναπτύσσουν υποθυρεοειδισμό με συνοδό αύξηση του σωματικού βάρους, αίσθημα κόπωσης, δυσκοιλιότητα, κατάθλιψη, και  πόνο. Μετά από πολλά χρόνια ο θυρεοειδής συρρικνώνεται τυπικά σε μέγεθος. Οι πιθανές επιπλοκές είναι το λέμφωμα θυρεοειδούς.

    Η θυρεοειδίτιδα του Hashimoto πιστεύεται ότι οφείλεται σε έναν συνδυασμό γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων. Οι παράγοντες κινδύνου είναι το οικογενειακό ιστορικό και άλλο αυτοάνοσο νόσημα. Η διάγνωση επιβεβαιώνεται με εξετάσεις αίματος για TSH, T4, και αντιθυρεοειδικά αντισώματα.  Άλλες καταστάσεις που μπορούν να παράγουν παρόμοια συμπτώματα είναι η νόσος του Graves και η μη τοξική οζώδης βρογχοκήλη. 

    Η θυρεοειδίτιδα Hashimoto, ανεξάρτητα από το αν ή όχι υπάρχει υποθυρεοειδισμός  μπορεί να αντιμετωπιστεί με λεβοθυροξίνη. Αν ο υποθυρεοειδισμός δεν έχει παρουσιάσει κάποια συμπτώματα μπορεί να μην χρειασθεί καμία θεραπεία, ενώ άλλοι μπορεί να χρειασθούν θεραπεία για να μειωθεί το μέγεθος της βρογχοκήλης. Εκείνοι που πλήττονται θα πρέπει να αποφεύγουν την κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων ιωδίου. Ωστόσο, το επαρκές ιώδιο απαιτείται ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

    Η χειρουργική επέμβαση σπάνια απαιτείται για τη θεραπεία της βρογχοκήλης. 

    Η θυρεοειδίτιδα του Hashimoto προσβάλλει περίπου το 5% του πληθυσμού. Συνήθως, προσβάλλει τα άτομα ηλικιών 30 και 50 και είναι πολύ πιο συχνή στις γυναίκες από ότι στους άνδρες. Τα ποσοστά της νόσου φαίνεται να αυξάνονται. 


    Σημεία και συμπτώματα θυρεοειδίτιδας Hashimoto

    Τα πιο συχνά συμπτώματα είναι: κόπωση, αύξηση βάρους, ωχρό ή πρησμένο πρόσωπο, αίσθημα κρύου, μυϊκός πόνος, δυσκοιλιότητα, ξηρά και αδύναμα μαλλιά, βαριά έμμηνος ρύση ή ανωμαλίες περιόδου, κατάθλιψη, διαταραχή πανικού, μειωμένος καρδιακός ρυθμός, δυσκολία τεκνοποίησης και δυσκολία διατήρησης του κυήματος.

    Η νόσος του Hashimoto είναι περίπου επτά φορές πιο συχνή στις γυναίκες παρά στους άνδρες. Μπορεί να εμφανιστεί σε εφήβους και νεαρές γυναίκες, αλλά πιο συχνά εμφανίζεται στη μέση ηλικία, ιδιαίτερα στους άνδρες. Οι άνθρωποι που αναπτύσσουν τη νόσο του Hashimoto συχνά έχουν κληρονομικό ιστορικό θυρεοειδή ή άλλων αυτοάνοσων ασθένειών, και μερικές φορές έχουν και οι ίδιοι άλλα αυτοάνοσα νοσήματα. 

    Ο θυρεοειδής αδένας μπορεί να είναι σταθερός σε μέγεθος, μεγάλος, και λοβωτός σε θυρεοειδίτιδα Hashimoto, αλλά οι αλλαγές στο θυρεοειδή μπορεί, επίσης, να είναι μη ψηλαφητές. Η διεύρυνση του θυρεοειδούς οφείλεται σε λεμφοκυτταρική ενδοδιήθηση και ίνωση παρά σε υπερτροφία του ιστού. Φυσιολογικά, τα αντισώματα έναντι της θυρεοειδικής υπεροξειδάσης (ΤΡΟ) (TPOAb) και / ή θυρεοσφαιρίνης (Tg) (TgAb) προκαλούν σταδιακή καταστροφή των ωοθυλακίων στο θυρεοειδή αδένα. Κατά συνέπεια, η νόσος μπορεί να ανιχνευθεί κλινικά με την εξέταση για αυτά τα αντισώματα στο αίμα. Επίσης, χαρακτηρίζεται από την εισβολή του ιστού του θυρεοειδούς από λευκοκύτταρα, κυρίως Τ-λεμφοκύτταρα. Μια σπάνια αλλά σοβαρή επιπλοκή είναι το λέμφωμα θυρεοειδούς τύπου Β-κυττάρων, μη-Hodgkin λέμφωμα.


    Οι παράγοντες κινδύνου θυρεοειδίτιδας Hashimoto

    Η ισχυρή γενετική συνιστώσα επιβεβαιώνεται σε μελέτες μονοζυγωτικών διδύμων σε ποσοστά έως και 80%. 

    Η θυρεοειδίτιδα του Hashimoto συνδέεται με το CTLA-4 (κυτταροτοξικό Τ-λεμφοκυττάρων αντιγόνο-4) με πολυμορφισμό του γονιδίου. Το CTLA-4 ρυθμίζεται προς τα κάτω, δηλαδή μεταδίδει ένα ανασταλτικό σήμα στα Τ κύτταρα κι έτσι μειώνεται η λειτουργία και υπάρχει αυξημένη δραστικότητα Τ-λεμφοκυττάρων. Το οικογενειακό ιστορικό διαταραχών του θυρεοειδούς είναι συχνό, με το γονίδιο HLA-DR5 να εμπλέκεται.

    Το ιστορικό άλλων αυτοάνοσων ασθενειών είναι ένας παράγοντας κινδύνου για την ανάπτυξη θυρεοειδίτιδας του Hashimoto, αλλά και η θυρεοειδίτιδα του Hashimoto είναι παράγοντας κινδύνου για άλλα αυτοάνοσα νοσήματα. Τα αυτοάνοσα νοσήματα που συνδέονται με τη θυρεοειδίτιδα του Hashimoto είναι η κοιλιοκάκη, ο διαβήτης τύπου 1, η λεύκη και η αλωπεκία.

    Περιβαλλοντικοί παράγοντες που εμπλέκονται είναι η πρόσληψη υψηλών ποσοστών ιωδίου ή χαμηλών, η έλλειψη σεληνίου, οι μολυσματικές ασθένειες και ορισμένα φάρμακα, σε γενετικά προδιατεθειμένα άτομα. 

    Τα γονίδια που εμπλέκονται ποικίλλουν και η συχνότητα είναι αυξημένη σε άτομα με χρωμοσωμικές διαταραχές (σύνδρομα Turner, Down και Klinefelter) που συνήθως συνδέονται με αυτοαντισώματα έναντι της θυρεοσφαιρίνης και της θυρεοειδικής υπεροξειδάσης. Η προοδευτική εξάντληση των κυττάρων αυτών ως κυτταροτοξικά ανοσολογική απάντηση οδηγεί σε υψηλότερη επίπτωση πρωτοπαθούς υποθυρεοειδισμού, με μείωση των επιπέδων Τ3 / Τ4, και αντισταθμιστική αύξηση της TSH. 


    Παθοφυσιολογία θυρεοειδίτιδας Hashimoto

    Διάφορα αυτοαντισώματα μπορεί να είναι παρόντα (κατά της θυρεοειδικής υπεροξειδάσης, κατά της θυρεοσφαιρίνης και κατά των υποδοχέων TSH), αν και ένα μικρό ποσοστό ανθρώπων μπορεί να μην έχουν κανένα από αυτά τα αντισώματα. Παρ 'όλα αυτά, η εξαρτώμενη από το αντίσωμα διαμεσολαβούμενη από τα κύτταρα κυτταροτοξικότητα αποτελεί σημαντικό παράγοντα της θυρεοειδίτιδας του Hashimoto. Η ενεργοποίηση των κυτταροτοξικών Τ-λεμφοκυττάρων (CD8 + Τ-κύτταρα) σε απόκριση σε κυτταρική ανοσολογική απόκριση που επηρεάζεται από τα βοηθητικά Τ-λεμφοκύτταρα (CD4 + Τ-κύτταρα) είναι κεντρικής σημασίας για την καταστροφή των θυρεοειδικών κυττάρων. Χαρακτηριστικές είναι, επίσης, η τύπου IV υπερευαισθησία και η πρόσληψη των μακροφάγων που είναι άλλο ένα αποτέλεσμα της ενεργοποίησης των Τ-βοηθητικών λεμφοκυττάρων, με τα Th1 λεμφοκύτταρα να παράγουν φλεγμονώδεις κυτοκίνες εντός του θυρεοειδικού ιστού για την περαιτέρω ενεργοποίηση των μακροφάγων και τη μετανάστευση στο θυρεοειδή αδένα για άμεσο αποτέλεσμα. 

    Οι μορφολογικές αλλαγές εντός του θυρεοειδούς η διόγκωση η οποία είναι οζώδης και ακανόνιστη από ό, τι διάχυτη (όπως αυτή του υπερθυρεοειδισμού). Ενώ η κάψα του θυρεοειδούς είναι άθικτη και ο αδένας διακριτός από τον περιβάλλοντα ιστό, η μικροσκοπική εξέταση δείχνει το επίπεδο της βλάβης. 

    Ιστολογικά, η υπερευαισθησία θεωρείται ως διάχυτη παρεγχυματική διήθηση από λεμφοκύτταρα, ιδιαίτερα Β-κύτταρα, τα οποία φαίνονται ως δευτερεύοντα ωοθυλάκια λεμφοειδή.


    Διάγνωση θυρεοειδίτιδας Hashimoto

    Η διάγνωση γίνεται, συνήθως, με την ανίχνευση αυξημένων επιπέδων αντισωμάτων θυρεοειδικής υπεροξειδάσης (TPOAb) στον ορό, αλλά και η οροαρνητική (χωρίς κυκλοφορούντα αυτοαντισώματα) θυρεοειδίτιδα υπάρχει, επίσης.

    Η θυρεοειδίτιδα του Hashimoto συχνά εμφανίζεται ως κατάθλιψη, κυκλοθυμία, προεμμηνορρυσιακό σύνδρομο, σύνδρομο χρόνιας κόπωσης, ινομυαλγία και, λιγότερο συχνά, ως στυτική δυσλειτουργία ή διαταραχή άγχους.

    Η κλινική εξέταση δείχνει σκληρή βρογχοκήλη που δεν είναι επώδυνη στην αφή.

    Επίσης, σε υποθυρεοειδισμό, μπορεί να εμφανισθεί περικογχικό μυξοίδημα.

    Γίνονται εξετάσεις αίματος για TSH, ελεύθερη Τ3, ελεύθερη Τ4, και αντισώματα θυρεοσφαιρίνης (anti-Tg), θυρεοειδικής υπεροξειδάσης (anti-TPO, ή TPOAb) και αντιμικροσωματικά αντισώματα. Η TSH αυξάνεται καθώς η υπόφυση προσπαθεί να αυξήσει την παραγωγή της Τ4 από τον θυρεοειδή αδένα. Η λεμφοκυτταρική διήθησης του θυρεοειδούς οδηγεί στο ιστολογικά σημαντικό εύρημα της βλαστικού κέντρου ανάπτυξης εντός του θυρεοειδούς αδένα.


    Θεραπεία νόσου Hashimoto

    Ο υποθυρεοειδισμός που προκαλείται από θυρεοειδίτιδα του Hashimoto αντιμετωπίζεται με παράγοντες αντικατάστασης των θυρεοειδικών ορμονών, όπως λεβοθυροξίνη, τριιωδοθυρονίνη ή αποξηραμένο εκχύλισμα του θυρεοειδούς. Ένα δισκίο λαμβάνεται μία φορά την ημέρα και κρατά γενικά τα επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών φυσιολογικά. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η θεραπεία πρέπει να ληφθεί για το υπόλοιπο της ζωής του ατόμου. Σε περίπτωση που ο υποθυρεοειδισμός προκαλείται από θυρεοειδίτιδα του Hashimoto, συνιστάται τα επίπεδα της TSH να διατηρούνται κάτω από 3.0. 


    Πρόγνωση θυρεοειδίτιδας Hashimoto

    Η συμπτωματική δυσλειτουργία του θυρεοειδούς είναι η πιο συχνή επιπλοκή. Θυρεοτοξίκωση (υπερδραστηριότητα του θυρεοειδούς) μερικές φορές συμβαίνει, και σπάνια η ασθένεια μπορεί να εξελιχθεί σε υπερθυρεοειδισμό και νόσο του Graves με ενεργό διόγκωση και φλεγμονή στα μάτια). Σπάνιες περιπτώσεις ινώδους αυτοάνοσης θυρεοειδίτιδας με σοβαρή δύσπνοια (δυσκολία στην αναπνοή) και δυσφαγία (δυσκολία στην κατάποση), που μοιάζει με επιθετικό όγκο του θυρεοειδούς, μπορεί να απαιτήσει χειρουργική επέμβαση ή θεραπεία με κορτικοστεροειδή. Το πρωτοπαθές  Β κυτταρικό λέμφωμα θυρεοειδούς επηρεάζει λιγότερα από ένα στα χίλια άτομα, και είναι πιο πιθανό να επηρεάσει τα άτομα με μακροχρόνια αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα. 


    Εγκυμοσύνη και θυρεοειδίτιδα Hashimoto

    Σε έγκυες γυναίκες που  βρίσκονται σε κίνδυνο για θυρεοειδίτιδα του Hashimoto ή που έχουν διαγνωστεί ως TPOAb θετικές πρέπει να γνωρίζουν τους κινδύνους για τους ίδιους και τα έμβρυά τους, εάν η ασθένεια αφεθεί χωρίς θεραπεία. Τα αντισώματα θυρεοειδικής υπεροξειδάσης (TPOAb) ανιχνεύονται στο 10% των εγκύων γυναικών και αν η χαμηλή λειτουργία του θυρεοειδούς δεν σταθεροποιηθεί με φαρμακευτική αγωγή υπάρχει κίνδυνος για χαμηλό βάρος γέννησης, αναπνευστική δυσχέρεια των νεογνών και ανωμαλίες εμβρύου (υδροκέφαλο και υποσπαδίας), αποβολή και πρόωρο τοκετό. Η θυρεοειδίτιδα Hashimoto στην εγκυμοσύνη θεραπεύεται με λεβοθυροξίνη και τα ποσοστά εμφύτευσης εμβρύου και η έκβαση της εγκυμοσύνης βελτιώνονται.

    Απαιτείται έλεγχος θυρεοειδούς για τις έγκυες γυναίκες. 

    Συνιστάται, επίσης, στις γυναίκες να κάνουν έλεγχο για θυρεοειδικά αντισώματα ακόμη και αν δεν έχουν μείνει έγκυες και σε γυναίκες που δεν μπορούν να συλλάβουν. Η προηγούμενη εγκυμοσύνη παίζει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη αυτοάνοσου υποθυρεοειδισμού σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, και θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο αριθμός των προηγούμενων κυήσεων κατά την αξιολόγηση του κινδύνου υποθυρεοειδισμού σε νεαρές γυναίκες. Ο κίνδυνος για δυσλειτουργία του θυρεοειδούς, καθώς και για την αύξηση της παραγωγής αντισωμάτων θυρεοειδούς είναι μεγαλύτερος σε γυναίκες που έχουν πάνω από μία εγκυμοσύνη. 

    Τα καλύτερα συμπληρώματα διατροφής για τη θυρεοειδίτιδα

    Πατήστε,, εδώ, για να παραγγείλετε, τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τη θυρεοειδίτιδα

     

    Διαβάστε, επίσης,

    Τι είναι το μυξοίδημα

    Κρετινισμός

    Κρανιοφαρυγγίωμα

    Ιώδιο

    Φλεβοκομβική βραδυκαρδία

    Ουρικό οξύ αίματος

    Αλκαλική φωσφατάση

    Τι είναι τα αντιθυρεοειδικά αντισώματα

    Διάγνωση μιας νόσου από το τριχωτό της κεφαλής

    Υποφυσιακός υποθυρεοειδισμός

    Πώς η κακή υγεία του εντέρου προκαλεί υποθυρεοειδισμό

    Γιατί όσοι έχουν υποθυρεοειδισμό δεν μπορούν να χάσουν βάρος

    Σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών και θυρεοειδίτιδα Hashimoto

    Χυμός για να ενισχύσετε τον θυρεοειδή σας

    Αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα

    Λεβοθυροξίνη σε ηλικιωμένους

    Θυρεοειδίτιδες

    Θυρεοειδικές παθήσεις

    Οδηγίες για τη λήψη θυροξίνης

    Τι είναι τα αντιθυρεοειδικά αντισώματα

    Διατροφή για τον υποθυρεοειδισμό

    Ιωδιούχο αλάτι

    Χρήσιμες πληροφορίες για το σελήνιο

    Τεστ για να ελέγξετε το θυρεοειδή σας στο σπίτι

    Το ιώδιο στην εγκυμοσύνη είναι απαραίτητο

    Η βρογχοκήλη μπορεί να οφείλεται στη διατροφή

    Διατροφή για τον υποθυρεοειδισμό

    Διατροφή για τον υποθυρεοειδισμό

    Χρήσιμες πληροφορίες για το σελήνιο

    Σημεία έλλειψης βιταμινών και μετάλλων

    Τα οφέλη από τα φύκια στην υγεία

    Ιώδιο

    Τι είναι τα ιχνοστοιχεία

    Ανεπάρκεια του φλοιού των επινεφριδίων

    Σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών και θυρεοειδίτιδα Hashimoto

    www.emedi.gr