Παρασκευή, 04 Απριλίου 2014 16:17

Οξέα στεφανιαία σύνδρομα

Γράφτηκε από την
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Η οξεία καρδιακή προσβολή

Οξέα στεφανιαία σύνδρομα, ICD-10 I 20.0, είναι ομάδα συμπτωμάτων που αποδίδονται σε απόφραξη των στεφανιαίων αρτηριών. Το πιο κοινό σύμπτωμα είναι ο πιεστικός πόνος στο στήθος, που συχνά ακτινοβολεί στον αριστερό βραχίονα ή στη γνάθο που συνοδεύεται με ναυτία και εφίδρωση.


Τα Οξέα στεφανιαία σύνδρομα:

Έμφραγμα του μυοκαρδίου με ανάσπαση (30 %), έμφραγμα του μυοκαρδίου χωρίς ανάσπαση (25 %) και ασταθής στηθάγχη (38%).

Οι τύποι του εμφράγματος ονομάζονται ανάλογα με την εμφάνιση του ηλεκτροκαρδιογραφήματος (ΗΚΓ), χωρίς ανάσπαση έμφραγμα του μυοκαρδίου (NSTEMI) και με ανάσπαση του ST έμφραγμα του μυοκαρδίου (STEMI).

Τα οξέα στεφανιαία σύνδρομα θα πρέπει να διακρίνονται από τη σταθερή στηθάγχη, η οποία αναπτύσσεται κατά τη διάρκεια της άσκησης και υποχωρεί κατά την ανάπαυση. Σε αντίθεση με τη σταθερή στηθάγχη, η ασταθής στηθάγχη εμφανίζεται ξαφνικά, συχνά σε κατάσταση ηρεμίας ή με ελάχιστη προσπάθεια, ή σε μικρότερου βαθμού άσκηση. Η εκ νέου εμφάνιση στηθάγχης ονομάζεται, επίσης, ασταθής στηθάγχη, δεδομένου ότι υποδηλώνει ένα νέο πρόβλημα σε μια στεφανιαία αρτηρία.

Αν και τα οξέα στεφανιαία σύνδρομα, συνήθως, συνδέονται με τη στεφανιαία θρόμβωση, μπορεί, επίσης, να συνδέονται με τη χρήση κοκαΐνης. Ο καρδιακός πόνος στο στήθος μπορεί επίσης να προκληθεί από αναιμία, βραδυκαρδία (υπερβολικά αργός καρδιακός ρυθμός) ή ταχυκαρδία (υπερβολικά γρήγορος καρδιακός ρυθμός).


Σημεία και συμπτώματα των οξέων στεφανιαίων συνδρόμων

Το κύριο σύμπτωμα της μειωμένης ροής του αίματος προς την καρδιά είναι ο πόνος στο στήθος, που βιώνεται ως σφίξιμο γύρω από το στήθος και ακτινοβολεί στο αριστερό χέρι και την αριστερή γωνία της γνάθου. Επίσης, μπορεί να συνυπάρχει εφίδρωση, ναυτία και έμετος, καθώς και δυσκολία στην αναπνοή. Σε πολλές περιπτώσεις, είναι «άτυπος» ο πόνος ή δεν υπάρχει (που είναι πιο πιθανό σε γυναίκες ασθενείς και ασθενείς με διαβήτη). Κάποιοι μπορεί να αναφέρουν ταχυπαλμίες, άγχος ή μια αίσθηση επικείμενης καταστροφής και μια αίσθηση οξείας νόσου.


Ταξινόμηση των οξέων στεφανιαίων συνδρόμων
Το ηλεκτροκαρδιογράφημα εάν δείχνει οξεία καρδιακή βλάβη (ανύψωση του διαστήματος ST, νέο μπλοκ αριστερού σκέλους), η θεραπεία για καρδιακή προσβολή με αγγειοπλαστική ή θρομβόλυση πρέπει να γίνεται αμέσως. Σε απουσία τέτοιων αλλαγών, δεν είναι δυνατό να γίνει διάκριση αμέσως μεταξύ της ασταθούς στηθάγχης και του εμφράγματος χωρίς ανάσπαση (NSTEMI).


Διάγνωση των οξέων στεφανιαίων συνδρόμων

Στο τμήμα επειγόντων περιστατικών γίνονται ακτινογραφία θώρακος, εξετάσεις αίματος, όπως δείκτες τροπονίνη Ι ή Τ, και H - FABP Heart-type fatty acid binding protein ή D- dimmers, αν υπάρχει υποψία πνευμονικής εμβολής, και τοποθετείται τηλεμετρία (παρακολούθηση του καρδιακού ρυθμού).

Το σκορ TIPI μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να βοηθήσει τη διάγνωση. Χρησιμοποιούνται επτά μεταβλητές και αυτό το σκορ προβλέπει ποιοι ασθενείς είναι πιθανό να έχουν ισχαιμία του μυοκαρδίου. Για παράδειγμα, σύμφωνα με μια τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη, οι άντρες που έχουν πόνο στο στήθος με φυσιολογικό ή μη διαγνωστικό ΗΚΓ βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο για οξύ στεφανιαίο σύνδρομο από τις γυναίκες. Σε αυτή τη μελέτη, η ευαισθησία ήταν 65,2 % και η ειδικότητα ήταν 44 %. Η συγκεκριμένη μελέτη είχε επιπολασμό 8,4% του οξέος στεφανιαίου συνδρόμου, το οποίο σημαίνει ότι η θετική προγνωστική αξία του να είναι κάποιος άνδρας με πόνο στο στήθος και να έχει στεφανιαίο σύνδρομο είναι 9,6 % και η αρνητική προγνωστική του αξία είναι 93,2 %.

Το οξύ στεφανιαίο σύνδρομο συχνά αντικατοπτρίζει το βαθμό βλάβης των στεφανιαίων από την αθηροσκλήρωση.

Διαβάστε, επίσης,

Το TIPI τεστ για το έμφραγμα του μυοκαρδίου 

Η πρωτογενής πρόληψη της αθηροσκλήρωσης είναι ο έλεγχος των παραγόντων κινδύνου: υγιεινή διατροφή, άσκηση, θεραπεία υπέρτασης και διαβήτη, αποφυγή του καπνίσματος και έλεγχος των επιπέδων της χοληστερόλης. Σε ασθενείς με σημαντικούς παράγοντες κινδύνου, η ασπιρίνη έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τον κίνδυνο καρδιαγγειακών επεισοδίων.

Οι ασθενείς με τεκμηριωμένο Οξύ Στεφανιαίο Σύνδρομο, συνήθως, αντιμετωπίζονται με ασπιρίνη, κλοπιδογρέλη ή ticagrelor, νιτρογλυκερίνη, και αν η δυσφορία στο στήθος επιμένει μορφίνη. Άλλα αναλγητικά είναι το υποξείδιο του αζώτου.


Έμφραγμα του μυοκαρδίου

Αν το ΗΚΓ επιβεβαιώνει τις αλλαγές που υποδηλώνουν έμφραγμα του μυοκαρδίου θρομβολυτικά μπορεί να χορηγηθούν ή να γίνει αγγειοπλαστική των στεφανιαίων. Το φάρμακο που χορηγείται με ένεση διεγείρει την ινωδόλυση και αταστρέφει τους θρόμβους αίματος στις στεφανιαίες αρτηρίες.

Τελευταία, ένας εύκαμπτος καθετήρας περνά μέσω της μηριαίας αρτηρίας και προωθείται προς την καρδιά για τον εντοπισμό αποφράξεων στις στεφανιαίες. Γίνεται αγγειοπλαστική και συνήθως τοποθέτηση στεντ. Η ινοδώλυση θα πρέπει να γίνεται μέσα σε 30 λεπτά, ενώ η Διαδερμική Στεφανιαία Παρέμβαση σε 90 λεπτά.

Αν το ΗΚΓ δεν δείχνει τυπικές μεταβολές, και υφίσταται έμφραγμα χωρίς ανάσπαση γίνεται θεραπεία με ασπιρίνη,  κλοπιδογρέλη, πρασουγρέλη ή ticagrelor, και ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους, όπως η ενοξαπαρίνη, με ενδοφλέβιο τρινιτρικό γλυκερυλεστέρα και οπιοειδή αν ο πόνος επιμένει.

Μια εξέταση αίματος εκτελείται γενικά για καρδιακές τροπονίνες δώδεκα ώρες από την έναρξη του πόνου. Εάν αυτό είναι θετικό, στεφανιαία αγγειογραφία, συνήθως, εκτελείται σε επείγουσα βάση. Εάν η τροπονίνη είναι αρνητική, μπορεί να ζητηθεί τεστ κοπώσεως ή σπινθηρογράφημα θαλλίου.

Αν δεν υπάρχει ανάσπαση του διαστήματος ST στο ηλεκτροκαρδιογράφημα, καθυστερείται η επείγουσα αγγειοπλαστική μέχρι το επόμενο πρωί.

Το στεφανιαίο σύνδρομο από κοκαΐνη αντιμετωπίζεται όπως και τα άλλα οξέα στεφανιαία σύνδρομα, αλλά βήτα αποκλειστές δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται και οι βενζοδιαζεπίνες θα πρέπει να χορηγούνται νωρίς.


Πρόγνωση οξέων στεφανιαίων συνδρόμων

Το σκορ κινδύνου TIMI μπορεί να εντοπίσει ασθενείς υψηλού κινδύνου που πρέπει να αντιμετωπιστούν άμεσα.

Διαβάστε, επίσης,

Το ΤΙΜΙ τεστ για την πρόγνωση των οξέων στεφανιαίων συνδρόμων


Οι βιοδείκτες για τη διάγνωση

  • Tροποποιημένη αλβουμίνη. Σε περιπτώσεις ισχαιμίας η αλβουμίνη υφίσταται μια διαμορφωτική αλλαγή και χάνει την ικανότητά της να δεσμεύει μεταβατικά μέταλλα (χαλκό ή κοβάλτιο).
  • Μυελοϋπεροξειδάση (ΜΡΟ). Τα επίπεδα της κυκλοφορούσας ΜΡΟ, που είναι ένα ένζυμο λευκοκυττάρων, ανυψώνονται νωρίς μετά από οξύ στεφανιαίο σύνδρομο και μπορεί να χρησιμοποιηθούν ως ένα πρώιμος δείκτης.
  • Ισοένζυμο Φωσφορυλάσης Γλυκογόνου Ισοένζυμο ΒΒ -(GPBB). Είναι ένας πρώιμος δείκτης της καρδιακής ισχαιμίας και είναι ένα από τα τρία ισοενζύμα της φωσφορυλάσης γλυκογόνου.
  • Η τροπονίνη είναι ένας καθυστερημένος καρδιακός δείκτης

Οι βιοδείκτες για την Αξιολόγηση του κινδύνου

  • Νατριουρητικό πεπτίδιο - (ΒΝΡ) και Ν -Pro ΒΝΡ. Μπορεί να μετρηθεί για να προβλέψει τον κίνδυνο θανάτου και καρδιακής ανεπάρκειας μετά από οξύ στεφανιαίο σύνδρομο.
  • Μονοκυττάρων χημειοελκυστική πρωτεΐνη (MCP) -1. Έχει αποδειχθεί σε πολλές μελέτες ότι είναι σημαντική για τον εντοπισμό ασθενών με υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων επιπλοκών μετά από οξύ καρδιακό επεισόδιο.

Από το μυοκάρδιο που υφίσταται νέκρωση απελευθερώνονται ένζυμα. Έτσι στο περιφερικό αίμα μπορεί να βρεθεί αύξηση των ένζυμων του μυοκαρδίου. Τα ένζυμα που συνήθως χρησιμοποιούνται είναι η καρδιακή τροπονίνη (CTNI), η κρεατινοφωσφοκινάση (CK) και ιδιαίτερα το μυοκαρδιακό κλάσμα της MB (CK-MB), η οξαλοξεική (SGOT) και γλουταμινική (SGPT) τρανσαμινάση και η γαλακτική δεϋδρογενάση (LDH).

Η καρδιακή τροπονίνη Τ και Ι και η καρδιακή CK-MB είναι τα πιο ευαίσθητα και ειδικά ένζυμα για τη διάγνωση του εμφράγματος.

Τα επίπεδα της CK-ΜΒ συνεχώς αυξανόμενα εμφανίζονται 4-6 ώρες μετά την έναρξη της νέκρωσης, με κορύφωση μετά 24 ώρες και προοδευτική μείωση τις επόμενες 3-4 ημέρες. Η αξία της όμως κλονίζεται από το γεγονός ότι δεν έχει πολύ υψηλή ειδικότητα και μπορεί να βρεθεί και σε άλλες παθολογικές καταστάσεις.

Για τους λόγους αυτούς σήμερα χρησιμοποιούνται μόνο οι καρδιακές τροπονίνες και μόνο η I, που είναι ένζυμα που προέρχονται μόνο από τη καρδιά και ως εκ τούτου έχουν υψηλή ειδικότητα. Η παρουσία τους μπορεί να διαπιστωθεί ακόμη και 15 ημέρες μετά το έμφραγμα του μυοκαρδίου και ανευρίσκονται ακόμη και επί επαναιμάτωσης μετά θρομβόλυση του νεκρωθέντος τμήματος.

Αν μετά από οκτάωρη παρατήρηση δεν επισημανθούν αυξήσεις ενζύμων και δεν υπάρχουν ηλεκτροκαρδιογραφικές μεταβολές με πιθανότητα 99% δεν υπάρχει έμφραγμα μυοκαρδίου.

Διαβάστε, επίσης,

Πρόληψη εμφράγματος

Πρωτεΐνη ΒΑΧ

Προειδοποιητικά σημάδια του εμφράγματος

Ηπατικός έλεγχος

Γαλακτική αφυδρογονάση

Οι τρανσαμινάσες αίματος

Αθηροσκλήρωση

Κοκαΐνη

www.emedi.gr

 

Διαβάστηκε 3430 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Σάββατο, 05 Απριλίου 2014 07:48
Σαββούλα Μάλλιου Κριαρά

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.