Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2016 09:00

Οξείες λευχαιμίες

Γράφτηκε από την
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(4 ψήφοι)

Βιολογία, κυτταρογενετική, μοριακό προφίλ και κλινική εικόνα στις οξείες λευχαιμίες

Γράφει η

Δρ Σάββη Μάλλιου Κριαρά

Ειδικός Παθολόγος- Ογκολόγος, MD, PhD

Η οξεία λευχαιμία είναι το αποτέλεσμα μιας κακοήθους διαδικασίας που συμβαίνει σε έναν πρόδρομο αιμοποιητικό κύτταρο.

Το προσβεβλημένο κύτταρο αναπτύσσει τα κύτταρα απογόνους, αλλά αποτυγχάνει η διαφοροποίηση και συνεχίζει να πολλαπλασιάζεται ανεξέλεγκτα και τα κύτταρα αυτά αντικαθιστούν τον φυσιολογικό μυελό των οστών με έναν κλωνικό πληθυσμό από ανώριμα μυελοειδή ή λεμφοειδή κύτταρα. Η προκύπτουσα απώλεια της φυσιολογικής λειτουργίας του μυελού έχει σαν αποτέλεσμα να εμφανισθούν τα κλινικά σημεία των οξείων λευχαιμιών, όπως αναιμία, μόλυνση και αιμορραγία. Αν μείνει χωρίς θεραπεία η λευχαιμία οδηγεί σε θάνατο σε λίγους μήνες, αλλά με την κατάλληλη θεραπεία, μερικοί άνθρωποι θα θεραπευθούν.

Η οξεία λευχαιμία μπορεί να κατηγοριοποιηθεί με βάση την μορφολογία, την ιστοχημεία, τους καρκινικούς δείκτες της επιφάνειας των κυττάρων, την κυτταρογενετική και την έκφραση των ογκογονιδίων.

Κατάταξη οξείων λευχαιμιών

Η πιο σημαντική μορφολογική διάκριση στις οξείες λευχαιμίες είναι η οξεία μυελοκυτταρική λευχαιμία και η οξεία λεμφοκυτταρική λευχαιμία.

Οι τύποι της Οξείας Μυελοκυτταρικής Λευχαιμίας:

Στην οξεία μυελοκυτταρική λευχαιμία τα κύτταρα είναι τυπικά 12-20 mm σε διάμετρο, με ευδιάκριτη πυρηνική χρωματίνη, πολλά πυρηνίδια και αζουρόφιλα κοκκία στο κυτταρόπλασμα.

Οι τύποι της Οξείας Μυελοκυτταρικής Λευχαιμίας:

FAB French-American-British Classification of Acute Leukemias

Ιστοχημεία

M0

Undifferentiated acute myeloblastic leukemia-Αδιαφοροποίητη οξεία μυελοβλαστική λευχαιμία, με μορφολογία ομοιόμορφη, αλλά τα κύτταρα είναι πολύ αδιαφοροποίητα, με αντίδραση στα μονοκλωνικά αντισώματα Anti-CD13, Anti-CD14, Anti-CD33, Anti-CD34, με ποικίλες κυτταρογενετικές ανωμαλίες

M1

Acute myeloblastic leukemia with minimal maturation-Οξεία μυελοβλαστική λευχαιμία με ελάχιστη ωρίμανση, τα κύτταρα είναι πολύ αδιαφοροποίητα, υπάρχουν μερικά αζουρόφιλα κοκκία,  μπορεί να είναι θετικά στη μυελουπεροξειδάση και στη μη ειδική εστεράση, με αντίδραση στα μονοκλωνικά αντισώματα Anti-CD13, Anti-CD14, Anti-CD33, Anti-CD34, με ποικίλες κυτταρογενετικές ανωμαλίες

M2

Acute myeloblastic leukemia with maturation-Οξεία μυελοβλαστική λευχαιμία με ωρίμανση, επικρατούν οι κοκκιώδεις βλάστες, άωρα ραβδία μπορεί να υπάρχουν, είναι πολύ θετικά στην μυελουπεροξειδάση και μπορεί να είναι θετικά στη μη ειδική εστεράση και στην PAS, με αντίδραση στα μονοκλωνικά αντισώματα Anti-CD13, Anti-CD14, Anti-CD33, Anti-CD34, με ποικίλες κυτταρογενετικές ανωμαλίες t(8;21)(q22;q22)

M3

Acute promyelocytic leukemia (APL)-Οξεία προμυελοκυτταρική λευχαιμία, με υπερκοκκιώδη προμυελοκύτταρα να επικρατούν, είναι πολύ θετικά στην μυελουπεροξειδάση και είναι θετικά στη μη ειδική εστεράση και στην PAS, με αντίδραση στα μονοκλωνικά αντισώματα Anti-CD13, Anti-CD14, Anti-CD33, Anti-CD34, και και t(15;17)(q22;q11-12)

M4

Acute myelomonocytic leukemia-Οξεία μυελομονοκυτταρική λευχαιμία, με μυελοβλάστες και μονοβλάστες παρόντες, είναι αρκετά θετικά στην μυελουπεροξειδάση και είναι πολύ θετικά στη μη ειδική εστεράση και αρκετά θετικά στην PAS, με αντίδραση στα μονοκλωνικά αντισώματα Anti-CD13, Anti-CD14, Anti-CD33, Anti-CD34, και με ποικίλες κυτταρογενετικές ανωμαλίες inv/del(16) 

M4 eos

Acute myelomonocytic leukemia with eosinophilia-Οξεία μυελομονοκυτταρική λευχαιμία, με ηωσινόφιλα. Είναι, όπως η Μ4, αλλά με ηωσινόφιλα

M5

Acute monocytic leukemia-Οξεία μονοκυτταρική λευχαιμία, με μονοβλάστες να επικρατούν, μπορεί να είναι θετικά στη μυελουπεροξειδάση και είναι πολύ θετικά στη μη ειδική εστεράση, και αρκετά θετικά στην PAS, με αντίδραση στα μονοκλωνικά αντισώματα Anti-CD13, Anti-CD14, Anti-CD33, Anti-CD34, με t(9;11), t(11q23).

M5a

Περισσότεροι από 80% μονοβλάστες

Μ5b

Περισσότερο από 20% προμονοκύτταρα

M6

Acute erythroid leukemia-Οξεία ερυθρολευχαιμία, με ερυθροβλάστες και μεγαλοβλάστες και πρόδρομα ερυθρά διαφαίνονται,  είναι αρνητικά στη μυελουπεροξειδάση και στη μη ειδική εστεράση, και αρκετά θετικά στην PAS, με έκφραση CD36, CD71, και το αντιγόνο της ομάδας αίματος Η, αντιδρούν με αντιγλυκοφορίνη, αντισπεκτρίνη, με -5del(5q), -7/del(7q)

M7

Acute megakaryoblastic leukemia-Οξεία μεγακαρυοβλαστική λευχαιμία, με αδιαφοροποίητους βλάστες, είναι αρνητικά στη μυελουπεροξειδάση και μπορεί να είναι θετικά στη μη ειδική εστεράση, και είναι θετικά στην PAS, με έκφραση CD41a, CD61,  αντιδρούν με  αντιαιμοπεταλιακά GpIIb/IIIa, με  t(1;22) και άλλες ποικίλες κυτταρογενετικές ανωμαλίες

Όσον αφορά την κυτταρογενετική στην ΟΜΛ οι πιο συχνές αλλαγές είναι η πρόσθεση στο χρωμόσωμα 8 ή η απώλεια μέρους ή ολόκληρων χρωμοσωμάτων 5 ή 7.

FAB classification of AML 

FAB subtype Name Adult AML patients (%)

  • M0 Undifferentiated acute myeloblastic leukemia 5%
  • M1 Acute myeloblastic leukemia with minimal maturation 15%
  • M2 Acute myeloblastic leukemia with maturation 25%
  • M3 Acute promyelocytic leukemia 10%
  • M4 Acute myelomonocytic leukemia 20%
  • M4eos Acute myelomonocytic leukemia with eosinophilia 5%
  • M5 Acute monocytic leukemia 10%
  • M6 Acute erythroid leukemia 5%
  • M7 Acute megakaryocytic leukemia 5%

WHO classification of AML and related neoplasms
-AML with recurrent genetic abnormalities:

  • AML with t(8;21)(q22;q22); RUNX1-RUNX1T1
  • AML with inv(16)(p13.1q22) or t(16;16)(p13.1;q22); CBEB-MYH11
  • Acute promyelocytic leukemia (APL) with t(15;17)(q22;q12); PML-RARA
  • AML with t(9;11)(p22;q23); MLLT3-MLL
  • AML with t(6;9)(p23;q34); DEK-NUP214
  • AML with inv(3)(q21q26.2) or t(3;3)(q21;q26.2); RPN1-EVI1
  • AML (megakaryoblastic) with t(1;22)(p13;q13); RBM15-MKL1
  • Provisional entity: AML with mutated NPM1
  • Provisional entity: AML with mutated CEBPA

-AML with myelodysplasia-related change

-Therapy-related myeloid neoplasms

-AML, not otherwise specified:

  • Undifferentiated AML (M0)
  • AML with minimal differentiation (M1)
  • AML without maturation (M2)
  • AML with maturation (M2)
  • Acute myelomonocytic leukemia (M3)
  • Acute monoblastic/monocytic leukemia (M4)
  • Acute erythroid leukemia (M5)
  • Pure erythroid leukemia (M6)
  • Erythroleukemia, erythroid/myeloid (M6)
  • Acute megakaryoblastic leukemia (M7)
  • Acute basophilic leukemia
  • Acute panmyelosis with myelofibrosis
  • Myeloid sarcoma

-Myeloid proliferations related to Down syndrome:

  • Transient abnormal myelopoiesis
  • Myeloid leukemia associated with Down syndrome

-Blastic plasmacytoid dendritic cell neoplasm

Οι τύποι της Οξείας Λεμφοκυτταρικής Λευχαιμίας:

Η κατάταξη (FAB) κατά την οποία η οξεία λεμφοκυτταρική λευχαιμία χωρίζεται  σε 3 υποτύπους (L1, L2, και L3), με βάση τον τρόπο που τα κύτταρα της λευχαιμίας φαίνονται κάτω από το μικροσκόπιο μετά από χρώση, έχει  αντικατασταθεί, και η κατάταξη γίνεται με βάση τον ανοσοφαινότυπο.

Ταξινόμηση της ΟΛΛ με βάση ανοσοφαινότυπο

-ΟΛΛ Β-κυττάρων 

  • Πρόωρη προ-Β ΟΛΛ, περίπου 10% των περιπτώσεων
  • Κοινή ΟΛΛ, περίπου το 50% των περιπτώσεων
  • Προ-Β ΟΛΛ - περίπου το 10% των περιπτώσεων, t(12;21) σε 25% στα παιδιά με καλή πρόγνωση
  • Burkitt λευχαιμία - περίπου 4% των περιπτώσεων

-ΟΛΛ, Τ-κυττάρων 

  • Προ-Τ ΟΛΛ, περίπου 5% έως 10% των περιπτώσεων
  • Ώριμη Τ-κυττάρων ΟΛΛ - περίπου 15% έως 20% των περιπτώσεων

60% των περιπτώσεων οξείας λεμφοκυτταρικής λευχαιμίας εκφράζουν πιο συχνά τα αντιγόνα CALLA-CommonALLantigen ή CD10 που είναι μια γλυκοπρωτεϊνη που βρίσκεται στα πρώιμα Β λεμφοκύτταρα και σε άλλους ιστούς. Οι περισσότερες περιπτώσεις που είναι CALLA θετικές αντιπροσωπεύουν την Πρόωρη προ-Β ΟΛΛ. Περίπου 20% των CALLA θετικών έχουν ενδοκυτταροπλασματικά ανοσοσφαιρίνη και γι΄αυτό ονομάζονται Προ-Β ΟΛΛ και 5% εκφράζουν την ανοσοσφαιρίνη στην επιφάνεια-Κοινή ΟΛΛ. Αντιγόνα για τα Τ-κύτταρα βρίσκονται στο 20% των περιπτώσεων ΟΛΛ και 20% δεν εκφράζουν ούτε το CALLA ούτε άλλα αντιγόνα Τ-κυττάρων, αλλά εκφράζουν τον δείκτη Β-κυττάρων (CD19). Σε 25% των περιπτώσεων ΟΛΛ ανιχνεύονται μυελοειδή αντιγόνα και οι λευχαιμίες αυτές έχουν χειρότερη πρόγνωση.

Χρωμοσωμικές ανωμαλίες

Ποικίλλες και στη Burkitt λευχαιμία t(8;14). 20-30% των ενηλίκων με ΟΛΛ έχουν το χρωμόσωμα Philadelphia, Προ-Β ΟΛΛ t(12;21) σε 25% στα παιδιά με καλή πρόγνωση, t(4;11) σε νεογνά με ΟΛΛ. Οι υπερδιπλοϊδικές λευχαιμίες που κερδίζουν χρωμοσώματα και φθάνουν τα 50-60 ανά κύτταρο έχουν καλή πρόγνωση.

Classification for Acute Lymphoblastic Leukemia

WHO classification of acute lymphoblastic leukemia

-B lymphoblastic leukemia/lymphoma:

B lymphoblastic leukemia/lymphoma, NOS

B lymphoblastic leukemia/lymphoma with recurrent genetic abnormalities

  • B lymphoblastic leukemia/lymphoma with t(9;22)(q34;q11.2), BCR-ABL1
  • B lymphoblastic leukemia/lymphoma with t(v;11q23); MLL rearranged
  • B lymphoblastic leukemia/lymphoma with t(12;21)(p13;q22) TEL-AML1 (ETV6-RUNX1)
  • B lymphoblastic leukemia/lymphoma with hyperdiploidy
  • B lymphoblastic leukemia/lymphoma with hypodiploidy
  • B lymphoblastic leukemia/lymphoma with t(5;14)(q31;q32) IL3-IGH
  • B lymphoblastic leukemia/lymphoma with t(1;19)(q23;p13.3) TCF3-PBX1

-T lymphoblastic leukemia/lymphoma:

FAB classification of acute lymphoblastic leukemia (for historical purposes)

ALL-L1: Small cells with homogeneous nuclear chromatin, a regular nuclear shape, small or no nucleoli, scanty cytoplasm, and mild to moderate basophilia
ALL-L2: Large, heterogeneous cells with variable nuclear chromatin, an irregular nuclear shape, 1 or more nucleoli, a variable amount of cytoplasm, and variable basophilia
ALL-L3: Large, homogeneous cells with fine, stippled chromatin; regular nuclei; prominent nucleoli; and abundant, deeply basophilic cytoplasm. The most distinguishing feature is prominent cytoplasmic vacuolation


Έκφραση ογκογονιδίων στις οξείες λευχαιμίες

ABL πρωτοογκογονίδιο στην t(9;22)

MYC πρωτοογκογονίδιο στην t(8;14)

N-RAS 25% ΟΜΛ και 10% ΟΛΛ

Σημεία και συμπτώματα στις οξείες λευχαιμίες

Τα σημεία και συμπτώματα στις οξείες λευχαιμίες προέρχονται από την ελάττωση της φυσιολογικής αιμοποίησης και την διήθηση των φυσιολογικών οργάνων από τους λευχαιμικούς βλάστες.

Έτσι, η αναιμία εμφανίζεται στους περισσότερους ασθενείς, όπως και η θρομβοκυττοπενία. Ο αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων μπορεί να είναι αυξημένος, φυσιολογικός ή ελαττωμένος, αλλά οι περισσότεροι ασθενείς θα έχουν κοκκιοκυτταροπενία και το 1/3 των ασθενών θα έχει υποκείμενη ή απειλητική για τη ζωή λοίμωξη.

Εκτός από την καταστολή της λειτουργίας του μυελού των οστών διηθούνται τα φυσιολογικά όργανα από τα λευχαιμικά κύτταρα. Αυτό συμβαίνει πιο συχνά στην ΟΛΛ, παρά στην ΟΜΛ. Στην ΟΛΛ 50% των ασθενών θα έχουν διογκωμένους λεμφαδένες, ηπατομεγαλία και σπληνομεγαλία. Πόνος στα οστά παρατηρείται, κυρίως, σε νεότερους ασθενείς με ΟΛΛ. Τα λευχαιμικά κύτταρα μπορεί να προσβάλλουν το δέρμα και να προκαλέσουν ένα εξάνθημα που δεν έχει φαγούρα και είναι υπεργερμένο. Τέλος 5% των ασθενών θα έχει διήθηση του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος κατά τη στιγμή της διάγνωσης.

 


Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα συμπληρώματα διατροφής για τις λευχαιμίες

Τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τις λευχαιμίες 

Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα  για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με τον θεράποντα ιατρό.

Διαβάστε, επίσης,

Λευχαιμία τριχωτών κυττάρων

Όλες οι αιτίες των λευχαιμιών

Οι λευχαιμίες

Τα καρκινικά μονοπάτια της οξείας λευχαιμίας

Οξεία προμυελοκυτταρική λευχαιμία

Ανορεξία και καχεξία στον καρκίνο

Η θεραπεία του καρκίνου στα παιδιά πρέπει να είναι εξατομικευμένη

Στοχευμένες θεραπείες στον καρκίνο

Είναι πολύ επικίνδυνες οι χημικές βαφές μαλλιών

Σοβαρά συμπτώματα και σημεία που πρέπει να σας ανησυχήσουν

Θεραπεία του καρκίνου με βιταμίνη C

Βότανα για την πρόληψη και τη θεραπεία του καρκίνου

Τα αιθέρια έλαια για τον καρκίνο

Τα καλύτερα τρόφιμα κατά του καρκίνου

Οι αντικαρκινικές ιδιότητες που έχει το μέλι

Η βιταμίνη C μειώνει τον κίνδυνο στις καρδιοαγγειακές παθήσεις

Οι παρενέργειες της θεραπείας του καρκίνου του μαστού

Χρήσιμες ιατρικές συνταγές με κεράσια

Τι σημαίνουν οι νυχτερινές εφιδρώσεις

Διάγνωση ασθενειών από τα μάτια

Ασπεργίλλωση

Φυτικές βαφές μαλλιών

Θεραπεία ασθενειών με τα άλατα ιστών

Ελπιδοφόρα στοχευμένη θεραπεία για τον καρκίνο

Τα μονοκλωνικά αντισώματα στη θεραπεία του καρκίνου

Το μαστιχόδενδρο

Αρσενικό

Protocel για τον καρκίνο

Αφιέρωμα για την Παγκόσμια ημέρα κατά του παιδικού καρκίνου

Η παθολογία του καρκίνου

Ρόφημα κουρκουμίνης για τον καρκίνο

Γλυκοπατάτες για τον καρκίνο

Λειτουργική αιμορραγία από τη μήτρα

Μυελοσκλήρυνση

Παράγοντες κινδύνου για καρκίνο που σχετίζονται με την εργασία

Μονοκλωνικά αντισώματα

Γιατί η γονιδιακή θεραπεία είναι η απόλυτη θεραπεία του καρκίνου

Παγκοσμιοποίηση και καρκίνος

Αυξητικοί παράγοντες λευκών

Σε μόνιμη στύση

Xρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία

Υπότυποι Μυελοδυσπλαστικών Συνδρόμων

Ανοσοανεπάρκεια

Επαγγελματικοί καρκίνοι

Αιμορραγία από τη μύτη

Οι ψηλότεροι κινδυνεύουν από καρκίνο

Λευχαιμία τριχωτών κυττάρων

Λοιμώδης μονοπυρήνωση

Τι είναι τα ηωσινόφιλα;

Η πραγματική αιτία της παιδικής λευχαιμίας

Προσοχή το Revlimid έχει πολλές παρενέργειες

Γονιδιακή θεραπεία

Αιμορραγία στον καρκίνο

Οι χρησιμότερες πληροφορίες για τα λεμόνια

Βιογραφία του Καρκίνου

Πώς αντιμετωπίζεται ο κνησμός στον καρκίνο

Γονιδιακή θεραπεία και εμβόλια για τις αιματολογικές κακοήθειες

Androcymbium rechingeri

Λαπαροσκοπική σπληνεκτομή

Υποσχόμενη θεραπεία για την λεμφοκυτταρική λευχαιμία

Λεπτομηνιγγική καρκινωμάτωση

Γιατί κάποιος παθαίνει λευχαιμία

Λευχαιμοειδής αντίδραση

Μόλυνση του περιβάλλοντος και διατροφή

Μονοκυττάρωση

Ανάπτυξη κακοήθειας μετά από μεταμόσχευση οργάνων

Νόσοι από μεγαλοκυτταροϊό

emedi.gr

Γράφει η

Δρ Σάββη Μάλλιου Κριαρά

Ειδικός Παθολόγος- Ογκολόγος, MD, PhD

Διαβάστε περισσότερα για τη Σάββη Μάλλιου Κριαρά

 

 

 
Διαβάστηκε 933 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 26 Αυγούστου 2018 00:39
Σαββούλα Μάλλιου Κριαρά

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Σχετικά Άρθρα

  • Προγνωστικοί παράγοντες για την οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία Προγνωστικοί παράγοντες για την οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία

    Οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία

    Γράφει η

    Δρ Σάββη Μάλλιου Κριαρά

    Ειδικός Παθολόγος- Ογκολόγος, MD, PhD

    Προγνωστικοί παράγοντες για την οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία

    Η θεραπεία μετά την ύφεση της οξείας λεμφοβλαστικής λευχαιμίας

    -Θεραπεία απαιτείται μετά την ύφεση. Αν δοθεί εισαγωγική θεραπεία μόνο η ύφεση διαρκεί λίγο.

    -Η θεραπεία μετά την ύφεση περιλαμβάνει προφύλαξη του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος, αν και αυτή η επιπλοκή είναι λιγότερη συχνή στους ενήλικες με ΟΛΛ παρά στα παιδιά. Χωρίς προφύλαξη, νόσος του ΚΝΣ θα αναπτυχθεί σε 35% των ενηλίκων. Σε υψηλότερο κίνδυνο βρίσκονται οι ασθενείς με μεγάλο φορτίο νόσου στη διάγνωση, όπως αντανακλάται από τα αυξημένα επίπεδα της γαλακτικής δεϋδρογενάσης-LDH. Με προφύλαξη, η υποτροπή στο ΚΝΣ σαν ξεχωριστό γεγονός δεν είναι συνήθης και εμφανίζεται σε λιγότερο από το 10% των ασθενών.

    -Εντατική θεραπεία σταθεροποίησης δικαιολογείται και συνήθως, δίνονται συνδυασμοί cytarabine, cyclophosphamide και antracycline.

    -Η θεραπεία συντήρησης θα χαρίσει μόνο σε 35% των ενήλικων ασθενών πλήρη ανταπόκριση που διαρκεί 5 έτη.


    Παράγοντες κινδύνου υποτροπής στην οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία

    Διάφοροι παράγοντες κινδύνου επηρεάζουν την πιθανότητα επιτυχίας και διατήρησης της πλήρους ανταπόκρισης στην οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία.

    Ηλικία: Είναι σημαντικός παράγοντας για όλους τους ασθενείς με ΟΛΛ. Η πιθανότητα για πλήρη ύφεση είναι μικρότερη στους ηλικιωμένους ασθενείς και αν, έστω και μία φορά υπάρξει πλήρης ύφεση η πιθανότητα αυτοί οι ασθενείς να παραμείνουν σε ύφεση είναι μικρή.

    Αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων: Ό αυξημένος αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων δεν έχει επίδραση στην πιθανότητα επίτευξης πλήρους ύφεσης, αλλά ο περισσότερο αυξημένος αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων συνδέεται με μικρότερη διάρκεια της ύφεσης.

    Η ανοσοϊστοχημεία των λευχαιμικών βλαστών: Είναι προγνωστικός παράγοντας. Η πρόγνωση των ασθενών με Τ- κυτταρική λευχαιμία είναι ίδια με την πρόγνωση των ασθενών με Β- κυτταρική λευχαιμία. Η παρουσία μυελοειδών αντιγόνων των λευχαιμικών βλαστών παρατηρείται σε 20% των περιπτώσεων. Τα μυελοειδή αντιγόνα, ειδικά το CD13 και το CD33 μπορεί να βρεθούν και σε λευχαιμίες από Τ-κύτταρα και από Β-κύτταρα. Τα μυελοειδή αντιγόνα παρατηρούνται, συνήθως, στην κατά FAB ΟΛΛ-L2: Μεγάλα, ετερογενή κύτταρα με μεταβλητή πυρηνική χρωματίνη, ακανόνιστο σχήμα πυρηνίσκων, 1 ή περισσότεροι πυρηνίσκοι, μεταβλητό ποσοστό κυτταροπλάσματος, και μεταβλητή βασεοφιλία και με λευχαιμικούς βλάστες που είναι Ph θετικοί ή BCR-ABL θετικοί. Η πλήρης ύφεση είναι χαμηλότερη σε ασθενείς με βλάστες που φέρουν μυελοειδή αντιγόνα και η πιθανότητα διατήρησης της πλήρους ύφεσης είναι χαμηλότερη.

    Τα κυτταρογενετικά χαρακτηριστικά: Έχουν μεγάλη προγνωστική σημασία. 10-20% των περιπτώσεων ΟΛΛ είναι Ph θετικοί (5% των παιδιών και 25% των ενηλίκων) και η πιθανότητα της θετικότητας αυξάνει με την ηλικία. Η πιθανότητα για πλήρη ύφεση είναι μικρότερη σε ασθενείς που είναι Ph θετικοί και η πιθανότητες να παραμείνουν σε πλήρη ύφεση είναι χαμηλότερες. 25-30% των ενηλίκων με ΟΛΛ είναι BCR-ABL θετικοί. Έτσι πάνω από 10% των περιπτώσεων που είναι Ph αρνητικοί ή φυσιολογικοί ή δεν έχουν κάνει ανοσοϊστοχημεία θα έχουν την BCR-ABL αναδιάταξη.  Το Ph χρωμόσωμα προέρχεται από την μετάθεση (t(9;22) (q34;q11), το οποίο εμπλέκει την μετακίνηση του περισσότερου μέρους του ABL πρωτοογκογονιδίου από το παρακείμενο χρωμόσωμα 9 στην περιοχή 5' του γονιδίου BCR στο χρωμόσωμα 22. Το σημείο σπασίματος στο χρωμόσωμα 9 ποικίλλει και συμβαίνει οπουδήποτε σε μια περιοχή 200 kilobase ή και περισσότερων, συνήθως στο εσώνιο 5' του εξωνίου 2. Σε αντίθεση, τα σημεία σπασίματος στο BCR γονίδιο στο χρωμόσωμα 22 συμβαίνει σε 2 περιοχές, η μία ονομάζεται μείζων περιοχή του συμπλέγματος καμπής-major break point cluster region (M-bcr) και η άλλη ελάσσον περιοχή του συμπλέγματος καμπής-major break point cluster region (m-bcr). Οι αναδιατάξεις στην M-bcr μεταγράφονται σε ένα χιμαιρικό messenger-RNA το οποίο παράγει μια υβριδική 210 kilodalton πρωτεϊνη (p210Bcr-Abl), που σπάει με την έκφραση m-bcr σε ένα χιμαιρικό  messenger-RNA το οποίο παράγει μια υβριδική μικρότερη 190 kilodalton πρωτεϊνη (p190Bcr-Abl). Στην ΧΜΛ όλα τα σπασίματα χαρτογραφούνται στο M-bcr το οποίο ορίζεται στο CML-Ph χρωμόσωμα, ενώ στην ΟΛΛ, τα σπασίματα βρίσκονται και M-bcr και στο m-bcr. Τα σπασίματα στο m-bcr ορίζονται στo χρωμόσωμα Ph της ΟΛΛ. Η συχνότητα των δύο τύπων σπασίματος φαίνεται  ότι εμφανίζεαι με την ίδια συχνότητα. Ph θετική ΟΛΛ με της ΧΜΛ τον τύπο BCR-ABL μετάθεσης δεν είναι απλά μια λεμφοειδής κρίση στη ΧΜΛ. Αυτοί οι ασθενείς σπάνια έχουν μια μακρά προδιαγνωστική ιστορία, δεν έχουν σπληνομεγαλία και όταν θεραπεύονται με την συμβατική θεραπεία η νόσος τους δεν μπαίνει σε μια χρόνια Ph θετική φάση, αλλά μπαίνει σε μια Ph αρνητική πλήρη ύφεση. Το ελεύθερο νόσου διαστήματος είναι μικρότερο σε όσους έχουν το σπάσιμο του τύπου της ΟΜΛ. Η πρόγνωση είναι χειρότερη για ασθενείς  με Ph αρνητικό και BCR-ABL θετικό. Χρησιμοποιείται imatinib mesylate σε ασθενείς με υποτροπή ΟΛΛ που έχουν Ph χρωμόσωμα θετικό με πλήρεις ανταποκρίσεις σε πολλές περιπτώσεις, αλλά είναι μικρής διάρκειας. Άλλη γονιδιακή μετάθεση στην ΟΛΛ είναι η σύντηξη του ETV6 γονιδίου στο χρωμόσωμα 12, σκέλος p13 και του CBFA γονιδίου στο χρωμόσωμα 21, σκέλος q22 σε 25% των προδρόμων Β-κυττάρων σε ΟΛΛ σε παιδιά. Αυτή η αναδιάταξη είναι το αποτέλεσμα μιας κρυφής μετάθεσης t(12;21)(p13;q22) που δεν ανιχνεύεται με την κυτταρογενετική ανάλυση, αλλά μόνο με την PCR. Το ETV6-CBFA γονίδιο σύντηξης εμφανίζεται σε ηλικία 2-9 ετών με ανοσοφαινότυπο (CD1-θετικό, CD19-θετικό, HLA-DR-θετικό, CD2-αρνητικό και CD33-αρνητικό). Οι μισές από τις περιπτώσεις είναι φυσιολογικού κινδύνου και οι άλλες μισές υψηλού κινδύνου. Όμως το ETV6-CBFA γονίδιο σύντηξης συνδέεται με καλή πρόγνωση.

    Φτωχή πρόγνωση έχουν και οι ασθενείς με t(4;11), 11q23, t(8q14), ανωμαλίες στο 8q24 στην κατά FAB L3 ΟΛΛ: ALL-L3: Μεγάλα, ομοιογενή κύτταρα με λεπτή, διάστικτη χρωματίνη, τακτικούς πυρήνες, εξέχοντα πυρήνια και άφθονο, βαθιά βασεόφιλο κυτταρόπλασμα. Το πιο χαρακτηριστικό είναι η εξέχουσα κυτταροπλασματική κενοτοπίωση.

    Major chromosome aberrations in pediatric and adult acute lymphoblastic leukemia: frequency and prognostic significance

    Chromosome aberration/
    genes involved
    ChildrenAdults
    FrequencyClinical outcomeFrequency Clinical outcome
    High hyperdiploidy 23–30%  Favorable  7–8%  Favorable
    Intermediate 
    Hypodiploidy 6%  Intermediate for patients with
    45 chromosomes 
    Adverse for patients with <45 chromosomes 
    Intermediate for patients with
    <46 chromosomes 
    7–8% Adverse 
    Near-haploidy 0.4–0.7%  Adverse  Rare Not determined
    t(12;21)(p13;q22)/
    ETV6-RUNX1 (TEL-AML1)
    22–26% Favorable 0–4% Not determined
    t(9;22)(q34;q11.2)/BCR-ABL1 1–3% Adverse  11–29% Adverse 
    t(4;11)(q21;q23)/
    MLL-AFF1(AF4)
    1–2% 
    55% of infants 
    Adverse  4–9%  Adverse 
    t(1;19)(q23;p13.3)/
    der(19)t(1;19)(q23;p13.3)/
    PBX1-TCF3 (E2A)
    1–6%  Favorable 
    Intermediate 
    1–3%  Favorable 
    Relatively favorable 
    Intermediate 
    Adverse 
    t(10;14)(q24;q11)/
    TCRA/TCRD-TLX1 (HOX11)
    Rare Not determined 0.6–3%  Favorable 
    Intermediate 
    del(6q) 6%–9% Not prognostic  3–7%  Intermediate 
    Abnormal 9p 7–11%  Not prognostic
    Adverse
    5–15%  Favorable 
    Relatively favorable 
    Intermediate 
    Abnormal 12p 3%–9%  Not prognostic  4–5%  Favorable 
    Normal karyotype (no aberration
    detected)
    31–42%  Relatively favorable  15–34%  Relatively favorable 
    Intermediate 

    Η μεταμόσχευση μυελού των οστών στην οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία

    Όπως στην ΟΜΛ, τα αποτελέσματα της μεταμόσχευσης βλαστικών κυττάρων στην ΟΛΛ εξαρτώνται από την κατάσταση του ασθενούς στη ύφεση, την πηγή των βλαστικών κυττάρων και την επιλογή του προπαρασκευαστικού δείγματος. Η μεγαλύτερη εμπειρία υπάρχει με HLA-πανομοιότυπους δίδυμους σαν δότες. Σε ασθενείς ανθεκτικούς στη χημειοθεραπεία μακρά επιβίωση χωρίς νόσο μπορεί να επιτευχθεί σε 10-20% των ασθενών, που είναι πολύ μεγαλύτερα ποσοστά από αυτά της χημειοθεραπείας. Η υποτροπή της λευχαιμίας συμβαίνει σε ποσοστό  60%. Αν η μεταμόσχευση δοθεί στη δεύτερη ύφεση η πενταετής επιβίωση ελεύθερης νόσου είναι 35%.

    Σε παιδιατρικούς ασθενείς η χημειοθεραπεία στη δεύτερη ύφεση εάν οι ασθενείς είχαν ύφεση πάνω από 18 μήνες δίνεται και κάνουν μεταμόσχευση στη δεύτερη ύφεση, αλλά είναι αμφιλεγόμενη αυτή η πρακτική. Σε ενήλικες η χημειοθεραπεία δεν έχει καλά αποτελέσματα σε δεύτερη ύφεση και καλύτερα να κάνουν μεταμόσχευση ανεξάρτητα από την διάρκεια της πρώτης ύφεσης.

    Τα καλύτερα αποτελέσματα της αλλογενούς μεταμόσχευσης είναι για ασθενείς στην πρώτη ύφεση με 35-65% μακρά επιβίωση χωρίς νόσο. 50% των ασθενών που λαμβάνουν μόσχευμα παραμένουν σε πλήρη ύφεση για 4 χρόνια και τα ποσοστά υποτροπής είναι 25%

    Η αλλογενής μεταμόσχευση έχει πολύ καλύτερα αποτελέσματα από την χημειοθεραπεία και την αυτόλογη μεταμόσχευση (10ετής επιβίωση 46%). Οι υψηλού κινδύνου ασθενείς έχουν όφελος από την αλλογενή μεταμόσχευση (10ετής επιβίωση 44%).

    Το καλύτερο προπαρασκευαστικό δείγμα σε ΟΛΛ θεωρείται η κυκλοφωσφαμίδη και η ολοσωματική ακτινοβολία. Υψηλότερες δόσεις κυκλοφωσφαμίδης (200 mg/kg σε σύγκριση 120mg/kg) ή η χρήση ετοποσίδης θεωρείται ότι δίνουν πλεονέκτημα. 

    Με την αλλογενή μεταμόσχευση τα αποτελέσματα είναι φτωχά σε πολλαπλές υποτροπές με υποτροπή της λευχαιμίας. Στην δεύτερη ύφεση η μακρά επιβίωση χωρίς νόσο είναι 20-30% σε ασθενείς, με καλύτερα αποτελέσματα από την χημειοθεραπεία. Η αυτόλογη μεταμόσχευση εκκαθαρίζεται με αντισώματα και συμπλήρωμα, αντισώματα με μαγνητικά βοηθήματα ή τοξίνες ή χημειοθεραπεία in vitro. 


    Η ζωή είναι δική σας. Πάρτε την στα χέρια σας!

    Πριν και μετά την θεραπεία πρέπει να γνωρίζετε την πρόγνωση!

    Το μοριακό προφίλ του όγκου είναι απαραίτητο και χρήσιμο εργαλείο για τη θεραπευτική σας απόφαση.

    Ζητείστε την εξέταση πριν κάνετε οποιαδήποτε θεραπεία. Η ζωή σας είναι πολύτιμη.

    Ζητήστε από την EMEDI πληροφορίες για το μοριακό προφίλ.

    Μάθετε όλες τις πληροφορίες από τους συνεργάτες μας για την εξατομικευμένη θεραπεία της οξείας λεμφοβλαστικής λευχαιμίας, πατώντας εδώ.


    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα συμπληρώματα διατροφής για την οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία

    Τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για την οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία

    Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με τον θεράποντα ιατρό.

    Διαβάστε, επίσης,

    Τα καρκινικά μονοπάτια της οξείας λευχαιμίας

    Οξεία προμυελοκυτταρική λευχαιμία

    Οξεία Μυελογενής Λευχαιμία

    Ογκογονίδια

    Οι λευχαιμίες

    Πρέπει να αλλάξει η θεραπεία της οξείας μυελογενούς λευχαιμίας

    Τι σημαίνουν οι νυχτερινές εφιδρώσεις

    Μυελοσκλήρυνση

    Μονοκλωνικά αντισώματα

    G-CSF

    Γνωστοί παράγοντες που προκαλούν καρκίνο

    Σύνδρομο λύσης του όγκου

    Οξεία Μυελογενής Λευχαιμία

    Μονοκυττάρωση

    Λευχαιμοειδής αντίδραση

    Γιατί κάποιος παθαίνει λευχαιμία

    Λεπτομηνιγγική καρκινωμάτωση

    Χρόνια μυελογενής λευχαιμία

    Γονιδιακή θεραπεία

    Προσοχή το Revlimid έχει πολλές παρενέργειες

    Λευχαιμία τριχωτών κυττάρων

    Nilotinib για την χρόνια μυελογενή λευχαιμία

    Αιμορραγία από τη μύτη

    Αυξητικοί παράγοντες και καρκίνος μαστού

    Dasatinib

    Xρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία

    Αυξητικοί παράγοντες λευκών

    Οξείες λευχαιμίες

    Όλες οι αιτίες των λευχαιμιών

    Οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία

    www.emedi.gr

    Γράφει η
    Δρ Σάββη Μάλλιου Κριαρά
    Ειδικός Παθολόγος- Ογκολόγος, MD, PhD

     

     

    www.emedi.gr

     

  • Πρέπει να αλλάξει η θεραπεία της οξείας μυελογενούς λευχαιμίας Πρέπει να αλλάξει η θεραπεία της οξείας μυελογενούς λευχαιμίας

    Απαιτούνται νέες θεραπείες για την οξεία μυελογενή λευχαιμία

    Γράφει η

    Δρ Σάββη Μάλλιου Κριαρά

    Ειδικός Παθολόγος-Ογκολόγος, MD, PhD

    Για 20 χρόνια η θεραπεία για την οξεία μυελογενή λευχαιμία ήταν 7 ημέρες cytarabine 100-200 mg/m2 και 3 ημέρες daunorubicin 45-60/m2 καθημερινά. Με αυτό το συνδυασμό η πλήρης ύφεση ήταν 60%. Σήμερα έχουν γίνει αλλαγές στη δοσολογία της cytarabine, αλλαγές στην χρήση της daunorubicin, προστίθενται και άλλα φάρμακα στο συνδυασμό, αλλά και αιμοποιητικοί αυξητικοί παράγοντες.

    Είναι αυτή, όμως η θεραπεία για την οξεία μυελογενή λευχαιμία;

    Οι υψηλές δόσεις cytarabine δεν βελτιώνουν τις υφέσεις και έχουν πολύ τοξικότητα (νευροτοξικότητα), η οποία σχετίζεται με την ηλικία του ασθενούς και τη νεφρική λειτουργία.

    Η daunorubicin, idarubicin και mitoxantrone χρησιμοποιούνται με την cytarabine στην θεραπεία της οξείας μυελογενούς λευχαιμίας. Η idarubicin χορηγείται σε δοσολογία 10-13 mg/m2 για 3 ημέρες και η daunorubicin 45/m για 3 ημέρες. Η idarubicin έχει ποσοστά πλήρους ύφεσης 67% και η daunorubicin 58%. Είναι και οι δυο ανθρακυκλίνες. Η mitoxantrone είναι ανθρακινόνη και δίνεται σε δοσολογία 12mg/m2 για 3 ημέρες και έχει παρόμοια αποτελέσματα στην ύφεση και παρόμοιες παρενέργειες.

    Η etoposide χρησιμοποιείται για την οξεία μυελογενή λευχαιμία, αλλά έχει διαφορετικό μηχανισμό δράσης. Δίνεται σε δοσολογία 75 mg/m2 για 7 ημέρες σε συνδυασμό με την cytarabine και την daunorubicin, αλλά δεν υπάρχει όφελος στην ύφεση.

    Για όσους είναι άνω των 60 ετών πρέπει να χρησιμοποιούνται φάρμακα με μικρότερη τοξικότητα ή να χορηγούνται τα ίδια φάρμακα σε μικρότερες δόσεις, για παράδειγμα η daunorubicin 30 mg/m2 και η cytarabine 30 mg/m.

    Η χορήγηση G-CSF (αυξητικός παράγοντας λευκών) ή GM-CSF (αυξητικός παράγοντας μακροφάγων) στην εισαγωγική χημειοθεραπεία ελαττώνει την περίοδο της μυελοκαταστολής κατά 5 ημέρες και γίνεται λιγότερη χρήση αντιβιοτικών, αλλά δεν βελτιώνει την ανταπόκριση ή την επιβίωση.


    Η χημειοθεραπεία μετά την ύφεση

    Η χημειοθεραπεία σταθεροποίησης είναι η χημειοθεραπεία που δίνεται μετά την ύφεση για διατήρηση της μυελοκαταστολής. Η εντατικοποιημένη χημειοθεραπεία γίνεται με δόσεις παρόμοιες με αυτές της σταθεροποίησης, αλλά δίνεται μετά 6-12 μήνες. Η χημειοθεραπεία συντήρησης δίνεται μετά την ύφεση, αλλά χρησιμοποιούνται χαμηλές δόσεις.

    Συνήθως, δίνονται 2-4 κύκλοι χημειοθεραπείας για σταθεροποίηση με daunorubicin και cytarabine, με ή χωρίς άλλους παράγοντες σε δόσεις παρόμοιες με την εισαγωγική θεραπεία με επιτυχία 15% στους ασθενείς που έχει επιτευχθεί πλήρης ύφεση.

    Μερικοί δίνουν υψηλές δόσεις cytarabine μόνη ή σε συνδυασμό daunomycin σε νέους ασθενείς που είναι υποψήφιοι για μεταμόσχευση.

    Άλλοι παράγοντες χρησιμοποιούνται από κάποιους, όπως m-AMSA ΚΑΙ 5-azacitidine, αλλά δεν υπάρχει όφελος.. Η χαμηλής δόσεως θεραπεία συντήρησης με cytarabine και thioguanine μόνα ή σε συνδυασμό με vincristine και prednisone χρησιμοποιειούνται από άλλους. Η εντατικοποιημένη χημειοθεραπεία που γίνεται αργότερα με 6-mercaptopurine, methtrexate, prednisone και vincristine (POMP) είναι κι αυτή μια επιλογή.

    Υποτροπή της λευχαιμίας συμβαίνει σε 10% των ενηλίκων.

    Η προφυλακτική θεραπεία του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος δεν έχει όφελος.


    Παράγοντες κινδύνου για υποτροπή της λευχαιμίας

    Ηλικία: Η μεγαλύτερη ηλικία είναι αρνητικός προγνωστικός παράγοντας

    Ο αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων κατά τη διάγνωση: Ο υψηλότερος αριθμός έχει χειρότερη πρόγνωση

    Το γονίδιο πολυανθεκτικότητας-Multidrug resistance gene-MDR-1: Όταν υπάρχει η πρόγνωση είναι χειρότερη

    Προϋπάρχουσα αιματολογική διαταραχή: Όταν προϋπάρχει μυελοδυσπλασία η πρόγνωση είναι χειρότερη

    Χρωμοσωμικές ανωμαλίες: Η πρόγνωση είναι κακή όταν υπάρχουν ανωμαλίες στα χρωμοσώματα 5 & 7, t(11q23) και καλύτερη όταν υπάρχουν οι εξής χρωμοσωμικές ανωμαλίες t(8;21), (q22;q22), (16q22), t(15;17), (q22qq11-q12). Γενικά οι κλωνικές κυτταρογενετικές ανωμαλίες παρατηρούνται το 60% των ασθενών με οξεία μυελογενή λευχαιμία. Οι ανωμαλίες 16q22, t(8;21) και  t(15;17)- η μετάθεση που σχετίζεται με το APL συνδέονται με υψηλά ποσοστά υφέσεων και μεγάλη επιβίωση. Η μερική ή ολική διαγραφή των χρωμοσωμάτων 5 και 7 και οι ανωμαλίες t(11q23) συνδέονται με χαμηλά ποσοστά υφέσεων και χαμηλής διάρκειας. Η έκφραση δεικτών των Τ κυττάρων, ιδίως του CD2 δείχνουν καλή πρόγνωση, ενώ η έκφραση του δείκτη των βλαστικών κυττάρων CD34 δείχνει κακή πρόγνωση.. Επίσης, η έκφραση του γονιδίου της πολυφαρμακευτκής αντίστασης Multidrug resistance gene-MDR-1 δείχνει χαμηλά ποσοστά υφέσεων και μικρής διάρκειας και υπάρχει σε πιο ηλικιωμένους ασθενείς με προϋπάρχουσα δυσπλασία.


    Η χημειοθεραπεία για την υποτροπή της οξείας μυελογενούς λευχαιμίας

    Υπάρχουν ασθενείς που έχουν υποτροπή μετά από αποτυχία της εισαγωγικής θεραπείας.

    Υπάρχουν ασθενείς που έχουν πρώιμη υποτροπή 6 μήνες μετά την διάγνωση.

    Υπάρχουν ασθενείς που κάνουν αργότερα υποτροπή μετά τους 18 μήνες. 

    Γενικά, η πρόγνωση είναι χειρότερη για τους ασθενείς με υποτροπή της νόσου και για τους ασθενείς με πρώιμη υποτροπή, ανεξάρτητα από τη θεραπεία παρά γι΄αυτούς που υποτροπιάζουν αργότερα.

    Παλαιότερα η χημειοθεραπεία που γινόταν στην υποτροπή ήταν daunorubicin και cytarabine και πλήρης ύφεση γινόταν στο 30% των ασθενών και η μέση διάρκεια της ύφεσης ήταν 6 μήνες. Αν η αρχική ύφεση ήταν πάνω από 18 μήνες η πλήρης ύφεση ήταν 64% και η μέση διάρκεια της ύφεσης ήταν 8 μήνες. Περιστασιακά, οι ασθενείς αυτοί μπορεί να έχουν νόσο σε ύφεση που διαρκεί 3 χρόνια και πολύ σπάνια η νόσος μπορεί να θεραπευθεί. Εάν η πρώτη πλήρης ύφεση είναι μικρότερη από 18 μήνες η πιθανότητα για να πετύχει η εισαγωγική θεραπεία είναι μόνο 25% και μέση διάρκεια της ύφεσης είναι 3 μήνες.

    Κάποιοι κάνουν υψηλές δόσεις cytarabine, αλλά δεν υπάρχει διαφορά στα αποτελέσματα. Η προσθήκη μιας ανθρακυκλίνης ή ανθρακινόνης στις υψηλές δόσεις της cytarabine δεν έχει όφελος στην επιβίωση.  Η cytarabine σε υψηλές δόσεις χορηγείται σε ασθενείς που υποτροπιάζουν μετά από τις συμβατικές δόσεις cytarabine.

    Οι mitoxantrone, etoposide, topotecan και gemtuzumab χορηγούνται σε υποτροπιάζουσα νόσο. Ασθενείς με μεγάλης διάρκειας πρώτη ύφεση μπορούν να επαναθεραπευθούν με την εντατική εισαγωγική θεραπεία με είτε ανθρακυκλίνη και cytarabine είτε cytarabine σε υψηλές δόσεις.

    Οσοι είχαν μικρότερης διάρκειας πρώτη ύφεση είναι υποψήφιοι για mitoxantrone και etoposide.

    Το gemtuzumab είναι ένα εξανθρωπισμένο μονοκλωνικό αντίσωνα anti-CD33 το οποίο είναι συνδεδεμένο με το αντικαρκινικό αντιβιοτικό calicheamicin. Η πλήρης ανταπόκριση είναι 30% σε ασθενείς με μια αρχική υποτροπή στην οξεία μυελογενή λευχαιμία. Υπάρχει σοβαρή μυελοκαταστολή και ηπατοτοξικότητα, αλλά λιγότερη βλεννογονίτιδα και σηψαιμία και είναι και στοχευμένη θεραπεία και είναι καλύτερη θεραπεία για όσους είναι υποψήφιοι για εντατική θεραπεία.

    Ασθενείς με νόσο που δεν εξελίσσεται γρήγορα, και ηλικιωμένοι και ασταθείς έχουν καλύτερη ποιότητα ζωής μόνο με υποστηρικτική θεραπεία και καλύτερα να μην γίνεται χημειοθεραπεία.

    Οι περισσότεροι ασθενείς με υποτροπιάζουσα οξεία λευχαιμία δεν οφελούνται από την χημειοθεραπεία και η μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων τους δίνει περισσότερες πιθανότητες για μακρά επιβίωση.


    Μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων

    Υψηλής δόσης χημειοθεραπεία με ή χωρίς ακτινοβολία και ακόλουθη μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων χρησιμοποιείται στην οξεία μυελογενή λευχαιμία. 

    Πότε είναι η ώρα για την μεταμόσχευση των αιμοποιητικών κυττάρων;

    Μεταμόσχευση κυττάρων με ανθρώπινο αντιγόνο λευκοκυττάρων συμβατό από συγγενείς-human leucocyte antigen indentical siblings (HLA).

    Η αλλογενής μεταμόσχευση μυελού των οστών  αν θα πετύχει εξαρτάται από το στάδιο της οξείας μυελογενούς λευχαιμίας τη στιγμή της μεταμόσχευσης. Τα καλύτερα αποτελέσματα είναι κατά τη διάρκεια της πρώτης πλήρους ύφεσης και γιατί ο κίνδυνος λευχαιμικής υποτροπής είναι μικρότερος, αλλά και γιατί οι ασθενείς ανέχονται καλύτερα την διαδικασία μεταμόσχευσης. Το διάστημα ελεύθερο νόσου στα 5 χρόνια είναι 50%. Όσοι κάνουν την μεταμόσχευση όταν δεν έχει θεραπευθεί η νόσος μετά την εισαγωγική θεραπεία ή σε δεύτερη υποτροπή έχουν 5ετές διάστημα ελεύθερο νόσου μόνο 30%  και ακόμα φτωχότερο αν λαμβάνουν μόσχευμα όταν είναι ανθεκτική η νόσος στην υποτροπή με 5ετές διάστημα ελεύθερο νόσου μόνο 10%.

    Σε όλους τους παραπάνω ασθενείς η υποτροπή της λευχαιμίας είναι η αιτία της αποτυχίας της θεραπείας (25% για μεταμόσχευση πριν την πρώτη υποτροπή, 40% για μεταμόσχευση κατά την πρώτη υποτροπή ή κατά τη δεύτερη ύφεση και πάνω από 50% για τη δεύτερη υποτροπή. Άλλες αιτίες θανάτου σε αυτούς τους ασθενείς είναι η διάμεση πνευμονίτιδα (θνησιμότητα-5%), η νόσος μοσχεύματος έναντι ξενιστή και οι λοιμώξεις (θνησιμότητα-10%) και η φλεβοαποφρακτική νόσος ήπατος (θνησιμότητα-3%).

    Εάν δεν επιτευχθεί πλήρης ύφεση με την αρχική εισαγωγική θεραπεία και ο ασθενής έχει HLA πανομοιότυπο δότη η μεταμόσχευση μυελού βοηθά το 10% των ασθενών να έχουν μακρά επιβίωση, ενώ με τη δεύτερη γραμμής χημειοθεραπεία δεν υπάρχει καμιά πιθανότητα θεραπείας. Αν οι ασθενείς είναι σε πλήρη ύφεση είναι δύσκολη η απόφαση αν θα είναι καλύτερο να λάβουν χημειοθεραπεία ή αλλογενή μεταμόσχευση. Δεν υπάρχει όφελος στην επιβίωση ούτε με την χημειοθεραπεία ούτε με την αλλογενή μεταμόσχευση. Τα αποτελέσματα της μεταμόσχευσης μυελού κατά την πρώτη υποτροπή και κατά τη δεύτερη ύφεση είναι  παρόμοια, κυρίως όταν η μεταμόσχευση γίνει νωρίς στην υποτροπή. Επειδή δεύτερη ύφεση σε ασθενείς με οξεία μυελογενή λευχαιμία γίνεται στο 50% των ασθενών που λαμβάνουν χημειοθεραπεία και οι επιπλοκές  είναι χειρότερες στους ασθενείς που έχουν λάβει χημειοθεραπεία και κάνουν μετά μεταμόσχευση,  καλύτερα να γίνεται μεταμόσχευση αν υπάρχει συμβατός δότης.

    Η λήψη των αιμοποιητικών βλαστικών κυττάρων για μεταμόσχευση μπορεί γίνει με 2 τρόπους. Σε φυσιολογικές καταστάσεις επειδή είναι υψηλότερες είναι συγκεντρώσεις των αιμοποιητικών βλαστικών κυττάρων στον μυελό θα ήταν καλύτερα να λαμβάνονται από εκεί. Τα αιμοποιητικά βλαστικά κύτταρα κυκλοφορούν και στο περιφερικό αίμα αν και σε μικρές συγκεντρώσεις κι έτσι δίνονται αιμοποιητικοί αυξητικοί παράγοντες, όπως G-CSF ή GM-CSF και κατά την ανάρρωση από την μυελοκατασταλτική χημειοθεραπεία η συγκέντρωση των βλαστικών κυττάρων στο περιφερικό αίμα αυξάνεται πολύ. Η χρήση τέτοιων κινητοποιημένων βλαστικών κυττάρων από το περιφερικό αίμα έχει αντικαταστήσει τη λήψη τους από τον μυελό των οστών στην αυτόλογη μεταμόσχευση και λόγω ευκολίας, αλλά και γιατί γίνεται πιο γρήγορα η μεταμόσχευση. Η συλλογή των βλαστικών κυττάρων από το περιφερικό αίμα περιέχει περισσότερα Τ κύτταρα από ότι ο μυελός και συμβαίνει συχνότερα η νόσος μοσχεύματος έναντι του ξενιστή.

    1% των ασθενών έχουν δίδυμο αδερφό (πανομοιότυποι)  και σε 35% βρίσκεται HLA συμβατός δότης. Τα γυνακεία μοσχεύματα έχουν χειρότερη πρόγνωση γιατί αναπτύσσεται συχνότερα η νόσος μοσχεύματος έναντι του ξενιστή, γιατί λόγω της εγκυμοσύνης ευαισθητοποίηση από μικρής ιστοσυμβατότητας αντιγόνα.

    Εάν οι ασθενείς είναι οροαρνητικοί για τον κυτταρομεγαλοοϊό είναι καλύτερα. Για πολλούς ασθενείς δεν ανευρίσκεται HLA συμβατός δότης και μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο 1% των περιπτώσεων ο πατέρας ή ένα παιδί με τον ίδιο φαινότυπο HLA και διαφορετικό γονότυπο με τα ίδια αποτελέσματα. Σε 5% των περιπτώσεων ένας συγγενής ταιριάζει σε ένα ολόκληρο απλότυπο και διαφέρει στο δεύτερο απλότυπο για ένα απλό αντιγόνο. Με τέτοιους δότες υπάρχει μικρή αύξηση στην  απόρριψη μοσχεύματος και της νόσου μοσχεύματος έναντι του ξενιστή. Όμως ο κίνδυνος υποτροπής της λευχαιμίας είναι χαμηλότερος και η ολική επιβίωση η ίδια με τους δότες που έχουν τον ένα απλότυπο να ταιριάζει με τους HLA συμβατούς δότες. Οι ενδείξεις για μεταμόσχευση χρησιμοποιώντας ένα μη ταιριαστό αντιγόνο είναι οι ίδιες, όπως όταν χρησιμοποιείται ένας συμβατός δότης. Αν χρησιμοποιηθεί ένας δότης με δύο ή τρεις ασύμβατες περιοχές η πρόγνωση είναι χειρότερη, κυρίως, λόγω αύξησης της συχνότητας νόσου μοσχεύματος έναντι του ξενιστή και απόρριψης του μοσχεύματος. Γι' αυτό, προς το παρόν, η χρήση δοτών με 2 ή 3 αταίριαστα αντιγόνα περιορίζεται σε νεώτερους ασθενείς που δεν έχουν άλλη επιλογή για θεραπεία.

    Η χρήση δότη HLA συμβατού που δεν είναι συγγενής έχει αυξηθεί. Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος για νόσο μοσχεύματος κατά ξενιστή και μολύνσεων, αλλά μικρότερος κίνδυνος υποτροπής της νόσου.Υπάρχει, λίγο χειρότερη πρόγνωση από όταν υπάρχουν συμβατοί δότες που ανήκουν στην οικογένεια, αλλά η έκβαση της νόσου είναι καλύτερη από αυτή όταν το μέλος της οικογένειας έχει 2 ή 3 μη συμβατά αντιγόνα.

    2-4 μήνες απαιτούνται για να βρεθεί ένας συμβατός δότης και να γίνει ταυτοποίηση, που δεν ανήκει στην οικογένεια και να ληφθεί το μόσχευμα. Η πιθανότητα θεραπείας αυξάνεται για ασθενείς με οξεία μυελογενή λευχαιμία στην πρώτη ύφεση που δεν έχουν υποτροπιάσει στους 6 μήνες. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός αυτό, καθώς και το χρόνο που απαιτείται για να βρεθεί ένας συμβατός μη συγγενικός δότης και τον αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών τα περισσότερα κέντρα δεν συστήνουν μεταμοσχεύσεις από συμβατούς μη συγγενικούς δότες σε ασθενείς στην πρώτη ύφεση, εκτός αν είναι υψηλού κινδύνου. Αν οι ασθενείς κάνουν υποτροπή γίνεται μεταμόσχευση από άσχετους συμβατούς δότες αν δεν υπάρχει ένας απολύτως συμβατός ή μονοαντιγονικός συγγενικός δότης.

    Η αυτόλογη μεταμόσχευση για την οξεία μυελογενή λευχαιμία τώρα συχνά χρησιμοποιείται. Τα πλεονεκτήματα αυτής της διαδικασίας είναι ότι μπορεί να εφαρμοσθεί πιο ευρέως γιατί οι δότες δεν απαιτούν ταυτοποίηση, οι επιπλοκές από τη μεταμόσχευση είναι λιγότερες, χωρίς να συμβαίνει νόσος μοσχεύματος έναντι του ξενιστή, φλεβοαποφρακτική νόσος ήπατος και διάμεση πνευμονία. Η αυτόλογη μεταμόσχευση συνδέεται με υψηλότερες πιθανότητες για υποτροπή σαν αποτέλεσμα έλλειψης της νόσου μοσχεύματος έναντι της λευχαιμίας ή την επανέγχυση των αυτόλογων καρκινικών κυττάρων, ακόμη και όταν γίνεται προσεκτικός χειρισμός του μυελού ή των βλαστικών κυττάρων από το περιφερικό αίμα.

    Η πιο καλή ένδειξη για αυτόλογη μεταμόσχευση για την οξεία μυελογενή λευχαιμία είναι για τη νόσο σε δεύτερη ύφεση. Το 30% των ασθενών θα επιβιώσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς νόσο και προτιμάται από την χημειοθεραπεία..

    Προσπάθειες γίνονται για να αναπτυχθούν μέθοδοι να καθαριστεί ο αυτόλογος μυελός από τα λευχαιμικά προγονικά κύτταρα. Αυτό γίνεται με in vitro χημειοθεραπεία με ένα αλκυλιωτικό παράγοντα, όπως 4-hydroper-oxycyclophosphamide ή τη χρήση αντιμυελοειδών αντισωμάτων σε συνδυασμό με συμπλήρωμα. Αν και εξαφανίζουν τα καρκινικά κύτταρα καθυστερούν την αιμοποίηση και δεν φαίνεται να υπάρχει όφελος.


    Η θεραπεία προετοιμασίας για την μεταμόσχευση μυελού

    Η θεραπεία προετοιμασίας έχει σα σκοπό να εξαφανίσει τη νόσο, να καταστείλει το ανοσοποιητικό σύστημα για να μην γίνει απόρριψη του μοσχεύματος στην αλλογενή μεταμόσχευση και να έχει τη μικρότερη δυνατή τοξικότητα. Συνήθως, χορηγείται cyclophosphamide 60 mg/kg για 2 ημέρες που ακολουθείται με ολοσωματική ακτινοβολία 10 Gy σε 3-6 ημέρες. Άλλοι χρησιμοποιούν melphalan (110mg/m2), etoposide (60 mg/m2) ή υψηλή δόση cytarabine (3g/m2) κάθε 12 ώρες για 12 δόσεις. Όλα έχουν παρόμοια αποτελέσματα.

    Η ολόσωμη ακτινοβολίοα μπορεί να αποφευχθεί συνδυάζοντας την busulfan 16mg/kg με την κυκλοφωσφαμίδη στα 200 mg/kg, με παρόμοια αποτελέσματα. Τα αποτελέσματα είναι παρεμφερή. Επίσης, η χρήση μικρότερης δόσης cyclophosphamide (120mg/kg) χρησιμοποιείται μαζί με 12 Gy ολόσωμη ακτινοβολία.


    Η νόσος μοσχεύματος έναντι του ξενιστή

    Επηρεάζει την έκβαση της αλλογενούς μεταμόσχευσης σε οξεία μυελογενή λευχαιμία και τον κίνδυνο για θάνατο. Αν ο κίνδυνος για υποτροπή της λευχαιμίας είναι μικρός η νόσος μοσχεύματος έναντι του ξενιστή μπορεί να έχει επιβλαβές αποτέλεσμα, ενώ αν ο κίνδυνος είναι μεγάλος μπορεί η ελαφριά νόσος μοσχεύματος έναντι του ξενιστή να έχει κάποιο όφελος. Όταν υπάρχουν πολλές μη συμβατότητες στο μόσχευμα μυελού υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος για να αναπτυχθεί αυτή η επιπλοκή. Αυξάνει ο κίνδυνος με την ηλικία, και όταν το μόσχευμα λαμβάνεται από γυναίκες που είχαν εγκυμοσύνη.

    Για την πρόληψη της οξείας μορφής της νόσου μοσχεύματος έναντι ξενιστή δίνεται ανοσοκαταστολή ή αφαιρούνται τα Τ κύτταρα. Δίνεται μεθοτρεξάτη για λίγες ημέρες. Η κυκλοσπορίνη είναι ισοδύναμη με τη μεθοτρεξάτη στην πρόλψη της νόσου μοσχεύματος έναντι του ξενιστή και ο συνδυασμός μεθοτρεξάτης και κυκλοσπορίνης είναι καλύτερος. Το tacrolimus είναι το ίδιο αποτελεσματικό με την κυκλοσπορίνη και την mycophenolate mofetil και έχει αντικαταστήσει την μεθοτρεξάτη.

    Ο καθαρισμός των Τ κυττάρων στην αλλογενή μεταμόσχευση μυελού είναι αποτελεσματική μέθοδος για την μείωση του κινδύνου νόσου μοσχεύματος έναντι του ξενιστή, αλλά μπορεί να οδηγήσει σε αποτυχία και απόρριψη του μοσχεύματος και υποτροπή της λευχαιμίας και δεν αυξάνει την επιβίωση.

    Απαιτούνται νέες θεραπείες για την οξεία μυελογενή λευχαιμία



    Η ζωή είναι δική σας. Πάρτε την στα χέρια σας!

    Πριν και μετά την θεραπεία πρέπει να γνωρίζετε την πρόγνωση!

    Το μοριακό προφίλ του όγκου είναι απαραίτητο και χρήσιμο εργαλείο για τη θεραπευτική σας απόφαση.

    Ζητείστε την εξέταση πριν κάνετε οποιαδήποτε θεραπεία. Η ζωή σας είναι πολύτιμη.

    Ζητήστε από την EMEDI πληροφορίες για το μοριακό προφίλ.

    Μάθετε όλες τις πληροφορίες από τους συνεργάτες μας για την εξατομικευμένη θεραπεία της οξείας μυελογενούς λευχαιμίας, πατώντας εδώ.


    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα συμπληρώματα διατροφής για την οξεία μυελογενή λευχαιμία

    Τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για την οξεία μυελογενή λευχαιμία

    Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα  για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με τον θεράποντα ιατρό.

    Διαβάστε, επίσης,

    Τι σημαίνουν οι νυχτερινές εφιδρώσεις

    Μυελοσκλήρυνση

    Μονοκλωνικά αντισώματα

    G-CSF

    Οι λευχαιμίες

    Τα καρκινικά μονοπάτια της οξείας λευχαιμίας

    Οξεία προμυελοκυτταρική λευχαιμία

    Ογκογονίδια

    Γνωστοί παράγοντες που προκαλούν καρκίνο

    Σύνδρομο λύσης του όγκου

    Οξεία Μυελογενής Λευχαιμία

    Μονοκυττάρωση

    Λευχαιμοειδής αντίδραση

    Γιατί κάποιος παθαίνει λευχαιμία

    Λεπτομηνιγγική καρκινωμάτωση

    Χρόνια μυελογενής λευχαιμία

    Γονιδιακή θεραπεία

    Προσοχή το Revlimid έχει πολλές παρενέργειες

    Λευχαιμία τριχωτών κυττάρων

    Nilotinib για την χρόνια μυελογενή λευχαιμία

    Αιμορραγία από τη μύτη

    Αυξητικοί παράγοντες και καρκίνος μαστού

    Dasatinib

    Xρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία

    Αυξητικοί παράγοντες λευκών

    Οξείες λευχαιμίες

    Όλες οι αιτίες των λευχαιμιών

    Οι λευχαιμίες

    www.emedi.gr

    Γράφει η
    Δρ Σάββη Μάλλιου Κριαρά
    Ειδικός Παθολόγος- Ογκολόγος, MD, PhD
  • Όλες οι αιτίες των λευχαιμιών Όλες οι αιτίες των λευχαιμιών

    Η αιτιολογία των λευχαιμιών

    Γράφει η

    Δρ Σάββη Μάλλιου Κριαρά

    Ειδικός Παθολόγος- Ογκολόγος, MD, PhD

    Όλες οι αιτίες των λευχαιμιών:

    -Γενετικοί και κληρονομικοί παράγοντες

    Η αιτία της λευχαιμίας είναι, συνήθως, άγνωστη, αλλά μερικά άτομα έχουν γενετική προδιάθεση, για την ανάπτυξή της. Για παράδειγμα, εάν η νόσος αναπτυχθεί, πριν από την ηλικία των 10 ετών, σε ασθενή δίδυμο από το ίδιο ωάριο υπάρχει 1 στις 5 πιθανότητες να αναπτυχθεί λευχαιμία στο υγιές δίδυμο.

    Πολλά μονογονιδιακά σύνδρομα λευχαιμίας έχουν περιγραφεί, όπως το αυτοσωματικό υπολειπόμενο σύνδρομο της μυελοδυσπλασίας με μονοσωμία 7 κι ένα οικογενές σύνδρομο ερυθρολευχαιμίας.

    Ένα αυτοσωματικό επικρατές σύνδρομο που μοιάζει με δυσλειτουργία των αιμοπεταλίων με θρομβοκυττοπενία και με προδιάθεση για ανάπτυξη οξείας μυελογενούς λευχαιμίας είναι αποτέλεσμα μετάλλαξης στο AML-1 γονίδιο.

    Κληρονομική χρωμοσωμική αστάθεια υπάρχει σε πολλές αυτοσωματικές υπολειπόμενες διαταραχές, όπως η αναιμία Fanconi, η αταξία τελαγγειεκτασία, το σύνδρομο Bloom κ.ά.

    Αυξημένη επίπτωση οξείας λευχαιμίας υπάρχει σε συγγενείς ανοσοανεπάρκειες, όπως στην βρεφική φυλοσύνδετη αγαμμασφαιριναιμία και στο σύνδρομο Down.

    -Ογκογενετικοί ιοί

    Δύο σπάνιες μορφές λευχαιμίας συνδέονται με τους ανθρώπινους ρετροϊούς. Ο Human T-cell lymphotropic virus type I (HTLV 1) είναι ένας αιτιολογικός παράγοντας σε Τ-κυτταρική λευχαιμία. Αυτός ο μονόκλωνος ιός RNA συνδυάζεται με mia σπάνια μορφή λευχαιμίας. Ο ιός μπορεί να εξαπλωθεί με τη σεξουαλική επαφή ή μέσω μετάγγισης ή κάθετα από τη μητέρα στο έμβρυο. Αν και ο ιός είναι ενδημικός στην νοτιοδυτική Ιαπωνία, στην Καραβαϊκή και στην Αφρική οξεία Τ-κυτταρική λευχαιμία αναπτύσσεται σε 2-4% των ασθενών που μολύνονται με αυτόν τον ιό και η περίοδος επώασης είναι μακρά, 30 χρόνια ή περισσότερα.

    -Ακτινοβολία

    Η ιονίζουσα ακτινοβολία είναι λευχαιμογενής. Οι επιπτώσεις της οξείας μυελογενούς λευχαιμίας, της χρόνιας μυελογενούς λευχαιμίας και της οξείας λεμφοκυτταρικής λευχαιμιας αυξάνονται σε ασθενείς που κάνουν ακτινοθεραπεία για αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα και στους επιβιώσαντες από την ατομική βόμβα της Χιροσίμας και του Ναγκασάκι. Υψηλότερα ποσοστά λευχαιμίας παρατηρούνται σε υψηλές δόσεις ακτινοβολίας, αν μάλιστα αυτή έχει απορροφηθεί σε μικρό χρονικό διάστημα. Οι πιο νέοι είναι πιο επιρεπείς στα λευχαιμιογόνα αποτελέσματα της ακτινοβολίας.

    Η έκθεση στην ακτινοβολία, μπορεί να βοηθήσει στην ανάπτυξη λευχαιμίας αρκετά χρόνια μετά με την μεγαλύτερη αιχμή 10 χρόνια μετά την έκθεση στην ακτινοβολία.

    Η επίπτωση χρωμοσιμικών εκτροπών είναι υψηλότερες σε ασθενείς που ζουν σε περιοχές που υπάρχει ιονβίζουσα ακτινοβολία, όπως το ραδόνιο.

    Λευχαιμιογόνα αποτελέσματα μπορεί να προκύψουν από εξαιρετικά χαμηλής συχνότητας, μη ιονίζοντα ηλεκτρομαγνητικά πεδία από σύρματα και  μετασχηματιστές.

    -Χημικά

    Βαριά επαγγελματική έκθεση στο βενζένιο και σε παράγοντες που περιέχουν βενζένιο, όπως η κηροζίνη και ο τετραχλωράνθρακας, μπορεί να προκαλέσουν βλάβη στο μυελό και αυτό μπορεί να οδηγήσει σε απλαστική αναιμία, μυελοδυσπλασία και οξεία μυελογενή λευχαιμία. Το βενζένιο χρησιμοποιείται ευρέως στην βιομηχανία, ειδικά για οργανικές συνθέσεις και σαν διαλυτικό μέσο και αποτελεί το 1% της αμόλυβδης βενζίνης. Συσχέτιση υπάρχει ανάμεσα στην οξεία μυελογενή λευχαιμία και στο κάπνισμα.

    -Τα φάρμακα που προκαλούν δευτερογενείς λευχαιμίες

    Η θεραπεία με αντινεοπλασματικούς παράγοντες προκαλεί οξεία λευχαιμία. Οι αλκυλιωτικοί παράγοντες συνδέονται με δευτερογενή λευχαιμία. Η μελφαλάνη και οι νιτροζουρίες προκαλούν πιο συχνά λευχαιμία, αλλά και οι άλλοι αλκυλιωτικοί παράγοντες μετά από παρατεταμένη θεραπεία ή χορήγηση υψηλών δίσεων προκαλούν λευχαιμία. Στην αρχή εμφανίζεται μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο και μετά παρουσιάζεται οξεία λευχαιμία και οι κυτταρογενετικές ανωμαλίες που προκαλούν είναι στα χρωμοσώματα 5,7 και λιγότερο στο 8. Συνήθως, οι λευχαιμίες αυτές συμβαίνουν 4-6 χρόνια μετά από τη χημειοθεραπεία και ανταποκρίνονται πολύ λιγότερο στη θεραπεία από ότι οι πρωτοπαθείς λευχαιμίες.

    Όσοι κάνουν χημειοθεραπεία με αναστολείς της τοποϊσομεράσης ΙΙ είναι, επίσης, πολύ πιθανό να αναπτύξουν λευχαιμία και μάλιστα σε πολύ μικρότερο διάστημα από ότι με τους αλκυλιωτικούς παράγοντες (1-2 χρόνια), χωρίς να αναπτύξουν μυελοδυσπλασία, με ανωμαλίες στα μακρά σκέλη του χρωμοσώματος 11 (ζώνη q23) ή μεταθέσεις 21q22. Οι ασθενείς με λέμφωμα που λαμβάνουν αυτόλογη μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων έχουν μεγάλο κίνδυνο για λευχαιμία έως 15% και μάλιστα είναι υπεύθυνη η θεραπεία που γίνεται πριν. Συσχέτιση υπάρχει ανάμεσα στην οξεία προμυελοκυτταρική λευχαιμία και στην προηγούμενη θεραπεία με bimolane που είναι παράγωγο της dioxopiperazine.

    Ο Dr. Otto Warburg, νομπελίστας ιατρός, στην μελέτη του για τον καρκίνο που του χάρισε το νόμπελ σημειώνει: "Ο καρκίνος έχει μόνο μία κύρια αιτία. Πρόκειται για την αντικατάσταση της κανονικής αναπνοής των κυττάρων του σώματος από την αναερόβια κυτταρική αναπνοή".
    Η σύγχρονοι ρυθμοί ζωής, το υποβαθμισμένο περιβάλλον, ο μολυσμένος αέρας, το κάπνισμα, η ανισόρροπη και ανθυγιεινή διατροφή, οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε γενικευμένη ένδεια οξυγόνου το σώμα μας.



    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα συμπληρώματα διατροφής για τις λευχαιμίες

    Τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τις λευχαιμίες 

    Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα  για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με τον θεράποντα ιατρό.

    Διαβάστε, επίσης,

    Πώς η κάνναβη θεραπεύει τον καρκίνο

    Στοχευμένες θεραπείες στον καρκίνο

    Τι σημαίνουν οι νυχτερινές εφιδρώσεις

    Τα μονοκλωνικά αντισώματα στη θεραπεία του καρκίνου

    Protocel για τον καρκίνο

    Αρσενικό

    Η παθολογία του καρκίνου

    Ρόφημα κουρκουμίνης για τον καρκίνο

    Γλυκοπατάτες για τον καρκίνο

    Μυελοσκλήρυνση

    Παράγοντες κινδύνου για καρκίνο που σχετίζονται με την εργασία

    Μονοκλωνικά αντισώματα

    Γιατί η γονιδιακή θεραπεία είναι η απόλυτη θεραπεία του καρκίνου

    Παγκοσμιοποίηση και καρκίνος

    Αυξητικοί παράγοντες λευκών

    Xρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία

    Υπότυποι Μυελοδυσπλαστικών Συνδρόμων

    Ανοσοανεπάρκεια

    Επαγγελματικοί καρκίνοι

    Αιμορραγία από τη μύτη

    Nilotinib για την χρόνια μυελογενή λευχαιμία

    Λευχαιμία τριχωτών κυττάρων

    Ibrutinib

    Λοιμώδης μονοπυρήνωση

    Τι είναι τα ηωσινόφιλα;

    Προσοχή το Revlimid έχει πολλές παρενέργειες

    Γονιδιακή θεραπεία

    Αιμορραγία στον καρκίνο

    Οι χρησιμότερες πληροφορίες για τα λεμόνια

    Χρόνια μυελογενής λευχαιμία

    Νέα ένδειξη για την ιματινίμπη

    Αιμολυτική αναιμία

    Γονιδιακή θεραπεία και εμβόλια για τις αιματολογικές κακοήθειες

    Υποσχόμενη θεραπεία για την λεμφοκυτταρική λευχαιμία

    Λεπτομηνιγγική καρκινωμάτωση

    Γιατί κάποιος παθαίνει λευχαιμία

    Λευχαιμοειδής αντίδραση

    Κατάταξη μη-Hodgkin λεμφωμάτων

    Μόλυνση του περιβάλλοντος και διατροφή

    Μονοκυττάρωση

    Ανάπτυξη κακοήθειας μετά από μεταμόσχευση οργάνων

    Καρκινικοί δείκτες

    Νόσοι από μεγαλοκυτταροϊό

    emedi.gr

    Γράφει η
    Δρ Σάββη Μάλλιου Κριαρά
    Ειδικός Παθολόγος- Ογκολόγος, MD, PhD
     

     

     

     

     

     

  • Οι λευχαιμίες Οι λευχαιμίες

    Ο καρκίνος στο αίμα

    Γράφει η

    Δρ Σάββη Μάλλιου Κριαρά

    Ειδικός Παθολόγος-Ογκολόγος, PhD, MD

    Η λευχαιμία, ICD-10 C91-C95 είναι μια ομάδα καρκίνων που συνήθως ξεκινά στο μυελό των οστών και το αποτέλεσμα είναι υψηλός αριθμός από λευκά αιμοσφαίρια. Αυτά τα λευκά αιμοσφαίρια δεν έχουν αναπτυχθεί πλήρως και ονομάζονται βλάστες ή κύτταρα λευχαιμίας.

    Με άλλα λόγια λευχαιμία είναι ο πολλαπλασιασμός και η συσσώρευση ανώμαλων, άωρων, προδρόμων μορφών των αιματοκυττάρων (βλάστες), στο μυελό και σε άλλους ιστούς.

    Το κυρίαρχο χαρακτηριστικό είναι η ανεπάρκεια του μυελού. Η στάση λευκών αιμοσφαιρίων ενδοεγκεφαλικά μπορεί να αναπτυχθεί αν ο αριθμός αιματοβλαστών αυξηθεί πολύ.

    Τα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν αιμορραγία και μώλωπες, αίσθημα κόπωσης, και αυξημένο κίνδυνο λοιμώξεων. Αυτά τα συμπτώματα προκύπτουν λόγω της έλλειψης των φυσιολογικών κυττάρων του αίματος.

    Η διάγνωση γίνεται τυπικά από εξετάσεις αίματος ή από βιοψία του μυελού των οστών.

    Η ακριβής αιτία της λευχαιμίας είναι άγνωστη. Διαφορετικά είδη λευχαιμίας πιστεύεται ότι έχουν διαφορετικές αιτίες. Οι παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνουν το κάπνισμα, την ιονίζουσα ακτινοβολία, ορισμένες χημικές ουσίες (όπως το βενζόλιο), τη χημειοθεραπεία, και το σύνδρομο Down.

    Οι άνθρωποι με οικογενειακό ιστορία λευχαιμίας είναι, επίσης, σε υψηλότερο κίνδυνο.

    Υπάρχουν τέσσερις βασικοί τύποι λευχαιμίας: οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία (ΟΛΛ), οξεία μυελογενής λευχαιμία (ΟΜΛ), χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία (ΧΛΛ) και χρόνια μυελογενής λευχαιμία (ΧΜΛ), καθώς και μια σειρά από λιγότερο συχνά είδη. Η λευχαιμία είναι μέρος μιας ευρύτερης ομάδα νεοπλασμάτων που επηρεάζουν το αίμα, το μυελό των οστών, και το λεμφοειδές σύστημα, γνωστοί ως όγκοι του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος.

    Η θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει κάποιο συνδυασμό με χημειοθεραπεία, ακτινοθεραπεία, στοχευμένη θεραπεία, και μεταμόσχευση μυελού των οστών, εκτός από την υποστηρικτική φροντίδα και παρηγορητική φροντίδα.

    Η επιτυχία της θεραπείας εξαρτάται από τον τύπο της λευχαιμίας και την ηλικία του ατόμου. Το μέσο ποσοστό επιβίωσης πέντε ετών είναι 57%. Σε παιδιά ηλικίας κάτω των 15, η πενταετής επιβίωση είναι μεγαλύτερη από 60 έως 85%, ανάλογα με τον τύπο της λευχαιμίας.

    Σε άτομα με οξεία λευχαιμία, που θεραπεύθηκαν μετά από πέντε χρόνια, ο καρκίνος είναι πιθανό να υποτροπιάσει, γι΄αυτό απαιτείται παρακολούθηση.

    Η λευχαιμία είναι ο πιο συχνός τύπος καρκίνου στα παιδιά, με τα τρία τέταρτα των περιπτώσεων λευχαιμίας σε παιδιά για την ΟΛΛ. Ωστόσο, περίπου το 90% του συνόλου των λευχαιμιών που διαγιγνώσκεται σε ενήλικες, είναι ΟΜΛ και ΧΛΛ. Η λευχαιμία εμφανίζεται συχνότερα στον ανεπτυγμένο κόσμο.


    Ταξινόμηση λευχαιμιών
    Υπάρχουν τέσσερα κύρια είδη λευχαιμίας

    • Οξεία λεμφοκυτταρική λευχαιμία ή οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία 
    • Χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία
    • Οξεία μυελογενής λευχαιμία ή οξεία μυελοειδής λευχαιμία ή οξεία μη λεμφοκυτταρική λευχαιμία
    • Χρόνια μυελογενής λευχαιμία
    • Κλινικά και παθολογικά, η λευχαιμία υποδιαιρείται σε 2 μεγάλες ομάδες οξείες και χρόνιες.

    Η οξεία λευχαιμία χαρακτηρίζεται από μία ταχεία αύξηση του αριθμού των ανώριμων κυττάρων αίματος. Ο συνωστισμός από τέτοια κύτταρα καθιστά το μυελό των οστών ανίκανο να παράγει υγιή κύτταρα του αίματος. Άμεση θεραπεία απαιτείται σε οξεία λευχαιμία λόγω της ταχείας εξέλιξης και της συσσώρευσης των κακοηθών κυττάρων, τα οποία στη συνέχεια μπαίνουν στην κυκλοφορία του αίματος και εξαπλώνονται σε άλλα όργανα του σώματος. Οι οξείες μορφές λευχαιμίας είναι οι πιο συχνές μορφές λευχαιμίας σε παιδιά.

    Η χρόνια λευχαιμία χαρακτηρίζεται από την υπερβολική συσσώρευση σχετικά ώριμων, αλλά ακόμα μη φυσιολογικών λευκοκυττάρων του αίματος. Συνήθως, απαιτούνται μήνες ή χρόνια για να προοδεύσει η νόσος, και τα κύτταρα παράγονται σε ένα πολύ υψηλότερο ποσοστό από το κανονικό, με αποτέλεσμα να παράγονται πολλά μη φυσιολογικά λευκά αιμοσφαίρια. Δεδομένου ότι η οξεία λευχαιμία πρέπει να αντιμετωπίζεται αμέσως, οι χρόνιες μορφές μερικές φορές παρακολουθούνται για κάποιο χρονικό διάστημα πριν από τη θεραπεία για να εξασφαλιστεί η μέγιστη αποτελεσματικότητα της θεραπείας. Η χρόνια λευχαιμία εμφανίζεται, κυρίως, σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, αλλά θεωρητικά μπορεί να συμβεί σε οποιαδήποτε ηλικιακή ομάδα.

    Επιπλέον, οι λευχαιμίες υποδιαιρούνται ανάλογα με το είδος των κυττάρων του αίματος που επηρεάζονται. Έτσι υπάρχει η λεμφοβλαστική ή λεμφοκυτταρική λευχαιμία και η μυελοειδής ή μυελογενής λευχαιμία.

    -Σε λεμφοβλαστική ή λεμφοκυτταρική λευχαιμία η καρκινική μεταβολή λαμβάνει χώρα σε ένα τύπο κυττάρων του μυελού, τα λεμφοκύτταρα, τα οποία είναι κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος για την καταπολέμηση των λοιμώξεων. Πιο συχνά οι λεμφοκυτταρικές λευχαιμίες περιλαμβάνουν ένα συγκεκριμένο υπότυπο  λεμφοκυττάρων, τα Β κύτταρα.

    -Σε μυελοειδή ή μυελογενή λευχαιμία, η καρκινική μεταβολή λαμβάνει χώρα σε ένα τύπο κυττάρων μυελού που κανονικά σχηματίζουν τα ερυθρά αιμοσφαίρια, κάποιους άλλους τύπους λευκών αιμοσφαιρίων και τα αιμοπετάλια.

    Σε κάθε μία από αυτές τις τέσσερις μεγάλες βασικές κατηγορίες, υπάρχουν συνήθως αρκετές υποκατηγορίες.

    -Η Οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία (ALL) είναι ο πιο συχνός τύπος λευχαιμίας σε μικρά παιδιά. Αυτή η ασθένεια επηρεάζει και τους ενήλικες, ιδιαίτερα, εκείνους ηλικίας 65 ετών και άνω. Οι θεραπείες περιλαμβάνουν χημειοθεραπεία και ακτινοθεραπεία.

    Τα ποσοστά επιβίωσης διαφέρουν ανάλογα με την ηλικία: 85% στα παιδιά και 50% στους ενήλικες.

    Υπότυποι αυτής της λευχαιμίας είναι η πρόδρομος Β οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία, η πρόδρομος T οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία, η λευχαιμία/λέμφωμα Burkitt, και η οξεία διφαινοτυπική λευχαιμία.

    -Η χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία (ΧΛΛ), πιο συχνά επηρεάζει τους ενήλικες άνω των 55 ετών. Μερικές φορές παρουσιάζεται σε νεότερους ενήλικες, αλλά σχεδόν ποτέ δεν επηρεάζει τα παιδιά. Τα δύο τρίτα των επηρεαζόμενων ανθρώπων είναι άνδρες. Το ποσοστό πενταετούς επιβίωσης είναι 75%. Είναι ανίατη, αλλά υπάρχουν πολλές αποτελεσματικές θεραπείες. Ένας υπότυπος η Β-κυττάρων χρόνια προλεμφοκυτταρική λευχαιμία είναι μια πιο επιθετική ασθένεια.

    -Η οξεία μυελογενής λευχαιμία (ΟΜΛ), εμφανίζεται πιο συχνά σε ενήλικες από ό, τι στα παιδιά, και πιο συχνά στους άνδρες από τις γυναίκες. Η AML αντιμετωπίζεται με χημειοθεραπεία. Το ποσοστό πενταετούς επιβίωσης είναι 40%, εκτός από την APL (οξεία προμυελοκυτταρική λευχαιμία), που είναι πάνω από 90%. Οι υπότυποι της AML περιλαμβάνουν την οξεία προμυελοκυτταρική λευχαιμία, την οξεία μυελοβλαστική λευχαιμία, και την οξεία μεγακαρυοβλαστική λευχαιμία.

    -Η χρόνια μυελογενής λευχαιμία (CML) εμφανίζεται, κυρίως, σε ενήλικες. Ένας πολύ μικρός αριθμός των παιδιών αναπτύσσουν, επίσης, αυτή την ασθένεια. Η θεραπεία γίνεται με imatinib (Gleevec στις Ηνωμένες Πολιτείες, και Glivec στην Ευρώπη) ή άλλα φάρμακα. Το ποσοστό πενταετούς επιβίωσης είναι 90%. Ένας υπότυπος είναι η χρόνια μυελομονοκυτταρική λευχαιμία.

    λευχαιμία τριχωτών κυττάρων (HCL) θεωρείται ένα υπότυπος της χρόνιας λεμφοκυτταρικής λευχαιμίας. Περίπου το 80% των ατόμων που έχουν προσβληθεί είναι ενήλικες άνδρες. Δεν έχουν αναφερθεί περιπτώσεις σε παιδιά. Η νόσος είναι ανίατη, αλλά εύκολα θεραπεύσιμη. Η επιβίωση είναι 96% έως 100% στα δέκα έτη.

    -Η προλεμφοκυτταρική λευχαιμία Τ-κυττάρων (Τ-PLL) είναι μια πολύ σπάνια και επιθετική λευχαιμία που επηρεάζει τους ενήλικες. Περισσότεροι άντρες παρά γυναίκες διαγιγνώσκονται με την ασθένεια αυτή. Παρά τη γενική σπανιότητά της, είναι, επίσης, ο πιο συχνός τύπος λευχαιμίας ώριμων Τ κυττάρων. Σχεδόν, όλες οι άλλες λευχαιμίες αφορούν τα Β κύτταρα. Είναι δύσκολη στη θεραπεία, και η διάμεση επιβίωση είναι λίγοι μήνες.

    -Η λεμφοκυτταρική λευχαιμία από μεγάλα κοκκώδη κύτταρα μπορεί να περιλαμβάνει είτε τα Τ-κύτταρα ή τα κύτταρα ΝΚ (φυσικοί φονείς), και όπως και η λευχαιμία τριχωτών κυττάρων, η οποία περιλαμβάνει μόνο τα Β κύτταρα, είναι μία σπάνια και νωχελική (όχι επιθετική) λευχαιμία.

    -Η λευχαιμία ενηλίκων Τ-κυττάρων προκαλείται από τον ανθρώπινο Τ-λεμφοτρόπο ιό (HTLV), που είναι ένας ιός παρόμοιος με τον ιό HIV. Όπως ο HIV, ο HTLV μολύνει τα CD4 + Τ-κύτταρα και αντιγράφεται μέσα τους. Ωστόσο, σε αντίθεση με τον ιό HIV, δεν τα καταστρέφει. Αντ' αυτού, τα αθάνατα μολυσμένα με HTLV μολυσμένα Τ-κύτταρα, πολλαπλασιάζονται ανώμαλα. Ο HTLV-I / II είναι ενδημικός σε ορισμένες περιοχές του κόσμου.


    Σημεία και συμπτώματα λευχαιμίας

    Κοινά συμπτώματα της χρόνιας ή οξείας λευχαιμίας

    Η βλάβη στο μυελό των οστών, με υψηλότερους αριθμούς ανώριμων λευκών κυττάρων του αίματος, οδηγεί σε μία έλλειψη των αιμοπεταλίων του αίματος, τα οποία είναι σημαντικά για τη διαδικασία της πήξης του αίματος. Αυτό σημαίνει ότι οι άνθρωποι με λευχαιμία μπορεί εύκολα να μελανιάσουν, αιμορραγούν υπερβολικά, ή  αναπτύσσουν αιμορραγίες (πετέχειες).

    Τα λευκά αιμοσφαίρια, τα οποία εμπλέκονται στην καταπολέμηση παθογόνων, μπορεί να κατασταλούν ή δυσλειτουργούν. Το ανοσοποιητικό σύστημα του ασθενούς δεν είναι σε θέση να καταπολεμήσει μια απλή λοίμωξη ή να αρχίσει επίθεση σε άλλα κύτταρα του σώματος. Επειδή, η λευχαιμία εμποδίζει το ανοσοποιητικό σύστημα να λειτουργήσει φυσιολογικά, μερικοί ασθενείς παθαίνουν λοιμώξεις (αμυγδαλίτιδα, πληγές στο στόμα, διάρροια ή απειλητική για τη ζωή πνευμονία ή ευκαιριακές λοιμώξεις).

    Τέλος, η ανεπάρκεια των κυττάρων του αίματος οδηγεί σε αναιμία, η οποία μπορεί να προκαλέσει δύσπνοια και ωχρότητα.

    Ορισμένοι ασθενείς παρουσιάζουν και άλλα συμπτώματα, όπως αίσθημα αδιαθεσίας, πυρετό, ρίγη, νυχτερινές εφιδρώσεις, αίσθημα κόπωσης και άλλα συμπτώματα τύπου γρίπης. Ορισμένοι ασθενείς εμφανίζουν ναυτία ή αίσθημα πληρότητας λόγω διόγκωσης του ήπατος και του σπλήνα. Επίσης, μπορεί να υπάρχει απώλεια βάρους και διόγκωση στους λεμφαδένες, οστικοί πόνοι,  και οιδήματα ούλων.

    Εάν τα λευχαιμικά κύτταρα εισβάλουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα, στη συνέχεια, νευρολογικά συμπτώματα (κυρίως κεφαλαλγίες) μπορεί να συμβούν. Ασυνήθιστα νευρολογικά συμπτώματα, όπως ημικρανίες, επιληπτικές κρίσεις, κώμα μπορεί να συμβούν, ως αποτέλεσμα της πίεσης του εγκεφαλικού στελέχους. Όλα τα συμπτώματα που σχετίζονται με τη λευχαιμία μπορεί να αποδοθούν σε άλλες ασθένειες. Κατά συνέπεια, η λευχαιμία πρέπει πάντα να διαφοροδιαγιγνώσκεται από διάφορες άλλες ασθένειες.


    Διαφορική διάγνωση λευχαιμίας

    -Κυτταποπενία, λεμφαδενοπάθεια και οργανομεγαλία από ιογενείς λοιμώξεις

    -Ανοσοκυτταροπενίες

    -Φαρμακευτικές κυτταροπενίες

    -Νόσοι ανεπάρκειας ή διηθήσεως του μυελού: απλαστικές, υποπλαστικές, ανθεκτικές αναιμίες, παροξυσμική νυχτερινή αιμοσφαιρινουρία, μυελοδυσπλαστικά σλυνδρομα, νόσος του Gaucher κ.ά

    Η λευχαιμία σημαίνει «λευκό αίμα», και η ονομασία προέρχεται από τα υψηλά λευκά αιμοσφαίρια της ασθένειας που οι περισσότεροι ασθενείς με λευχαιμία έχουν πριν από τη θεραπεία. Ο υψηλός αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων είναι εμφανής κάτω από το μικροσκόπιο. Συχνά, αυτά τα λευκά αιμοσφαίρια είναι ανώριμα ή δυσλειτουργικά. Ο υπερβολικός αριθμός των κυττάρων μπορεί, επίσης, να παρεμβαίνει στο επίπεδο των άλλων κυττάρων, προκαλώντας ανισορροπία στην ποσότητα του αίματος.

    Μερικοί ασθενείς με λευχαιμία δεν έχουν υψηλό αριθμό στη γενική αίματος. Αυτή η λιγότερο συχνή πάθηση ονομάζεται αλευχαιμία. Ο μυελός των οστών περιέχει ακόμη τα καρκινικά λευκά αιμοσφαίρια τα οποία διαταράσσουν την φυσιολογική παραγωγή των κυττάρων του αίματος, αλλά παραμένουν στο μυελό αντί εισέρχονται στην κυκλοφορία του αίματος, και δεν είναι ορατά στη γενική αίματος. Για έναν αλευχαιμικό ασθενή, τα λευκά αιμοσφαίρια στην κυκλοφορία του αίματος μπορεί να είναι φυσιολογικά ή χαμηλά. Αλευχαιμία μπορεί να συμβεί σε οποιαδήποτε από τους τέσσερις βασικούς τύπους λευχαιμίας, και είναι ιδιαίτερα συχνή σε λευχαιμία εκ τριχωτών κυττάρων.


    Αιτίες λευχαιμίας

    Δεν υπάρχει γνωστή αιτία για οποιονδήποτε από τους διαφορετικούς τύπους λευχαιμίας. Η αιτία για τις περισσότερες περιπτώσεις λευχαιμίας είναι άγνωστη. Οι διάφορες λευχαιμίες έχουν πιθανώς διαφορετικές αιτίες.

    Η λευχαιμία, όπως και οι άλλες μορφές καρκίνου, προκύπτει από μεταλλάξεις στο DNA. Ορισμένες μεταλλάξεις μπορούν να προκαλέσουν λευχαιμία ενεργοποιώντας ογκογονίδια ή προκαλώντας απενεργοποίηση ογκοκατασταλτικών γονιδίων, και διακόπτοντας έτσι τη ρύθμιση του κυτταρικού θανάτου, διαφοροποίηση ή διαίρεση. Αυτές οι μεταλλάξεις μπορεί να συμβούν απότομα ή ως αποτέλεσμα της έκθεσης σε ακτινοβολία ή καρκινογόνες ουσίες. Οι γνωστές αιτίες είναι η ιονίζουσα ακτινοβολία, οι ιοί, όπως ο ανθρώπινος Τ-λεμφοτρόπος ιός, και ορισμένες χημικές ουσίες, κυρίως το βενζόλιο και οι αλκυλιωτικοί παράγοντες χημειοθεραπείας για προηγούμενες κακοήθειες. Η χρήση του καπνού συνδέεται με μια μικρή αύξηση στον κίνδυνο ανάπτυξης οξείας μυελογενούς λευχαιμίας σε ενήλικες. Η έκθεση σε ορισμένα πετροχημικά και βαφές μαλλιών οδηγεί στην ανάπτυξη μερικών μορφών λευχαιμίας. Η δίαιτα έχει πολύ περιορισμένη ή καμία επίδραση, αν και όσοι τρώνε περισσότερα λαχανικά μπορούν έχουν προστατευτικό όφελος.

    Οι ιοί που συνδέονται με ορισμένες μορφές λευχαιμίας, είναι ο ανθρώπινος Τ-λεμφοτροπικός ιός (HTLV-1) που προκαλεί τη λευχαιμία ενηλίκων Τ-κυττάρων.

    Μερικοί άνθρωποι έχουν μια γενετική προδιάθεση για ανάπτυξη της λευχαιμίας. Αυτή η προδιάθεση αποδεικνύεται από μελέτες σε διδύμους. Τα επηρεαζόμενα άτομα μπορεί να έχουν ένα μόνο γονίδιο ή πολλαπλά γονίδια κοινά. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι οικογένειες τείνουν να αναπτύσσουν τα ίδια είδη λευχαιμίας.

    Τα άτομα με χρωμοσωμικές ανωμαλίες ή ορισμένες άλλες γενετικές παθήσεις έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο λευχαιμίας. Για παράδειγμα, τα άτομα με σύνδρομο Down έχουν ένα σημαντικά αυξημένο κίνδυνο να αναπτύξουν μορφές της οξείας λευχαιμίας (οξεία μυελογενής λευχαιμία), και αναιμία Fanconi είναι ένας παράγοντας κινδύνου για την ανάπτυξη οξείας μυελογενούς λευχαιμίας. Μετάλλαξη στο γονίδιο SPRED1 έχει συσχετιστεί με μια προδιάθεση για λευχαιμία παιδικής ηλικίας.

    Η μη ιονίζουσα ακτινοβολία προκαλεί λευχαιμία. Υπάρχουν περιορισμένες ενδείξεις ότι τα υψηλά επίπεδα των μαγνητικών (αλλά όχι ηλεκτρικών) πεδίων μπορεί να προκαλέσουν κάποιες περιπτώσεις παιδικής λευχαιμίας.

    Έχουν αναφερθεί λίγες περιπτώσεις μετάδοσης από τη μητέρα στο έμβρυο της λευχαιμίας.

    Τα παιδιά που γεννήθηκαν από μητέρες που χρησιμοποιούν φάρμακα γονιμότητας για την πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας έχουν περισσότερο από διπλάσιες πιθανότητες να αναπτύξουν λευχαιμία κατά την παιδική τους ηλικία από ό, τι τα άλλα παιδιά.

    Οι καταστάσεις ανοσοανεπάρκειας οδηγούν σε λευχαιμία.

    Η έκθεση σε χημικά και φαρμακα οδηγεί σε λευχαιμία (αζωτούχα, μουστάρδα και βενζόλιο).

    Η προλευχαιμία οδηγεί σε λευχαιμία.


    Διάγνωση λευχαιμίας

    Η διάγνωση γίνεται, συνήθως, με πλήρη αιματολογικό έλεγχο (ερυθρά, ουδετερόφιλα και αιμοπετάλια κάτω του φυσιολογικού), δικτυοερυθροκυτταρικός δείκτης μικρότερος 0,5, ΤΚΕ αυξημένη, ουρικό οξύ και LDH αυξημένα, ανοσοσφαιρίνες IgG ελαττωμένες ή και μερικές φορές αυξημένες, δοκιμασίες πήξεως φυσιολογικές ή παρατεταμένες σε προμυελοκυτταρική λευχαιμία και μια εξέταση του μυελού των οστών μετά από τις παρατηρήσεις των συμπτωμάτων (υπερκυτταρικός μυελός με επηρεασμένη την φυσιολογική αρχιτεκτονική του, το ποσοστό των λευχαιμικών κυττάρων υπερβαίνει το 30%, κυτταροχημεία, ανοσοφαινότυπος, καρυότυπος, ανοσοφθορισμός για διαφοροποίηση μυελοειδών και λεμφοειδών βλαστών με TdT). Μερικές φορές, οι εξετάσεις αίματος μπορεί να μην δείχνουν ότι ένα άτομο έχει λευχαιμία, ιδιαίτερα στα πρώτα στάδια της ασθένειας. Μια βιοψία λεμφαδένα μπορεί να πραγματοποιηθεί για τη διάγνωση ορισμένων τύπων λευχαιμίας σε ορισμένες περιπτώσεις.

    Μετά τη διάγνωση, οι βιοχημικές εξετάσεις του αίματος μπορεί να χρησιμοποιηθούν για τον προσδιορισμό της βλάβης του ήπατος και νεφρική βλάβη ή τις επιπτώσεις της χημειοθεραπείας για τον ασθενή. Όταν ανακύπτουν ανησυχίες σχετικά με τη λευχαιμία, οι γιατροί μπορούν να ζητούν μια ακτινογραφία, μια μαγνητική τομογραφία ή υπέρηχο για έλεγχο διήθησης ήπατος, σπληνός και νεφρών από τα λευχαιμικά κύτταρα κι έτσι οργανομεγαλία.

    Η οσφυονωτιαία παρακέντηση μπορεί να αποκαλύψει εγκεφαλονωτιαίο υγρό με λευχαιμικά κύτταρα.

    Η ακτινογραφία θώρακος μπορεί να αποκαλύψει μάζα μεσοθωρακίου.


    Θεραπεία λευχαιμίας

    Οι περισσότερες μορφές της λευχαιμίας θεραπεύονται με φαρμακευτική αγωγή. Μερικές περιπτώσεις, επίσης, αντιμετωπίζονται με ακτινοθεραπεία. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μια μεταμόσχευση μυελού των οστών είναι αποτελεσματική.

    Εκτιμάται η γενική κατάσταση και η ηπατική, η νεφρική και η καρδιακή λειτουργία.

    Επαρκής ενυδάτωση και διούρηση.

    Μπορεί να απαιτηθούν μεταγγίσεις.

    Μην χορηγείτε ασπιρίνη.

    Σε ουδετερόφιλα λιγότερα από 1000 γίνεται έλεγχος για πυρετό και λαμβάνονται καλλιέργειες και απομονώνεται ο ασθενής.

    Σε προμυελομονοκυτταρική λευχαιμία υπάρχει κίνδυνος διάχυτης ενδοαγγειακής πήξεως και μπορεί να απαιτηθεί ηπαρινοθεραπεία.

    Σε ΟΜΛ στην πρώτη ύφεση προτιμάται αλλογενής μεταμόσχευση αν υπάρχει συγγενής δότης συμβατός ή αυτόλογη. Το ίδιο προτιμάται και  σε υψηλού κινδύνου ΟΛΛ στην πρώτη ύφεση.

    Αποφεύγονται τα εμβόλια με ζωντανούς οργανισμούς κατά τη θεραπεία. Σε ανεμοβλογιά/ζωστήρα ή ιλαρά χορηγείται ανοσοσφαιρίνη, όταν κάποιος έχει κίνδυνο.
    -Οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία
    Η διαχείριση της ΟΛΛ επικεντρώνεται στον έλεγχο του μυελού των οστών και στη συστηματική νόσο. Επιπροσθέτως, η θεραπεία πρέπει να εμποδίσει τα λευχαιμικά κύτταρα από εξαπλωθούν, ιδιαίτερα στο κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ).

    Η θεραπεία της ΟΛΛ χωρίζεται σε διάφορες φάσεις:

    Η εισαγωγή της χημειοθεραπείας επιφέρει διαγραφή του μυελού των οστών. Για τους ενήλικες, η θεραπεία περιλαμβάνει πρεδνιζόνη, βινκριστίνη, και ανθρακυκλίνη. Άλλα φάρμα και μπορεί να περιλαμβάνουν την L-ασπαραγινάση ή την κυκλοφωσφαμίδη. Για τα παιδιά με χαμηλού κινδύνου ΟΛΛ, η τυπική θεραπεία αποτελείται συνήθως από τρία φάρμακα (πρεδνιζόνη, L-ασπαραγινάση, και βινκριστίνη) για τον πρώτο μήνα της θεραπείας.

    Η θεραπεία σταθεροποίησης ή θεραπεία εντατικοποίησης γίνεται για την εξάλειψη τυχόν εναπομεινάντων κυττάρων λευχαιμίας. Υπάρχουν πολλές διαφορετικές προσεγγίσεις για τη σταθεροποίηση, αλλά, συνήθως, μια υψηλή δόση, με θεραπεία πολλών φαρμάκων (αντιμεταβολίτες, όπως η μεθοτρεξάτη και η 6-μερκαπτοπουρίνη). Οι ασθενείς υψηλού κινδύνου λαμβάνουν υψηλότερες δόσεις του φαρμάκου από αυτά τα φάρμακα, καθώς και επιπλέον φάρμακα.

    Προφύλαξη του ΚΝΣ (προληπτική θεραπεία), γίνεται για να σταματήσει η εξάπλωση του καρκίνου από τον εγκέφαλο και το νευρικό σύστημα σε ασθενείς υψηλού κινδύνου. Ακτινοβολία της κεφαλής και / ή φάρμακα που παραδίδονται κατευθείαν μέσα στην σπονδυλική στήλη.

    Οι θεραπείες συντήρησης με χημειοθεραπευτικά φάρμακα για την πρόληψη της υποτροπής της νόσου μετά την επίτευξη της ύφεσης, περιλαμβάνει, συνήθως, μικρότερες δόσεις του φαρμάκου, και μπορεί να συνεχιστεί για έως και τρία χρόνια.

    Εναλλακτικά, η αλλογενής μεταμόσχευση μυελού των οστών μπορεί να είναι κατάλληλη για υψηλού κινδύνου ή υποτροπή των ασθενών.

    -Χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία

    Σε γενικές γραμμές, οι ενδείξεις για θεραπεία είναι οι εξής:

    • Η πτώση της αιμοσφαιρίνης ή αιμοπεταλίων
    • Εξέλιξη σε ένα μεταγενέστερο στάδιο της νόσου
    • Επώδυνη, ασθένειες που σχετίζονται με την υπερανάπτυξη των λεμφαδένων και του σπλήνα
    • Μια αύξηση στο ρυθμό παραγωγής λεμφοκυττάρων

    Η ΧΛΛ αντιμετωπίζεται με χλωραμβουκίλη ή κυκλοφωσφαμίδη, συν ένα κορτικοστεροειδές, όπως η πρεδνιζόνη ή πρεδνιζολόνη. Η χρήση ενός κορτικοστεροειδούς έχει το πρόσθετο πλεονέκτημα της καταστολής ορισμένων σχετικών αυτοάνοσων ασθενειών, όπως αυτοάνοση αιμολυτική αναιμία ή αυτοάνοση θρομβοκυτταροπενία. Σε ανθεκτικές περιπτώσεις, η θεραπεία με νουκλεοσιδικά φάρμακα, όπως η φλουδαραβίνη, πεντοστατίνη, ή κλαδριβίνη μπορεί να είναι επιτυχής. Οι νεότεροι ασθενείς μπορεί να εξετάσουν το ενδεχόμενο της αλλογενούς ή αυτόλογης μεταμόσχευσης του μυελού οστών.

    -Οξεία μυελογενής λευχαιμία

    Πολλά διαφορετικά αντικαρκινικά φάρμακα είναι αποτελεσματικά για τη θεραπεία της AML. Οι θεραπείες ποικίλλουν κάπως ανάλογα με την ηλικία του ασθενούς και ανάλογα με τον ειδικό υπότυπο της AML. Συνολικά, η στρατηγική είναι να ελέγχει το μυελό των οστών και τη συστηματική νόσο, ενώ προσφέρειται και ειδική θεραπεία για το κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ).

    Σε γενικές γραμμές, οι περισσότεροι ογκολόγοι βασίζονται σε συνδυασμούς φαρμάκων για την αρχική, επαγωγή φάση της χημειοθεραπείας. Αυτή η συνδυασμένη χημειοθεραπεία, συνήθως, προσφέρει τα οφέλη της έγκαιρης ύφεσης. Οι θεραπείες συντήρησης προορίζονται για την πρόληψη της υποτροπής της νόσου. Η θεραπεία σταθεροποίησης συχνά συνεπάγεται την επανάληψη της χημειοθεραπείας επαγωγής ή της εντατικοποίησης της χημειοθεραπείας με επιπλέον φάρμακα. Αντίθετα, η θεραπεία συντήρησης περιλαμβάνει δόσεις των φαρμάκων που είναι χαμηλότερες από εκείνες που χορηγούνται κατά την διάρκεια της φάσης επαγωγής.

    -Χρόνια μυελογενής λευχαιμία

    Υπάρχουν πολλές πιθανές θεραπείες για την ΧΜΛ, αλλά το πρότυπο θεραπείας, για τους νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς είναι η imatinib (Gleevec) θεραπεία. Σε σύγκριση με τα περισσότερα φάρμακα κατά του καρκίνου, έχει σχετικά λίγες παρενέργειες και μπορεί να λαμβάνεται από το στόμα στο σπίτι. Με αυτό το φάρμακο, περισσότερο από το 90% των ασθενών θα είναι σε θέση να κρατήσει την ασθένεια υπό έλεγχο για τουλάχιστον πέντε χρόνια, έτσι ώστε η ΧΜΛ γίνεται μια χρόνια, διαχειρίσιμη κατάσταση.

    Σε μια πιο προχωρημένη, ανεξέλεγκτη κατάσταση, όταν ο ασθενής δεν μπορεί να ανεχθεί imatinib, ή αν ο ασθενής επιθυμεί να επιχειρήσει μια μόνιμη θεραπεία, μία αλλογενή μεταμόσχευση μυελού των οστών μπορεί να εκτελεστεί. Αυτή η διαδικασία περιλαμβάνει υψηλής δόσης χημειοθεραπεία και ακτινοβολία που ακολουθείται από έγχυση του μυελού των οστών από ένα συμβατό δότη. Περίπου το 30% των ασθενών πεθαίνουν από αυτήν την διαδικασία.

    -Λευχαιμία εκ τριχωτών κυττάρων

    Οι ασθενείς με λευχαιμία εκ τριχωτών κυττάρων που είναι ελεύθεροι συμπτωμάτων, συνήθως, δεν λαμβάνουν άμεση θεραπεία. Η θεραπεία θεωρείται απαραίτητη όταν ο ασθενής παρουσιάζει σημεία και συμπτώματα, όπως χαμηλά επίπεδα αιμοσφαιρίων (π.χ., καταπολέμηση της λοίμωξης αριθμός ουδετεροφίλων κάτω από 1,0 K / μL), συχνές λοιμώξεις, ανεξήγητες μελανιές, αναιμία, ή κόπωση που είναι αρκετά σημαντικό για να διαταράξει την καθημερινή ζωή του ασθενούς.

    Οι ασθενείς που χρειάζονται θεραπεία λαμβάνουν, συνήθως,  είτε από μία εβδομάδα κλαδριβίνη, που χορηγείται καθημερινά με ενδοφλέβια έγχυση ή με απλή ένεση κάτω από το δέρμα, ή έξι μήνες πεντοστατίνη, κάθε τέσσερις εβδομάδες με ενδοφλέβια έγχυση. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η θεραπεία έχει μια παρατεταμένη ύφεση.

    Άλλες θεραπείες περιλαμβάνουν την έγχυση rituximab ή ιντερφερόνη-άλφα. Σε κάποιες περιπτώσεις, ο ασθενής μπορεί να επωφεληθεί από τη σπληνεκτομή (αφαίρεση της σπλήνας).

    -Προλεμφοκυτταρική λευχαιμία Τ-κυττάρων

    Οι περισσότεροι ασθενείς με Τ-κυττάρων προλεμφοκυτταρική λευχαιμία Τ-κυττάρων, έχουν διάμεση επιβίωση μικρότερη του ενός έτους και απαιτούν άμεση αντιμετώπιση. Είναι δύσκολο να θεραπευτεί, και δεν ανταποκρίνεται στα διαθέσιμα χημειοθεραπευτικά φάρμακα. Τα ανάλογα πουρίνης (πεντοστατίνη, φλουδαραβίνη, κλαδριβίνη), χλωραμβουκίλη, και διάφορες μορφές του συνδυασμού χημειοθεραπείας (κυκλοφωσφαμίδη, δοξορουβικίνη, βινκριστίνη, πρεδνιζόνη, CHOP, κυκλοφωσφαμίδη, βινκριστίνη, πρεδνισόνη, βινκριστίνη, δοξορουβικίνη, πρεδνιζόνη, ετοποσίδη, κυκλοφωσφαμίδη, μπλεομυκίνη, VAPEC-Β.

    Η Alemtuzumab (Campath), ένα μονοκλωνικό αντίσωμα που προσβάλλει τα λευκά κύτταρα του αίματος, έχει χρησιμοποιηθεί σε θεραπεία με μεγαλύτερη επιτυχία από ό, τι οι προηγούμενες επιλογές.

    Μερικοί ασθενείς οι οποίοι ανταποκρίνονται με επιτυχία στη θεραπεία υποβάλλονται, επίσης, σε μεταμόσχευση βλαστικών κυττάρων.

    -Νεανική μυελομονοκυτταρική λευχαιμία

    Η θεραπεία για τη νεανική μυελομονοκυτταρική λευχαιμία μπορεί να περιλαμβάνει σπληνεκτομή, χημειοθεραπεία και μεταμόσχευση μυελού των οστών.

    Η θεραπεία μέσω της γονιδιακής θεραπείας είναι η λύση. Μία τέτοια προσέγγιση που χρησιμοποιεί γενετικώς τροποποιημένα Τ κύτταρα να επιτεθούν τα καρκινικά κύτταρα.

    Η λευχαιμία, σπάνια, σχετίζεται με την εγκυμοσύνη, και επηρεάζει μόνο περίπου 1 στα 10.000 έγκυες γυναίκεςΣχεδόν, όλες οι λευχαιμίες εμφανίζονται σε έγκυες γυναίκες και είναι οξείες λευχαιμίες.

    Οι οξείες λευχαιμίες απαιτούν, συνήθως, άμεση, επιθετική θεραπεία, παρά τους σημαντικούς  κινδύνους απώλειας της εγκυμοσύνης και τις  ατέλειες κατά τη γέννηση, ειδικά εάν η χημειοθεραπεία χορηγείται κατά τη διάρκεια του ευαίσθητου πρώτου τριμήνου. Η χρόνια μυελογενής λευχαιμία μπορεί να αντιμετωπιστεί με σχετική ασφάλεια σε οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης με ιντερφερόνη-άλφα. Η θεραπεία για τη χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία, που είναι σπάνια σε έγκυες γυναίκες, μπορεί συχνά να αναβληθεί για μετά το τέλος της εγκυμοσύνης.


    Πρόγνωση λευχαιμίας

    Η παρακολούθηση γίνεται με εξέταση μυελού κάθε δεύτερη εβδομάδα κατά τη θεραπεία εφόδου της οξείας λευχαιμίας. παρακολουθούνται τα επίπεδα ουρικού οξέος για σύνδρομο λύσεως όγκου.

    Η ΟΛΛ έχει καλό ποσοστό ύφεσης. Στα παιδιά έχει καλύτερη πρόγνωση.

    Η ΟΜΛ ποσοστό ύφεσης 60-80% και 20-40% μακροχρόνια επιβίωση.

    ΗΧΜΛ μετατρέπεται σε οξεία σε 2 έτη και μετά το ποσοστό επιβίωσης είναι μικρό.

    Η ΧΛΛ είναι ασυμπτωματική για πολλά χρόνια κι έχει μεγάλα ποσοστά επιβίωσης.

    Υπάρχει ανάγκη για νέες θεραπείες στη λευχαιμία...

    Γράφει η

    Δρ Σάββη Μάλλιου Κριαρά
    Ειδικός Παθολόγος- Ογκολόγος, MD, PhD

    Τα καλύτερα συμπληρώματα διατροφής για τις λευχαιμίες

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα συμπληρώματα για τις λευχαιμίες

     


     

    Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με τον θεράποντα ιατρό.

    Διαβάστε, επίσης,

    Οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία

    Ιματινίμπη

    Βιολογική θεραπεία του καρκίνου

    Γονιδιακή εξατομικευμένη θεραπεία για τον καρκίνο

    Τα καρκινικά μονοπάτια της οξείας λευχαιμίας

    Οξεία προμυελοκυτταρική λευχαιμία

    Επιδημιολογία του καρκίνου

    Σύνδρομο λύσης του όγκου

    Σπογγοειδής μυκητίαση

    Παγκοσμιοποίηση και καρκίνος

    Xρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία

    Υπότυποι Μυελοδυσπλαστικών Συνδρόμων

    Διαβάστε τις αρρώστιες του σώματος στο δέρμα

    Ανοσοανεπάρκεια

    Nilotinib για την χρόνια μυελογενή λευχαιμία

    Λευχαιμία τριχωτών κυττάρων

    Ibrutinib

    Λοιμώδης μονοπυρήνωση

    Η πραγματική αιτία της παιδικής λευχαιμίας

    Γονιδιακή θεραπεία

    Αιμορραγία στον καρκίνο

    Οι χρησιμότερες πληροφορίες για τα λεμόνια

    Χρόνια μυελογενής λευχαιμία

    Νέα ένδειξη για την ιματινίμπη

    Πώς αντιμετωπίζεται ο κνησμός στον καρκίνο

    Μεθοτρεξάτη

    Γονιδιακή θεραπεία και εμβόλια για τις αιματολογικές κακοήθειες

    Androcymbium rechingeri

    Λαπαροσκοπική σπληνεκτομή

    Υποσχόμενη θεραπεία για την λεμφοκυτταρική λευχαιμία

    Λεπτομηνιγγική καρκινωμάτωση

    Γιατί κάποιος παθαίνει λευχαιμία

    Λευχαιμοειδής αντίδραση

    Μονοκυττάρωση

    www.emedi.gr

    Γράφει η

    Δρ Σάββη Μάλλιου Κριαρά
    Ειδικός Παθολόγος- Ογκολόγος, MD, PhD

     

     

     

     

  • Οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία Οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία

    Η κακοήθης ανάπτυξη και συσσώρευση ανώριμων λεμφοκυττάρων

    Γράφει η

    Δρ Σάββη Μάλλιου Κριαρά

    Ειδικός Παθολόγος-Ογκολόγος, MD, PhD

    Η οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία ή ALL- Acute lymphoblastic leukemia, ICD-10 C91.0 ή οξεία λεμφοειδής λευχαιμία ή οξεία λεμφοκυτταρική λευχαιμία είναι μια οξεία μορφή λευχαιμίας, ή ο καρκίνος των λευκών κυττάρων του αίματος, που χαρακτηρίζεται από την υπερπαραγωγή καρκινικών, ανώριμων λευκοκυττάρων του αίματος γνωστά ως λεμφοβλάστες. Σε άτομα με ALL, οι λεμφοβλάστες υπερπαράγονται στο μυελό των οστών και συνεχώς πολλαπλασιάζονται, προκαλώντας αναστολή της παραγωγής των φυσιολογικών κυττάρων-όπως των ερυθρών, των λευκών αιμοσφαιρίων και των αιμοπεταλίων στο μυελό των οστών και διασπορά σε άλλα όργανα.

    Η ΟΛΛ είναι πιο συχνή στην παιδική ηλικία, με αποκορύφωση της συχνότητας εμφάνισης στα 2-5 χρόνια, αλλά υπάρχει και μια άλλη αύξηση στην τρίτη ηλικία μετά τα 50.  Η μέση ηλικία είναι τα 30 έτη.
    Τα συμπτώματα όλα σχετίζονται με την μειωμένη παραγωγή λειτουργικών κυττάρων του αίματος, επειδή η λευχαιμία σπαταλά τους πόρους του μυελού των οστών, που χρησιμοποιούνται, συνήθως, για την παραγωγή νέων φυσιολογικών λειτουργικών κυττάρων του αίματος. Αυτά τα συμπτώματα είναι ο πυρετός και ο αυξημένος κίνδυνος λοίμωξης με βακτηριακές λοιμώξεις όπως πνευμονία, λόγω ουδετεροπενίας. Τα συμπτώματα μιας τέτοιας λοίμωξης περιλαμβάνουν δύσπνοια, πόνο στο στήθος, βήχα, έμετο, αλλαγές στις συνήθεις του εντέρου ή της ουροδόχου κύστης. Επίσης, υπάρχει αυξημένη τάση για αιμορραγία (λόγω θρομβοπενίας) και συμπτώματα ενδεικτικά αναιμίας, όπως ωχρότητα, ταχυκαρδία (υψηλός ρυθμός καρδιάς), κόπωση και κεφαλαλγία.
    Σε πάνω από το 80% των παιδιών η ΟΛΛ θεραπεύεται αν και μόνον το 20-40% των ενηλίκων μπορεί να θεραπευτεί.
    Είναι μία από τις πρώτες μορφές καρκίνου για τις οποίες χρησιμοποιήθηκε χημειοθεραπεία, όπως η αμινοπτερίνη και η μεθοτρεξάτη.

    Η ΟΛΛ είναι ελαφρώς πιο συχνή στους άνδρες από τις γυναίκες. Υπάρχει μια αυξημένη συχνότητα σε άτομα με σύνδρομο Down, αναιμία Fanconi, σύνδρομο Bloom, αταξία-τηλαγγειεκτασία, αγαμμασφαιριναιμία και σοβαρή συνδυασμένη ανοσοανεπάρκεια, σε ανθρώπους με οικογενειακό ιστορικό αυτοάνοσων ασθενειών, ιδιαίτερα αυτοάνοσα νοσήματα του θυρεοειδούς (δηλαδή νόσος του Graves ή θυρεοειδίτιδα Hashimoto), σε άτομα με σύνδρομο Klinefelter και νευροϊνωμάτωση.

    Υπάρχουν 1000 περιπτώσεις ενηλίκων τον χρόνο. Η λευχαιμία, σπάνια σχετίζεται με την εγκυμοσύνη και επηρεάζει περίπου 1 στις 10.000 έγκυες γυναίκες. και απαιτεί, συνήθως, άμεση, επιθετική θεραπεία. Είναι δυνατόν, αν και εξαιρετικά σπάνια, η λευχαιμία να εξαπλωθεί από τη μητέρα στο παιδί, με κάθετη μετάδοση.


    Παράγοντες κινδύνου για ΟΛΛ

    Ηλικία άνω των 60

    Έκθεση σε βενζοπυρένιο και ακτινοβολία

    Σε απλαστική αναιμία


    Σημεία και συμπτώματα ΟΛΛ

    Τα συμπτώματα προκύπτουν από την έλλειψη των φυσιολογικών και υγιών κυττάρων του αίματος, επειδή παραγκωνίζονται από τα κακοήθη και ανώριμα λευκοκύτταρα (λευκά αιμοσφαίρια). Ως εκ τούτου, τα άτομα με ΟΛΛ έχουν συμπτώματα από την κακή λειτουργία των ερυθρών αιμοσφαιρίων τους (ερυθρά αιμοσφαίρια), των λευκοκυττάρων και των αιμοπεταλίων. .
    Τα σημεία και συμπτώματα της ΟΛΛ

    • Γενικευμένη αδυναμία και κόπωση
    • Αναιμία
    • Ζάλη
    • Συχνός ή ανεξήγητος πυρετός και λοίμωξη
    • Απώλεια της όρεξης
    • Απώλεια βάρους
    • Πολλοί και ανεξήγητοι μώλωπες
    • Πόνος των αρθρώσεων από την εξάπλωση των βλαστικών στην επιφάνεια ενός οστού ή εντός του συνδέσμου από την κοιλότητα του μυελού
    • Δύσπνοια
    • Διόγκωση των λεμφαδένων, του ήπατος ή / και σπληνός
    • Οίδημα στα κάτω άκρα ή / και την κοιλιά
    • Πετέχειες, οι οποίες είναι μικρές κόκκινες κηλίδες ή γραμμές στο δέρμα που οφείλεται σε χαμηλά επίπεδα αιμοπεταλίων
    • Ανοσοκαταστολή
    • Μεταβολικές ανωμαλίες, υπεριρουχαιμία, νεφρική ανεπάρκεια αυξημένη LDH.
    • Παράλυση λόγω βλάβης ΚΝΣ, περιφερικών νεύρων και συγχυση

    Αιτίες της ΟΛΛ
    Η ΟΛΛ προκαλείται από βλάβη στο DNA που οδηγεί σε ανεξέλεγκτη κυτταρική ανάπτυξη και εξαπλώνεται σε όλο το σώμα, με αύξηση των χημικών σημάτων που προκαλούν την ανάπτυξη των κυττάρων ή διακόπτοντας χημικά σήματα που ελέγχουν την ανάπτυξη. Βλάβη μπορεί να προκληθεί μέσω του σχηματισμού γονιδίων σύντηξης, καθώς και με την απορύθμιση ενός πρωτο-ογκογονιδίου κ.ά. Αυτή η βλάβη μπορεί να προκαλείται από περιβαλλοντικούς παράγοντες, όπως χημικά, φάρμακα ή ακτινοβολία.

    Η ALL συνδέεται με έκθεση σε ακτινοβολία και χημικά προϊόντα σε ζώα και ανθρώπους. Η υψηλή έκθεση σε ακτινοβολία είναι ένας γνωστός παράγοντας κινδύνου για την ανάπτυξη λευχαιμίας, όπως διαπιστώθηκε από μελέτες των επιζώντων της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι.

    Η έκθεση σε βενζόλιο και άλλες χημικές ουσίες μπορεί να προκαλέσει λευχαιμία.

    Επιδημιολογικές μελέτες έχουν συσχετίσει τη λευχαιμία με την έκθεση σε χημικές ουσίες στο χώρο εργασίας.

    Λευχαιμία μπορεί να αναπτυχθεί σε άτομα που υποβάλλονται σε θεραπεία για άλλους καρκίνους με ακτινοβολία και χημειοθεραπεία, ως αποτέλεσμα της εν λόγω θεραπείας.

    Ο ιός Epstein Barr συσχετίζεται με τη λευχαιμία/λέμφωμα Burkitt.


    Διαφορική διάγνωση ΟΛΛ

    -Κακοήθεις νόσοι

    • Άλλες λευχαιμίες
    • Λεμφώματα
    • Πολλαπλούν μυέλωμα
    • Μεταστάσεις οστών από συμπαγείς όγκους
    • Μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα

    -Μη κακοήθεις νόσοι

    • Απλαστική αναιμία
    • Μυελοϊνωση
    • Αυτοάνοσα νοσήματα
    • Λοιμώδης μονοπυρήνωση
    • Αυτοάνοση θρομβοπενική πορφύρα
    • Λευχαιμοειδής αντίδραση σε λοίμωξη

    Διάγνωση ΟΛΛ

    Εργαστηριακές εξετάσεις αίματος με γενική, έλεγχο της νεφρικής λειτουργίας, εξετάσεις ηλεκτρολυτών, και έλεγχο των ηπατικών ενζύμων

    Η διάγνωση στηρίζεται στο ιατρικό ιστορικό, τη φυσική εξέταση, και τον εργαστηριακό έλεγχο. Επειδή τα συμπτώματα είναι γενικά, θα πρέπει να αποκλειστούν πολλές άλλες ασθένειες με παρόμοια συμπτώματα. Τυπικά, όσο υψηλότερη είναι η τιμή των λευκών αιμοσφαιρίων τόσο χειρότερη η πρόγνωση.

    Οι βλάστες είναι πρόδρομα κύτταρα (βλαστικά κύτταρα) σε όλες τις κυτταρικές γραμμές του ανοσοποιητικού.

    Η βιοψία του μυελού των οστών αποτελεί απόδειξη της ALL (ανοσοφαινότυπος, κυτταροχημική και κυτταρογενετική ανάλυση)

    Η οσφυϊκή παρακέντηση θα δείξει αν η σπονδυλική στήλη και ο εγκέφαλος έχουν προσβληθεί. Γίνεται σε νευρολογικά σημεία ή συμπτώματα.

    Τυποποίηση HLA σε ασθενείς και συγγενή για μεταμόσχευση μυελού

    Η παθολογοανατομική εξέταση, η κυτταρογενετική (παρουσία του χρωμοσώματος Φιλαδέλφειας), και ο ανοσοφαινότυπος δείχνει αν η λευχαιμία είναι μυελοβλαστική (ουδετερόφιλα, ηωσινόφιλα, ή βασεόφιλα) ή λεμφοβλαστική (Β λεμφοκύτταρα ή Τ λεμφοκύτταρα). Η εξέταση RNA μπορεί να καθορίσει πόσο επιθετική είναι η νόσος. Διάφορες μεταλλάξεις έχουν συσχετιστεί με βραχύτερη ή μακρύτερη επιβίωση. Η ανοσοϊστοχημεία μπορεί να αποκαλύψει αν τα TdT ή CALLA αντιγόνα υπάρχουν στην επιφάνεια των λευχαιμικών κυττάρων. Η TdT είναι μια πρωτεΐνη που εκφράζεται νωρίς στην εξέλιξη των προ-T και τα προ-Β κύτταρα, ενώ το CALLA είναι ένα αντιγόνο που βρίσκεται στο 80% όλων των περιπτώσεων και επίσης στο «βλαστική κρίση» της ΧΜΛ. Η μυελουπεροξειδάση είναι αρνητική, το μελανό του Sudan B, συνήθως, αρνητικό, μη ειδική εστεράση και PAS - ή +,

    Η απεικόνιση (όπως υπερηχογράφημα ή αξονική τομογραφία) μπορούν να ανειχνεύσουν προσβολή άλλων οργάνων, συνήθως, πνεύμονα, ήπατος, σπλήνα, λεμφαδένων, εγκεφάλου, νεφρών και τα αναπαραγωγικών οργάνων

    Εργαστηριακά ευρήματα σε ΟΛΛ

    • Αναιμία ορθόχρωμη, ορθοκυτταρική
    • Θρομβοπενία
    • Λεμφοβλάστες στο περιφερικό αίμα
    • Αυξημένη LDH
    • Αυξημένο ουρικό οξύ

    Σε παθολογοανατομική εξέταση των λεμφαδένων υπάρχει διάχυτη αντικατάσταση της αρχιτεκτονικής των λεμφαδένων και του μυελού των οστών με κακοήθεις λεμφοβλάστες.

    Η ακτινογραφία θώρακα μπορεί να δείξει μάζα μεσοθωρακίου ή πυλαία λεμφαδενοπάθεια και λοίμωξη πνεύμονα

    Το υπερηχογράφημα κοιλιάς δείχνει σπληνομεγαλία ή αύξηση μεγέθους νεφρών από λευχαιμική διήθηση
    Η κυτταρογενετική δείχνει ειδικές επαναλαμβανόμενες χρωμοσωμικές ανωμαλίες με ανεξάρτητη διαγνωστική και προγνωστική αξία

    Κυτταρογενετική μετατόπιση

    Μοριακή γενετική ανωμαλία

    %

    cryptic t(12;21)

    TEL-AML1 fusion

     25.4%

    t(1;19)(q23;p13)

    E2A-PBX (PBX1) fusion

     4.8%

    t(9;22)(q34;q11)

    BCR-ABL fusion(P185)

     1.6%

    t(4;11)(q21;q23)

    MLL-AF4 fusion

     1.6%

    t(8;14)(q24;q32)

    IGH-MYC fusion

     

    t(11;14)(p13;q11)

    TCR-RBTN2 fusion

     

    Η cryptic t(12;21) είναι η πιο συχνή μετατόπιση και προμηνύει καλή πρόγνωση. Η t(4;11) είναι η πιο συχνή σε παιδιά ηλικίας κάτω των 12 μηνών και προμηνύει μια φτωχή πρόγνωση.

    Ανοσοφαινότυπος

    • Ανοσοφαινότυπος των λεμφοκυττάρων μυελού και περιφερικού αίματος
    • Β-κυτταρικής αρχής: CD19, CD20, CD24
    • Τ-κυτταρικής αρχής: CD2, CD5, CD7
    • CALLA: κοινό αντιγόνο ΟΛΛ-CD10
    • Ανθρώπινο λευκοκυτταρικό αντιγόνο HLA-DR
    • Τελική δεοξυνουκλεοτιδυλτρανσφεράση TdT
    • Απρόσφορη έκφραση αντιγόνων μυελικής σειράς

    Ταξινόμηση ΟΛΛ

    ALL-L1: μικρά ομοιόμορφα κύτταρα

    ALL-L2: μεγάλη ποικιλία κυττάρων

    ALL-L3: μεγάλη ποικιλία κυττάρων με κενοτόπια

    Κάθε υπότυπος στη συνέχεια ταξινομείται περαιτέρω με τον καθορισμό των επιφανειακών δεικτών των μη φυσιολογικών λεμφοκυττάρων με ανοσοφαινότυπο.

    Υπάρχουν 2 κύριοι τύποι: προ-Β κυττάρων και προ-Τ κυττάρων. Η ώριμη Β-κυττάρων ALL (L3) έχει χαρακτηριστεί ως λέμφωμα / λευχαιμία Burkitt.

    Ο υποχαρακτηρισμός βοηθά στον προσδιορισμό της πρόγνωσης και της πιο κατάλληλης θεραπείας της ALL.
    Ταξινόμηση Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας της ΟΛΛ

    1. Οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία / λέμφωμα. Πρώην Fab L1 / L2

    -Πρόδρομος Β οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία / λέμφωμα.

    Κυτταρογενετικές υποκατηγορίες: 

    t(12;21)(p12,q22) TEL/AML-1

    t(1;19)(q23;p13) PBX/E2A

    t(9;22)(q34;q11) ABL/BCR

    T(V,11)(V;q23) V/MLL

    -Πρόδρομος T οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία / λέμφωμα

    2. Burkitt λευχαιμία / λέμφωμα. Πρώην FAB L3

    3. Διφαινοτυπική οξεία λευχαιμία

    Παραλλαγές της ΟΛΛ

    • Οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία με κυτταροπλασματικά κοκκία
    • Απλαστική ΟΛΛ
    • Οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία με ηωσινοφιλία
    • Υποτροπή της λεμφοβλαστικής λευχαιμίας
    • Δευτεροπαθής ΟΛΛ 

    Η χρήση της δοκιμασίας TdT και τα μονοκλωνικά αντισώματα (MoAbs) για τα  Τ κύτταρ και τα Β κύτταρα που συνδέονται με τα αντιγόνα θα εντοπίσει σχεδόν όλες τις περιπτώσεις της ALL.

    Τύποι

    FAB Class

    Tdt

    T κυτταρικό

    αντιγόνο

    B κυτταρικό

    αντιγόνο

    c Ig

    s Ig

    Precursor B

    L1,L2

    +

    -

    +

    -/+

    -

    Precursor T

    L1,L2

    +

    +

    -

    -

    -

    B-cell

    L3

    -

    -

    +

    -

    +


    Θεραπεία της ΟΛΛ

    Όσο πιο γρήγορα η οξεία λεμφοκυτταρική λευχαιμία ανιχνεύεται, τόσο πιο αποτελεσματική είναι η θεραπεία.

    Ο στόχος είναι να υπάρχει μια διαρκής ύφεση, που ορίζεται ως η απουσία ανιχνεύσιμων καρκινικών κυττάρων στο σώμα (συνήθως λιγότερο από 5% στο μυελό των οστών).

    Η θεραπεία για την οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία μπορεί να περιλαμβάνει χημειοθεραπεία, στεροειδή, ακτινοθεραπεία, εντατικές συνδυασμένες θεραπείες (μεταμόσχευση μυελού των οστών ή μεταμόσχευση βλαστικών κυττάρων), και αυξητικούς παράγοντες, βιολογική θεραπεία και ανοσοθεραπεία.

    Τοποθετείται κεντρικός καθετήρας, γίνεται απομόνωση για αποφυγή λοίμωξης και αποφεύγεται το αλκοόλ.

    Χημειοθεραπεία

    Χημειοθεραπεία είναι η αρχική θεραπεία επιλογής, προς το παρόν.

    Η χημειοθεραπεία για ΟΛΑ αποτελείται από τρεις φάσεις: την ύφεση, τη εντατικοποίηση και την θεραπεία συντήρησης.

    -Φάση της ύφεσης

    Σκοπός της ύφεσης είναι να σκοτώσει γρήγορα τα περισσότερα καρκινικά κύτταρα και θέσει τον ασθενή σε ύφεση. Αυτό ορίζεται ως η παρουσία λιγότερο από 5% λευχαιμικών βλαστών στον μυελό των οστών,  φυσιολογικά κύτταρα του αίματος και απουσία των καρκινικών κυττάρων από το αίμα, και απουσία άλλων σημείων και συμπτωμάτων της ασθένειας.

    Η προφύλαξη για το Κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ) θα πρέπει να αρχίσει κατά τη διάρκεια αυτής της φάσης της θεραπείας και να συνεχίσει κατά τη διάρκεια της φάσης εντατικοποίησης. Η συμμετοχή του ΚΝΣ ανέρχεται σε 10% -40% των ενηλίκων ασθενών κατά τη διάγνωση.

    Ο συνδυασμός πρεδνιζολόνη ή δεξαμεθαζόνη, βινκριστίνη, ασπαραγινάση (καλύτερη ανοχή σε παιδιατρικούς ασθενείς) και δαουνορουβικίνη (χρησιμοποιείται σε ενήλικες ALL) χρησιμοποιείται για να προκαλέσει ύφεση. Προφύλαξη του κεντρικού νευρικού συστήματος μπορεί να επιτευχθεί μέσω ακτινοβολίας, κυτταραμπίνη + μεθοτρεξάτη, ή λιποσωμική κυτταραμπίνη. 

    Θεραπεία εφόδου

    Κυκλοφωσφαμίδη 1200mg/m2 την 1η ημέρα (800mg/m2 σε άτομα άνω των 60), νταουνορομπικίνη 45mg/m2 τις ημέρες 1,2 και 3 (30mg/m2 σε άτομα άνω των 60), βινκριστίνη 2 mg τις ημέρες 1η, 8η, 15η και 22η, L-ασπαραγινάση 6000 μονάδες ανά m2 τις ημέρες 1-21 (τις ημέρες 1-7 σε άτομα άνω των 60)

    -Φάση εντατικοποίησης

    Χρησιμοποιεί υψηλές δόσεις ενδοφλέβιας  χημειοθεραπείας για την περαιτέρω μείωση  του όγκου. Δεδομένου ότι όλα τα κύτταρα μερικές φορές διεισδύουν το ΚΝΣ, τα περισσότερα πρωτόκολλα περιλαμβάνουν την χορήγηση χημειοθεραπείας εντός του ΚΝΣ (ονομάζεται ενδοραχιαία χημειοθεραπεία), μέσω συσκευής Ommaya δεξαμενή (μια συσκευή που τοποθετείται χειρουργικά κάτω από το τριχωτό της κεφαλής και να χρησιμοποιηθεί για τη χορήγηση φαρμάκων στο υγρό του ΚΝΣ και να εξάγει υγρό του ΚΝΣ για διάφορες δοκιμές) ή γίνονται οσφυονωτιαίες παρακεντήσεις.

    Χρησιμοποιούνται βινκριστίνη, κυκλοφωσφαμίδη, κυταραβίνη, δαουνορουβικίνη, ετοποσίδη, θειογουανίνη ή μερκαπτοπουρίνη σε διαφορετικούς συνδυασμούς.

    Για την προστασία του ΚΝΣ, ενδοραχιαία μεθοτρεξάτη ή cytarabine χρησιμοποιούνται συνήθως σε συνδυασμό με ή χωρίς κρανιο-νωτιαία ακτινοβολία (ακτινοβολία στο κεφάλι και τη σπονδυλική στήλη). Η υποτροπή στο ΚΝΣ αντιμετωπίζεται με ενδοραχιαία χορήγηση υδροκορτιζόνης, μεθοτρεξάτη και κυταραβίνη.

    Σταθεροποίηση

    Επαναλαμβάνεται 2 φορές σε 8 εβδομάδες

    Κυκλοφωσφαμίδη 1000mg/m2 την 1η ημέρα, ενδοραχιαία μεθοτρεξάτη 15 mg με υδροκορτιζόνη 50 mg την 1η μέρα, 6-μερκαπτοπουρίνη 60 mg/m2 τις ημέρες 1-14, κυτταραβίνη 75 mg/m2 υποδορίως τις ημέρες 1-4 και 8-11, βινκριστίνη 2 mg τις ημέρες 15 και 22, L-ασπαραγινάση 6000 μονάδες/m2 τις ημέρες 15, 18, 22 και 25.

    Προφύλαξη του ΚΝΣ και πρώιμη συντήρηση

    2400cGy κρανιακή ακτινοβολία, ενδοραχιαία μεθοτρεξάτη 15 mg με υδροκορτιζόνη 50 mg την 1η μέρα, 6-μερκαπτοπουρίνη 60 mg/m2 τις ημέρες 1, 8, 15,22 και 29, 6-μερκαπτοπουρίνη 60 mg/m2 τις ημέρες 1-70, μεθοτρεξάτη από του στόματος 20 mg/m2 τις ημέρες 36, 43, 50, 57, 64.κυτταραβίνη 75 mg/m2 υποδορίως τις ημέρες 1-4 και 8-11, βινκριστίνη 2 mg τις ημέρες 15 και 22, L-ασπαραγινάση 6000 μονάδες/m2 τις ημέρες 15, 18, 22 και 25.

    Καθυστερημένης εφόδου

    Δοξορουμπικίνη 30mg/m2 τις ημέρες 1, 8 και 15, δεξαμεθαζόνη 10 mg/m2 τις ημέρες 1-14, κυκλοφωσφαμίδη 1000 mg/m2 την 29η ημέρα, 6-θειογουανίνη 60mg/m2 τις ημέρες 29-42, κυτταραβίνη 75 mg/m2 υποδορίως τις ημέρες 29-32 και 36-39.

    -Φάση συντήρησης

    Ο στόχος της θεραπείας συντήρησης είναι να σκοτώσει τυχόν υπολείμματα κυττάρων. Για το σκοπό αυτό, η καθημερινή στοματική χορήγηση μερκαπτοπουρίνης, μία φορά την εβδομάδα από του στόματος μεθοτρεξάτη, μια φορά το μήνα 5-ήμερη ενδοφλέβια βινκριστίνη και από του στόματος κορτικοστεροειδή χρησιμοποιούνται, συνήθως. Η διάρκεια της θεραπείας συντήρησης είναι 3 έτη για τα αγόρια και 2 έτη για τα κορίτσια και τους ενήλικες.

    Παρατεταμένη συντήρηση

    Βινκριστίνη 2mg/ ανά μήνα για 16 μήνες, πρεδνιζόνη 60mg/m2 για 5 ημέρες μαζί με την βινκριστίνη, 6-μερκαπτοπουρίνη 60 mg/m2/ημέρα για 16 μήνες και από του στόματος μεθοτρεξάτη 20mg/m2 ανά εβδομάδα για 16 μήνες.

    Τα σχήματα χημειοθεραπείας μπορεί να είναι έντονα και παρατεταμένα (GMALL UKALL, HyperCVAD ή το άνω  CALGB)

    Ακτινοθεραπεία

    Ακτινοθεραπεία (ή ακτινοθεραπεία) χρησιμοποιείται για επώδυνες οστικές περιοχές, σε υψηλές επιβαρύνσεις της νόσου, είτε ως μέρος της προετοιμασίες για μεταμόσχευση μυελού των οστών (ολική ακτινοβόληση του σώματος). Η ολοκρανιακή ακτινοβολία χρησιμοποιείται επίσης για την προφύλαξη του ΚΝΣ και για την πρόληψη της υποτροπής της λευχαιμίας στον εγκέφαλο. Χρησιμοποιείται, συχνά, στη θεραπεία των παιδιών με ALL. Πρόσφατες μελέτες έδειξαν ότι η χημειοθεραπεία ΚΝΣ προτιμάται στα παιδιά για λόγους αναπτυξιακούς.

    Βιολογική θεραπεία

    Σίγουρα η στοχευμένη θεραπεία θα έχει πολύ καλύτερα αποτελέσματα και πολύ λιγότερες παρενέργειες τόσο στους ενήλικες όσο και στα παιδιά.

    Ανοσοθεραπεία

    Υποσχόμενη θεραπεία για ΟΛΟΥΣ.


    Επιπλοκές ΟΛΛ

    • Σύνδρομο λύσεως του όγκου με αύξηση ουρικού οξέος, καλίου και φωσφόρου με ελαττωμένο ασβέστιο που οδηγεί σε νεφρική ανεπάρκεια, διάχυτη ενδαγγειακή πήξη και καρδιακές αρρυθμίες και η πρόληψη γίνεται με αλλοπουρινόλη 300-600 mg ανά ημέρα, με έναρξη, 2 ημέρες πριν τη χημειοθεραπεία. Ελαττώνεται η δόση με μερκαπτοπουρίνη ή αζαθειοπρίνη.
    • Σουλφομεθοξαζόλη-τριμεθοπρίμη ή εισπνεόμενη πενταμιδίνη για προφύλαξη από την πνευμονοκύστη Carinii.
    • Απομόνωση σε ουδετεροπενία για την ανοσοκαταστολή
    • Αντιεμετικά για την κυκλοφωσφαμίδη
    • Νευροτοξικότητα και ειλεός από την βινκριστίνη
    • Αλλεργία, ηπατικές και παγκρεατικές επιπλοκές από την ασπαραγινάση και θρομβώσεις.
    • Λοιμώξεις (μύκητες, πνευμονοκύστη Carinii, πνεθμονία, σηψαιμία)
    • Αιμορραγία
    • Αραχνοειδίτιδα από την ενδοραχιαία θεραπεία και ακτινοβολία.
    • Παγκρεατίτιδα και ηπατική δυσλειτουργία από τη χημειοθεραπεία
    • Συχνά υποτρπή της ΟΛΛ στο μυελό και στο ΚΝΣ και στους όρχεις.
    • Όσοι ασθενείς έχουν κυτταρογενετικούς τύπους κακής πρόγνωσης υποβάλλονται σε αλλογενή μεταμόσχευαση μυελού μετά την ύφεση αν υπάρχει HLA πανομοιότυπος δότης.
    • Σίγουρα δημιουργείται άνοια από την χημειοθεραπεία. Επίσης τα χημειοθεραπευτικά είναι τερατογόνα

    Πρόγνωση ΟΛΛ

    Η πρόγνωση διαφέρει μεταξύ των ατόμων, ανάλογα:

    -Φύλο: Οι γυναίκες καλύτερη πρόγνωση από τους άντρες

    -Εθνικότητα: Οι Καυκάσιοι είναι πιο πιθανό να αναπτύξουν οξεία λευχαιμία από ότι οι Αφρο-Αμερικανοί, οι Ασιάτες και οι ισπανόφωνοι, αλλά έχουν  έχουν καλύτερη πρόγνωση από τους μη-Καυκάσιους.

    -Ηλικία κατά τη διάγνωση: τα παιδιά μεταξύ 1-10 ετών είναι πιο πιθανό να αναπτύξουν ALL και να θεραπευτούν από αυτή. Σε ηλικιωμένους ασθενείς οι χρωμοσωμικές ανωμαλίες (π.χ., το χρωμόσωμα Φιλαδέλφειας) κάνουν τη θεραπεία πιο δύσκολη και την πρόγνωση φτωχότερη.

    Αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων κατά τη διάγνωση  λιγότερο από 50.000 / μl καλύτερη πρόγνωση

    Εξάπλωσης του καρκίνου εντός του κεντρικού νευρικού συστήματος (εγκεφάλου ή του νωτιαίου μυελού) έχει χειρότερα αποτελέσματα.

    Μορφολογικοί, ανοσολογικοί, και γενετικοί υπότυποι έχουν διαφορετική πρόγνωση

    Απόκριση του ασθενούς στην αρχική θεραπεία

    Γενετικές διαταραχές όπως το σύνδρομο Down

    H Κυτταρογενετική μελέτη των χαρακτηριστικών των αλλαγών στα χρωμοσώματα των κυττάρων του καρκίνου, είναι ένας σημαντικός προγνωστικός παράγοντας

    Χειρότερη πρόγνωση έχουν:

    Μια μετάθεση μεταξύ χρωμοσωμάτων 9 και 22, που είναι γνωστή ως χρωμόσωμα Φιλαδέλφειας, σε περίπου 20% των ενηλίκων και 5% των παιδιών με ΟΛΛ.

    Μια μετάθεση μεταξύ των χρωμοσωμάτων 4 και 11 εμφανίζεται σε περίπου 4% των περιπτώσεων και είναι πιο συχνή σε βρέφη κάτω των 12 μηνών.

    Ευνοϊκή πρόγνωση έχουν:

    Υπερδιπλοειδία (> 50 χρωμοσώματα) είναι ένας καλός προγνωστικός παράγοντας.

    Κατηγορία κινδύνου-Κυτταρογενετική αλλαγή

    Χρωμόσωμα Φιλαδέλφειας-Κακή πρόγνωση

    t(4;11)(q21;q23)-Κακή πρόγνωση

    t(8;14)(q24.1;q32)-Κακή πρόγνωση

    Περισσότερες από τέσσερις ανωμαλίες καρυότυπου- Κακή πρόγνωση

    Χαμηλή υποδιπλοειδία ή  τριπλοϊδία- Κακή πρόγνωση

    Υψηλή υπερδιπλοειδία (ειδικά, τρισωμία 4, 10, 17)- Καλή πρόγνωση

    del (9ρ)-Καλή πρόγνωση

    Συσχέτιση πρόγνωση με μυελού των οστών κυτταρογενετική εύρημα στην οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία

    Πρόγνωση Κυτταρογενετικά ευρήματα
    Ευνοϊκή Hyperdiploidy > 50 ; t (12;21)
    Ενδιάμεση Hyperdiploidy 47 -50; Normal(diploidy); del (6q); Rearrangements of 8q24
    Δυσμενής Hypodiploidy-near haploidy; Near tetraploidy; del (17p); t (9;22); t (11q23)

    Οι φυσικές θεραπείες είναι η λύση!!!

    Τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για την οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για την οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία

    Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με τον θεράποντα ιατρό.

    Διαβάστε, επίσης,

    Τα καρκινικά μονοπάτια της οξείας λευχαιμίας

    Ανοσοθεραπεία στον καρκίνο

    Βιολογική θεραπεία του καρκίνου

    Γονιδιακή εξατομικευμένη θεραπεία για τον καρκίνο

    Γιατί τα χημειοθεραπευτικά δεν λειτουργούν

    Οξεία προμυελοκυτταρική λευχαιμία

    Στοχευμένη θεραπεία για τον καρκίνο

    Έτσι προκαλείται ο καρκίνος

    Γνωστοί παράγοντες που προκαλούν καρκίνο

    Οι ασθενείς που έχουν καρκίνο δεν έχουν όλοι καρκίνο

    Σύνδρομο λύσης του όγκου

    Στροφή αριστερά ή δεξιά

    Πώς η χημειοθεραπεία προκαλεί άνοια

    Πολλαπλούν μυέλωμα

    Παγκοσμιοποίηση και καρκίνος

    Αυξητικοί παράγοντες λευκών

    Xρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία

    Υπότυποι Μυελοδυσπλαστικών Συνδρόμων

    Διαβάστε τις αρρώστιες του σώματος στο δέρμα

    Ανοσοανεπάρκεια

    Λευχαιμία τριχωτών κυττάρων

    Λοιμώδης μονοπυρήνωση

    Η πραγματική αιτία της παιδικής λευχαιμίας

    Γονιδιακή θεραπεία

    Αιμορραγία στον καρκίνο

    Οι χρησιμότερες πληροφορίες για τα λεμόνια

    Χρόνια μυελογενής λευχαιμία

    Μεθοτρεξάτη

    Γονιδιακή θεραπεία και εμβόλια για τις αιματολογικές κακοήθειες

    Androcymbium rechingeri

    Υποσχόμενη θεραπεία για την λεμφοκυτταρική λευχαιμία

    Λεπτομηνιγγική καρκινωμάτωση

    Γιατί κάποιος παθαίνει λευχαιμία

    Λευχαιμοειδής αντίδραση

    Κατάταξη μη-Hodgkin λεμφωμάτων

    www.emedi.gr

    Γράφει η
    Δρ Σάββη Μάλλιου Κριαρά
    Ειδικός Παθολόγος- Ογκολόγος, MD, PhD