Дървен материал от www.emsien3.com

The best bookmaker bet365

The best bookmaker bet365

Menu

Νόσοι από μεγαλοκυτταροϊό

Νόσοι από μεγαλοκυτταροϊό

Πρόκειται για τον μεγαλύτερο από τους ανθρώπινους ερπητοϊούς

Ο Κυτταρομεγαλοϊός (CMV) είναι ένας κοινός ιός που ανήκει στην οικογένεια των ερπητοϊών. Υπολογίζεται ότι 50-80% όλων των ενηλίκων έχει μολυνθεί με το CMV ιό. Πρόκειται για τον μεγαλύτερο από τους ανθρώπινους ερπητοϊούς.

Μεταδίδεται με τους ακόλουθους τρόπους:

1) ενδομητρίως στο έμβρυο,

2) περιγεννητικώς κατά τον τοκετό,

3) μεταγεννητικώς στο νεογνό,

4) με μετάγγιση αίματος και

5) με μεταμόσχευση οργάνων.

Σήμερα, ο CMV αναγνωρίζεται ως ο υπεύθυνος μιας ολόκληρης σειράς νοσολογικών καταστάσεων. Εντούτοις, η κλινική εμφάνιση αυτών είναι γενικώς ήπια και ενίοτε έχει μεγάλη ομοιότητα με τη λοιμώδη μονοπυρήνωση. Η λοίμωξη του εμβρύου, όμως, ενδομητρίως αποτελεί σημαντικό αίτιο διανοητικής καθυστέρησης.

Οι λοιμώξεις από CMV, οι περισσότερες από τις οποίες είναι υποκλινικές, είναι συχνές σε όλον τον κόσμο. Η συχνότητα της CMV λοίμωξης σε ένα δεδομένο πληθυσμό συσχετίζεται άμεσα με το χαμηλό κοινωνικοοικονομικό επίπεδο, με συνθήκες συνωστισμού και με κακή υγιεινή.

Παρόλο που λίγα είναι γνωστά για την μετάδοση του ιού μεταξύ ατόμων, ο κίνδυνος απόκτησης CMV λοίμωξης είναι εν μέρει κατανοητός για ορισμένες ομάδες ηλικιών. Η λοίμωξη μπορεί να μεταδοθεί στο νεογέννητο κατά την δίοδό του μέσα από τον γεννητικό σωλήνα, όπου οι εκκρίσεις τραχήλου και κόλπου μπορεί να περιέχουν μολυσματικό ιό. Ο CMV μπορεί, επίσης, να μεταδοθεί στο νεογέννητο με το μητρικό γάλα κατά τον θηλασμό. Ως εκ τούτου, η αποβολή του CMV στα ούρα ή την σίελο είναι συχνή σε υγιή μικρά παιδιά, ιδιαίτερα σε παιδικούς σταθμούς. Είναι πιθανόν η ευρέως διαδεδομένη λοίμωξη ανάμεσα σε ασυμπτωματικά παιδιά να παίζει σημαντικό ρόλο στην εξάπλωση του ιού σε άλλα παιδιά και ενήλικες. Παρόλο που ο κίνδυνος λοίμωξης μετά από δεδομένη επαφή με ασυμπτωματικό άτομο που αποβάλλει τον ιό φαίνεται να είναι πολύ χαμηλός, ο ιός βρίσκεται σε τέτοια έκταση παντού, ώστε αναμφίβολα παρουσιάζονται επανειλημμένες ευκαιρίες έκθεσης. Υπάρχουν ενδείξεις ότι σε έφηβους και ενήλικες μολυσματικός ιός που υπάρχει στις κολπικές εκκρίσεις, το σπέρμα και την σίελο και μπορεί επίσης να μεταδοθεί με την σεξουαλική δραστηριότητα. Τελικά είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι σε οποιαδήποτε ομάδα ηλικιών ο ιός μπορεί να μεταφερθεί από το δότη στο λήπτη με τις μεταγγίσεις αίματος και την μεταμόσχευση οργάνων (νεφρού, καρδιάς, πνευμόνων και ήπατος).

Στις ΗΠΑ, όπως στοιχειοθετείται από την ανίχνευση του ιού στα ούρα κατά την γέννηση περίπου 2% όλων των νεογέννητων βρεφών έχουν μολυνθεί από τον CMV κατά την ενδομήτριο ζωή, τα περισσότερα από αυτά τα παιδιά φαίνονται φυσιολογικά και δεν παρουσιάζουν εμφανή νόσο μεγαλοκυτταρικών εγκλείστων. Δύο μελέτες όμως έχουν δείξει ότι σε ένα μικρό ποσοστό εμφανίζεται αργότερα ψυχοκινητική καθυστέρηση, νευροαισθητήριο απώλεια της ακοής, ή/και έλλειμμα στο διανοητικό πηλίκο. Έκδηλη νόσος μεγαλοκυτταρικών εγκλείστων παρατηρείται κατά την γέννηση στο 10% των βρεφών που μολύνθηκαν κατά την ενδομήτριο ζωή.


Παθογένεια

Αναγνωρίζονται 4 διαφορετικοί τύποι αλληλεπίδρασης μεταξύ ιού και ξενιστή:

α) Πρωτογενής λοίμωξη κατά την οποία ο ιός εγκαθίσταται αρχικά στον ξενιστή. Η μεγάλη πλειοψηφία των λοιμώξεων αυτών είναι ασυμπτωματικές για τα φυσιολογικά άτομα παρόλο που η διαπλακουντιακή μετάδοση του ιού κατά τη διάρκεια της κύησης μπορεί να προκαλέσει στο έμβρυο τη νόσο των μεγαλοκυτταρικών εγκλείστων. Η πιο συχνή κλινική εκδήλωση της λοίμωξης σε προηγουμένως υγιείς ενήλικες είναι η λοιμώδης μονοπυρήνωση.

β) Χρόνια επιμένουσα λοίμωξη: παρατηρείται ασυμπτωματική αποβολή του ιού από διάφορες εστίες (ούρα, σίελο, σπέρμα, εκκρίσεις τραχήλου και κόλπου) για μήνες ή χρόνια παρά την ύπαρξη ειδικής ανοσολογικής αντίδρασης εκ μέρους του ξενιστή.

γ) Λανθάνουσα λοίμωξη ή παραμονή του CMV σε κύτταρα ή ιστούς του ξενιστή σε μη αναδιπλασιαζόμενη μορφή.

δ) Επανεργοποίηση ή υποτροπιάζουσα λοίμωξη κατά την οποία ο CMV επανεμφανίζεται σε αναδιπλασιαζόμενη μορφή.


Κλινική εικόνα

  • Μητρική λοίμωξη: Πάνω από 90% των μητρικών λοιμώξεων πρωτογενών ή επιμενουσών είναι ασυμπτωματικές. Σποραδικά η CMV παρουσιάζεται σαν μια συνδρομή Λοιμώδους Μονοπυρήνωσης με λευκοκυττάρωση, διαταραγμένες δοκιμασίες λειτουργίας ήπατος, πυρετό. Η μετρίου βαθμού φαρυγγίτιδα, μικρή λεμφαδενοπάθεια και απουσία ηπατοσπληνομεγαλίας και ο ίκτερος βοηθούν στην διαφοροδιάγνωση της λοίμωξης από CMV από το σύνδρομο της Λοιμώδους Μονοπυρήνωσης.
  • Νεογνική λοίμωξη: Το φάσμα της κλινικής εικόνας που προκαλείται από CMV στο έμβρυο και στο νεογνό είναι πολύ ευρύ. Από τα μολυσμένα νεογνά με συγγενή λοίμωξη 90% είναι τελείως ασυμπτωματικά κατά τη γέννηση. Κλινικώς εμφανής νόσος λαμβάνει χώρα σε 10% των απογόνων με συγγενή λοίμωξη από CMV.
  • Σε σοβαρότερες νεογνικές λοιμώξεις η κλινική εικόνα περιλαμβάνει: ηπατοσπληνομεγαλία, ίκτερο, θρομβοκυτοπενία, μικροκεφαλία, κώφωση, χοριοαμφιβληστροειδίτιδα, οπτική ατροφία, εγκεφαλικές αποτιτανώσεις.

Εργαστηριακά ευρήματα

Μητρική λοίμωξη: Επειδή είναι πάντα ασυμπτωματική η διάγνωσή της σπανίως είναι στις υποψίες του γιατρού. Ακόμα και όταν η κλινικώς εμφανής νόσος λαμβάνει χώρα, είναι γενικώς μετρίου βαθμού και η CMV λοίμωξη συνήθως δεν εκτιμάται ως πιθανή αιτία.

Αξιόπιστες δοκιμασίες ανίχνευσης IgG αντισωμάτων έναντι του CMV: Έμμεσος ανοσοφθορισμός, οροσυγκολλητικές αντιδράσεις, ανοσοενζυμική μέθοδος (ELISA). Περίπου 40% των ενηλίκων έχουν αντισώματα. Ένα μοναδικό θετικό αποτέλεσμα δεν οδηγεί απαραίτητα στην κατάδειξη πρόσφατης ή τρέχουσας λοίμωξης. Η ανάδειξη της ορομετατροπής είναι η καλύτερη πιστοποίηση της πρωτογενούς λοίμωξης. Αν η λοίμωξη έλαβε χώρα μέσα στους προηγούμενους 4 έως 8 μήνες, ειδικά IgM αντισώματα μπορούν να ανιχνευτούν στον ορό

Προγεννητική διάγνωση

Προσφάτως, η προγεννητική διάγνωση της επίκτητης ενδομητρικής συγγενούς CMV λοίμωξης του εμβρύου έγινε διαθέσιμη χρησιμοποιώντας: υπερηχογράφημα, αμνιοπαρακέντηση και λήψη τροφοβλάστης και συμπληρωματική λήψη εμβρυϊκού δείγματος αίματος από τον ομφάλιο λώρο.

Οι Donner και οι συνεργάτες ανέφεραν ότι οι συνδυασμοί αυτών των tests οδήγησαν σε διάγνωση του CMV σε 13 από 16 προσβεβλημένα έμβρυα (ευαισθησία 81%). Η αμνιοπαρακέντηση διέγνωσε 12 από 13 περιπτώσεις CMV λοίμωξης. Από αυτές τις 12 περιπτώσεις, 4 είχαν αρνητικό αποτέλεσμα στην 1η αμνιοπαρακέντηση πριν τις 20 εβδομάδες- 4 με 8 εβδομάδες αργότερα 2η αμνιοπαρακέντηση ήταν θετική.

Σε υψηλή υποψία λοίμωξης από CMV (τεκμηριωμένη μητρική πρωτογενής λοίμωξη CMV) εάν η αρχική δοκιμασία είναι αρνητική το test θα πρέπει να επαναληφθεί 4 με 8 εβδομάδες αργότερα. Η ανίχνευση CMV IgM αντισώματος στο εμβρυϊκό αίμα έχει μια ευαισθησία 69%.


Θεραπεία

Δεν υπάρχει κάποια ειδική θεραπεία της CMV λοίμωξης. Στις γυναίκες με συνδρομή όμοια με Λοιμώδη Μονοπυρήνωση η θεραπεία είναι συμπτωματική. Δεν υπάρχει διαθέσιμη ικανοποιητική θεραπεία για την συγγενή CMV λοίμωξη. Έγιναν προσπάθειες να χρησιμοποιήσουν αντιιικούς παράγοντες όπως: η αραβινοσίδη (Ara- A) και κυτοσίνη – αραβινοσίδη (Ara-C) για νεογνά με σοβαρή κλινική λοίμωξη, αλλά αυτά τα φάρμακα είναι τοξικά. Λόγω τοξικότητας αυτά τα αντιιικά φάρμακα δεν χρησιμοποιούνται στην ασυμπτωματική CMV λοίμωξη.

Η ακυκλοβίρη δεν είναι δραστική έναντι του CMV ο οποίος αντίθετα με το σύμπλεγμα των Ερπητοϊών δεν συνθέτει δική του θυμιδινική κινάση.

Γανσυκλοβίρη πρόσφατα δείχθηκε να είναι αποτελεσματική στη θεραπεία της CMV αμφιβληστροειδίτιδας στους HIV – μολυσμένους ασθενείς.

Άλλο φάρμακο, η φοσκαρνέτη αποδείχθηκε, επίσης, για τη θεραπεία της CMV αμφιβληστροειδίτιδας.

Η παρασκευή ενός εμβολίου έναντι του CMV προτάθηκε ως ένας τρόπος πρόληψης της συγγενούς CMV λοίμωξης. Αν και ο CMV βρίσκεται στον ξενιστή ακόμα και με την εμφάνιση υψηλών τίτλων ειδικών αντισωμάτων και το υπάρχον μητρικό αντίσωμα δεν προστατεύει ενάντια σε συγγενείς λοιμώξεις, προηγούμενη λοίμωξη μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο σοβαρής λοίμωξης του εμβρύου, ιδίως προστατεύει από: θνησιμότητα, πνευματική καθυστέρηση, σημαντικά νευρολογικά προβλήματα. Ένα εμβόλιο με ζωντανό αδρανοποιημένο στέλεχος δοκιμάστηκε σε εθελοντές. Καθαρό με τεχνικές μοριακής βιολογίας ανασυνδυασμένο εμβόλιο μπορεί να επιτευχθεί για τον CMV. Η αξία αυτού του εμβολίου μπορεί να προλάβει όλους τους ενδομήτριους θανάτους και περίπου 90% των σοβαρών νευρολογικών επακόλουθων που σχετίζονται με τον συγγενή CMV δευτερευόντως της πρωτογενούς λοίμωξης η οποία λαμβάνει χώρα κάθε χρόνο στις ΗΠΑ.


Ο ρόλος των CMV στις καθ’ έξιν αποβολές

Η παρουσία στον ορό αντι-CMV και αντί-HPV-B19 αντισωμάτων μελετήθηκε σε 11 γυναίκες, εντός της 1ης ημέρας μετά από επόμενη διαδοχική αυτόματη αποβολή στο 2ο τρίμηνο της εγκυμοσύνης και σε μια ομάδα μαρτύρων που αποτελείτο από 15 γυναίκες που βρίσκονταν στο 2ο τρίμηνο της εγκυμοσύνης. Οι περισσότερες γυναίκες που μελετήθηκαν παρουσίασαν στον ορό τάξης IgG αντι- CMV αντισώματα και τα επίπεδα των αντισωμάτων αποδείχθηκαν σημαντικώς υψηλότερα στις γυναίκες με τις επαναλαμβανόμενες αποβολές. Οι ασθενείς συχνά εμφάνιζαν παράλληλη παρουσία στον ορό τάξης IgG αντί-HPV-B19 αντισώματα. Σε μια ασθενή αποκαλύφθηκε ένας γενικευμένος μη ανοσολογικής αρχής εμβρυϊκός ύδρωπας και ο ορός της περιείχε IgM και IgG αντισώματα έναντι του CMV και επίσης έναντι του HPV-B19. Τα αποτελέσματα της μελέτης δείχνουν ότι στην πλειοψηφία των γυναικών που μελετήθηκαν η αυτόματη αποβολή μπορεί να προκλήθηκε από εμβρυϊκή λοίμωξη λόγω επανενεργοποίησης χρόνιας CMV λοίμωξης κατά την πορεία της εγκυμοσύνης.

Οι γυναίκες με ανεξήγητες επαναλαμβανόμενες αποβολές εμφανίζουν δυσκολία στην αντίδραση έναντι λοίμωξης από CMV και είναι μεγάλης σημασίας η έννοια της ανοσολογικής θεραπείας με μετάγγιση λευκοκυττάρων.

Οι ιοί αυτοί έχουν το κοινό χαρακτηριστικό να παραμένουν σε λανθάνουσα κατάσταση στο σώμα του ανθρώπου για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Ο CMV μπορεί να μεταδοθεί μέσω στενής σωματικής επαφής, όμως τα περισσότερα άτομα δεν παρουσιάζουν κανένα σύμπτωμα.

Ωστόσο, ο CMV μπορεί να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα όταν αναπτύσσεται σε άτομα με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα (π.χ. μεταμοσχευθέντες ασθενείς, ασθενείς με AIDS και σε  έμβρυα).

Οι ομοφυλόφιλοι έχουν αντισώματα εναντίον του μεγαλοκυτταροϊού και η μεγάλη συχνότητα σπάνιων μορφών καρκίνου σε αυτούς (σάρκωμ Kaposi), οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο ιός αυτός προκαλεί διαταραχή της ανοσίας κι έτσι ανάπτυξη κακοήθους όγκου.


Κλινικές εκδηλώσεις

1. Συγγενής μορφή

Στη γέννηση ή αμέσως μετά με ηπατοσπληνομεγαλία, μικροκεφαλία, πνευματική καθυστέρηση, ίκτερο, πετέχειες, χοριοαμβιβληστροειδίτιδα και αξιόλογη συμμετοχή του κεντρικού νευρικού συστήματος. Η πρόγνωση είναι βαριά.

2. Επίκτητες μορφές

1. Βρέφος 3ος-6ος μήνας με πνευμονία, ηπατοσπληνομεγαλία και λεμφαδενοπάθεια. Σε μεγαλύτερα παιδιά ή ενήλικες εμφανίζεται πυρετός, πνευμονίτιδα, ηπατίτιδα, μονοπυρήνωση ή συνδυασμός τους.

2. Μεταμεταγγισιακό σύνδρομο. Μετά από πολλές μεταγγίσεις, εξωσωματική ή αιμοδιϋλιση 1-3 μήνες μετά εμφανίζεται μικρός έως μέτριος πυρετός, ηπατοσληνομεγαλία, λεμφαδενοπάθεια ή εξάνθημα. Στο περιφερικό αίμα εμφανίζονται άτυπα λεμφοκύτταρα. Η πρόγνωση είναι καλή.

3. Λοίμωξη σε ασθενείς σε ανοσοκαταστολή (λευχαιμία, λέμφωμα, μεταμόσχευση οργάνων)

Διάγνωση

Ανεύρεση αντισωμάτων και ανεύρεση του ιού στους ιστούς με ανεύρεση επιθηλιοειδών κυττάρων με ενδοπυρηνικά έγκλειστα που μοιάζουν με τα μάτια κουκουβάγιας.


CMV λοίμωξη σε μεταμοσχευθέντες ασθενείς

Οι λήπτες μοσχεύματος διατρέχουν κίνδυνο για λοίμωξη CMV επειδή πρέπει να παίρνουν φάρμακα που καταστέλλουν το ανοσοποιητικό σύστημά τους. O CMV είναι μία σοβαρή λοίμωξη που προκαλεί επιπλοκές στη μεταμόσχευση συμπαγούς μοσχεύματος και εμφανίζεται συνήθως κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών μετά τη μεταμόσχευση. Ο κυτταρομεγαλοϊός παρατηρείται μέχρι και στο 75% όλων των ληπτών συμπαγούς μοσχεύματος Και είναι μια σημαντική αιτία νοσηρότητας και θνησιμότητας κατά τη διάρκεια των πρώτων έξι μηνών μετά τη μεταμόσχευση.


CMV λοίμωξη στην εγκυμοσύνη

Σε περίπτωση που η πρωτολοίμωξη συμβεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ο ιός έχει 30 με 40% πιθανότητες να περάσει τον πλακούντα. Αντίθετα, αν υπάρξει επανενεργοποίηση ή επαναλοίμωξη από τον ιό κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης τότε οι αντίστοιχες πιθανότητες είναι μόλις 2 με 3% ενώ συγχρόνως έχει πολύ ηπιότερες συνέπειες για το έμβρυο. Είναι λοιπόν πολύ σημαντικό να γνωρίζουμε εάν το έμβρυο έχει τελικά μολυνθεί ή όχι.

Η διάγνωση της συγγενούς λοίμωξης από κυτταρομεγαλοϊό μπορεί να απαιτεί αρκετές εξετάσεις αίματος και ούρων. Για τα μεγαλύτερα παιδιά και τους εφήβους, η εξέταση αίματος αρκεί.

Υπάρχουν αρκετά αντιικά φάρμακα για την καταπολέμηση της λοίμωξης στα παιδιά που αντιμετωπίζουν προβλήματα με το ανοσοποιητικό τους σύστημα. Ωστόσο, τα οφέλη της χρήσης αυτών των φαρμάκων στα υγιή παιδιά δεν είναι εξακριβωμένα. Θα πρέπει να χορηγείται φαρμακευτική αγωγή στα νεογέννητα με συγγενή λοίμωξη. Έρευνα έδειξε ότι η φαρμακοθεραπεία στα νεογέννητα με συγγενή λοίμωξη μείωσε τις πιθανότητες να εμφανίσουν κώφωση.

Οι έγκυες γυναίκες που δεν έχουν ανοσία στον κυτταρομεγαλοϊό, θα πρέπει να αποφεύγουν τη στενή επαφή με τα μικρά παιδιά που μπορεί να έχουν προσβληθεί από τον ιό ή τουλάχιστον να τηρούν σχολαστικά τους κανόνες υγιεινής, ειδικά όσον αφορά στο πλύσιμο των χεριών.

Στην περίπτωση που είναι ήδη έγκυος και  διαγνωστεί με CMV, τότε το έμβρυο μπορεί να ελεγχθεί κάνοντας αναλυτικό υπερηχογράφημα και αμνιοκέντηση. Δυστυχώς, ακόμη κι αν το υπερηχογράφημα είναι φυσιολογικό, δεν αποκλείεται η μόλυνση του εμβρύου. Αντίθετα, ακόμα κι αν η αμνιοκέντηση επιβεβαιώσει ότι το έμβρυο έχει τον ιό, δε σημαίνει ότι αυτό δεν θα αρρωστήσει βαριά.

Διαβάστε, επίσης,

Αθηροσκλήρωση

Λοιμώδης μονοπυρήνωση

www.emedi.gr

 

 

Τελευταία τροποποίηση στιςΠέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014 09:18
Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Ιός SARS Κοκκύτης »
Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια
επιστροφή στην κορυφή


Σχετικά με το EMEDI

Εφημερεύοντα Φαρμακεία