Παρασκευή, 08 Νοεμβρίου 2013 08:28

Ηλεκτροφυσιολογική μελέτη καρδιάς

Γράφτηκε από την
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(3 ψήφοι)

Είναι μια επεμβατική διαδικασία που έχει σκοπό να ελέγξει το ηλεκτρικό σύστημα της καρδιάς

 

Στην ηλεκτροφυσιολογική μελέτη τοποθετούνται σε συγκεκριμένα γνωστά σημεία της καρδιάς μέσω μιας φλέβας, συνήθως της μηριαίας φλέβας, ειδικοί καθετήρες και καταγράφεται όλη η ηλεκτρική δραστηριότητα της καρδιάς για να προσδιοριστεί ακριβώς το σημείο στο οποίο αρχίζει μια ταχυκαρδία.

Είναι αιματηρή μέθοδος μελέτης των αρρυθμιών που γίνεται στο αιμοδυναμικό εργαστήριο. Χρησιμοποιούνται 2-4 καθετήρες- ηλεκτρόδια που εισάγονται διαδερμικά από την μηριαία φλέβα και προωθούνται υπό ακτινοσκοπικό έλεγχο

  1. Στον άνω δεξιό κόλπο κοντά στο φλεβόκομβο και καταγράφεται η εκπόλωση του κόλπου (Α),
  2. Στο στεφανιαίο κόλπο, όπου καταγράφεται η εκπόλωση του αριστερού κόλπου,
  3. Κάτω από την διαφραγματική γλωχίνα της τριγλώχινος καταγράφεται το δυναμικό του δεματίου του His (H) και της δεξιάς κοιλίας (V) και τέλος
  4. Στην κορυφή της δεξιάς κοιλίας για την καταγραφή της κοιλιακής εκπόλωσης (V). 

Κάνοντας καταγραφή του ηλεκτρογράμματος του άνω δεξιού κόλπου και του His μπορεί να διαιρεθεί η αγωγιμότητα από το φλεβόκομβο μέχρι τις ίνες του Purkinje, δηλαδή το διάστημα PQ του ηλεκτροκαρδιογραφήματος (ΗΚΓ), στα εξής τμήματα:

1) Διάστημα ΡΑ: από την αρχή του Ρ του ΗΚΓ μέχρι την αρχή του Α του ηλεκτρογράμματος, που παριστάνει τη διάρκεια της κολπικής αγωγιμότητας με φυσιολογικές τιμές 25-55 ms.

2) Διάστημα ΑΗ: από την αρχή του Α μέχρι την αρχή του επάρματος Η (His), που παριστάνει την αγωγή δια μέσου του κολποκοιλιακού κόμβου με φυσιολογικές τιμές 60-140 m το δευτερόλεπτο.

3) Διάστημα HV: από την αρχή του επάρματος Η μέχρι την αρχή του επάρματος V του ηλεκτρογράμματος His ή του QRS του ταυτόχρονα λαμβανομένου ΗΚΓ, που παριστάνει το χρόνο αγωγής του ερεθίσματος στο δεμάτιο του His, τα σκέλη του δεματίου και τις ίνες Purkinje μέχρι τη διέγερση του κοιλιακού μυοκρδίου με φυσιολογικές τιμές από 35-55 mδευτερόλεπτο.


Ενδείξεις του ηλεκτρογράμματος His

Με το ηλεκτρόγραμμα του His επιδιώκεται:

1) Η ακριβής εντόπιση της διαταραχής της κολποκοιλιακής αγωγής. Εάν η διαταραχή αυτή εντοπίζεται στον κολποκοιλιακό κόμβο το διάστημα Α-Η αυξάνεται, ενώ το διάστημα Η-V παραμένει φυσιολογικό. Εάν η ανωμαλία αυτή βρίσκεται χαμηλότερα στο δεμάτιο και τα σκέλη του His-ίνες Purkinje, τότε το Α-Η είναι φυσιολογικό και το Η-V αυξημένο.

2) Η διάγνωση υπερκοιλιακής ή κοιλιακής αρρυθμίας στις περιπτώσεις που το κλασικό ΗΚΓ είναι αμφίβολο. Τούτο συμβαίνει π.χ., σε ταχυκαρδία με αποκλεισμό σκέλους του δεματίου του His, οπότε είναι δύσκολο να βεβαιώσει κανείς ότι τα συμπλέγματα QRS οφείλονται σε ερεθίσματα που κατέρχονται κανονικά από τους κόλπους(υπερκοιλιακή ταχυκαρδία) ή σε ερεθίσματα που παράγονται σε κοιλιακό μυοκάρδιο (κοιλιακή ταχυκαρδία).

3) Η διερεύνηση του μηχανισμού των αρρυθμιών. Εάν εκτός από το ηλεκτρόδιο που καταγράφει το ηλεκτρόγραμμα του His, εαν τοποθετηθούν και άλλα ηλεκτρόδια-καθετήρες, π.χ, ένα ψηλά και το άλλο χαμηλά στο δεξιό κόλπο ή ακόμη και ένα άλλο στον αριστερό κόλπο, μπορεί να διαπιστωθεί η πορεία της κολπικής διεγέρσεως από τη χρονική συσχέτιση των λαμβανομένων επαρμάτων Α, μπορεί δηλαδή να γίνει μιά χαρτογράφηση (mapping) της ενδοκολπικής αγωγής. Ακριβώς το ίδιο, δηλαδή με προώθηση των ηλεκτροδίων σε άλλες ενδοκοιλοτικές θέσεις, μπορεί να γίνει χαρτογράφηση της ενδοκοιλιακής αγωγής. Με τον τρόπο αυτό εντοπίζεται, π.χ. το πρόσθετο δεμάτιο του Kent σε σύνδρομο Wolff-Parkinson-White, γίνεται δε καλύτερα αντιληπτός ο μηχανισμός των διαφόρων αρρυθμιών.

Σε συνάρτηση με τις ανωτέρω προσπάθειες, κατά τον ηλεκτροφυσιολογικό έλεγχο μπορεί να γίνει και πρόκληση μιας αρρυθμίας με τεχνητή διέγερση του κολπικού ή κοιλιακού μυοκαρδίου. Εάν η προκαλούμενη αρρυθμία έχει την ίδια ακριβώς ηλεκτροκαρδιογραφική εικόνα με την αρρυθμία από την οποία πάσχει ο ασθενής, τότε ο μηχανισμός αυτής κατά πάσα πιθανότητα θα είναι παρόμοιος με τον τρόπο που την προκαλέσαμε.

Με τον ίδιο τρόπο εκτιμάται και το θεραπευτικό αποτέλεσμα ενός αντιαρρυθμικού φαρμάκου. Εάν δεν μπορούμε να προκαλέσουμε την αρρυθμία μετά τη χορήγηση του φαρμάκου, σημαίνει ότι το χορηγούμενο φάρμακο είναι αποτελεσματικό.

Επίσης, σε υποψία συνδρόμου νοσούντος φλεβοκόμβου με τη χορήγηση ενός ή περισσοτέρων τεχνητών ηλεκτρικών ερεθισμάτων αναστέλλεται η λειτουργία του φλεβοκόμβου και προσδιορίζεται ο χρόνος ανανήψεως αυτού μετά τη διακοπή της τεχνητής βηματοδότησης. Ο χρόνος ανανήψεως του φλεβοκόμβου δεν υπερβαίνει φυσιολογικά τη διάρκεια ενός καρδιακού κύκλου του ασθενούς περισσότερο από 25%.

Εφόσον καθοριστεί επακριβώς το είδος της αρρυθμίας, τότε συστήνεται στον ασθενή είτε φαρμακευτική αντιαρρυθμική θεραπεία είτε αντιμετώπιση της αρρυθμίας με κατάλυση.

Κατάλυση (ablation) είναι η χορήγηση μέσω ειδικού καθετήρα συνηθέστερα υψίσυχνου εναλλασσομένου ρεύματος, ή άλλης μορφής ενέργειας, στο σημείο παραγωγής της ταχυκαρδίας, το οποίο έχουμε προσδιορίσει επακριβώς, με στόχο να προκαλέσουμε βλάβη σε αυτό το σημείο και να σταματήσουμε για πάντα την παραγωγή αυτής της ταχυκαρδίας. Σε περίπτωση πρόκλησης ταχυαρρυθμίας, ταυτοποιείται ο μηχανισμός της ώστε να τεθεί η διάγνωση του τύπου της αρρυθμίας και στη συνέχεια να διερευνηθεί η δυνατότητα μόνιμης θεραπείας με καυτηριασμό (ablation). Επί της ταχυαρρυθμίας, ο ασθενής μπορεί να παρουσιάσει συμπτώματα όπως ζάλη, δυσφορία, αίσθημα φτερουγίσματος και σπάνια απώλεια συνείδησης, χωρίς όμως κίνδυνο, λόγω της δυνατότητας άμεσου τερματισμού της αρρυθμίας είτε με βηματοδότηση είτε με ηλεκτρική ανάταξη.

Τα καλύτερα συμπληρώματα διατροφής για τα καρδιοαγγειακά νοσήματα

Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τα καρδιοαγγειακά νοσήματα

Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με το θεράποντα ιατρό.

Διαβάστε για την αρρυθμιογόνο μυοκαρδιοπάθεια της δεξιάς κοιλίας

Διαβάστε για τις έκτακτες συστολές

www.emedi.gr

 

Διαβάστηκε 11581 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 15 Μαΐου 2020 23:06
Σαββούλα Μάλλιου Κριαρά

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Σχετικά Άρθρα

  • Πόνος στο στήθος Πόνος στο στήθος

    Χρήσιμες πληροφορίες για τον πόνο στο στήθος

    Ο πόνος στο στήθος εμφανίζεται με πολλές μορφές, σα χτύπημα από ένα αιχμηρό μαχαίρι έως έναν θαμπό πόνο. Μερικές φορές ο πόνος στο στήθος μπορεί να μοιάζει με κάψιμο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο πόνος ταξιδεύει στον αυχένα, στη γνάθο, και στη συνέχεια εξαπλώνεται στην πλάτη ή κάτω από το ένα ή και τα δύο χέρια.

    Πολλά διαφορετικά προβλήματα μπορούν να προκαλέσουν πόνο στο στήθος.

    Οι πιο απειλητικές για τη ζωή αιτίες αφορούν την καρδιά ή τους πνεύμονες.

    Επειδή ο πόνος στο στήθος μπορεί να υποδηλώνει σοβαρό πρόβλημα, είναι σημαντικό να αναζητήσετε άμεση ιατρική βοήθεια.

    ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ ΣΤΟ ΣΤΗΘΟΣ

    Ο πόνος στο στήθος μπορεί να προκαλέσει πολλές διαφορετικές αισθήσεις ανάλογα με το τι προκαλεί το σύμπτωμα. Συχνά, η αιτία δεν έχει καμία σχέση με την καρδιά, αν και δεν υπάρχει εύκολος τρόπος να το πεις χωρίς να εξεταστείς από έναν γιατρό.

    Πόνος στο στήθος που σχετίζεται με την καρδιά

    Αν και ο πόνος στο στήθος συνδέεται συχνά με καρδιακές παθήσεις, πολλοί άνθρωποι με καρδιοπάθεια λένε ότι έχουν μια αόριστη ενόχληση που δεν αναγνωρίζεται απαραίτητα ως πόνος. Γενικά, η δυσφορία στο στήθος που σχετίζεται με έμφραγμα ή άλλο καρδιακό πρόβλημα μπορεί να περιγραφεί ή να σχετίζεται με ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα:

    • Πίεση, πληρότητα, κάψιμο ή σφίξιμο στο στήθος σας
    • Συντριπτικός ή οξύς πόνος που εξαπλώνεται στην πλάτη, το λαιμό, το σαγόνι, τους ώμους και το ένα ή και τα δύο χέρια
    • Πόνος που διαρκεί περισσότερο από λίγα λεπτά, επιδεινώνεται με τη δραστηριότητα, υποχωρεί και επανέρχεται ή ποικίλλει σε ένταση
    • Δυσκολία στην αναπνοή
    • Κρύοι ιδρώτες
    • Ζάλη ή αδυναμία
    • Ναυτία ή έμετος

    Άλλοι τύποι πόνου στο στήθος

    Μπορεί να είναι δύσκολο να γίνει διάκριση του πόνου στο στήθος που σχετίζεται με την καρδιά από άλλους τύπους πόνου στο στήθος.

    Ωστόσο, ο πόνος στο στήθος που είναι λιγότερο πιθανός λόγω καρδιακού προβλήματος σχετίζεται συχνότερα με:

    • Μια ξινή γεύση ή μια αίσθηση φαγητού που ξαναγυρίζει στο στόμα σας
    • Δυσκολία στην κατάποση
    • Πόνος που βελτιώνεται ή χειροτερεύει όταν αλλάζετε τη θέση του σώματός σας
    • Πόνος που επιδεινώνεται όταν αναπνέετε βαθιά ή βήχετε
    • Δυσφορία όταν πιέζετε το στήθος σας
    • Πόνος που επιμένει για πολλές ώρες

    Τα κλασικά συμπτώματα της καούρας, μια επώδυνη, αίσθηση καψίματος πίσω από το στέρνο μπορεί να προκληθούν από προβλήματα με την καρδιά ή το στομάχι. Εάν έχετε νέο ή ανεξήγητο πόνο στο στήθος ή πιστεύετε ότι έχετε καρδιακή προσβολή, καλέστε για επείγουσα ιατρική βοήθεια. Μην αγνοείτε τα συμπτώματα της καρδιακής προσβολής. 

    ΑΙΤΙΑ ΠΟΝΟΥ ΣΤΟ ΣΤΗΘΟΣ

    Παραδείγματα αιτιών πόνου στο στήθος που σχετίζονται με την καρδιά περιλαμβάνουν:

    • Έμφραγμα. Η καρδιακή προσβολή προκύπτει από την παρεμπόδιση της ροής του αίματος, συχνά από θρόμβο αίματος, στον καρδιακό μυ.
    • Κυνάγχη. Στηθάγχη είναι ο όρος για τον πόνο στο στήθος που προκαλείται από κακή ροή αίματος στην καρδιά. Αυτό συχνά προκαλείται από τη συσσώρευση παχιών αθηρωματικών πλακών στα εσωτερικά τοιχώματα των αρτηριών που μεταφέρουν το αίμα στην καρδιά. Αυτές οι πλάκες στενεύουν τις αρτηρίες και περιορίζουν την παροχή αίματος στην καρδιά, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της σωματικής δραστηριότητας.
    • Διαχωρισμός αορτής. Αυτή η απειλητική για τη ζωή κατάσταση περιλαμβάνει την κύρια αρτηρία που οδηγεί από την καρδιά (αορτή). Εάν τα εσωτερικά στρώματα αυτού του αιμοφόρου αγγείου διαχωριστούν, το αίμα πιέζεται μεταξύ των στοιβάδων και μπορεί να προκαλέσει ρήξη της αορτής. Φλεγμονή του σάκου γύρω από την καρδιά (περικαρδίτιδα). Αυτή η κατάσταση προκαλεί συνήθως οξύ πόνο που επιδεινώνεται όταν εισπνέετε ή ξαπλώνετε.

    Πεπτικά αίτια

    Ο πόνος στο στήθος μπορεί να προκληθεί από διαταραχές του πεπτικού συστήματος, όπως:

    • Καούρα. Αυτή η επώδυνη, αίσθηση καψίματος πίσω από το στέρνο εμφανίζεται όταν το οξύ του στομάχου παλινδρομεί από το στομάχι στον σωλήνα που συνδέει το λαιμό με το στομάχι (οισοφάγο).
    • Διαταραχές κατάποσης. Οι διαταραχές του οισοφάγου μπορεί να κάνουν την κατάποση δύσκολη και ακόμη και επώδυνη.
    • Προβλήματα χοληδόχου κύστης ή παγκρέατος. Οι πέτρες στη χολή ή η φλεγμονή της χοληδόχου κύστης ή του παγκρέατος μπορεί να προκαλέσουν κοιλιακό άλγος που εξαπλώνεται στο στήθος.

    Αιτίες μυών και οστών

    Ορισμένοι τύποι πόνου στο στήθος σχετίζονται με τραυματισμούς και άλλα προβλήματα που επηρεάζουν τις δομές που αποτελούν το θωρακικό τοίχωμα, όπως:

    • Πλευροχονδρίτιδα. Σε αυτή την κατάσταση, ο χόνδρος του θωρακικού κλωβού, ιδιαίτερα ο χόνδρος που ενώνει τα πλευρά με το στέρνο, γίνεται φλεγμονώδης και επώδυνος.
    • Πόνο στους μυς. Τα σύνδρομα χρόνιου πόνου, όπως η ινομυαλγία, μπορούν να προκαλέσουν επίμονο πόνο στο στήθος που σχετίζεται με τους μυς.
    • Τραυματισμένα πλευρά. Ένα μελανιασμένο ή σπασμένο πλευρό μπορεί να προκαλέσει πόνο στο στήθος.

    Αιτίες που σχετίζονται με τους πνεύμονες

    Πολλές διαταραχές των πνευμόνων μπορεί να προκαλέσουν πόνο στο στήθος, όπως:

    • Θρόμβος αίματος στον πνεύμονα (πνευμονική εμβολή). Ένας θρόμβος αίματος που κολλάει σε μια πνευμονική (πνευμονική) αρτηρία μπορεί να εμποδίσει τη ροή του αίματος στον πνευμονικό ιστό.
    • Φλεγμονή της μεμβράνης που καλύπτει τους πνεύμονες (πλευρίτιδα). Αυτή η κατάσταση μπορεί να προκαλέσει πόνο στο στήθος που επιδεινώνεται όταν εισπνέετε ή βήχετε.
    • Πνευμοθώρακας. Ο πόνος στο στήθος που σχετίζεται με έναν κατεστραμμένο πνεύμονα, ξεκινά, συνήθως, ξαφνικά και μπορεί να διαρκέσει για ώρες και γενικά σχετίζεται με δύσπνοια. Ένας πνευμοθώρακας εμφανίζεται όταν διαρρέει αέρας στο χώρο μεταξύ του πνεύμονα και των πλευρών.
    • Υψηλή αρτηριακή πίεση στις πνευμονικές αρτηρίες (πνευμονική υπέρταση). Αυτή η κατάσταση επηρεάζει τις αρτηρίες που μεταφέρουν αίμα στους πνεύμονες και μπορεί να προκαλέσει πόνο στο στήθος.

    Άλλες αιτίες

    Ο πόνος στο στήθος μπορεί επίσης να προκληθεί από:

    • Κρίση πανικού. Εάν έχετε περιόδους έντονου φόβου που συνοδεύονται από πόνο στο στήθος, γρήγορο καρδιακό παλμό, γρήγορη αναπνοή, άφθονη εφίδρωση, δύσπνοια, ναυτία, ζάλη και φόβο θανάτου, μπορεί να έχετε κρίση πανικού.
    • Έρπης ζωστήρας. Προκαλούμενος από την επανενεργοποίηση του ιού της ανεμοβλογιάς, ο έρπητας ζωστήρας μπορεί να προκαλέσει πόνο και μια ζώνη από φουσκάλες από την πλάτη γύρω στο θωρακικό τοίχωμα.

    8fd33c769da0c24fbfc2c82fa3dd2933aed9e0f7 1500x1124

    ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ ΣΤΟ ΣΤΗΘΟΣ

    Ο πόνος στο στήθος δεν σηματοδοτεί πάντα έμφραγμα. Μπορεί να σηματοδοτεί απειλητικές για τη ζωή πνευμονικές παθήσεις - όπως ο πνευμοθώρακας ή η πνευμονική εμβολή.

    Άμεσες εξετάσεις:

    Μερικές από τις πρώτες εξετάσεις που μπορεί να ζητήσει ένας πάροχος υγειονομικής περίθαλψης κατά την αξιολόγηση του πόνου στο στήθος περιλαμβάνουν:

    • Ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ). Αυτό το γρήγορο τεστ μετρά την ηλεκτρική δραστηριότητα της καρδιάς. Ηλεκτρόδια) τοποθετούνται στο στήθος και μερικές φορές στα χέρια και τα πόδια. Τα καλώδια συνδέουν τα ηλεκτρόδια σε έναν υπολογιστή, ο οποίος εμφανίζει τα αποτελέσματα της δοκιμής. Ένα ΗΚΓ μπορεί να δείξει εάν η καρδιά χτυπά πολύ γρήγορα, πολύ αργά ή καθόλου. Επειδή ο τραυματισμένος καρδιακός μυς δε μεταφέρει ηλεκτρικά σήματα με ένα τυπικό μοτίβο, το ΗΚΓ μπορεί να δείξει ότι υποφέρετε από καρδιακή προσβολή.
    • Εξετάσεις αίματος. Μπορεί να γίνουν εξετάσεις αίματος για να ελεγχθούν αυξημένα επίπεδα ορισμένων πρωτεϊνών ή ενζύμων που συνήθως βρίσκονται στον καρδιακό μυ. Η βλάβη στα καρδιακά κύτταρα από ένα έμφραγμα μπορεί να επιτρέψει σε αυτές τις πρωτεΐνες ή ένζυμα να διαρρεύσουν, σε διάστημα ωρών, στο αίμα.
    • Ακτινογραφία θώρακος. Η ακτινογραφία θώρακος μπορεί να δείξει την κατάσταση των πνευμόνων και το μέγεθος και το σχήμα της καρδιάς και των μεγάλων αιμοφόρων αγγείων. Μια ακτινογραφία θώρακος μπορεί επίσης να αποκαλύψει πνευμονικά προβλήματα όπως πνευμονία ή κατάρρευση του πνεύμονα.
    • Αξονική τομογραφία (CT). Οι αξονικές τομογραφίες μπορούν να εντοπίσουν έναν θρόμβο αίματος στον πνεύμονα (πνευμονική εμβολή) ή να ανιχνεύσουν τη ρήξη της αορτής.

    Έλεγχος παρακολούθησης

    Ανάλογα με τα αποτελέσματα από τις αρχικές δοκιμές για τον πόνο στο στήθος, μπορεί να χρειαστείτε εξετάσεις παρακολούθησης, οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν:

    • Ηχοκαρδιογράφημα. Το ηχοκαρδιογράφημα χρησιμοποιεί ηχητικά κύματα για να παράγει μια εικόνα βίντεο της καρδιάς σε κίνηση. Μια μικρή συσκευή μπορεί να περάσει κάτω από το λαιμό για να έχετε καλύτερη θέα στα διάφορα μέρη της καρδιάς.
    • Αξονική τομογραφία (CT). Διαφορετικοί τύποι αξονικών τομογράφων μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον έλεγχο των καρδιακών αρτηριών για αποφράξεις. Μια αξονική στεφανιογραφία μπορεί επίσης να γίνει με σκιαγραφικό για τον έλεγχο των αρτηριών της καρδιάς και των πνευμόνων για αποφράξεις και άλλα προβλήματα (έχει πολύ ακτινοβολία).
    • Stress Echo. Mετράει τον τρόπο με τον οποίο η καρδιά και τα αιμοφόρα αγγεία ανταποκρίνονται στην προσπάθεια, κάτι που μπορεί να υποδεικνύει εάν ο πόνος στο στήθος σχετίζεται με την καρδιά. Υπάρχουν πολλά είδη stress tests. Μπορεί να σας ζητηθεί να περπατήσετε σε διάδρομο ή να κάνετε πετάλι σε ένα στατικό ποδήλατο ενώ είστε συνδεδεμένοι σε ΗΚΓ (τεστ κοπώσεως). Ή μπορεί να σας χορηγηθεί ένα ενδοφλέβιο φάρμακο για την τόνωση της καρδιάς με τρόπο παρόμοιο με την άσκηση.
    • Στεφανιαίος καθετηριασμός (αγγειογραφία) . Αυτό το τεστ βοηθά τους παρόχους υγειονομικής περίθαλψης να δουν μπλοκαρίσματα στις καρδιακές αρτηρίες. Ένας μακρύς, λεπτός εύκαμπτος σωλήνας (καθετήρας) εισάγεται σε ένα αιμοφόρο αγγείο, συνήθως στη βουβωνική χώρα ή στον καρπό, και οδηγείται στην καρδιά. Η χρωστική ουσία ρέει μέσω του καθετήρα στις αρτηρίες της καρδιάς. Η χρωστική ουσία βοηθά τις αρτηρίες να εμφανίζονται πιο καθαρά σε εικόνες ακτίνων Χ και βίντεο.

    ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ ΣΤΟ ΣΤΗΘΟΣ

    Η θεραπεία του πόνου στο στήθος ποικίλλει ανάλογα με το τι προκαλεί τον πόνο σας.

    Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ορισμένων από τις πιο κοινές αιτίες πόνου στο στήθος περιλαμβάνουν:

    • Χαλαρωτικά αρτηριών. Η νιτρογλυκερίνη, που συνήθως λαμβάνεται ως δισκίο κάτω από τη γλώσσα, διαστέλλει, τις καρδιακές αρτηρίες, ώστε το αίμα να μπορεί να ρέει πιο εύκολα μέσα από τα στενά διαστήματα. Ορισμένα φάρμακα για την αρτηριακή πίεση χαλαρώνουν και διευρύνουν τα αιμοφόρα αγγεία.
    • Ασπιρίνη. Εάν οι πάροχοι υγειονομικής περίθαλψης πιστεύουν ότι ο πόνος στο στήθος σχετίζεται με την καρδιά σας, πιθανότατα θα σας χορηγηθεί ασπιρίνη.
    • Θρομβολυτικά φάρμακα. Εάν υποφέρετε από καρδιακή προσβολή, μπορεί να λάβετε αυτά τα φάρμακα που καταστρέφουν τους θρόμβους. Αυτά λειτουργούν για να διαλύσουν τον θρόμβο που εμποδίζει το αίμα να φτάσει στον καρδιακό μυ.
    • Αντιπηκτικά. Εάν έχετε θρόμβο σε μια αρτηρία που τροφοδοτεί την καρδιά ή τους πνεύμονές σας, πιθανότατα θα σας χορηγηθούν φάρμακα που παρεμβαίνουν στην πήξη του αίματος για να αποτρέψουν τη δημιουργία περισσότερων θρόμβων.
    • Φάρμακα κατασταλτικά των γαστρικών οξέων. Εάν ο πόνος στο στήθος προκαλείται από το στομαχικό οξύ που παλινδρομεί στον οισοφάγο, ένας πάροχος υγειονομικής περίθαλψης μπορεί να προτείνει φάρμακα που μειώνουν την ποσότητα οξέος στο στομάχι.
    • Αντικαταθλιπτικά. Εάν υποφέρετε από κρίσεις πανικού, ο πάροχος υγειονομικής περίθαλψης μπορεί να σας συνταγογραφήσει αντικαταθλιπτικά για να ελέγξετε τα συμπτώματα. Η θεραπεία ομιλίας, όπως η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία, μπορεί επίσης να συνιστάται.

    Χειρουργικές και άλλες επεμβάσεις

    Οι διαδικασίες για τη θεραπεία ορισμένων από τις πιο επικίνδυνες αιτίες πόνου στο στήθος περιλαμβάνουν:

    • Αγγειοπλαστική και τοποθέτηση stent. Ο πόνος στο στήθος που προκαλείται από απόφραξη μιας αρτηρίας που τροφοδοτεί την καρδιά αντιμετωπίζεται συνήθως με αγγειοπλαστική. Ο γιατρός εισάγει έναν καθετήρα με ένα μπαλόνι στην άκρη σε ένα μεγάλο αιμοφόρο αγγείο, συνήθως στη βουβωνική χώρα, και οδηγεί τον καθετήρα στην απόφραξη. Ο γιατρός φουσκώνει το μπαλόνι για να διευρύνει την αρτηρία, στη συνέχεια το ξεφουσκώνει και αφαιρεί τον καθετήρα. Ένας μικρός σωλήνας από συρμάτινο πλέγμα (stent) τοποθετείται συχνά στο εξωτερικό της άκρης του μπαλονιού του καθετήρα. Όταν διαστέλλεται, το στεντ ασφαλίζει στη θέση του για να κρατήσει την αρτηρία ανοιχτή.
    • Χειρουργική παράκαμψης (By pass). Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, οι χειρουργοί παίρνουν ένα αιμοφόρο αγγείο από άλλο μέρος του σώματος και το χρησιμοποιούν για να δημιουργήσουν μια εναλλακτική οδό για να περάσει το αίμα γύρω από την φραγμένη αρτηρία.
    • Επείγουσα επισκευή διαχωρισμού ή ρήξης αορτής. Μπορεί να χρειαστείτε επείγουσα χειρουργική επέμβαση για να επιδιορθώσετε μια αορτική ρήξη, μια απειλητική για τη ζωή κατάσταση κατά την οποία η αρτηρία που μεταφέρει αίμα από την καρδιά στο υπόλοιπο σώμα σπάει.
    • Αποκατάσταση του πνευμοθώρακα. Εάν έχετε πνευμοθώρακα, ένας πάροχος υγειονομικής περίθαλψης μπορεί να εισάγει ένα σωλήνα στο στήθος για να φουσκώσει ξανά τον πνεύμονα.

    Τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τον πόνο στο στήθος

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τον πόνο στο στήθος

    man feeling chest pain vector

    Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα  για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με το θεράποντα ιατρό.

    Διαβάστε, επίσης,

    Μυοκαρδιοπάθεια τελικού σταδίου

    Διαχωριστικό ανεύρυσμα αορτής

    Κατάλυση με καθετήρα για την κολπική μαρμαρυγή

    Οι μορφές των εκδηλώσεων της στεφανιαίας νόσου

    Μη αποφρακτική νόσος των στεφανιαίων αρτηριών

    Διαταραχή γενικευμένου άγχους

    Πνευμονική εμβολή

    Το ΤΙΜΙ τεστ για την πρόγνωση των οξέων στεφανιαίων συνδρόμων

    Το TIPI τεστ για το έμφραγμα του μυοκαρδίου

    Οξέα στεφανιαία σύνδρομα

    Κρίσεις πανικού

    Αθηροσκλήρωση

    Σε υποψία εμφράγματος πάρτε ασπιρίνη

    Επικίνδυνοι πόνοι

    Μυοκαρδίτιδα

    www.emedi.gr

     

  • Αιμοθώρακας Αιμοθώρακας

    Χρήσιμες πληροφορίες για τον αιμοθώρακα

    Αιμοθώρακας είναι η συλλογή αίματος στην υπεζωκοτική κοιλότητα.

    Τα χαρακτηριστικά συμπτώματα και σημεία περιλαμβάνουν θωρακικό άλγος, δύσπνοια, αδυναμία, ταχυκαρδία και ασύμμετρες θωρακικές κινήσεις.

    Συνήθης πορεία, οξεία.

    Ο αιμοθώρακας είναι μια συσσώρευση αίματος εντός της υπεζωκοτικής κοιλότητας. Τα συμπτώματα ενός αιμοθώρακα μπορεί να περιλαμβάνουν πόνο στο στήθος και δυσκολία στην αναπνοή, ενώ τα κλινικά σημεία μπορεί να περιλαμβάνουν μειωμένους ήχους αναπνοής στην πληγείσα πλευρά και γρήγορο καρδιακό ρυθμό.

    Οι αιμοθώρακες προκαλούνται συνήθως από τραυματισμό, αλλά μπορεί να εμφανιστούν αυτόματα λόγω καρκίνου που εισβάλλει στην υπεζωκοτική κοιλότητα, ως αποτέλεσμα διαταραχής της πήξης του αίματος, ως ασυνήθιστη εκδήλωση ενδομητρίωσης, ως απόκριση σε κατάρρευση πνεύμονα ή σπάνια σε συνδυασμό με άλλες συνθήκες.

    Οι αιμοθώρακες συνήθως διαγιγνώσκονται με ακτινογραφία θώρακος, αλλά μπορούν να εντοπιστούν χρησιμοποιώντας άλλες μορφές απεικόνισης, όπως υπερηχογράφημα, αξονική τομογραφία ή μαγνητική τομογραφία. Μπορούν να διαφοροποιηθούν από άλλες μορφές υγρού εντός της υπεζωκοτικής κοιλότητας αναλύοντας ένα δείγμα του υγρού και ορίζονται ότι έχουν αιματοκρίτη μεγαλύτερο από 50% εκείνου του αίματος του ατόμου.

    Ο αιμοθώρακας μπορεί να αντιμετωπιστεί με παροχέτευση του αίματος χρησιμοποιώντας θωρακικό σωλήνα. Μπορεί να απαιτηθεί χειρουργική επέμβαση εάν η αιμορραγία συνεχίζεται. Εάν αντιμετωπιστεί, η πρόγνωση είναι συνήθως καλή. Οι επιπλοκές ενός αιμοθώρακα περιλαμβάνουν μόλυνση εντός της υπεζωκοτικής κοιλότητας και σχηματισμό ουλώδους ιστού.

    Οι πνεύμονες περιβάλλονται από δύο στρώματα ιστού που ονομάζονται πνευμονικοί υπεζωκότες. Στους περισσότερους υγιείς ανθρώπους, αυτά τα δύο στρώματα είναι στενά τοποθετημένα, χωρισμένα μόνο από μια μικρή ποσότητα υπεζωκοτικού υγρού. Σε ορισμένες παθολογικές καταστάσεις, ο χώρος μεταξύ αυτών των δύο στοιβάδων, που ονομάζεται υπεζωκοτική κοιλότητα, διογκώνεται με υγρό. Αυτή η συσσώρευση υγρού στην υπεζωκοτική κοιλότητα ονομάζεται υπεζωκοτική συλλογή. Στις υπεζωκοτικές συλλογές δίνονται συγκεκριμένα ονόματα ανάλογα με τη φύση του υγρού: υδροθώρακας για ορογόνο υγρό, πυοθώρακας για πύον, αιμοθώρακας για το αίμα και ουρινοθώρακας για τα ούρα.

    ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΑΙΜΟΘΩΡΑΚΑ

    Τα σημεία και τα συμπτώματα περιλαμβάνουν άγχος, γρήγορη αναπνοή, ανησυχία, σοκ και χλωμό, δροσερό, μαλακό δέρμα. Όταν η πληγείσα περιοχή κρουστεί, μπορεί να παρατηρηθεί μια θαμπή αίσθηση. Οι φλέβες του λαιμού μπορεί να είναι επίπεδες και οι ήχοι της αναπνοής μειωμένοι. Μπορεί επίσης να προκαλέσει κατάρρευση του πνεύμονα (ατελεκτασία). Ο μαζικός αιμοθώρακας, ο οποίος συχνά ορίζεται ως πάνω από 1,5 λίτρο αίματος αρχικά όταν τοποθετείται μεσοπλεύρια παροχέτευση ή με ρυθμό αιμορραγίας μεγαλύτερο από 0,2 λίτρα/ώρα, μπορεί να οδηγήσει σε σοκ με δύο αιτίες: μαζική αιμορραγία που προκύπτει από υποογκαιμικό σοκ και φλεβική πίεση από το κατακρατημένο αίμα, μειώνοντας τη ροή του αίματος.

    hemothorax 2

    ΑΙΤΙΑ ΑΙΜΟΘΩΡΑΚΑ

    • Αληθής αιμορραγία μέσα στην υπεζωκοτική κοιλότητα 
    • Διαμπερές τραύμα στο θώρακα
    • Τυφλό τραύμα στο θώρακα
    • Αιματολογικές διαταραχές 

    Οι αιμοθώρακες ταξινομούνται σε τρεις μεγάλες κατηγορίες ανάλογα με την αιτία και τη σειρά συχνότητας: τραυματικές, ιατρογενείς ή μη τραυματικές. Και οι τρεις κατηγορίες έχουν τη δυνατότητα να επηρεάσουν τις κύριες αρτηρίες και να οδηγήσουν σε θάνατο από απώλεια αίματος.

    Τραυματικός

    Ο αιμοθώρακας προκαλείται συχνότερα από αμβλύ ή διεισδυτικό τραύμα στο στήθος. Σε αμβλείς τραυματικές περιπτώσεις, ο αιμοθώρακας εμφανίζεται συνήθως όταν το κάταγμα της πλευράς καταστρέφει τα μεσοπλεύρια αγγεία ή το ενδοπαρεγχυματικό πνευμονικό αγγείο, ενώ σε διεισδυτικό τραύμα, ο αιμοθώρακας εμφανίζεται λόγω τραυματισμών που επηρεάζουν άμεσα τα αιμοφόρα αγγεία στο θωρακικό τοίχωμα, το παρέγχυμα του πνεύμονα ή την καρδιά. Εάν τα μεγάλα αιμοφόρα αγγεία όπως η αορτή έχουν υποστεί βλάβη, η απώλεια αίματος μπορεί να είναι τεράστια. Μικρό τραύμα στο στήθος μπορεί να προκαλέσει αιμοθώρακα όταν η ικανότητα του αίματος να πήζει μειώνεται ως αποτέλεσμα είτε των αντιπηκτικών φαρμάκων είτε όταν υπάρχουν αιμορραγικές διαταραχές όπως η αιμορροφιλία.

    Ιατρογενής

    Ο ιατρογενής αιμοθώρακας μπορεί να εμφανιστεί ως επιπλοκή της χειρουργικής επέμβασης καρδιάς και πνευμόνων, για παράδειγμα ρήξη πνευμονικών αρτηριών που προκαλείται από την τοποθέτηση καθετήρων, θωρακοτομή, θωρακοστομία ή θωρακοκέντηση. Οι πιο κοινές ιατρογενείς αιτίες περιλαμβάνουν καθετηριασμούς υποκλείδιων φλεβών και τοποθετήσεις θωρακικού σωλήνα, με ποσοστό εμφάνισης περίπου 1% Μερικές φορές, ένας καθετήρας Swan-Ganz προκαλεί ρήξη της πνευμονικής αρτηρίας, προκαλώντας μαζικό αιμοθώρακα. Μπορεί επίσης να προκληθεί από άλλες διαδικασίες όπως υπεζωκοτικές βιοψίες, βιοψίες πνεύμονα ή διαβρογχικές βιοψίες (EBUS-Endobronchial Ultrasound-ενδοβρογχικός υπέρηχος) CPR, διαδικασία Nuss (η ελάχιστα επεμβατική διαδικασία Nuss γίνεται με γενική αναισθησία. Η μέθοδος αυτή πραγματοποιείται θωρακοσκοπικά (VATS) και περιλαμβάνει την δημιουργία οριζόντιας διόδου πίσω από το στέρνο μέσω δύο μικρών οπών σε κάθε πλευρά του θώρακα. Μία ειδική κυρτή μεταλλική ράβδος, προσαρμοσμένη στην ανατομία του ασθενούς προωθείται υπό άμεση θωρακοσκοπική όραση από τη δίοδο πίσω από το στέρνο και στη συνέχεια περιστρέφεται 180 μοίρες, με αποτέλεσμα την πρόσθια απώθηση του στέρνου σε μία περισσότερο φυσιολογική θέση. Η μεταλλική αυτή ράβδος παραμένει για 2 έως 3 χρόνια κατά τα οποία ο θώρακας και το στέρνο του ασθενούς προσαρμόζονται και παγιοποιούνται στη νέα θέση. Η ράβδος αφαιρείται στη συνέχεια χειρουργικά με μέσο χρόνο νοσηλείας 1 ημέρα) ή ενδοσκοπική θεραπεία κιρσών οισοφάγου. Ο ιατρογενής αιμοθώρακας είναι πιο συχνός σε άτομα που πάσχουν από χρόνια νεφρική νόσο στη μονάδα εντατικής θεραπείας.

    Μη τραυματικός

    Λιγότερο συχνά, αιμοθώρακες μπορεί να εμφανιστούν αυτόματα. Οι μη τραυματικοί αιμοθώρακες εμφανίζονται συχνότερα ως επιπλοκή ορισμένων μορφών καρκίνου εάν ο όγκος εισβάλει στον υπεζωκοτικό χώρο. Οι καρκίνοι που ευθύνονται για τους αιμοθώρακες περιλαμβάνουν τα αγγειοσάρκωμα, τα σβαννώματα, το μεσοθηλίωμα, τα θυμώματα, τους όγκους των γεννητικών κυττάρων και τον καρκίνο του πνεύμονα. Σημαντικοί αιμοθώρακες μπορεί να εμφανιστούν με αυτόματη ρήξη μικρών αγγείων όταν η ικανότητα του αίματος να πήζει μειώνεται ως αποτέλεσμα των αντιπηκτικών φαρμάκων. Σε περιπτώσεις που προκαλείται από αντιπηκτική θεραπεία, ο αιμοθώρακας γίνεται αντιληπτός 4-7 ημέρες μετά την έναρξη της αντιπηκτικής θεραπείας. Σε περιπτώσεις θεραπείας της πνευμονικής εμβολής που περιπλέκει τον αιμοθώρακα, ο αιμοθώρακας βρίσκεται συνήθως στο πλάι της αρχικής εμβολής. Εκείνοι με ανώμαλη συσσώρευση αέρα μέσα στον υπεζωκοτικό χώρο (πνευμοθώρακας) μπορεί να αιμορραγήσουν στην κοιλότητα, κάτι που συμβαίνει περίπου στο 5% των περιπτώσεων αυτόματου πνευμοθώρακα. Ο προκύπτων συνδυασμός αέρα και αίματος εντός του υπεζωκοτικού χώρου είναι γνωστός ως αιμοπνευμοθώρακας. Η ανάπτυξη των οστών στην εξόστωση μπορεί να δημιουργήσει αιχμηρές άκρες, οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν σε αιμοθώρακα καταστρέφοντας τις γειτονικές αρτηρίες. Μπορεί να εμφανιστεί μετά τον τοκετό λόγω της αλλαγής της θωρακικής πίεσης κατά τον τοκετό.

    Αγγείων

    Τα αγγειακά αίτια του αιμοθώρακα περιλαμβάνουν τη ρήξη της κατιούσας αορτής, στην οποία περίπτωση αφορά αρχικά την αριστερή υπεζωκοτική και μεσοθωρακική περιοχή λόγω της στενής γειτνίασης με την υπεζωκοτική κοιλότητα. Σπάνια, μια ρήξη της θωρακικής αορτής μπορεί να οδηγήσει σε αιμοθώρακα, αλλά η αιμορραγία συνήθως εμφανίζεται στον περικαρδιακό χώρο. Η αυτόματη ρήξη των αιμοφόρων αγγείων είναι πιο πιθανό να συμβεί σε άτομα με διαταραχές που εξασθενούν τα αιμοφόρα αγγεία, όπως ορισμένες μορφές συνδρόμου Ehlers-Danlos, διαταραχές που οδηγούν σε κακοσχηματισμένα αιμοφόρα αγγεία όπως παρατηρούνται στο σύνδρομο Rendu-Osler-Weber ή σε αιμορραγικές διαταραχές όπως όπως η αιμορροφιλία και η θρομβοασθένεια Glanzmann. Άλλες σπάνιες αιτίες αιμοθώρακα περιλαμβάνουν τη νευροϊνωμάτωση τύπου 1 και εξωμυελική αιμοποίηση.

    Καταμήνιος αιμοθώρακας

    Σπάνια, αιμοθώρακες μπορεί να προκύψουν λόγω εξωπυελικής ενδομητρίωσης, μιας κατάστασης κατά την οποία ιστός παρόμοιος με την επένδυση που φυσιολογικά καλύπτει το εσωτερικό της μήτρας σχηματίζεται σε ασυνήθιστες θέσεις έξω από την πύελο. Ο ενδομητριωτικός ιστός που εμφυτεύεται στην υπεζωκοτική επιφάνεια μπορεί να αιμορραγήσει ως απόκριση στις ορμονικές αλλαγές του εμμηνορροϊκού κύκλου, προκαλώντας αυτό που είναι γνωστό ως καταμήνιος αιμοθώρακας ως μέρος της θωρακικής ενδομητρίωσης μαζί με καταμήνιο πνευμοθώρακα, καταμηνιακή αιμόπτυση και πνευμονικά οζίδια ενδομητρίωσης. Ο καταμήνιος αιμοθώρακας αντιπροσωπεύει το 14% των περιπτώσεων συνδρόμου θωρακικής ενδομητρίωσης, ενώ ο καταμήνιος πνευμοθώρακας παρατηρείται στο 73%, η αιμόπτυση της εμμηνόρροιας στο 7% και οι πνευμονικοί όζοι στο 6%.

    ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΑΙΜΟΘΩΡΑΚΑ

    Όταν εμφανίζεται αιμοθώρακας, το αίμα εισέρχεται στην υπεζωκοτική κοιλότητα. Η απώλεια αίματος από την κυκλοφορία έχει πολλά αποτελέσματα. Πρώτον, καθώς το αίμα συσσωρεύεται εντός της υπεζωκοτικής κοιλότητας, αρχίζει να παρεμβαίνει στη φυσιολογική κίνηση των πνευμόνων, εμποδίζοντας τον έναν ή και τους δύο πνεύμονες από το να διαστέλλονται πλήρως και επομένως παρεμποδίζοντας τη φυσιολογική μεταφορά οξυγόνου και διοξειδίου του άνθρακα προς και από το αίμα. Δεύτερον, το αίμα που έχει χαθεί στην υπεζωκοτική κοιλότητα δε μπορεί πλέον να κυκλοφορήσει. Ο αιμοθώρακας μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική απώλεια αίματος - κάθε μισό του θώρακα μπορεί να χωρέσει περισσότερα από 1500 χιλιοστόλιτρα αίματος, που αντιπροσωπεύει περισσότερο από το 25% του συνολικού όγκου αίματος ενός μέσου ενήλικα. Το σώμα μπορεί να δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει αυτή την απώλεια αίματος και προσπαθεί να αντισταθμίσει διατηρώντας την αρτηριακή πίεση αναγκάζοντας την καρδιά να αντλεί σκληρότερα και πιο γρήγορα και πιέζοντας ή συστέλλοντας μικρά αιμοφόρα αγγεία στα χέρια και τα πόδια. Αυτοί οι μηχανισμοί αντιστάθμισης μπορούν να αναγνωριστούν από έναν γρήγορο καρδιακό ρυθμό ηρεμίας και τα ψυχρά δάχτυλα των χεριών και των ποδιών. Εάν το αίμα μέσα στην υπεζωκοτική κοιλότητα δεν αφαιρεθεί, τελικά θα πήξει. Αυτός ο θρόμβος τείνει να κολλάει τον βρεγματικό και τον σπλαχνικό υπεζωκότα και έχει τη δυνατότητα να οδηγήσει σε ουλές εντός του υπεζωκότα, οι οποίες, εάν είναι εκτεταμένες, οδηγούν στην κατάσταση που είναι γνωστή ως ινοθώρακας. Μετά την αρχική απώλεια αίματος, ένας μικρός αιμοθώρακας μπορεί να ερεθίσει τον υπεζωκότα, προκαλώντας τη διαρροή επιπλέον υγρού, οδηγώντας σε υπεζωκοτική συλλογή με κηίδες αίματος. Επιπλέον, καθώς τα ένζυμα στο υπεζωκοτικό υγρό αρχίζουν να διασπούν τον θρόμβο, η συγκέντρωση πρωτεΐνης του υπεζωκοτικού υγρού αυξάνεται. Ως αποτέλεσμα, η ωσμωτική πίεση της υπεζωκοτικής κοιλότητας αυξάνεται, προκαλώντας διαρροή υγρού στην υπεζωκοτική κοιλότητα από τους περιβάλλοντες ιστούς.

    ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΑΙΜΟΘΩΡΑΚΑ

    Οι αιμοθώρακες ανιχνεύονται συχνότερα με ακτινογραφία θώρακος, αν και μερικές φορές χρησιμοποιείται υπερηχογράφημα σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Μπορεί να υπάρχει υποψία σε οποιοδήποτε άτομο με οποιοδήποτε θωρακικό τραύμα. Ωστόσο, οι απλές ακτινογραφίες μπορεί να χάσουν μικρότερους αιμοθώρακες ενώ άλλες μέθοδοι απεικόνισης όπως η αξονική τομογραφία (CT) ή η μαγνητική τομογραφία μπορεί να είναι πιο ευαίσθητες. Σε περιπτώσεις όπου η φύση μιας συλλογής αμφισβητείται, ένα δείγμα υγρού μπορεί να αναρροφηθεί και να αναλυθεί με μια διαδικασία που ονομάζεται θωρακοκέντηση. Αρχικά χρησιμοποιείται φυσική εξέταση. Η ακρόαση έχει αναφερθεί ότι έχει ακρίβεια σχεδόν 100% στη διάγνωση του αιμοπνευμοθώρακα.

    Ακτινογραφία θώρακος

    Η ακτινογραφία θώρακος είναι η πιο συχνή τεχνική που χρησιμοποιείται για τη διάγνωση του αιμοθώρακα. Οι ακτινογραφίες θα πρέπει ιδανικά να λαμβάνονται σε όρθια θέση (ακτινογραφία θώρακος σε όρθια θέση), αλλά μπορούν να πραγματοποιηθούν με το άτομο ξαπλωμένο ανάσκελα (ύπτια) εάν η ακτινογραφία θώρακα σε όρθια θέση δεν είναι εφικτή. Σε μια ακτινογραφία θώρακος σε όρθια θέση, προτείνεται αιμοθώρακας όταν υπάρχει άμβλυνση της κοστοφρενική γωνία ή μερική ή πλήρη θολότητα του προσβεβλημένου μισού του θώρακα. Σε ένα φιλμ σε ύπτια θέση το αίμα τείνει να σχηματίζει στρώματα στον υπεζωκοτικό χώρο, αλλά μπορεί να εκτιμηθεί ως θολότητα του ενός μισού του θώρακα σε σχέση με το άλλο. Ένας μικρός αιμοθώρακας μπορεί να μη διαγνωσθεί σε μια ακτινογραφία θώρακος, καθώς αρκετές εκατοντάδες χιλιοστόλιτρα αίματος μπορεί να κρυφτούν από το διάφραγμα και τα κοιλιακά σπλάχνα. Οι ακτινογραφίες σε ύπτια θέση είναι ακόμη λιγότερο ευαίσθητες και μπορεί να μη φανεί ένα λίτρο αίματος σε μια ακτινογραφία σε ύπτια θέση.

    Άλλες μέθοδοι

    Το υπερηχογράφημα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ανίχνευση αιμοθώρακα και άλλων υπεζωκοτικών συλλογών. Αυτή η τεχνική είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στις περιπτώσεις τραύματος, καθώς παρέχει γρήγορα και αξιόπιστα αποτελέσματα στο κρεβάτι. Το υπερηχογράφημα είναι πιο ευαίσθητο από την ακτινογραφία θώρακα στην ανίχνευση του αιμοθώρακα. Ο υπέρηχος μπορεί να μην είναι διαγνωστικός σε άτομα που είναι νοσηρά παχύσαρκα ή έχουν υποδόριο εμφύσημα. Όταν η αξονική τομογραφία δεν είναι διαθέσιμη  ή το άτομο δεν μπορεί να μετακινηθεί, χρησιμοποιείται υπερηχογράφημα. Η αξονική τομογραφία μπορεί να είναι χρήσιμη για τη διάγνωση του αιμοθώρακα, καθώς αυτή η μορφή απεικόνισης μπορεί να ανιχνεύσει πολύ μικρότερες ποσότητες υγρού από μια απλή ακτινογραφία θώρακος. Ωστόσο, η αξονική τομογραφία χρησιμοποιείται λιγότερο ως κύριο μέσο διάγνωσης στο πλαίσιο του τραύματος, καθώς αυτές οι σαρώσεις απαιτούν τη μεταφορά ενός βαρέως πάσχοντος ατόμου σε σαρωτή, είναι πιο αργές και απαιτούν από τον ασθενή να παραμένει σε ύπτια θέση. Η μαγνητική τομογραφία (MRI) μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη διαφοροποίηση μεταξύ αιμοθώρακα και άλλων μορφών υπεζωκοτικής συλλογής και μπορεί να ανιχνεύσει πόσο καιρό υπάρχει ο αιμοθώρακας. Το φρέσκο ​​αίμα μπορεί να θεωρηθεί ως υγρό με χαμηλά σήματα Τ1 αλλά υψηλά Τ2, ενώ το αίμα που υπάρχει για περισσότερες από μερικές ώρες εμφανίζει τόσο χαμηλά σήματα Τ1 όσο και Τ2. Η μαγνητική τομογραφία χρησιμοποιείται σπάνια σε συνθήκες τραύματος λόγω του παρατεταμένου χρόνου που απαιτείται για τη διενέργεια της μαγνητικής τομογραφίας και της υποβάθμισης της ποιότητας της εικόνας που συμβαίνει με την κίνηση.

    Αν και οι τεχνικές απεικόνισης μπορούν να αποδείξουν ότι υπάρχει υγρό στον υπεζωκοτικό χώρο, μπορεί να είναι ασαφές τι αντιπροσωπεύει αυτό το υγρό. Για να προσδιοριστεί η φύση του υγρού, ένα δείγμα μπορεί να αφαιρεθεί εισάγοντας μια βελόνα στην υπεζωκοτική κοιλότητα σε μια διαδικασία γνωστή ως θωρακοκέντηση ή υπεζωκοτική παρακέντηση. Σε αυτό το πλαίσιο, η πιο σημαντική εκτίμηση του υπεζωκοτικού υγρού είναι το ποσοστό κατ' όγκο που προσλαμβάνεται από τα ερυθρά αιμοσφαίρια (ο αιματοκρίτης). Ο αιμοθώρακας ορίζεται ως ο αιματοκρίτης τουλάχιστον του 50% αυτού που βρίσκεται στο το αίμα του προσβεβλημένου ατόμου, αν και ο αιματοκρίτης ενός χρόνιου αιμοθώρακα μπορεί να είναι μεταξύ 25 και 50% εάν έχει εκκριθεί επιπλέον υγρό από τον υπεζωκότα. Το υπεζωκοτικό υγρό μπορεί να αραιώσει τους αιμοθώρακες σε μόλις 3-4 ημέρες. Τα ερυθρά αιμοσφαίρια στην συλλογή διασπώνται αυτόματα. Η διάκριση του υπεζωκοτικού υγρού από το αίμα  είναι αδύνατη όταν η τιμή του αιματοκρίτη είναι πάνω από 5%. Για αυτούς τους λόγους, ακόμη και αν υπάρχει τιμή αιματοκρίτη κάτω του 50%, μπορούν να γίνουν περαιτέρω έρευνες προκειμένου να διαπιστωθεί εάν υπάρχει πηγή αιμορραγίας. Ο αιματοκρίτης μπορεί να υπολογιστεί χονδρικά διαιρώντας τον αριθμό των ερυθρών αιμοσφαιρίων του υπεζωκοτικού υγρού με το 100.000. Η θωρακοκέντηση είναι η εξέταση που χρησιμοποιείται πιο συχνά για τη διάγνωση αιμοθώρακα σε ζώα. Ο αιμοθώρακας μπορεί από μόνος του να είναι μια σπάνια επιπλοκή της θωρακοκέντησης εάν η μεσοπλεύρια αρτηρία παρακεντηθεί.

    hemothorax 1

    ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΑΙΜΟΘΩΡΑΚΑ

    • Παροχέτευση με καθετήρα
    • Θωρακοτομή αν υπάρχει συνεχής σοβαρή αιμορραγία

    Η θεραπεία ενός αιμοθώρακα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την έκταση της αιμορραγίας. Ενώ οι μικροί αιμοθώρακες μπορεί να απαιτούν ελάχιστη θεραπεία, οι μεγαλύτεροι αιμοθώρακες μπορεί να απαιτούν αναζωογόνηση υγρού για την αντικατάσταση του αίματος που έχει χαθεί, την παροχέτευση του αίματος εντός του υπεζωκοτικού χώρου με τη χρήση μιας διαδικασίας γνωστής ως θωρακοστομίας και ενδεχομένως χειρουργική επέμβαση, όπως θωρακοτομή ή χρήση της βιντεοβοηθούμενης θωρακοσκοπικής χειρουργικής (VATS) για την πρόληψη περαιτέρω αιμορραγίας. Περιστασιακά, ο διακαθετηριακός αρτηριακός εμβολισμός μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να σταματήσει η συνεχιζόμενη αρτηριακή αιμορραγία. Οι πρόσθετες θεραπευτικές επιλογές περιλαμβάνουν αντιβιοτικά για τη μείωση του κινδύνου μόλυνσης και ινωδολυτική θεραπεία για τη διάσπαση του πηγμένου αίματος εντός του υπεζωκοτικού χώρου.

    Θωρακοστομία

    Το αίμα στην κοιλότητα μπορεί να αφαιρεθεί με την εισαγωγή μιας παροχέτευσης (θωρακικός σωλήνας). Αυτή η διαδικασία ενδείκνυται για τις περισσότερες αιτίες αιμοθώρακα, αλλά θα πρέπει να αποφεύγεται σε ρήξη αορτής, η οποία πρέπει να αντιμετωπιστεί με άμεση χειρουργική επέμβαση. Ο σωλήνας θωρακοστομίας τοποθετείται συνήθως μεταξύ των πλευρών στον έκτο ή τον έβδομο μεσοπλεύριο χώρο στη μέση της μασχαλιαίας γραμμής. Είναι σημαντικό να αποφευχθεί η απόφραξη ενός θωρακικού σωλήνα από πηγμένο αίμα, καθώς η απόφραξη εμποδίζει την επαρκή παροχέτευση του υπεζωκοτικού χώρου. Η πήξη εμφανίζεται καθώς ο καταρράκτης της πήξης ενεργοποιείται όταν το αίμα φεύγει από τα αιμοφόρα αγγεία και έρχεται σε επαφή με την υπεζωκοτική επιφάνεια, τον τραυματισμένο πνεύμονα ή το θωρακικό τοίχωμα ή το σωλήνα θωρακοστομίας. Η ανεπαρκής παροχέτευση μπορεί να οδηγήσει σε κατακράτηση αιμοθώρακα, αυξάνοντας τον κίνδυνο μόλυνσης στον υπεζωκοτικό χώρο (εμπύημα) ή το σχηματισμό ουλώδους ιστού (ινοθώρακας). Θα πρέπει να χρησιμοποιούνται σωλήνες θωρακοστομίας με διάμετρο 24–36 F (σωλήνες μεγάλης οπής), καθώς αυτοί μειώνουν τον κίνδυνο θρόμβων αίματος που εμποδίζουν τον σωλήνα. Ο χειροκίνητος χειρισμός των θωρακικών σωλήνων (που αναφέρεται ως άρμεγμα) εκτελείται συνήθως για να διατηρηθεί ένας σωλήνας ανοιχτός, αλλά κανένα πειστικό στοιχείο δεν έχει δείξει ότι αυτό βελτιώνει την αποστράγγιση. Εάν ένας θωρακικός σωλήνας όντως αποφραχθεί, ο σωλήνας μπορεί να καθαριστεί χρησιμοποιώντας ανοιχτές ή κλειστές τεχνικές. Οι σωλήνες θα πρέπει να αφαιρούνται αμέσως μόλις σταματήσει η παροχέτευση, καθώς η παρατεταμένη τοποθέτηση του σωλήνα αυξάνει τον κίνδυνο εμπυήματος. 

    Χειρουργική επέμβαση

    Περίπου το 10-20% των τραυματικών περιπτώσεων αιμοθώρακα απαιτούν χειρουργική αντιμετώπιση. Οι μεγαλύτεροι αιμοθώρακες ή εκείνοι που συνεχίζουν να αιμορραγούν μετά την παροχέτευση, μπορεί να χρειαστούν χειρουργική επέμβαση. Αυτή η χειρουργική επέμβαση μπορεί να λάβει τη μορφή μιας παραδοσιακής επέμβασης ανοιχτού θώρακα (θωρακοτομή), αλλά μπορεί να πραγματοποιηθεί με τη χρήση βιντεουποβοηθούμενης θωρακοσκοπικής χειρουργικής (VATS). Αν και δεν υπάρχει γενικά αποδεκτό όριο για τον όγκο της απώλειας αίματος που απαιτείται πριν από την ένδειξη της χειρουργικής επέμβασης, οι γενικά αποδεκτές ενδείξεις περιλαμβάνουν περισσότερα από 1500 mL αίματος που παροχετεύθηκε από μια θωρακοστομία, ρυθμό αιμορραγίας άνω των 500 mL/ώρα την πρώτη ώρα ακολουθούμενη από πάνω από 200 mL, αιμοδυναμική αστάθεια ή ανάγκη για επαναλαμβανόμενες μεταγγίσεις αίματος. Το VATS είναι λιγότερο επεμβατικό και φθηνότερο από μια ανοιχτή θωρακοτομή και μπορεί να μειώσει τη διάρκεια της παραμονής στο νοσοκομείο, αλλά η θωρακοτομή μπορεί να προτιμάται όταν υπάρχει υποογκαιμικό σοκ, προκειμένου να παρακολουθείται η αιμορραγία. Η διαδικασία θα πρέπει ιδανικά να εκτελείται εντός 72 ωρών από τον τραυματισμό καθώς η καθυστέρηση μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο επιπλοκών. Στον θρόμβο αιμοθώρακα, το VATS είναι η γενικά προτιμώμενη διαδικασία για την αφαίρεση του θρόμβου και ενδείκνυται εάν ο αιμοθώρακας γεμίζει το 1/3 ή περισσότερο του ημιθώρακα. Ο ιδανικός χρόνος για την αφαίρεση θρόμβου με χρήση VATS είναι 48–96 ώρες, αλλά μπορεί να επιχειρηθεί έως και εννέα ημέρες μετά τον τραυματισμό.

    Άλλα

    Η θωρακοκέντηση δε χρησιμοποιείται πλέον στη θεραπεία του αιμοθώρακα, αν και μπορεί να εξακολουθεί να χρησιμοποιείται για τη θεραπεία μικρών αιμοθώρακων. Στον καταμήνιο αιμοθώρακα, η αιμορραγία είναι τυπικά αυτοπεριοριζόμενη και ήπια. Τα περισσότερα άτομα με την πάθηση είναι σταθερά και μπορούν να αντιμετωπιστούν με ορμονικές θεραπείες. Είναι μόνο μερικώς αποτελεσματικές. Η χειρουργική αφαίρεση του ενδομητρικού ιστού μπορεί να είναι απαραίτητη σε υποτροπιάζουσες περιπτώσεις. Ωστόσο, η ασθένεια συχνά υποτροπιάζει. Μπορεί να απαιτείται ανάνηψη με ενδοφλέβια υγρά ή με προϊόντα αίματος. Μπορεί να χορηγηθούν μεταγγίσεις πριν από την εισαγωγή στο νοσοκομείο. Οι ανωμαλίες πήξης, όπως αυτές που προκαλούνται από τα αντιπηκτικά φάρμακα, θα πρέπει να αντιστραφούν. Σε περίπτωση τραύματος χορηγούνται προφυλακτικά αντιβιοτικά για 24 ώρες. Οι θρόμβοι αίματος μπορεί να διατηρηθούν εντός της υπεζωκοτικής κοιλότητας παρά την παροχέτευση του θωρακικού σωλήνα. Αποτελούν παράγοντα κινδύνου για επιπλοκές όπως ο ινοθώρακας και το εμπύημα. Τέτοιοι συγκρατημένοι θρόμβοι θα πρέπει να αφαιρούνται, κατά προτίμηση με βιντεοβοηθούμενη θωρακοσκοπική χειρουργική (VATS). Εάν το VATS δεν είναι διαθέσιμο, μια εναλλακτική είναι η ινωδολυτική θεραπεία όπως η στρεπτοκινάση ή η ουροκινάση που χορηγείται απευθείας στον υπεζωκοτικό χώρο επτά έως δέκα ημέρες μετά τον τραυματισμό. Τα ζητήματα με την ινωδολυτική θεραπεία περιλαμβάνουν υψηλό κόστος και παρατεταμένη παραμονή στο νοσοκομείο. Ο υπολειπόμενος θρόμβος που δε διαλύεται ως απόκριση στα ινωδολυτικά μπορεί να απαιτεί χειρουργική αφαίρεση με τη μορφή αποφλοιώσεως.

    ΠΡΟΓΝΩΣΗ ΑΙΜΟΘΩΡΑΚΑ

    Η πρόγνωση μετά από αιμοθώρακα εξαρτάται από το μέγεθός του, τη θεραπεία που χορηγείται και την υποκείμενη αιτία. Ενώ οι μικροί αιμοθώρακες μπορεί να προκαλέσουν ελάχιστα προβλήματα, σε σοβαρές περιπτώσεις ένας αιμοθώρακας που δεν έχει υποβληθεί σε θεραπεία μπορεί να είναι γρήγορα θανατηφόρος λόγω της ανεξέλεγκτης απώλειας αίματος. Εάν αφεθεί χωρίς θεραπεία, η συσσώρευση αίματος μπορεί να ασκήσει πίεση στο μεσοθωράκιο και την τραχεία, περιορίζοντας την ικανότητα της καρδιάς να γεμίσει. Ωστόσο, εάν αντιμετωπιστεί, η πρόγνωση μετά από έναν τραυματικό αιμοθώρακα είναι συνήθως ευνοϊκή και εξαρτάται από άλλους μη θωρακικούς τραυματισμούς που έχουν συμβεί ταυτόχρονα, την ηλικία του ατόμου και την ανάγκη για μηχανικό αερισμό. Οι αιμοθώρακες που προκαλούνται από καλοήθεις παθήσεις όπως η ενδομητρίωση έχουν καλή πρόγνωση, ενώ αυτοί που προκαλούνται από νευροϊνωμάτωση τύπου 1 έχουν ποσοστό θανάτου 36% και αυτοί που προκαλούνται από ρήξη αορτής είναι συχνά θανατηφόροι. Το διεισδυτικό τραύμα είναι πολύ λιγότερο συχνό και έχει πολύ υψηλότερο ποσοστό θνησιμότητας, με έως και το 90% να πεθαίνει πριν φτάσει στο νοσοκομείο. Τα τραύματα από πυροβολισμό συνδέονται με υψηλότερα ποσοστά θανάτου σε σύγκριση με τα τραύματα από μαχαίρι. Σε περιπτώσεις διεισδυτικού τραύματος που αφορά την καρδιά, λιγότερο από το 1% επιβιώνει.

    ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ ΑΙΜΟΘΩΡΑΚΑ

    Επιπλοκές μπορεί να εμφανιστούν μετά από αιμοθώρακα και είναι πιο πιθανό να εμφανιστούν εάν το αίμα δεν έχει αποστραγγιστεί επαρκώς από την υπεζωκοτική κοιλότητα. Το αίμα που παραμένει εντός του υπεζωκοτικού χώρου μπορεί να μολυνθεί και να προκαλέσει εμπύημα. Εμφανίζεται στο 3–4% των τραυματικών περιπτώσεων και στο 27-33% των περιπτώσεων αιμοθώρακα. Είναι πιο πιθανές σε άτομα που εμφανίζουν σοκ, έχουν μόλυνση στον υπεζωκοτικό χώρο κατά τη διάρκεια του τραυματισμού, επίμονα βρογχοπλευρικά συρίγγια και αιματώματ στους πνεύμονες. Η πιθανότητα μπορεί να μειωθεί διατηρώντας τους σωλήνες θωρακοστομίας αποστειρωμένους και κρατώντας τις επιφάνειες του υπεζωκότα κοντά μεταξύ τους για να αποτραπεί η συσσώρευση υγρού ή αίματος μεταξύ των επιφανειών. Το αίμα που κατακρατείται μπορεί να ερεθίσει τον υπεζωκότα, προκαλώντας σχηματισμό ουλώδους ιστού (συμφύσεις). Εάν είναι εκτεταμένος, αυτός ο ουλώδης ιστός μπορεί να περιβάλλει τον πνεύμονα, περιορίζοντας την κίνηση του θωρακικού τοιχώματος και στη συνέχεια αναφέρεται ως ινοθώρακας. Λιγότερο από το 1 τοις εκατό των περιπτώσεων αναπτύσσουν ινοθώρακα. Περιπτώσεις με αιμοπνευμοθώρακα ή λοίμωξη αναπτύσσουν συχνότερα ινοθώρακα. Μετά την αφαίρεση του θωρακικού σωλήνα, πάνω από το 10% των περιπτώσεων αναπτύσσουν υπεζωκοτικές συλλογές που είναι ως επί το πλείστον αυτοπεριοριζόμενες και δεν αφήνουν μόνιμες επιπλοκές. Σε τέτοιες περιπτώσεις, γίνεται θωρακοκέντηση για να εξαλειφθεί η πιθανότητα ύπαρξης λοίμωξης. Άλλες πιθανές επιπλοκές περιλαμβάνουν ατελεκτασία, λοίμωξη των πνευμόνων, πνευμοθώρακα, σήψη, αναπνευστική δυσχέρεια, υπόταση, ταχυκαρδία, πνευμονία, συμφύσεις και διαταραχή της πνευμονικής λειτουργίας.

    Τα καλύτερα συμπληρώματα διατροφής για τους πνεύμονες

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τους πνεύμονες

    Respiratory Distress Syndrome

    Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα  για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με το θεράποντα ιατρό.

    Διαβάστε, επίσης,

    Χρήσιμες πληροφορίες για την πλευριτική συλλογή

    Ατελεκτασίες πνευμόνων

    Πότε να χορηγείτε οξυγόνο στον πνευμοθώρακα

    Διάχυτη ενδοαγγειακή πήξη

    Αγγειοσάρκωμα

    Παρακέντηση υπεζωκότα

    Πλευρίτιδα

    www.emedi.gr

     

  • Χρήσιμες πληροφορίες για την αιμολυτική αναιμία Χρήσιμες πληροφορίες για την αιμολυτική αναιμία

    Αιμολυτική αναιμία

    Αιμολυτική αναιμία είναι γενικός όρος που περιλαμβάνει ένα μεγάλο αριθμό αναιμιών, κατά τις οποίες υπάρχει βράχυνση του χρόνου ζωής των ερυθροκυττάρων (φυσιολογικό=120 ημέρες).

    Οι περισσότερες περιπτώσεις αιμόλυσης συμβαίνουν εξωαγγειακά στο σπλήνα, το ήπαρ και το μυελό των οστών.

    Χαρακτηριστικά: ρίγη, πυρετός, πόνος στη ράχη και την κοιλιά, αδυναμία, καταπληξία, ίκτερος, σπληνομεγαλία, αιμοσφαιρινουρία, δικτυοκυττάρωση.

    Οι τύποι της αιμολυτικής αναιμίας:

    • Αναιμία, αιμολυτική, επίκτητη αυτοάνοση
    • Αναιμία, αιμολυτική, επίκτητη λοιμώδης
    • Αναιμία, αιμολυτική, επίκτητη, φυσικοί, χημικοί παράγοντες
    • Αναιμία, αιμολυτική, συγγενής ελλειπτοκυτταρική
    • Αναιμία, αιμολυτική, ανεπάρκεια G-6-PD
    • Αναιμία, αιμολυτική, κληρονομική μη σφαιροκυτταρική 
    • Αναιμία, αιμολυτική, μικροαγγειοπαθητική 
    • Αναιμία, αιμολυτική, δρεπανοκυτταρική 
    • Αναιμία, αιμολυτική, μείζων θαλασσαιμία
    • Αναιμία, αιμολυτική, ελάσσων θαλασσαιμία

    Η αιμολυτική αναιμία είναι μια μορφή αναιμίας που οφείλεται στην αιμόλυση, στην ανώμαλη διάσπαση των ερυθρών αιμοσφαιρίων (RBCs), είτε στα αιμοφόρα αγγεία (ενδοαγγειακή αιμόλυση) είτε αλλού στο ανθρώπινο σώμα (εξωαγγειακή). Αυτό συμβαίνει συχνότερα εντός του σπλήνα, αλλά μπορεί επίσης να συμβεί στο δικτυοενδοθηλιακό σύστημα ή μηχανικά (βλάβη της προσθετικής βαλβίδας). Η αιμολυτική αναιμία ευθύνεται για το 5% όλων των υπαρχουσών αναιμιών. Έχει πολλές πιθανές συνέπειες, που κυμαίνονται από γενικά συμπτώματα έως απειλητικές για τη ζωή συστηματικές επιδράσεις. Η γενική ταξινόμηση της αιμολυτικής αναιμίας είναι είτε ενδογενής είτε εξωγενής. Η θεραπεία εξαρτάται από τον τύπο και την αιτία της αιμολυτικής αναιμίας. Τα συμπτώματα της αιμολυτικής αναιμίας είναι παρόμοια με άλλες μορφές αναιμίας (κόπωση και δύσπνοια), αλλά επιπλέον, η διάσπαση των ερυθρών αιμοσφαιρίων οδηγεί σε ίκτερο και αυξάνει τον κίνδυνο ιδιαίτερων μακροχρόνιων επιπλοκών, όπως χολόλιθοι και πνευμονικές υπέρταση.

    ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΑΙΜΟΛΥΤΙΚΗΣ ΑΝΑΙΜΙΑΣ

    Τα συμπτώματα της αιμολυτικής αναιμίας είναι παρόμοια με τα γενικά σημεία της αναιμίας.

    Τα γενικά σημεία και συμπτώματα περιλαμβάνουν: κόπωση, ωχρότητα, δύσπνοια και ταχυκαρδία. Στα μικρά παιδιά, η αδυναμία ανάπτυξης μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε μορφή αναιμίας. Επιπλέον, συμπτώματα που σχετίζονται με την αιμόλυση μπορεί να είναι παρόντα όπως ρίγη, ίκτερος, σκούρα ούρα και διογκωμένη σπλήνα. Ορισμένες πτυχές του ιατρικού ιστορικού μπορεί να υποδηλώνουν αιτία αιμόλυσης, όπως φάρμακα, παρενέργειες φαρμάκων, αυτοάνοσες διαταραχές, αντιδράσεις μετάγγισης αίματος, παρουσία προσθετικής καρδιακής βαλβίδας ή άλλη ιατρική ασθένεια. Η χρόνια αιμόλυση οδηγεί σε αυξημένη απέκκριση χολερυθρίνης στη χοληφόρο οδό, η οποία με τη σειρά της μπορεί να οδηγήσει σε πέτρες στη χολή. Η συνεχής απελευθέρωση ελεύθερης αιμοσφαιρίνης έχει συνδεθεί με την ανάπτυξη πνευμονικής υπέρτασης (αυξημένη πίεση πάνω από την πνευμονική αρτηρία). Αυτό, με τη σειρά του, οδηγεί σε επεισόδια συγκοπής (λιποθυμία), πόνο στο στήθος και προοδευτική δύσπνοια. Η πνευμονική υπέρταση προκαλεί τελικά καρδιακή ανεπάρκεια της δεξιάς κοιλίας, τα συμπτώματα της οποίας είναι το περιφερικό οίδημα (συσσώρευση υγρού στο δέρμα των ποδιών) και ο ασκίτης (συσσώρευση υγρού στην κοιλιακή κοιλότητα).

    ΑΙΤΙΑ ΑΙΜΟΛΥΤΙΚΗΣ ΑΝΑΙΜΙΑΣ

    • Ανεπάρκεια G-6-PD
    • Ενδογενείς ανωμαλίες των ερυθρών αιμοσφαιρίων (αιμοσφαρίνης ή ενζύμων) ή της μεμβράνης
    • Αντισώματα του ορού, τραυματισμός στην κυκλοφορία, λοιμώδεις παράγοντες
    • Παροδική ανεπάρκεια στην παραγωγή ερυθροκυττάρων 
    • Αυτοαντισώματα κατά ερυθροκυτταρικών αντιγόνων, ιδιοπαθή ή δευτεροπαθή λόγω αυτοάνοσης πάθησης 
    • Φαρμακογενής (τύπου πενικιλλίνης ή μεθυλντόπα)

    Μπορούν να ταξινομηθούν ανάλογα με τα μέσα αιμόλυσης, καθώς είναι είτε ενδογενείς σε περιπτώσεις όπου η αιτία σχετίζεται με τα ίδια τα ερυθρά αιμοσφαίρια (RBC) είτε εξωγενείς σε περιπτώσεις όπου κυριαρχούν παράγοντες εξωτερικοί των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Οι εγγενείς επιδράσεις μπορεί να περιλαμβάνουν προβλήματα με τις πρωτεΐνες των ερυθρών αιμοσφαιρίων ή λόγω οξειδωτικού στρες, ενώ οι εξωτερικοί παράγοντες περιλαμβάνουν την προσβολή του ανοσοποιητικού και τις μικροαγγειακές αγγειοπάθειες (τα ερυθρά αιμοσφαίρια καταστρέφονται μηχανικά στην κυκλοφορία).

    Ενδογενείς αιτίες αιμολυτικής αναιμίας

    Η κληρονομική αιμολυτική αναιμία μπορεί να οφείλεται σε:

    • Ελαττώματα παραγωγής της μεμβράνης των ερυθρών αιμοσφαιρίων (όπως στην κληρονομική σφαιροκυττάρωση και στην κληρονομική ελλειπτοκυττάρωση).
    • Διαταραχές στην παραγωγή αιμοσφαιρίνης (όπως στη θαλασσαιμία, τη δρεπανοκυτταρική αναιμία και τη συγγενή δυσερυθροποιητική αναιμία).
    • Ελαττωματικός μεταβολισμός των ερυθρών αιμοσφαιρίων (όπως στην ανεπάρκεια της αφυδρογονάσης της 6-φωσφορικής γλυκόζης και της ανεπάρκειας της πυροσταφυλικής κινάσης).

    Εξωγενείς αιτίες αιμολυτικής αναιμίας

    Η επίκτητη αιμολυτική αναιμία μπορεί να προκληθεί από ανοσολογικά αίτια, φάρμακα και άλλα διάφορα αίτια.

    • Τα αίτια που προκαλούνται από το ανοσοποιητικό μπορεί να περιλαμβάνουν παροδικούς παράγοντες όπως η λοίμωξη από Mycoplasma pneumoniae (νόσος ψυχρής συγκολλητίνης) ή μόνιμους παράγοντες όπως σε αυτοάνοσα νοσήματα όπως η αυτοάνοση αιμολυτική αναιμία (πιο συχνή σε ασθένειες όπως ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, η ρευματοειδής αρθρίτιδα, λέμφωμα Hodgkin και χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία).
    • Αιμολυτική αναιμία από σπινθηρογραφήματα.
    • Οποιαδήποτε από τις αιτίες του υπερσπληνισμού (αυξημένη δραστηριότητα του σπλήνα), όπως η πυλαία υπέρταση.
    • Η επίκτητη αιμολυτική αναιμία συναντάται επίσης σε εγκαύματα και ως αποτέλεσμα ορισμένων λοιμώξεων (π.χ. ελονοσία).
    • Η παροξυσμική νυχτερινή αιμοσφαιρινουρία (PNH), που μερικές φορές αναφέρεται ως σύνδρομο Marchiafava-Micheli, είναι μια σπάνια, επίκτητη, δυνητικά απειλητική για τη ζωή ασθένεια του αίματος που χαρακτηρίζεται από ενδαγγειακή αιμολυτική αναιμία που προκαλείται από το συμπλήρωμα.
    • Η δηλητηρίαση από μόλυβδο που προκύπτει από το περιβάλλον προκαλεί μη ανοσοποιητική αιμολυτική αναιμία.
    • Ομοίως, η δηλητηρίαση από αρσίνη (αρσενικό) προκαλεί επίσης αιμολυτική αναιμία.
    • Οι δρομείς μπορεί να υποφέρουν από αιμολυτική αναιμία λόγω της καταστροφής των ερυθρών αιμοσφαιρίων κατά την πρόσκρουση των ποδιών στο έδαφος.
    • Η χαμηλού βαθμού αιμολυτική αναιμία εμφανίζεται στο 70% των ληπτών προσθετικής καρδιακής βαλβίδας και σοβαρή αιμολυτική αναιμία εμφανίζεται στο 3%.

    maxresdefault 64

    ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΑΙΜΟΛΥΤΙΚΗΣ ΑΝΑΙΜΙΑΣ

    Στην αιμολυτική αναιμία, υπάρχουν δύο κύριοι μηχανισμοί αιμόλυσης, ενδαγγειακά και εξωαγγειακά.

    Ενδαγγειακή αιμόλυση Η ενδαγγειακή αιμόλυση περιγράφει την αιμόλυση που συμβαίνει κυρίως στο εσωτερικό του αγγείου. Ως αποτέλεσμα, το περιεχόμενο των ερυθρών αιμοσφαιρίων απελευθερώνεται στη γενική κυκλοφορία, οδηγώντας σε αιμοσφαιριναιμία και αυξάνοντας τον κίνδυνο επακόλουθης υπερχολερυθριναιμίας. Η ενδαγγειακή αιμόλυση μπορεί να συμβεί όταν τα ερυθρά αιμοσφαίρια στοχεύονται από αυτοαντισώματα, οδηγώντας σε διαταραχή του συμπληρώματος ή η βλάβη μπορεί να προκληθεί από παράσιτα όπως το Babesia.

    Εξωαγγειακή αιμόλυση Η εξωαγγειακή αιμόλυση αναφέρεται στην αιμόλυση που λαμβάνει χώρα στο ήπαρ, τον σπλήνα, τον μυελό των οστών και τους λεμφαδένες. Σε αυτή την περίπτωση λίγη αιμοσφαιρίνη διαφεύγει στο πλάσμα του αίματος. Τα μακροφάγα του δικτυοενδοθηλιακού συστήματος σε αυτά τα όργανα καταβροχθίζουν και καταστρέφουν τα ελαττωματικά ερυθρά αιμοσφαίρια ή εκείνα με συνδεδεμένα με αντισώματα και απελευθερώνουν μη συζευγμένη χολερυθρίνη στην κυκλοφορία του πλάσματος του αίματος. Τυπικά, ο σπλήνας καταστρέφει τα ηπίως ανώμαλα ερυθρά αιμοσφαίρια ή αυτά που είναι επικαλυμμένα με αντισώματα τύπου IgG, ενώ τα σοβαρά ανώμαλα ερυθρά αιμοσφαίρια ή αυτά που είναι επικαλυμμένα με αντισώματα τύπου IgM καταστρέφονται στην κυκλοφορία ή στο ήπαρ. Εάν η εξωαγγειακή αιμόλυση είναι εκτεταμένη, η αιμοσιδηρίνη μπορεί να εναποτεθεί στον σπλήνα, στο μυελό των οστών, στα νεφρά, στο ήπαρ και σε άλλα όργανα, με αποτέλεσμα την αιμοσιδήρωση. Σε ένα υγιές άτομο, ένα ερυθρό αιμοσφαίριο επιβιώνει 90 έως 120 ημέρες στην κυκλοφορία, επομένως περίπου το 1% των ανθρώπινων ερυθρών αιμοσφαιρίων διασπώνται κάθε μέρα. Ο σπλήνας είναι το κύριο όργανο που απομακρύνει τα παλιά και κατεστραμμένα ερυθρά αιμοσφαίρια από την κυκλοφορία. Σε υγιή άτομα, η διάσπαση και η απομάκρυνση των ερυθρών αιμοσφαιρίων από την κυκλοφορία συνδυάζεται με την παραγωγή νέων ερυθρών αιμοσφαιρίων στο μυελό των οστών. Σε συνθήκες όπου ο ρυθμός διάσπασης των ερυθρών αιμοσφαιρίων είναι αυξημένος, ο οργανισμός αρχικά αντισταθμίζει παράγοντας περισσότερα ερυθρά αιμοσφαίρια. Ωστόσο, η διάσπαση των ερυθρών αιμοσφαιρίων μπορεί να υπερβεί τον ρυθμό που το σώμα μπορεί να παράγει ερυθρά αιμοσφαίρια, και έτσι μπορεί να αναπτυχθεί αναιμία. Η χολερυθρίνη, ένα προϊόν διάσπασης της αιμοσφαιρίνης, μπορεί να συσσωρευτεί στο αίμα, προκαλώντας ίκτερο. Γενικά, η αιμολυτική αναιμία εμφανίζεται ως τροποποίηση του κύκλου ζωής των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Δηλαδή, αντί να συλλέγονται στο τέλος της ωφέλιμης ζωής τους και να απορρίπτονται κανονικά, τα ερυθρά διασπώνται κατά τρόπο που επιτρέπει σε ελεύθερα μόρια που περιέχουν σίδηρο να κυκλοφορούν στο αίμα. Με την πλήρη έλλειψη μιτοχονδρίων, τα ερυθρά αιμοσφαίρια βασίζονται στο μονοπάτι της φωσφορικής πεντόζης (PPP) για τα υλικά που χρειάζονται για τη μείωση της οξειδωτικής βλάβης. Οποιοσδήποτε περιορισμός της PPP μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη ευαισθησία στην οξειδωτική βλάβη και σε σύντομο ή μη φυσιολογικό κύκλο ζωής. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της ενδαγγειακής αιμόλυσης είναι η απελευθέρωση περιεχομένου RBC-ερυθρών αιμοσφαιρίων στην κυκλοφορία του αίματος. Ο μεταβολισμός και η αποβολή αυτών των προϊόντων, σε μεγάλο βαθμό ενώσεων που περιέχουν σίδηρο είναι ικανές να προκαλέσουν βλάβη μέσω των αντιδράσεων Fenton. Η ελεύθερη αιμοσφαιρίνη μπορεί να συνδεθεί με την απτοσφαιρίνη και το σύμπλοκο απομακρύνεται από την κυκλοφορία. Έτσι, μια μείωση της απτοσφαιρίνης μπορεί να υποστηρίξει τη διάγνωση αιμολυτικής αναιμίας. Εναλλακτικά, η αιμοσφαιρίνη μπορεί να οξειδωθεί και να απελευθερώσει την ομάδα αίμης που μπορεί να συνδεθεί είτε με την αλβουμίνη είτε με την αιμοπηξίνη. Η αίμη τελικά μετατρέπεται σε χολερυθρίνη και απομακρύνεται με τα κόπρανα και τα ούρα. Η αιμοσφαιρίνη μπορεί να καθαριστεί απευθείας από τους νεφρούς με αποτέλεσμα τη γρήγορη κάθαρση της ελεύθερης αιμοσφαιρίνης αλλά προκαλώντας τη συνεχιζόμενη απώλεια των νεφρικών σωληναριακών κυττάρων που είναι φορτωμένα με αιμοσιδηρίνη για πολλές ημέρες. Πρόσθετες επιδράσεις της ελεύθερης αιμοσφαιρίνης φαίνεται να οφείλονται σε συγκεκριμένες αντιδράσεις με το μονοξείδιο αζώτου-ΝΟ.

    ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΑΙΜΟΛΥΤΙΚΗΣ ΑΝΑΙΜΙΑΣ

    Η διάγνωση της αιμολυτικής αναιμίας μπορεί να διαγνωσθεί μέσω των συμπτωμάτων και βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην παρουσία αναιμίας, στο αυξημένο ποσοστό ανώριμων ερυθρών αιμοσφαιρίων και στη μείωση των επιπέδων της απτοσφαιρίνης, μιας πρωτεΐνης που δεσμεύεται με την ελεύθερη αιμοσφαιρίνη. Η εξέταση του επιχρίσματος του περιφερικού αίματος και κάποιες άλλες εργαστηριακές μελέτες μπορούν να συμβάλουν στη διάγνωση. Τα συμπτώματα της αιμολυτικής αναιμίας περιλαμβάνουν αυτά που μπορεί να εμφανιστούν σε όλες τις αναιμίες καθώς και τις συγκεκριμένες συνέπειες της αιμόλυσης. Όλες οι αναιμίες μπορεί να προκαλέσουν κόπωση, δύσπνοια, μειωμένη ικανότητα άσκησης όταν είναι σοβαρές. Τα συμπτώματα που σχετίζονται ειδικά με την αιμόλυση περιλαμβάνουν ίκτερο και σκουρόχρωμα ούρα λόγω της παρουσίας αιμοσφαιρίνης (αιμοσφαιρινουρία). Η άμεση εξέταση του αίματος κάτω από μικροσκόπιο σε ένα επίχρισμα περιφερικού αίματος μπορεί να δείξει θραύσματα ερυθρών αιμοσφαιρίων που ονομάζονται σχιστοκύτταρα, ερυθρά αιμοσφαίρια που μοιάζουν με σφαίρες (σφαιροκύτταρα) και/ή ερυθρά αιμοσφαίρια που λείπουν μικρά κομμάτια. Ένας αυξημένος αριθμός νέων ερυθρών αιμοσφαιρίων (δικτυοερυθροκύτταρα) μπορεί επίσης να είναι σημείο αντιστάθμισης του μυελού των οστών για την αναιμία. Οι εργαστηριακές μελέτες που χρησιμοποιούνται συνήθως για τη διερεύνηση της αιμολυτικής αναιμίας περιλαμβάνουν εξετάσεις αίματος για προϊόντα διάσπασης ερυθρών αιμοσφαιρίων, χολερυθρίνη και γαλακτική αφυδρογονάση, απτοσφαιρίνη και την άμεση Coombs για την αξιολόγηση της δέσμευσης αντισωμάτων στα ερυθρά αιμοσφαίρια που υποδηλώνει αυτοάνοση αιμολυτική αναιμία.

    ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΑΙΜΟΛΥΤΙΚΗΣ ΑΝΑΙΜΙΑΣ

    • Εξατομίκευση για ειδικές αιμολυτικές νόσους.
    • Η σπληνεκτομή ή η αντικατάσταση του σιδήρου μπορεί να είναι κατάλληλοι χειρισμοί

    Η οριστική θεραπεία εξαρτάται από την αιτία:

    • Συμπτωματική θεραπεία μπορεί να δοθεί με μετάγγιση αίματος, εάν υπάρχει έντονη αναιμία. Ένα θετικό τεστ Coombs είναι μια σχετική αντένδειξη για μετάγγιση στον ασθενή. Στην ψυχρή αιμολυτική αναιμία υπάρχει πλεονέκτημα στη μετάγγιση θερμαινόμενου αίματος.
    • Σε σοβαρή αιμολυτική αναιμία που σχετίζεται με το ανοσοποιητικό, μερικές φορές είναι απαραίτητη η θεραπεία με στεροειδή.
    • Σε περιπτώσεις ανθεκτικές στα στεροειδή, μπορεί να εξεταστεί το rituximab ή η προσθήκη ενός ανοσοκατασταλτικού (αζαθειοπρίνη, κυκλοφωσφαμίδη).
    • Ο συνδυασμός μεθυλπρεδνιζολόνης και ενδοφλέβιας ανοσοσφαιρίνης μπορεί να ελέγξει την αιμόλυση σε οξείες σοβαρές περιπτώσεις.
    • Μερικές φορές η σπληνεκτομή μπορεί να είναι χρήσιμη όπου η εξωαγγειακή αιμόλυση ή η κληρονομική σφαιροκυττάρωση είναι κυρίαρχη (δηλαδή, τα περισσότερα ερυθρά αιμοσφαίρια αφαιρούνται από τον σπλήνα).

    Η αιμολυτική αναιμία επηρεάζει και ορισμένα ζωικά είδη, όπως μαύρους ρινόκερους που κρατούνται σε αιχμαλωσία (20% των αιχμάλωτων ρινόκερων). Η ασθένεια εντοπίζεται και στους άγριους ρινόκερους. Οι σκύλοι και οι γάτες διαφέρουν ελαφρώς από τους ανθρώπους σε ορισμένες λεπτομέρειες λόγω της σύστασης των ερυθρών αιμοσφαιρίων τους και έχουν ευαισθησία σε οξειδωτική βλάβη, όπως από την κατανάλωση κρεμμυδιού. Το σκόρδο είναι λιγότερο τοξικό για τους σκύλους από το κρεμμύδι.

    Τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για την αναιμία

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για την αναιμία

    Hemolytic Anemia from Footstrikes blood cells featured

    Διαβάστε, επίσης,

    Χρήσιμες πληροφορίες για τη λοιμώδη μονοπυρήνωση

    Μυελοϋπερπλαστικά σύνδρομα

    Χρήσιμες πληροφορίες για το συστηματικό ερυθηματώδη λύκο (ΣΕΛ)

    Χρήσιμες πληροφορίες για τη στένωση αορτικής βαλβίδας

    Χρήσιμες πληροφορίες για την αυτοάνοση αιμολυτική αναιμία

    Μήπως έχετε αναιμία;

    Ιδιοπαθής θρομβοπενική πορφύρα

    Όλες οι αιτίες των λευχαιμιών

    Θρομβωτική θρομβοπενική πορφύρα

    Αυτοάνοση αιμολυτική αναιμία

    Αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο

    Πορφυρία

    Αντιπυρηνικά αντισώματα

    Θρομβοπενία

    Γιατί κάποιος παθαίνει λευχαιμία

    Εργαστηριακές εξετάσεις για την αιμολυτική αναιμία

    Αιμολυτική αναιμία

    Εργαστηριακές εξετάσεις για την αναιμία

    Ο βασικός αιματολογικός έλεγχος

    Κυαμισμός

    Τεχνητός σπλήνας που καθαρίζει το αίμα

    Χρήσιμες πληροφορίες για την πνευμονία από μυκόπλασμα

    Δρεπανοκυτταρική αναιμία

    Η νόσος της αιμοσφαιρίνης C

    Ίκτερος

    Λοίμωξη από τον Ιό Epstein-Barr

    Ερυθροβλάστωση του εμβρύου

    Θαλασσαιμία

    Γιατί κάποιος παθαίνει χολολιθίαση

    Τι πρέπει να αποφεύγουν όσοι έχουν έλλειψη του ενζύμου G6PD

    Άτυπη πνευμονία

    Χολερυθρίνη αίματος

    Ελονοσία

    Xρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία

    www.emedi.gr

     

  • Αμυγδαλίτιδα Αμυγδαλίτιδα

    Χρήσιμες πληροφορίες για την αμυγδαλίτιδα

     

    Αμυγδαλίτιδα είναι η φλεγμονή των υπερώων αμυγδαλών.

    Χαρακτηριστικά τα συμπτώματα ποικίλλουν ανάλογα με τη διαταραχή. Οι βακτηριακές λοιμώξεις προκαλούν πόνο στο λαιμό (που συχνά αντανακλάει στα ώτα), ρίγη, κεφαλαλγία, κακουχία, δυσφαγία, ναυτία, εμέτους και αρθραλγίες.

    Τα σημεία της βακτηριακής αμυγδαλίτιδας περιλαμβάνουν οξεία εισβολή με οίδημα και υπεραιμία των αμυγδαλών, οι οποίες καλύπτονται από πυώδες εξίδρωμα, οίδημα της σταφυλής και τραχηλική λεμφαδενοπάθεια. Η λοίμωξη από αδενοϊό είναι ηπιότερη και μπορεί να συνοδεύεται από επιπεφυκίτιδα.

    Οι επιπλοκές περιλαμβάνουν διάχυτη φαρυγγίτιδα, περιαμυγδαλικό απόστημα, παραρρινοκολπίτιδα, μέση ωτίτιδα, μαστοειδίτιδα. Η στρεπτοκοκκική αμυγδαλίτιδα μπορεί να οδηγήσει σε ρευματικό πυρετό και σπεραματονεφρίτιδα αν δεν αντιμετωπισθεί επαρκώς. Ο λοιμώδη παράγοντας μπορεί να αποκαλυφθεί με καλλιέργειες.

    Η αμυγδαλίτιδα είναι φλεγμονή των αμυγδαλών, δύο ιστών σε σχήμα οβάλ στο πίσω μέρος του λαιμού, μία αμυγδαλή σε κάθε πλευρά.

    Τα σημεία και τα συμπτώματα της αμυγδαλίτιδας περιλαμβάνουν πρησμένες αμυγδαλές, πονόλαιμο, δυσκολία στην κατάποση και ευαίσθητους λεμφαδένες στα πλάγια του λαιμού.

    Οι περισσότερες περιπτώσεις αμυγδαλίτιδας προκαλούνται από μόλυνση με έναν κοινό ιό, αλλά και βακτηριακές λοιμώξεις μπορεί επίσης να προκαλέσουν αμυγδαλίτιδα. Επειδή η κατάλληλη θεραπεία για την αμυγδαλίτιδα εξαρτάται από την αιτία, είναι σημαντικό να γίνει έγκαιρη και ακριβής διάγνωση. Η χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση αμυγδαλών που ήταν κάποτε μια κοινή διαδικασία για τη θεραπεία της αμυγδαλίτιδας, εκτελείται, συνήθως, μόνο όταν η αμυγδαλίτιδα εμφανίζεται συχνά, δεν ανταποκρίνεται σε άλλες θεραπείες ή προκαλεί σοβαρές επιπλοκές.

    ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΑΜΥΓΔΑΛΙΤΙΔΑΣ

    Η αμυγδαλίτιδα επηρεάζει συχνότερα τα παιδιά από την προσχολική ηλικία έως τη μέση εφηβική ηλικία.

    Τα κοινά σημεία και συμπτώματα της αμυγδαλίτιδας περιλαμβάνουν:

    • Κόκκινες, πρησμένες αμυγδαλές
    • Λευκή ή κίτρινη επίστρωση ή μπαλώματα στις αμυγδαλές
    • Πονόλαιμος
    • Δύσκολη ή επώδυνη κατάποση
    • Πυρετός
    • Διογκωμένοι, ευαίσθητοι αδένες (λεμφαδένες) στο λαιμό
    • Πνιχτή ή λαρυγγική φωνή
    • Κακή αναπνοή
    • Στομαχόπονος
    • Πόνος στον αυχένα ή δυσκαμψία του αυχένα
    • Πονοκέφαλος

    Σε μικρά παιδιά που δεν μπορούν να περιγράψουν πώς αισθάνονται, τα σημεία της αμυγδαλίτιδας μπορεί να περιλαμβάνουν:

    • Σάλια λόγω δύσκολης ή επώδυνης κατάποσης
    • Άρνηση για φαγητό 

    Είναι σημαντικό να λάβετε μια ακριβή διάγνωση εάν το παιδί σας έχει συμπτώματα που μπορεί να υποδηλώνουν αμυγδαλίτιδα.

    Καλέστε το γιατρό σας εάν το παιδί σας αντιμετωπίζει:

    • Πονόλαιμο με πυρετό
    • Πονόλαιμο που δεν υποχωρεί μέσα σε 24 έως 48 ώρες
    • Επώδυνη ή δύσκολη κατάποση
    • Εξαιρετική αδυναμία ή κόπωση 

    Λάβετε άμεση φροντίδα εάν το παιδί σας έχει κάποιο από αυτά τα σημεία:

    • Δυσκολία αναπνοής
    • Εξαιρετική δυσκολία στην κατάποση
    • Υπερβολικό σάλιο

    ΑΙΤΙΑ ΑΜΥΓΔΑΛΙΤΙΔΑΣ

    • Λοίμωξη από αιμολυτικό στρεπτόκοκκο ή οποιοδήποτε αδενοϊό
    • Επίσης σχετίζεται με διφθερίτιδα, λοίμωξη από πνευμονιόκοκκο, λοιμώδη μονοπυρήνωση και κυνάγχη Vincent

    Η αμυγδαλίτιδα προκαλείται συχνότερα από κοινούς ιούς, αλλά η αιτία μπορεί να είναι και βακτηριακές λοιμώξεις. Το πιο συχνό βακτήριο που προκαλεί αμυγδαλίτιδα είναι ο Streptococcus pyogenes (στρεπτόκοκκος ομάδας Α), το βακτήριο που προκαλεί τον στρεπτόκοκκο. Άλλα στελέχη στρεπτόκοκκου και άλλα βακτήρια μπορεί επίσης να προκαλέσουν αμυγδαλίτιδα. Οι αμυγδαλές είναι η πρώτη γραμμή άμυνας του ανοσοποιητικού συστήματος ενάντια στα βακτήρια και τους ιούς που εισέρχονται στο στόμα σας. Αυτή η λειτουργία μπορεί να κάνει τις αμυγδαλές ιδιαίτερα ευάλωτες σε μολύνσεις και φλεγμονές. Ωστόσο, η λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος των αμυγδαλών μειώνεται μετά την εφηβεία - ένας παράγοντας που μπορεί να ευθύνεται για τις σπάνιες περιπτώσεις αμυγδαλίτιδας στους ενήλικες.

    ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΑΜΥΓΔΑΛΙΤΙΔΑΣ

    Οι παράγοντες κινδύνου για αμυγδαλίτιδα περιλαμβάνουν:

    • Νεαρή ηλικία. Η αμυγδαλίτιδα επηρεάζει συχνότερα τα παιδιά και η αμυγδαλίτιδα που προκαλείται από βακτήρια είναι πιο συχνή σε παιδιά ηλικίας 5 έως 15 ετών.
    • Συχνή έκθεση σε μικρόβια. Τα παιδιά σχολικής ηλικίας βρίσκονται σε στενή επαφή με τους συνομηλίκους τους και εκτίθενται συχνά σε ιούς ή βακτήρια που μπορούν να προκαλέσουν αμυγδαλίτιδα.

    ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ ΑΜΥΓΔΑΛΙΤΙΔΑΣ

    Η φλεγμονή ή το πρήξιμο των αμυγδαλών από συχνή ή συνεχιζόμενη (χρόνια) αμυγδαλίτιδα μπορεί να προκαλέσει επιπλοκές όπως:

    • Διαταραχή της αναπνοής κατά τη διάρκεια του ύπνου (αποφρακτική υπνική άπνοια)
    • Λοίμωξη που εξαπλώνεται βαθιά στον περιβάλλοντα ιστό (αμυγδαλική κυτταρίτιδα)
    • Λοίμωξη που οδηγεί σε συλλογή πύου πίσω από μια αμυγδαλή (περιαμυγδαλικό απόστημα)

    Στρεπτοκοκκική λοίμωξη αμυγδαλών

    Εάν η αμυγδαλίτιδα που προκαλείται από στρεπτόκοκκο της ομάδας Α ή άλλο στέλεχος στρεπτοκοκκικών βακτηρίων δεν αντιμετωπιστεί ή εάν η αντιβιοτική θεραπεία είναι ατελής, το παιδί σας έχει αυξημένο κίνδυνο για σπάνιες διαταραχές όπως:

    • Ρευματικός πυρετός, μια σοβαρή φλεγμονώδης κατάσταση που μπορεί να επηρεάσει την καρδιά, τις αρθρώσεις, το νευρικό σύστημα και το δέρμα
    • Επιπλοκές της οστρακιάς, μιας στρεπτοκοκκικής λοίμωξης που χαρακτηρίζεται από εμφανές εξάνθημα
    • Φλεγμονή των νεφρών (μεταστρεπτοκοκκική σπειραματονεφρίτιδα)
    • Μεταστρεπτοκοκκική αντιδραστική αρθρίτιδα, μια κατάσταση που προκαλεί φλεγμονή των αρθρώσεων

    maxresdefault 63

    ΠΡΟΛΗΨΗ ΑΜΥΓΔΑΛΙΤΙΔΑΣ

    Τα μικρόβια που προκαλούν ιογενή και βακτηριακή αμυγδαλίτιδα είναι μεταδοτικά. Ως εκ τούτου, η καλύτερη πρόληψη είναι η άσκηση καλής υγιεινής.

    Μάθετε στο παιδί σας να:

    • Πλένει τα χέρια του/της σχολαστικά και συχνά, ειδικά μετά τη χρήση της τουαλέτας και πριν από το φαγητό
    • Αποφύγετε να μοιράζεστε φαγητό, ποτήρια, μπουκάλια νερού ή σκεύη
    • Αντικαταστήστε την οδοντόβουρτσα του/της αφού διαγνωστεί με αμυγδαλίτιδα

    Για να βοηθήσετε το παιδί σας να αποτρέψει την εξάπλωση μιας βακτηριακής ή ιογενούς λοίμωξης σε άλλους:

    • Κρατήστε το παιδί σας στο σπίτι όταν είναι άρρωστο
    • Ρωτήστε το γιατρό σας πότε είναι εντάξει για το παιδί σας να επιστρέψει στο σχολείο
    • Διδάξτε στο παιδί σας να βήχει ή να φτερνίζεται σε ένα χαρτομάντηλο ή, όταν χρειάζεται, στον αγκώνα του
    • Μάθετε στο παιδί σας να πλένει τα χέρια του μετά το φτέρνισμα ή το βήχα

    ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΑΜΥΓΔΑΛΙΤΙΔΑΣ

    Ο γιατρός του παιδιού σας θα ξεκινήσει με μια φυσική εξέταση που θα περιλαμβάνει:

    • Θα χρησιμοποιήσει ένα όργανο με φως για να κοιτάξει τον λαιμό του παιδιού σας και πιθανώς τα αυτιά και τη μύτη του, τα οποία επίσης μπορεί να είναι σημεία μόλυνσης
    • Θα ελέγξει για ένα εξάνθημα γνωστό ως scarlatina (κόκκινα εξογκώματα), το οποίο σχετίζεται με ορισμένες περιπτώσεις στρεπτόκοκκου του λαιμού
    • Θα ψηλαφήσει το λαιμό του παιδιού σας για να ελέγξει για διογκωμένους αδένες (λεμφαδένες)
    • Θα ακούσει την αναπνοή του/της με ένα στηθοσκόπιο
    • Θα ελέγξει για μεγέθυνση της σπλήνας (για τυχόν συνύπαρξη μονοπυρήνωσης, η οποία επίσης ερεθίζει τις αμυγδαλές)

    Μάκτρο λαιμού για Strept Test

    Με αυτή την απλή εξέταση, ο γιατρός τρίβει ένα αποστειρωμένο μάκτρο στο πίσω μέρος του λαιμού του παιδιού σας για να πάρει ένα δείγμα εκκρίσεων. Το δείγμα θα ελεγχθεί στην κλινική ή σε εργαστήριο για στρεπτοκοκκικά βακτήρια. Πολλές κλινικές είναι εξοπλισμένες με ένα εργαστήριο που μπορεί να έχει ένα αποτέλεσμα δοκιμής μέσα σε λίγα λεπτά. Εάν η ταχεία ενδοκλινική εξέταση είναι θετική, τότε το παιδί σας είναι σχεδόν βέβαιο ότι έχει βακτηριακή λοίμωξη. Εάν το τεστ είναι αρνητικό, τότε το παιδί σας είναι πιθανό να έχει ιογενή λοίμωξη. Επίσης, απαιτούνται γενική αίματος, ΤΚΕ, CRP και ηπατικά ένζυμα.

    Φροντίδα στο σπίτι για την αμυγδαλίτιδα

    Είτε η αμυγδαλίτιδα προκαλείται από ιογενή ή βακτηριακή λοίμωξη, οι στρατηγικές φροντίδας στο σπίτι μπορούν να κάνουν το παιδί σας να αναρρώσει καλύτερα. Εάν ένας ιός είναι η αιτία της αμυγδαλίτιδας, αυτές οι στρατηγικές είναι η μόνη θεραπεία. Ο γιατρός σας δε θα συνταγογραφήσει αντιβιοτικά. Το παιδί σας πιθανότατα θα είναι καλύτερα μέσα σε επτά έως 10 ημέρες.

    Οι στρατηγικές κατ' οίκον φροντίδας που πρέπει να χρησιμοποιηθούν κατά τη διάρκεια του χρόνου αποκατάστασης περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

    • Ενθαρρύνετε την ξεκούραση.
    • Ενθαρρύνετε το παιδί σας να κοιμάται πολύ.
    • Παρέχετε επαρκή υγρά. Δώστε στο παιδί σας άφθονο νερό για να διατηρήσει το λαιμό του υγρό και να αποτραπεί η αφυδάτωση.
    • Παρέχετε ανακουφιστικά τρόφιμα και ποτά. Ζεστά υγρά - ζωμός, τσάι χωρίς καφεΐνη ή ζεστό νερό με μέλι - και κρύες λιχουδιές, όπως παγάκια, μπορούν να καταπραΰνουν τον πονόλαιμο.
    • Κάντε γαργάρες με αλατόνερο. Εάν το παιδί σας μπορεί να κάνει γαργάρες, οι γαργάρες με θαλασσινό νερό με 1/2 κουταλάκι του γλυκού ιωδιούχο ανεπεξέργαστο θαλασσινό αλάτι σε 225 ml ζεστό νερό μπορεί να βοηθήσει να καταπραΰνει τον πονόλαιμο. Βάλτε το παιδί σας να κάνει γαργάρες με το διάλυμα και μετά να το φτύσει.
    • Κάντε γαργάρες με σόδα και χαμομήλι. Μετά το αλατόνερο βάλτε 1 κουταλάκι βιολογική σόδα σε 1 φλιτζάνι αφέψημα χαμομηλιού και το παιδί κάνει γαργάρες και το καταπίνει.
    • Υγράνετε τον αέρα. Χρησιμοποιήστε έναν εφυγραντήρα για να εξαλείψετε τον ξηρό αέρα που μπορεί να ερεθίσει περαιτέρω τον πονόλαιμο ή καθίστε με το παιδί σας για αρκετά λεπτά σε ένα μπάνιο με ατμό.
    • Προσφέρετε παστίλιες. Τα παιδιά άνω των 4 ετών μπορούν να πιπιλίζουν παστίλιες για να ανακουφίσουν τον πονόλαιμο.
    • Αποφύγετε τα ερεθιστικά. Κρατήστε το σπίτι σας απαλλαγμένο από καπνό τσιγάρου και προϊόντα καθαρισμού που μπορεί να ερεθίσουν το λαιμό.
    • Αντιμετωπίστε τον πόνο και τον πυρετό. Συζητήστε με το γιατρό σας σχετικά με τη χρήση ιβουπροφαίνης ή ακεταμινοφαίνης για να ελαχιστοποιήσετε τον πόνο στο λαιμό και να ελέγξετε τον πυρετό. Οι χαμηλοί πυρετοί χωρίς πόνο δεν απαιτούν θεραπεία.

    Εάν δεν συνταγογραφηθεί ασπιρίνη από γιατρό για τη θεραπεία μιας συγκεκριμένης ασθένειας, τα παιδιά και οι έφηβοι δεν πρέπει να λαμβάνουν ασπιρίνη. Η χρήση ασπιρίνης από παιδιά για τη θεραπεία συμπτωμάτων κρυολογήματος ή ασθενειών που μοιάζουν με γρίπη έχει συνδεθεί με το σύνδρομο Reye, μια σπάνια αλλά δυνητικά απειλητική για τη ζωή κατάσταση.

    ΦΑΡΜΑΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΥΓΔΑΛΙΤΙΔΑ

    • Για λοίμωξη με αιμολυτικούς στρεπτοκόκκους - πενικιλλίνη VK 250 mg κάθε 6 ώρες για 10 μέρες
    • Εναλλακτικά αντιβιοτικά για ασθενείς αλλεργικούς στην πενικιλλίνη

    Εάν η αμυγδαλίτιδα προκαλείται από βακτηριακή λοίμωξη, ο γιατρός σας θα συνταγογραφήσει μια σειρά αντιβιοτικών. Η πενικιλίνη που λαμβάνεται από το στόμα για 10 ημέρες είναι η πιο συχνή αντιβιοτική θεραπεία που συνταγογραφείται για την αμυγδαλίτιδα που προκαλείται από στρεπτόκοκκο της ομάδας Α. Εάν το παιδί σας είναι αλλεργικό στην πενικιλίνη, ο γιατρός σας θα συνταγογραφήσει ένα εναλλακτικό αντιβιοτικό.

    Χειρουργική επέμβαση

    Η χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση αμυγδαλών (αμυγδαλεκτομή) μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία της συχνά υποτροπιάζουσας αμυγδαλίτιδας, της χρόνιας αμυγδαλίτιδας ή της βακτηριακής αμυγδαλίτιδας που δεν ανταποκρίνεται στη θεραπεία με αντιβιοτικά.

    Η συχνή αμυγδαλίτιδα ορίζεται γενικά ως:

    • Τουλάχιστον επτά επεισόδια τον προηγούμενο χρόνο
    • Τουλάχιστον πέντε επεισόδια το χρόνο τα τελευταία δύο χρόνια
    • Τουλάχιστον τρία επεισόδια το χρόνο τα τελευταία τρία χρόνια

    Μια αμυγδαλεκτομή μπορεί επίσης να πραγματοποιηθεί εάν η αμυγδαλίτιδα έχει ως αποτέλεσμα δύσκολες στη διαχείριση επιπλοκές, όπως:

    • Αποφρακτική άπνοια ύπνου
    • Δυσκολία στην αναπνοή
    • Δυσκολία στην κατάποση, ειδικά κρέατα και άλλα χοντρά τρόφιμα
    • Ένα απόστημα που δεν βελτιώνεται με τη θεραπεία με αντιβιοτικά

    Η αμυγδαλεκτομή γίνεται συνήθως ως διαδικασία εξωτερικών ασθενών, εκτός εάν το παιδί σας είναι πολύ μικρό, έχει μια περίπλοκη ιατρική κατάσταση ή εάν προκύψουν επιπλοκές κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης. Αυτό σημαίνει ότι το παιδί σας θα μπορεί να πάει σπίτι την ημέρα της επέμβασης. Η πλήρης ανάρρωση διαρκεί συνήθως επτά έως 14 ημέρες.

    Τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τις λοιμώξεις

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα προϊόντα για τις λοιμώξεις 

    re006 tonsillitis img1 au

     

    Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με το θεράποντα ιατρό.

    Διαβάστε, επίσης,

    Χρήσιμες πληροφορίες για τη δυσοσμία του στόματος

    Χρήσιμες πληροφορίες για τη λοιμώδη μονοπυρήνωση

    Νεοπλάσματα στοματικής κοιλότητας

    Πώς να χρησιμοποιείτε το μέλι σα φάρμακο

    Χρήσιμες πληροφορίες για το μέλι

    Χρήσιμες πληροφορίες για τη φαρυγγίτιδα

    Ποιοι πρέπει να παίρνουν δίκταμο

    Χρήσιμες πληροφορίες για τη γρίπη

    Χρήσιμες πληροφορίες για τα βότανα και τις φυσικές θεραπείες

    Λοίμωξη από τον Ιό Epstein-Barr

    Τα οφέλη στην υγεία από το αρωματικό κερί χαμομηλιού

    Να τρώτε καυτερές πιπεριές κάνουν καλό

    Τα οφέλη για την υγεία από το πιπέρι καγιέν

    Φτιάξτε μόνοι σας θεραπευτικό αρωματικό μείγμα μελιού

    Σε ποιες ασθένειες χρησιμοποιείται η αρωματοθεραπεία

    Μήπως έχετε πονόλαιμο;

    Όλα όσα πρέπει να ξέρετε για τα βακτήρια

    Η πρόπολη έχει αντιβακτηριακές ιδιότητες

    Αμυγδαλεκτομή με σύγχρονες μεθόδους

    Μήπως έχετε πέτρες στις αμυγδαλές;

    Διογκωμένος κακοήθης λεμφαδένας τραχήλου

    Οι βασικές αρχές της θεραπείας του καρκίνου κεφαλής και τραχήλου

    Δυσγευσία

    Προστασία από λοιμώδη ενδοκαρδίτιδα

    Καρκίνος παγκρέατος

    Κρεατάκια

    Η υπνική άπνοια είναι επικίνδυνη

    Οι ειδικές κάλτσες για τους κιρσούς κάνουν και για το ροχαλητό

    Αεροπορικά ταξίδια και υπνική άπνοια

    Συμβουλές για να παίρνετε τον καλύτερο ύπνο

    Τι να κάνετε για να μην νιώθετε υπνηλία

    Tι να κάνετε για το ροχαλητό

    Σύνδρομο αποφρακτικής άπνοιας στον ύπνο

    Σταματήστε να ροχαλίζετε με τη βοήθεια του κινητού

    www.emedi.gr

     

     

     

  • Δάγκειος πυρετός Δάγκειος πυρετός

    Χρήσιμες πληροφορίες για το δάγκειο πυρετό

    Δάγκειος πυρετός είναι οξεία, αυτοπεριοριζόμενη νόσος.

    Τα χαρακτηριστικά της περιλαμβάνουν:

    • Πυρετό
    • Ατονία
    • Κεφαλαλγία
    • Μυαλγίες
    • Εξάνθημα
    • Λεμφαδενοπάθεια
    • Λευκοπενία

    Ο δάγκειος πυρετός προκαλείται από τέσσερις, αντιγονικά συγγενείς, διαφορετικούς τύπους του δάγκειου ιού. Ενδημεί στις τροπικές και υποτροπικές περιοχές.

    Ο δάγκειος πυρετός ή αιμορραγικός πυρετός είναι μια τροπική ασθένεια που μεταδίδεται από τα κουνούπια και προκαλείται από τον ιό του δάγκειου πυρετού. Τα συμπτώματα αρχίζουν συνήθως τρεις έως δεκατέσσερις ημέρες μετά τη μόλυνση. Αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν υψηλό πυρετό, πονοκέφαλο, έμετο, πόνους στους μύες και τις αρθρώσεις και ένα χαρακτηριστικό δερματικό εξάνθημα. Η ανάρρωση διαρκεί γενικά δύο έως επτά ημέρες. Σε ένα μικρό ποσοστό περιπτώσεων, η ασθένεια εξελίσσεται σε πιο σοβαρό δάγκειο αιμορραγικό πυρετό, με αποτέλεσμα αιμορραγία, χαμηλά επίπεδα αιμοπεταλίων και διαρροή πλάσματος αίματος ή σοκ, όπου εμφανίζεται επικίνδυνα χαμηλή αρτηριακή πίεση. Ο δάγκειος πυρετός εξαπλώνεται από διάφορα είδη θηλυκών κουνουπιών του γένους Aedes, κυρίως Aedes aegypti. Ο ιός έχει πέντε ορότυπους, η μόλυνση με έναν τύπο συνήθως δίνει ισόβια ανοσία σε αυτόν τον τύπο, αλλά μόνο βραχυπρόθεσμη ανοσία στους άλλους. Επακόλουθη μόλυνση με διαφορετικό τύπο αυξάνει τον κίνδυνο σοβαρών επιπλοκών. Ένας αριθμός δοκιμών είναι διαθέσιμος για την επιβεβαίωση της διάγνωσης, συμπεριλαμβανομένης της ανίχνευσης αντισωμάτων στον ιό ή στο RNA του. Ένα εμβόλιο για τον δάγκειο πυρετό έχει εγκριθεί και είναι εμπορικά διαθέσιμο σε πολλές χώρες. Από το 2018, το εμβόλιο συνιστάται μόνο σε άτομα που έχουν μολυνθεί στο παρελθόν ή σε πληθυσμούς με υψηλό ποσοστό προηγούμενης μόλυνσης έως την ηλικία των εννέα ετών. Άλλες μέθοδοι πρόληψης περιλαμβάνουν τη μείωση των κουνουπιών και τον περιορισμό της έκθεσης στα τσιμπήματα. Αυτό μπορεί να γίνει αφαιρώντας ή καλύπτοντας το λιμνάζον νερό και φορώντας ρούχα που καλύπτουν μεγάλο μέρος του σώματος. Η θεραπεία του οξέος δάγκειου πυρετού είναι υποστηρικτική και περιλαμβάνει τη χορήγηση υγρών είτε από το στόμα είτε ενδοφλεβίως για ήπια ή μέτρια νόσο. Για πιο σοβαρές περιπτώσεις, μπορεί να απαιτηθεί μετάγγιση αίματος. Η παρακεταμόλη (ακεταμινοφένη) συνιστάται αντί των μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων (ΜΣΑΦ) για τη μείωση του πυρετού και την ανακούφιση από τον πόνο στον δάγκειο πυρετό λόγω αυξημένου κινδύνου αιμορραγίας από τη χρήση ΜΣΑΦ. 

    ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΔΑΓΚΕΙΟΥ ΠΥΡΕΤΟΥ

    Τυπικά, τα άτομα που έχουν μολυνθεί από τον ιό του δάγκειου πυρετού είναι ασυμπτωματικά (80%) ή έχουν μόνο ήπια συμπτώματα όπως πυρετό χωρίς επιπλοκές. Άλλοι έχουν πιο σοβαρή ασθένεια (5%) και σε μικρό ποσοστό είναι απειλητική για τη ζωή. Η περίοδος επώασης (χρόνος μεταξύ της έκθεσης και της έναρξης των συμπτωμάτων) κυμαίνεται από 3 έως 14 ημέρες, αλλά τις περισσότερες φορές είναι 4 έως 7 ημέρες. Επομένως, οι ταξιδιώτες που επιστρέφουν από ενδημικές περιοχές είναι απίθανο να έχουν δάγκειο πυρετό εάν τα συμπτώματα ξεκινήσουν περισσότερες από 14 ημέρες μετά την άφιξή τους στο σπίτι. Τα παιδιά συχνά εμφανίζουν συμπτώματα παρόμοια με εκείνα του κοινού κρυολογήματος και της γαστρεντερίτιδας (έμετος και διάρροια) και έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο σοβαρών επιπλοκών, αν και τα αρχικά συμπτώματα είναι γενικά ήπια αλλά περιλαμβάνουν υψηλό πυρετό.

    ΚΛΙΝΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΔΑΓΚΕΙΟΥ ΠΥΡΕΤΟΥ

    Τα χαρακτηριστικά συμπτώματα του δάγκειου πυρετού είναι αιφνίδιος πυρετός, πονοκέφαλος (που εντοπίζεται συνήθως πίσω από τα μάτια), πόνοι στους μυς και στις αρθρώσεις και ένα εξάνθημα.

    Η πορεία της λοίμωξης χωρίζεται σε τρεις φάσεις: εμπύρετη, κρίσιμη και ανάρρωση.

    Η εμπύρετη φάση περιλαμβάνει υψηλό πυρετό, δυνητικά πάνω από 40 °C και σχετίζεται με γενικευμένο πόνο και πονοκέφαλο. Αυτό συνήθως διαρκεί δύο έως επτά ημέρες. Μπορεί επίσης να εμφανιστεί ναυτία και έμετος. Ένα εξάνθημα εμφανίζεται στο 50-80% εκείνων με συμπτώματα την πρώτη ή τη δεύτερη ημέρα, καθώς και κοκκίνισμα του δέρματος ή αργότερα στην πορεία της νόσου (ημέρες 4-7), ως εξάνθημα που μοιάζει με ιλαρά. Ορισμένες πετέχειες (μικρές κόκκινες κηλίδες που δεν εξαφανίζονται όταν πιέζεται το δέρμα, οι οποίες προκαλούνται από σπασμένα τριχοειδή αγγεία) μπορεί να εμφανιστούν σε αυτό το σημείο, όπως και κάποια ήπια αιμορραγία από τους βλεννογόνους του στόματος και της μύτης. Ο πυρετός από μόνος του είναι κλασικά διφασικός, σταματάει και επιστρέφει για μία ή δύο ημέρες.

    Σε μερικούς ανθρώπους, η ασθένεια προχωρά στην κρίσιμη φάση καθώς ο πυρετός υποχωρεί. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, υπάρχει διαρροή πλάσματος από τα αιμοφόρα αγγεία (σύνδρομο διαφυγής τριχοειδών αγγείων), που συνήθως διαρκεί μία έως δύο ημέρες. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε συσσώρευση υγρού στο θώρακα και την κοιλιακή κοιλότητα καθώς και σε εξάντληση του υγρού από την κυκλοφορία και μειωμένη παροχή αίματος σε ζωτικά όργανα. Μπορεί επίσης να υπάρχει δυσλειτουργία οργάνων και σοβαρή αιμορραγία, τυπικά από τη γαστρεντερική οδό. Το σοκ (σύνδρομο δάγκειου σοκ) και η αιμορραγία (αιμορραγικός δάγκειος πυρετός) εμφανίζονται σε λιγότερο από το 5% όλων των περιπτώσεων δάγκειου πυρετού, ωστόσο, όσοι έχουν μολυνθεί προηγουμένως με άλλους ορότυπους του ιού του δάγκειου πυρετού (δευτερογενής λοίμωξη) βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο. Αυτή η κρίσιμη φάση, αν και σπάνια, εμφανίζεται σχετικά πιο συχνά σε παιδιά και νεαρούς ενήλικες.

    Η φάση ανάκαμψης εμφανίζεται στη συνέχεια, με την απορρόφηση του υγρού που έχει διαρρεύσει στην κυκλοφορία του αίματος. Αυτό συνήθως διαρκεί δύο έως τρεις ημέρες. Η βελτίωση είναι συχνά εντυπωσιακή και μπορεί να συνοδεύεται από έντονο κνησμό και αργό καρδιακό ρυθμό. Ένα άλλο εξάνθημα μπορεί να εμφανιστεί είτε ως κηλιδοβλατιδώδες είτε με αγγειίτιδα, το οποίο ακολουθείται από ξεφλούδισμα του δέρματος. Κατά τη διάρκεια αυτού του σταδίου, μπορεί να εμφανιστεί κατάσταση υπερφόρτωσης υγρών. Εάν επηρεάζει τον εγκέφαλο, μπορεί να προκαλέσει μειωμένο επίπεδο συνείδησης ή επιληπτικές κρίσεις. Το αίσθημα κόπωσης μπορεί να διαρκέσει για εβδομάδες στους ενήλικες.

    ΣΥΝΑΦΗ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΔΑΓΚΕΙΟΥ ΠΥΡΕΤΟΥ

    Ο δάγκειος πυρετός μπορεί περιστασιακά να επηρεάσει πολλά άλλα συστήματα του σώματος, είτε μεμονωμένα είτε μαζί με τα κλασικά συμπτώματα του δάγκειου πυρετού. Ένα μειωμένο επίπεδο συνείδησης εμφανίζεται στο 0,5-6% των σοβαρών περιπτώσεων, το οποίο αποδίδεται είτε σε φλεγμονή του εγκεφάλου από τον ιό είτε έμμεσα ως αποτέλεσμα βλάβης ζωτικών οργάνων, για παράδειγμα, του ήπατος. Άλλες νευρολογικές διαταραχές έχουν αναφερθεί στο πλαίσιο του δάγκειου πυρετού, όπως η εγκάρσια μυελίτιδα και το σύνδρομο Guillain-Barré. Η λοίμωξη της καρδιάς και η οξεία ηπατική ανεπάρκεια είναι από τις πιο σπάνιες επιπλοκές. Μια έγκυος γυναίκα που εμφανίζει δάγκειο πυρετό διατρέχει υψηλότερο κίνδυνο αποβολής, γέννησης με χαμηλό βάρος γέννησης και πρόωρου τοκετού.

    ΑΙΤΙΑ ΔΑΓΚΕΙΟΥ ΠΥΡΕΤΟΥ

    • Ενσιάμεσος ξενιστής ή κουνούπι Αηδής ο Αιγυπτιακός
    • Αρμποϊός ομάδας Β
    • Φλαβοϊός 

    Ο ιός του δάγκειου πυρετού είναι ένας ιός RNA της οικογένειας Flaviviridae, γένος Flavivirus. Άλλα μέλη του ίδιου γένους περιλαμβάνουν τον ιό του κίτρινου πυρετού, τον ιό του Δυτικού Νείλου, τον ιό Zika, τον ιό της εγκεφαλίτιδας. Τα περισσότερα από αυτά τα νοσήματα μεταδίδονται από αρθρόποδα (κουνούπια ή τσιμπούρια) και ως εκ τούτου αναφέρονται και ως αρμποϊοί (ιοί που μεταδίδονται από τα αρθρόποδα). Το γονιδίωμα του ιού του δάγκειου πυρετού (γενετικό υλικό) περιέχει περίπου 11.000 νουκλεοτιδικές βάσεις, οι οποίες κωδικοποιούν τους τρεις διαφορετικούς τύπους μορίων πρωτεΐνης (C, prM και E) που σχηματίζουν το σωματίδιο του ιού και επτά άλλα μη δομικά μόρια πρωτεΐνης (NS1, NS2a, NS2b , NS3, NS4a, NS4b, NS5) που βρίσκονται μόνο σε μολυσμένα κύτταρα-ξενιστές και απαιτούνται για την αναπαραγωγή του ιού. Υπάρχουν πέντε στελέχη του ιού, που ονομάζονται ορότυποι, από τα οποία τα τέσσερα πρώτα αναφέρονται ως DENV-1, DENV-2, DENV-3 και DENV-4. Ο πέμπτος τύπος ανακοινώθηκε το 2013. Οι διακρίσεις μεταξύ των οροτύπων βασίζονται στην αντιγονικότητά τους.

    ΜΕΤΑΔΟΣΗ ΔΑΓΚΕΙΟΥ ΠΥΡΕΤΟΥ

    Ο ιός του δάγκειου πυρετού μεταδίδεται κυρίως από τα κουνούπια Aedes, ιδιαίτερα το A. aegypti. Αυτά τα κουνούπια ζουν συνήθως ανάμεσα στα γεωγραφικά πλάτη 35° Βορρά και 35° Νότου κάτω από ένα υψόμετρο 1.000 μέτρων (3.300 πόδια). Τυπικά τα κουνούπια δαγκώνουν νωρίς το πρωί και το βράδυ, αλλά μπορεί να δαγκώνουν και έτσι να μεταδίδουν μόλυνση οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας. Άλλα είδη Aedes που μεταδίδουν τη νόσο περιλαμβάνουν τα A. albopictus, A. polynesiensis και A. scutellaris. Οι άνθρωποι είναι ο κύριος ξενιστής του ιού. Μια μόλυνση μπορεί να αποκτηθεί με ένα μόνο δάγκωμα. Ένα θηλυκό κουνούπι που παίρνει ένα γεύμα αίματος από ένα άτομο που έχει μολυνθεί με δάγκειο πυρετό, κατά την αρχική εμπύρετη περίοδο των 2 έως 10 ημερών, μολύνεται το ίδιο με τον ιό στα κύτταρα που καλύπτουν το έντερο του. Περίπου 8-10 ημέρες αργότερα, ο ιός εξαπλώνεται σε άλλους ιστούς, συμπεριλαμβανομένων των σιελογόνων αδένων του κουνουπιού και στη συνέχεια απελευθερώνεται στο σάλιο του. Ο ιός φαίνεται να μην έχει επιζήμια επίδραση στο κουνούπι, το οποίο παραμένει μολυσμένο εφ' όρου ζωής. Το Aedes aegypti συμμετέχει ιδιαίτερα, καθώς προτιμά να γεννά τα αυγά του σε τεχνητά δοχεία νερού, να ζει σε κοντινή απόσταση από τον άνθρωπο και να τρέφεται με ανθρώπους παρά με άλλα σπονδυλωτά. Ο δάγκειος πυρετός μπορεί επίσης να μεταδοθεί μέσω μολυσμένων προϊόντων αίματος και μέσω δωρεάς οργάνων. Σε χώρες όπως η Σιγκαπούρη, όπου ο δάγκειος πυρετός είναι ενδημικός, ο κίνδυνος εκτιμάται ότι είναι μεταξύ 1,6 και 6 ανά 10.000 μεταγγίσεις. Κάθετη μετάδοση (από τη μητέρα στο παιδί) κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή κατά τη γέννηση έχει αναφερθεί. Άλλοι τρόποι μετάδοσης από άτομο σε άτομο, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής μετάδοσης, έχουν επίσης αναφερθεί, αλλά είναι πολύ ασυνήθιστοι. Η γενετική παραλλαγή των ιών του δάγκειου πυρετού είναι συγκεκριμένη για την περιοχή, υποδηλώνοντας ότι η εγκατάσταση σε νέες περιοχές είναι σχετικά σπάνια, παρά το γεγονός ότι ο δάγκειος πυρετός εμφανίστηκε σε νέες περιοχές τις τελευταίες δεκαετίες.

    ΠΡΟΔΙΑΘΕΣΗ ΔΑΓΚΕΙΟΥ ΠΥΡΕΤΟΥ

    Η σοβαρή ασθένεια είναι πιο συχνή σε βρέφη και μικρά παιδιά, και σε αντίθεση με πολλές άλλες λοιμώξεις, είναι πιο συχνή σε παιδιά που τρέφονται σχετικά καλά. Άλλοι παράγοντες κινδύνου για σοβαρή νόσο περιλαμβάνουν το γυναικείο φύλο, τον υψηλό δείκτη μάζας σώματος και το ιικό φορτίο. Ενώ κάθε ορότυπος μπορεί να προκαλέσει όλο το φάσμα της νόσου, το στέλεχος του ιού είναι ένας παράγοντας κινδύνου. Η μόλυνση με έναν ορότυπο θεωρείται ότι παράγει δια βίου ανοσία σε αυτόν τον τύπο, αλλά μόνο βραχυπρόθεσμη προστασία έναντι των άλλων τριών. Ο κίνδυνος σοβαρής νόσου από δευτερογενή λοίμωξη αυξάνεται εάν κάποιος που είχε προηγουμένως εκτεθεί στον ορότυπο DENV-1 προσβληθεί από τον ορότυπο DENV-2 ή DENV-3 ή εάν κάποιος που είχε προηγουμένως εκτεθεί σε DENV-3 αποκτήσει DENV-2. Ο δάγκειος πυρετός μπορεί να είναι απειλητικός για τη ζωή σε άτομα με χρόνιες ασθένειες όπως ο διαβήτης και το άσθμα. Οι πολυμορφισμοί (φυσιολογικές παραλλαγές) σε συγκεκριμένα γονίδια έχουν συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο σοβαρών επιπλοκών του δάγγειου πυρετού. Παραδείγματα περιλαμβάνουν τα γονίδια που κωδικοποιούν τις πρωτεΐνες TNFa, τη λεκτίνη που δεσμεύει τη μαννάνη, το CTLA4, τον TGFβ, το DC-SIGN, τον PLCE1, και συγκεκριμένες μορφές αντιγόνου ανθρώπινων λευκοκυττάρων από παραλλαγές γονιδίων του HLA-B. Μια κοινή γενετική ανωμαλία, ειδικά στους Αφρικανούς, γνωστή ως ανεπάρκεια αφυδρογονάσης της 6-φωσφορικής γλυκόζης, φαίνεται να αυξάνει τον κίνδυνο. Οι πολυμορφισμοί στα γονίδια για τον υποδοχέα της βιταμίνης D και το FcγR φαίνεται να προσφέρουν προστασία έναντι σοβαρής νόσου στη δευτερογενή λοίμωξη από τον δάγκειο πυρετό.

    ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΔΑΓΚΕΙΟΥ ΠΥΡΕΤΟΥ

    Όταν ένα κουνούπι που μεταφέρει τον ιό του δάγκειου πυρετού δαγκώνει ένα άτομο, ο ιός εισέρχεται στο δέρμα μαζί με το σάλιο του κουνουπιού. Συνδέεται και εισέρχεται στα λευκά αιμοσφαίρια και αναπαράγεται μέσα στα κύτταρα ενώ αυτά κινούνται σε όλο το σώμα. Τα λευκά αιμοσφαίρια ανταποκρίνονται εκκρίνοντας πολλές πρωτεΐνες σηματοδότησης, όπως κυτοκίνες και ιντερφερόνες, οι οποίες είναι υπεύθυνες για πολλά από τα συμπτώματα, όπως ο πυρετός, τα συμπτώματα που μοιάζουν με γρίπη και οι έντονοι πόνοι. Σε σοβαρή λοίμωξη, η παραγωγή του ιού στο εσωτερικό του σώματος αυξάνεται σημαντικά και πολλά περισσότερα όργανα (όπως το ήπαρ και ο μυελός των οστών) μπορούν να επηρεαστούν. Το υγρό από την κυκλοφορία του αίματος διαρρέει μέσω του τοιχώματος των μικρών αιμοφόρων αγγείων στις κοιλότητες του σώματος λόγω της διαπερατότητας των τριχοειδών. Ως αποτέλεσμα, λιγότερο αίμα κυκλοφορεί στα αιμοφόρα αγγεία και η αρτηριακή πίεση γίνεται τόσο χαμηλή που δεν μπορεί να παρέχει επαρκή αίμα στα ζωτικά όργανα. Επιπλέον, η δυσλειτουργία του μυελού των οστών λόγω μόλυνσης των στρωματικών κυττάρων οδηγεί σε μειωμένο αριθμό αιμοπεταλίων, τα οποία είναι απαραίτητα για την αποτελεσματική πήξη του αίματος. Αυτό αυξάνει τον κίνδυνο αιμορραγίας, την άλλη σημαντική επιπλοκή του δάγκειου πυρετού.

    Αντιγραφή ιών

    Μόλις εισέλθει στο δέρμα, ο ιός του δάγκειου πυρετού συνδέεται με τα κύτταρα Langerhans (πληθυσμός δενδριτικών κυττάρων στο δέρμα που ανιχνεύουν παθογόνα). Ο ιός εισέρχεται στα κύτταρα μέσω της δέσμευσης μεταξύ των πρωτεϊνών του ιού και των πρωτεϊνών της μεμβράνης στο κύτταρο Langerhans, συγκεκριμένα, των λεκτινών τύπου C που ονομάζονται DC-SIGN, του υποδοχέα μαννόζης και του CLEC5A. Το DC-SIGN, ένας μη ειδικός υποδοχέας ξένου υλικού στα δενδριτικά κύτταρα, φαίνεται να είναι το κύριο σημείο εισόδου. Το δενδριτικό κύτταρο μετακινείται στον πλησιέστερο λεμφαδένα. Εν τω μεταξύ, το γονιδίωμα του ιού μεταφράζεται σε κυστίδια συνδεδεμένα με μεμβράνη στο ενδοπλασματικό δίκτυο του κυττάρου, όπου η συσκευή πρωτεϊνοσύνθεσης του κυττάρου παράγει νέες ιικές πρωτεΐνες που αντιγράφουν το ιικό RNA και αρχίζουν να σχηματίζουν ιικά σωματίδια. Τα ανώριμα σωματίδια του ιού μεταφέρονται στη συσκευή Golgi, το τμήμα του κυττάρου όπου μερικές από τις πρωτεΐνες λαμβάνουν τις απαραίτητες αλυσίδες σακχάρου (γλυκοπρωτεΐνες). Οι ώριμοι πλέον νέοι ιοί απελευθερώνονται με εξωκυττάρωση. Στη συνέχεια μπορούν να εισέλθουν σε άλλα λευκά αιμοσφαίρια, όπως μονοκύτταρα και μακροφάγα. Η αρχική αντίδραση των μολυσμένων κυττάρων είναι να παράγουν ιντερφερόνη, μια κυτοκίνη που εγείρει πολλές άμυνες έναντι της ιογενούς λοίμωξης μέσω του έμφυτου ανοσοποιητικού συστήματος αυξάνοντας την παραγωγή μιας μεγάλης ομάδας πρωτεϊνών με τη μεσολάβηση της οδού JAK-STAT. Ορισμένοι ορότυποι του ιού του δάγκειου πυρετού φαίνεται να έχουν μηχανισμούς για να επιβραδύνουν αυτή τη διαδικασία. Η ιντερφερόνη ενεργοποιεί επίσης το προσαρμοστικό ανοσοποιητικό σύστημα, το οποίο οδηγεί στη δημιουργία αντισωμάτων κατά του ιού καθώς και Τ κυττάρων που επιτίθενται άμεσα σε οποιοδήποτε κύτταρο που έχει μολυνθεί από τον ιό. Δημιουργούνται διάφορα αντισώματα. μερικές συνδέονται στενά με τις ιικές πρωτεΐνες και τις στοχεύουν για φαγοκυττάρωση (κατάποση από εξειδικευμένα κύτταρα και καταστροφή), αλλά κάποιες δεσμεύουν τον ιό λιγότερο καλά και φαίνεται αντίθετα να μεταφέρουν τον ιό σε ένα μέρος των φαγοκυττάρων όπου δεν καταστρέφεται αλλά μπορεί να αναπαραχθεί περαιτέρω. Σοβαρή ασθένεια συμβαίνει στην εξαρτώμενη από αντίσωμα ενίσχυση (ADE και τα αντισώματα συνδέονται τόσο με τα ιικά σωματίδια όσο και με τους υποδοχείς γάμμα Fc που εκφράζονται σε κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος, αυξάνοντας την πιθανότητα ότι οι ιοί θα μολύνουν αυτά τα κύτταρα.

    infection cycles of dengue fever

    Σοβαρή ασθένεια από δάγκειο πυρετό

    Στην εξαρτώμενη από αντίσωμα ενίσχυση (ADE), τα αντισώματα συνδέονται τόσο με τα ιικά σωματίδια όσο και με τους υποδοχείς γάμμα Fc που εκφράζονται σε κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος, αυξάνοντας την πιθανότητα ότι οι ιοί θα μολύνουν αυτά τα κύτταρα. Δεν είναι απολύτως σαφές γιατί η δευτερογενής μόλυνση με διαφορετικό στέλεχος του ιού του δάγκειου πυρετού θέτει τους ανθρώπους σε κίνδυνο για αιμορραγικό πυρετό και σύνδρομο δάγκιειου σοκ. Η πιο ευρέως αποδεκτή υπόθεση είναι αυτή της εξαρτώμενης από αντισώματα ενίσχυσης (ADE) και μπορεί να προκαλείται από κακή δέσμευση μη εξουδετερωτικών αντισωμάτων και παροχή σε λάθος διαμέρισμα λευκών αιμοσφαιρίων που έχουν καταπιεί τον ιό για καταστροφή. Υπάρχει η υποψία ότι η ADE δεν είναι ο μόνος μηχανισμός που κρύβεται πίσω από σοβαρές επιπλοκές που σχετίζονται με τον δάγκειο πυρετό, και διάφορες γραμμές έρευνας έχουν υπονοήσει έναν ρόλο για τα Τ κύτταρα και τους διαλυτούς παράγοντες όπως οι κυτοκίνες και το σύστημα συμπληρώματος. Η σοβαρή ασθένεια χαρακτηρίζεται από τα προβλήματα της διαπερατότητας των τριχοειδών και της διαταραχής πήξης του αίματος. Αυτές οι αλλαγές εμφανίζονται να σχετίζονται με μια διαταραγμένη κατάσταση του ενδοθηλιακού γλυκοκάλυκα, ο οποίος δρα ως μοριακό φίλτρο των συστατικών του αίματος. Τα τριχοειδή αγγεία που διαρρέουν (και η κρίσιμη φάση) πιστεύεται ότι προκαλούνται από μια απόκριση του ανοσοποιητικού συστήματος. Άλλες ενδιαφέρουσες διεργασίες περιλαμβάνουν μολυσμένα κύτταρα που γίνονται νεκρωτικά - τα οποία επηρεάζουν τόσο την πήξη όσο και την ινωδόλυση (τα αντίθετα συστήματα πήξης του αίματος και αποικοδόμησης θρόμβου) - και χαμηλά αιμοπετάλια στο αίμα, επίσης παράγοντας φυσιολογικής πήξης.

    ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΔΑΓΚΕΙΟΥ ΠΥΡΕΤΟΥ

    Προειδοποιητικά σημάδια:

    • Επιδείνωση του πόνου στην κοιλιά
    • Συνεχείς εμετοί
    • Διεύρυνση του ήπατος
    • Αιμορραγία του βλεννογόνου
    • Υψηλός αιματοκρίτης με χαμηλά αιμοπετάλια
    • Λήθαργος ή ανησυχία
    • Ορολογικές συλλογές

    Η διάγνωση του δάγκειου πυρετού συνήθως γίνεται κλινικά, με βάση τα αναφερόμενα συμπτώματα και τη φυσική εξέταση. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα σε ενδημικές περιοχές. Ωστόσο, η πρώιμη νόσος μπορεί να είναι δύσκολο να διαφοροποιηθεί από άλλες ιογενείς λοιμώξεις. Μια πιθανή διάγνωση βασίζεται στα ευρήματα του πυρετού συν δύο από τα ακόλουθα: ναυτία και έμετο, εξάνθημα, γενικευμένοι πόνοι, χαμηλός αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων, θετικό τεστ tourniquet test ή οποιοδήποτε προειδοποιητικό σημείο σε κάποιον που ζει σε ενδημική περιοχή. Τα προειδοποιητικά σημεία εμφανίζονται συνήθως πριν από την εμφάνιση σοβαρού δάγκειου πυρετού. Το τεστ τουρνικέ, το οποίο είναι ιδιαίτερα χρήσιμο σε περιβάλλοντα όπου δεν υπάρχουν άμεσα διαθέσιμες εργαστηριακές έρευνες, περιλαμβάνει την εφαρμογή περιχειρίδας αρτηριακής πίεσης μεταξύ της διαστολικής και της συστολικής πίεσης για πέντε λεπτά, ακολουθούμενη από την καταμέτρηση τυχόν πετεχειωδών αιμορραγιών. Ένας υψηλότερος αριθμός καθιστά τη διάγνωση του δάγκειου πυρετού πιο πιθανή με την αποκοπή να είναι μεγαλύτερη από 10 έως 20 ανά 6,25 cm2. Η διάγνωση θα πρέπει να εξετάζεται σε οποιονδήποτε αναπτύσσει πυρετό εντός δύο εβδομάδων από τη στιγμή που βρίσκεται στις τροπικές ή υποτροπικές περιοχές. Μπορεί να είναι δύσκολο να γίνει διάκριση του δάγκειου πυρετού και του chikungunya, μιας παρόμοιας ιογενούς λοίμωξης που έχει πολλά κοινά συμπτώματα και εμφανίζεται σε παρόμοια μέρη του κόσμου με τον δάγκειο πυρετό. Συχνά, πραγματοποιούνται έρευνες για τον αποκλεισμό άλλων καταστάσεων που προκαλούν παρόμοια συμπτώματα, όπως η ελονοσία, η λεπτοσπείρωση, ο ιογενής αιμορραγικός πυρετός, ο τυφοειδής πυρετός, η μηνιγγιτιδοκοκκική νόσος, η ιλαρά και η γρίπη. Ο πυρετός Ζίκα έχει επίσης παρόμοια συμπτώματα με τον δάγκειο πυρετό. Η πιο πρώιμη αλλαγή που μπορεί να ανιχνευθεί σε εργαστηριακές έρευνες είναι ο χαμηλός αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων, ο οποίος μπορεί στη συνέχεια να ακολουθηθεί από χαμηλά αιμοπετάλια και μεταβολική οξέωση. Ένα μέτρια αυξημένο επίπεδο αμινοτρανσφερασών (AST και ALT) από το ήπαρ συνδέεται συνήθως με χαμηλά αιμοπετάλια και λευκά αιμοσφαίρια. Σε σοβαρή νόσο, η διαρροή πλάσματος οδηγεί σε αιμοσυγκέντρωση (όπως υποδεικνύεται από έναν αυξανόμενο αιματοκρίτη) και υπολευκωματιναιμία. Οι υπεζωκοτικές συλλογές ή ο ασκίτης μπορούν να ανιχνευθούν με φυσική εξέταση όταν είναι μεγάλες, αλλά η επίδειξη υγρού στον υπέρηχο μπορεί να βοηθήσει στην πρώιμη αναγνώριση του συνδρόμου του δάγκειου σοκ. Μπορεί να γίνουν και υπέρηχοι. Το σύνδρομο δάγκειου σοκ υπάρχει εάν η παλμική πίεση πέσει σε ≤ 20 mm Hg μαζί με περιφερική αγγειακή κατάρρευση. Η περιφερική αγγειακή κατάρρευση προσδιορίζεται στα παιδιά μέσω καθυστερημένης αναπλήρωσης τριχοειδών, γρήγορου καρδιακού ρυθμού ή κρύων άκρων. 

    Εργαστηριακές εξετάσεις

    Η διάγνωση του δάγκειου πυρετού μπορεί να επιβεβαιωθεί με μικροβιολογικές εργαστηριακές εξετάσεις. Αυτό μπορεί να γίνει με απομόνωση ιού σε κυτταροκαλλιέργειες, ανίχνευση νουκλεϊκού οξέος με PCR, ανίχνευση ιικού αντιγόνου (όπως για το NS1) ή με ειδικά αντισώματα (ορολογία). Η απομόνωση ιού και η ανίχνευση νουκλεϊκού οξέος είναι πιο ακριβείς από την ανίχνευση αντιγόνου. Η ανίχνευση του NS1 κατά τη διάρκεια της εμπύρετης φάσης μιας πρωτοπαθούς λοίμωξης μπορεί να είναι μεγαλύτερη από 90% ευαίσθητη, ωστόσο είναι μόνο 60-80% σε επακόλουθες λοιμώξεις. Όλες οι εξετάσεις μπορεί να είναι αρνητικές στα αρχικά στάδια της νόσου. Η PCR και η ανίχνευση ιικού αντιγόνου είναι πιο ακριβείς τις πρώτες επτά ημέρες. Το 2012 εισήχθη μια δοκιμή PCR που μπορεί να εκτελεστεί σε εξοπλισμό που χρησιμοποιείται για τη διάγνωση της γρίπης. Αυτό είναι πιθανό να βελτιώσει την πρόσβαση στη διάγνωση που βασίζεται στην PCR. Αυτές οι εργαστηριακές εξετάσεις έχουν διαγνωστική αξία μόνο κατά την οξεία φάση της νόσου με εξαίρεση την ορολογική. Οι εξετάσεις για ειδικά αντισώματα για τον ιό του δάγκειου πυρετού, τύπους IgG και IgM, μπορούν να είναι χρήσιμες για την επιβεβαίωση της διάγνωσης στα μεταγενέστερα στάδια της λοίμωξης. Τόσο το IgG όσο και το IgM παράγονται μετά από 5-7 ημέρες. Τα υψηλότερα επίπεδα (τίτλοι) IgM ανιχνεύονται μετά από μια πρωτογενή μόλυνση, αλλά το IgM παράγεται επίσης σε επαναμόλυνση. Το IgM γίνεται μη ανιχνεύσιμο 30-90 ημέρες μετά την πρωτογενή μόλυνση, αλλά νωρίτερα μετά από επαναμολύνσεις. Το IgG, αντίθετα, παραμένει ανιχνεύσιμο για περισσότερα από 60 χρόνια και, ελλείψει συμπτωμάτων, είναι ένας χρήσιμος δείκτης παλαιότερης μόλυνσης. Μετά από μια πρωτογενή μόλυνση, η IgG φτάνει τα μέγιστα επίπεδα στο αίμα μετά από 14-21 ημέρες. Σε επακόλουθες επαναμολύνσεις, τα επίπεδα κορυφώνονται νωρίτερα και οι τίτλοι είναι συνήθως υψηλότεροι. Τόσο το IgG όσο και το IgM παρέχουν προστατευτική ανοσία στον μολυσματικό ορότυπο του ιού. Κατά τη δοκιμή για αντισώματα IgG και IgM μπορεί να υπάρχει διασταυρούμενη αντίδραση με άλλους φλαβοϊούς που μπορεί να οδηγήσει σε ψευδώς θετικό μετά από πρόσφατες λοιμώξεις ή εμβολιασμούς με τον ιό του κίτρινου πυρετού ή την ιαπωνική εγκεφαλίτιδα. Η ανίχνευση της IgG από μόνη της δεν θεωρείται διαγνωστική εκτός εάν συλλεχθούν δείγματα αίματος με διαφορά 14 ημερών και αν ανιχνευθεί μεγαλύτερη από τετραπλάσια αύξηση στα επίπεδα της ειδικής IgG. Σε ένα άτομο με συμπτώματα, η ανίχνευση IgM θεωρείται διαγνωστική. Ο σοβαρός δάγγειος πυρετός ορίζεται ως αυτός που σχετίζεται με σοβαρή αιμορραγία, σοβαρή δυσλειτουργία οργάνων ή σοβαρή διαρροή πλάσματος, ενώ όλες οι άλλες περιπτώσεις είναι μη επιπλεγμένες. Η ταξινόμηση του 1997 διαίρεσε τον δάγκειο πυρετό σε αδιαφοροποίητο πυρετό, δάγκειο πυρετό και δάγκειο αιμορραγικό πυρετό. Ο δάγκειος αιμορραγικός πυρετός υποδιαιρέθηκε περαιτέρω σε βαθμούς I–IV. Ο βαθμός Ι είναι η παρουσία μόνο μώλωπα ή θετικού τεστ τουρνικέ σε κάποιον με πυρετό, ο βαθμός ΙΙ είναι η παρουσία αυτόματης αιμορραγίας στο δέρμα και αλλού, ο βαθμός III είναι η κλινική ένδειξη σοκ και ο βαθμός IV είναι το σοκ τόσο σοβαρό που η αρτηριακή πίεση και ο παλμός δεν μπορούν να ανιχνευθούν. Οι βαθμοί III και IV αναφέρονται ως «σύνδρομο δάγκειου σοκ».

    ΠΡΟΛΗΨΗ ΔΑΓΚΕΙΟΥ ΠΥΡΕΤΟΥ

    Η πρόληψη εξαρτάται από τον έλεγχο και την προστασία από τα τσιμπήματα του κουνουπιού που το μεταδίδει.

    Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συνιστά ένα πρόγραμμα Ολοκληρωμένου Ελέγχου Φορέων που αποτελείται από πέντε στοιχεία:

    1. Συνηγορία, κοινωνική κινητοποίηση και νομοθεσία για τη διασφάλιση της ενίσχυσης των φορέων και των κοινοτήτων δημόσιας υγείας
    2. Συνεργασία μεταξύ του τομέα της υγείας και άλλων τομέων (δημόσιου και ιδιωτικού).
    3. Μια ολοκληρωμένη προσέγγιση για τον έλεγχο των ασθενειών για τη μεγιστοποίηση της χρήσης των πόρων.
    4. Τεκμηριωμένη λήψη αποφάσεων για τη διασφάλιση της κατάλληλης στόχευσης τυχόν παρεμβάσεων
    5. Δημιουργία ικανοτήτων για την εξασφάλιση επαρκούς ανταπόκρισης στην τοπική κατάσταση.

    Η κύρια μέθοδος ελέγχου του A. aegypti είναι η εξάλειψη. Αυτό γίνεται με την απαλλαγή από ανοιχτές πηγές νερού ή, αν αυτό δεν είναι δυνατό, με την προσθήκη εντομοκτόνων ή παραγόντων βιολογικού ελέγχου σε αυτές τις περιοχές. Ο γενικευμένος ψεκασμός με οργανοφωσφορικά ή πυρεθροειδή εντομοκτόνα, αν και μερικές φορές γίνεται, δε θεωρείται αποτελεσματικός. Η μείωση των ανοιχτών συλλογών νερού μέσω περιβαλλοντικής τροποποίησης είναι η προτιμώμενη μέθοδος ελέγχου, δεδομένων των ανησυχιών για τις αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία από τα εντομοκτόνα και τις μεγαλύτερες υλικοτεχνικές δυσκολίες με τους παράγοντες ελέγχου. Οι άνθρωποι μπορούν να αποτρέψουν τα τσιμπήματα κουνουπιών φορώντας ρούχα που καλύπτουν πλήρως το δέρμα, χρησιμοποιώντας κουνουπιέρες ενώ ξεκουράζονται ή/και την εφαρμογή εντομοαπωθητικού. Αν και αυτά τα μέτρα μπορούν να είναι αποτελεσματικά μέσα για τη μείωση του κινδύνου έκθεσης ενός ατόμου, ελάχιστα κάνουν όσον αφορά τον μετριασμό της συχνότητας των εστιών, που φαίνεται να αυξάνεται σε ορισμένες περιοχές, πιθανώς λόγω της αστικοποίησης που αυξάνει τον οικοτόπο του A. aegypti. Το φάσμα της νόσου φαίνεται επίσης να διευρύνεται πιθανώς λόγω της κλιματικής αλλαγής.

    Εμβόλιο

    Το 2016, ένα μερικώς αποτελεσματικό εμβόλιο για τον δάγκειο πυρετό έγινε διαθέσιμο στο εμπόριο στις Φιλιππίνες και την Ινδονησία. Έχει εγκριθεί για χρήση από το Μεξικό, τη Βραζιλία, το Ελ Σαλβαδόρ, την Κόστα Ρίκα, τη Σιγκαπούρη, την Παραγουάη, το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το εμβόλιο συνιστάται μόνο σε άτομα που είχαν προηγούμενη λοίμωξη από τον δάγκειο πυρετό ή σε πληθυσμούς όπου οι περισσότεροι (>80%) των ανθρώπων έχουν μολυνθεί από την ηλικία των 9 ετών. Σε εκείνους που δεν είχαν προηγούμενη λοίμωξη, υπάρχουν ενδείξεις ότι μπορεί να επιδεινώσει τις επόμενες λοιμώξεις. Για αυτόν τον λόγο το εμβόλιο δεν είναι κατάλληλο για ευρεία ανοσοποίηση, ακόμη και σε περιοχές όπου η ασθένεια είναι συχνή. Το εμβόλιο βασίζεται σε έναν εξασθενημένο συνδυασμό του ιού του κίτρινου πυρετού και καθενός από τους τέσσερις ορότυπους του δάγκειου πυρετού. Μελέτες για το εμβόλιο διαπίστωσαν ότι ήταν 66% αποτελεσματικό και απέτρεψε περισσότερο από το 80 έως 90% των σοβαρών περιπτώσεων. Δεδομένων των περιορισμών του τρέχοντος εμβολίου, η έρευνα για τα εμβόλια συνεχίζεται και μπορεί να ληφθεί υπόψη ο πέμπτος ορότυπος. Μία από τις ανησυχίες είναι ότι ένα εμβόλιο θα μπορούσε να αυξήσει τον κίνδυνο σοβαρής νόσου μέσω της ενίσχυσης που εξαρτάται από τα αντισώματα (ADE). 

    ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΔΑΓΚΕΙΟΥ ΠΥΡΕΤΟΥ

    Δεν υπάρχουν ειδικά αντιιικά φάρμακα για τον δάγκειο πυρετό. Ωστόσο, η διατήρηση της σωστής ισορροπίας υγρών είναι σημαντική. Η θεραπεία εξαρτάται από τα συμπτώματα. Όσοι μπορούν να πίνουν, ουρούν, δεν έχουν «προειδοποιητικά σημεία» και κατά τα άλλα είναι υγιείς μπορούν να αντιμετωπιστούν στο σπίτι με καθημερινή παρακολούθηση και θεραπεία ενυδάτωσης από το στόμα. Όσοι έχουν άλλα προβλήματα υγείας, έχουν «προειδοποιητικά σημεία» ή δεν μπορούν να διαχειριστούν την τακτική παρακολούθηση θα πρέπει να φροντίζονται στο νοσοκομείο. Σε άτομα με σοβαρό δάγκειο πυρετό θα πρέπει να παρέχεται φροντίδα σε περιοχή όπου υπάρχει πρόσβαση σε μονάδα εντατικής θεραπείας. Η ενδοφλέβια ενυδάτωση, εάν απαιτείται, συνήθως απαιτείται μόνο για μία ή δύο ημέρες. Σε παιδιά με καταπληξία λόγω δάγκειου πυρετού, μια ταχεία δόση 20 mL/kg είναι λογική. Ο ρυθμός χορήγησης υγρών στη συνέχεια τιτλοδοτείται σε παροχή ούρων 0,5–1 mL/kg/h, σταθερά ζωτικά σημεία και ομαλοποίηση του αιματοκρίτη. Συνιστάται η μικρότερη ποσότητα υγρών που απαιτείται για να επιτευχθεί αυτό. Οι επεμβατικές ιατρικές διαδικασίες, όπως η ρινογαστρική διασωλήνωση, οι ενδομυϊκές ενέσεις και οι αρτηριακές παρακεντήσεις αποφεύγονται, λόγω του κινδύνου αιμορραγίας. Η παρακεταμόλη (ακεταμινοφένη) χρησιμοποιείται για πυρετό και δυσφορία, ενώ τα ΜΣΑΦ όπως η ιβουπροφαίνη και η ασπιρίνη αποφεύγονται καθώς μπορεί να επιδεινώσουν τον κίνδυνο αιμορραγίας. Η μετάγγιση αίματος ξεκινά νωρίς σε άτομα που παρουσιάζουν ασταθή ζωτικά σημεία ενόψει ενός μειωμένου αιματοκρίτη, αντί να περιμένουν τη μείωση της συγκέντρωσης της αιμοσφαιρίνης σε κάποιο προκαθορισμένο επίπεδο «έναρξης μετάγγισης». Συνιστώνται συσκευασμένα ερυθρά αιμοσφαίρια ή πλήρες αίμα, ενώ τα αιμοπετάλια και το φρέσκο ​​κατεψυγμένο πλάσμα συνήθως όχι. Δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία για να καθοριστεί εάν τα κορτικοστεροειδή έχουν θετική ή αρνητική επίδραση στον δάγγειο πυρετό. Κατά τη διάρκεια της φάσης ανάκτησης η ενδοφλέβια χορήγηση υγρών διακόπτεται για να αποφευχθεί μια κατάσταση υπερφόρτωσης υγρών. Εάν παρουσιαστεί υπερφόρτωση υγρών και τα ζωτικά σημεία είναι σταθερά, η διακοπή περαιτέρω υγρών μπορεί να είναι το μόνο που χρειάζεται. Εάν ένα άτομο βρίσκεται εκτός της κρίσιμης φάσης, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ένα διουρητικό αγκύλης όπως η φουροσεμίδη για την αποβολή της περίσσειας υγρού από την κυκλοφορία.

    Η θεραπεία του δάγκειου πυρετού είναι:

    • Συμπτωματική 
    • Υποστηρικτική αν υπάρχουν αιμορραγίες

    Εκτός από τις προσπάθειες για τον έλεγχο της εξάπλωσης του κουνουπιού Aedes, υπάρχουν συνεχείς προσπάθειες για την ανάπτυξη αντιιικών φαρμάκων που θα χρησιμοποιηθούν για τη θεραπεία των κρίσεων του δάγκειου πυρετού και την πρόληψη σοβαρών επιπλοκών. Η ανακάλυψη της δομής των πρωτεϊνών του ιού μπορεί να βοηθήσει στην ανάπτυξη αποτελεσματικών φαρμάκων. Η πρώτη προσέγγιση είναι η αναστολή της ιικής εξαρτώμενης από RNA πολυμεράσης RNA (που κωδικοποιείται από το NS5), η οποία αντιγράφει το ιικό γενετικό υλικό, με ανάλογα νουκλεοσιδίων. Δεύτερον, μπορεί να είναι δυνατό να αναπτυχθούν ειδικοί αναστολείς της ιικής πρωτεάσης (που κωδικοποιείται από το NS3), που συνδέει τις ιικές πρωτεΐνες. Τέλος, μπορεί να είναι δυνατό να αναπτυχθούν αναστολείς εισόδου, οι οποίοι σταματούν την είσοδο του ιού στα κύτταρα, ή αναστολείς της διαδικασίας κάλυψης 5′, η οποία απαιτείται για την αναπαραγωγή του ιού. Το εκχύλισμα φύλλων παπάγιας είναι πολύ αποτελεσματικό για τη θεραπεία του δάγκειου πυρετού.

    ΠΡΟΓΝΩΣΗ ΔΑΓΚΕΙΟΥ ΠΥΡΕΤΟΥ

    Τα περισσότερα άτομα με δάγκειο πυρετό αναρρώνουν χωρίς συνεχόμενα προβλήματα. Ο κίνδυνος θανάτου μεταξύ των ατόμων με σοβαρό δάγκειο πυρετό είναι 0,8% έως 2,5% και με επαρκή θεραπεία είναι λιγότερο από 1%. Ωστόσο, όσοι αναπτύσσουν σημαντικά χαμηλή αρτηριακή πίεση μπορεί να έχουν ποσοστό θνησιμότητας έως και 26%. Ο κίνδυνος θανάτου σε παιδιά ηλικίας κάτω των πέντε ετών είναι τέσσερις φορές μεγαλύτερος από ό,τι σε παιδιά ηλικίας άνω των 10 ετών. Οι ηλικιωμένοι διατρέχουν επίσης υψηλότερο κίνδυνο κακής έκβασης.

    Τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τις λοιμώξεις

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα προϊόντα για τις λοιμώξεις 

    Dengue fear21

     

    Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με το θεράποντα ιατρό.

    Διαβάστε, επίσης,

    Τσικουνγκούνια

    Λεπτοσπείρωση

    Μη φοβάστε τον έμπολα

    Αιματέμεση

    Ο ιός του Έμπολα

    Μέτρα σε μεταδοτικά νοσήματα

    www.emedi.gr