Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015 12:00

Χρήσιμες πληροφορίες για τους όγκους εκ γεννητικών κυττάρων

Γράφτηκε από την
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(3 ψήφοι)

Όγκοι ουροποιογεννητικού συστήματος

Γράφει η 

Δρ Σάββη Μάλλιου Κριαρά 

Ειδικός Παθολόγος-Ογκολόγος, MD, PhD

Οι όγκοι εκ γεννητικών κυττάρων είναι τα πιο συχνά νεοπλάσματα στην ηλικία 15 έως 30 ετών

Oι όγκοι εκ γεννητικών κυττάρων, ICD-10 C56, C62, D27, D29.2 είναι νεοπλάσματα που προέρχονται από τα γεννητικά κύτταρα. Οι όγκοι εκ γεννητικών κυττάρων μπορεί να είναι κακοήθεις ή καλοήθεις.

Τα γεννητικά κύτταρα συνήθως εμφανίζονται μέσα στις γονάδες (ωοθήκες και όρχεις). Οι όγκοι γεννητικών κυττάρων που είναι εξωγοναδικοί μπορεί να είναι γενετικές ανωμαλίες που προκύπτουν από σφάλματα κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης του εμβρύου.

Η επίπτωση αυξάνεται παγκοσμίως. 

Οι όγκοι εκ γεννητικών κυττάρων προέρχονται πιο συχνά από τις γονάδες (όρχεις ή ωοθήκες) και λιγότερο συχνά από το οπισθοπεριτόναιο ή το μεσοθωράκιο.

Οι οπισθοπεριτοναϊκοί όγκοι εκ γεννητικών κυττάρων συχνά είναι διηθητικοί ή in situ, όπως προκύπτει από τα αποτελέσματα της βιοψίας του όρχεος, ακόμη και με απουσία ψηλαφητής μάζας.

Οι μεσοθωρακικοί όγκοι εκ γεννητικών κυττάρων δεν σχετίζονται με νόσο στους όρχεις, που σημαίνει ότι είναι ξεχωριστές νόσοι.

Αυτά τα νεοπλάσματα, επίσης, εμφανίζονται στο ιερό, στην επίφυση, στα παραρρίνια και στο συκώτι.

Άσχετα με το στάδιο και την έκταση της νόσου ο σκοπός είναι η θεραπεία.

Η νόσος, πρωτίστως, προσβάλλει τους λευκούς άντρες.

Όπως, προαναφέρθηκε οι όγκοι εκ γεννητικών κυττάρων συμβαίνουν τόσο εντός όσο και εκτός της ωοθήκης όσο και στους όρχεις.

-Κεφάλι

μέσα στο κρανίο - επίφυση και υπερεφιππιακές θέσεις 

μέσα στο στόμα - συχνή θέση για το τεράτωμα

-Λαιμός

μεσοθωράκιο - ποσοστό έως 1% έως 5% όλων των νεοπλασμάτων των γεννητικών κυττάρων

-Λεκάνη

ιεροκοκκυγικό τεράτωμα

-Ωοθήκες

Διαβάστε, επίσης,

Όγκοι ωοθηκών από γεννητικά κύτταρα

Καρκίνος ωοθηκών

-Όρχεις

Διαβάστε, επίσης,

Χοριοκαρκίνωμα όρχεως

Θεραπεία του καρκίνου όρχεως με μια ματιά



Στις γυναίκες, οι όγκοι των γεννητικών κυττάρων αντιπροσωπεύουν το 30% των ωοθηκικών όγκων. Στις νεότερες γυναίκες οι όγκοι από γεννητικά κύτταρα είναι πιο συχνοί, έτσι σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 21, το 60% των όγκων των ωοθηκών είναι του τύπου των γεννητικών κυττάρων, και μέχρι το ένα τρίτο είναι κακοήθεις.

Στους άνδρες, οι όγκοι των γεννητικών κυττάρων του όρχεως συμβαίνουν συνήθως μετά την εφηβεία και είναι κακοήθεις (καρκίνος των όρχεων).

Στα νεογνά, βρέφη και παιδιά ηλικίας από 4 ετών, η πλειονότητα των όγκων γεννητικών κυττάρων είναι ιεροκοκκυγικά τερατώματα.

Τα αγόρια με το σύνδρομο Klinefelter έχουν 50 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο για όγκους γεννητικών κυττάρων (GSTs). Σε αυτά τα άτομα, οι όγκοι, συνήθως περιέχουν μη σεμινωματώδη στοιχεία και συμβαίνουν σε μικρότερη ηλικία.


Αιτίες για τους όγκους εκ γεννητικών κυττάρων

Θεωρείται, ότι οι όγκοι εκ γεννητικών κυττάρων είναι συνέπεια της ανώμαλης μετανάστευσης των γεννητικών κυττάρων κατά τη διάρκεια της εμβρυογένεσης. Άλλοι υποθέτουν ότι συμβαίνει μια ευρεία κατανομή των γεννητικών κυττάρων σε πολλαπλές τοποθεσίες κατά την κανονική εμβρυογένεση, και τα κύτταρα αυτά μεταφέρουν γενετικές πληροφορίες ή ασκούν ρυθμιστική λειτουργία σε σωματικά κύτταρα.

Οι εξωγοναδικοί όγκοι γεννητικών κυττάρων θεωρούνται μεταστάσεις από έναν η εμφανή πρωτογενή όγκο σε μία γονάδα, αλλά τώρα είναι γνωστό ότι πολλοί όγκοι εκ γεννητικών κυττάρων είναι εκ γενετής και δεν προέρχονται από τις γονάδες. Ο πιο σημαντικός από αυτούς είναι το ιεροκοκκυγικό τεράτωμα, που είναι ο πιο συχνός όγκος που διαγιγνώσκεται σε βρέφη κατά τη γέννηση.

Από όλους τους όγκους του πρόσθιου μεσοθωρακίου, το 15-20% είναι όγκοι εκ γεννητικών κυττάρων και περίπου το 50% είναι καλοήθη τερατώματα. 

Οι παράγοντες κινδύνου είναι η κρυψορχία, η κοιλιακή και η βουβωνική και η σπερματική ή ορχική δυσγενεσία. Το κληρονομικό ιστορικό αυξάνει τον κίνδυνο 10 φορές.

Η χειρουργική διόρθωση της κοιλιακής κρυψορχίας συνιστάται, γιατί οι όρχεις αποκτούν κακοήθεια κατά τη διάρκεια της ζωής του άντρα, σε ποσοστό 10%-20% και επίσης, όταν οι όρχεις είναι στην κοιλιά δεν μπορούν να εξετασθούν. Η χειρουργική διόρθωση δεν συνιστάται σε βουβωνική κρυψορχία.

Μια αύξηση στην επίπτωση των σεμινωματωδών, αλλά όχι των μη σεμινωματωδών όγκων παρατηρείται σε άνδρες που έχουν προσβληθεί από τον ιό HIV-AIDS. Η θεραπεία σε αυτούς τους ασθενείς είναι η ίδια, όπως και στους ασθενείς που δεν πάσχουν από AIDS.

Το καρκίνωμα in situ παρατηρείται σε όλους τους όρχεις με όγκους εκ γεννητικών κυττάρων και ο κίνδυνος για διηθητικό καρκίνο είναι 50% για τους άνδρες στους οποίους έχουν καρκίνο in situ, στους οποίους γίνεται βιοψία όρχεος, ως μέρος της εκτίμησης για υπογονιμότητα.

Εάν η βιοψία γίνει και καλύτερα να μην γίνεται,  νόσος in situ αναγνωρίζεται σε αμφοτερόπλευρους τους όρχεις. Αλλά, καθώς, μετάχρονος δεύτερος πρωτοπαθής όγκος, αναπτύσσεται σε μόνο 2% των ασθενών που δεν κάνουν βιοψία η σημασία της βιοψίας αμφισβητείται και δεν πρέπει να γίνεται.

Τακτική αυτοεξέταση του εναπομείνοντος όρχεος συνιστάται.


Παθολογία των όγκων εκ γενετικών κυττάρων

Οι όγκοι εκ γεννητικών κυττάρων προέρχονται από την κακοήθη μετατροπή των προμειωτικών γεννητικών κυττάρων. Για να σχηματισθούν πρέπει να μπορούν να διαφοροποιηθούν με έναν τρόπο παρόμοιο με το ζυγωτό, χωρίς τις αμοιβαίες γεννητικές πληροφορίες που προκύπτουν από τη γονιμοποίηση.

Ένα ισοχρωμόσωμα του βραχέος σκέλους του χρωμοσώματος 12 <i(12p)> παρατηρείται σε 80% όλων των κυτταρικών τύπων, συμπεριλαμβανομένου του καρκινώματος in situ και των εξωγοναδικών όγκων.

Πρακτικώς, 100% των όγκων εκ γεννητικών κυττάρων περιέχουν υπερβολικό 12p γενωμικό υλικό λόγω της αύξησης των αντιγράφων, του διαδοχικού διπλασιασμού ή της μετάθεσης και αυτό δείχνει  ότι ένα ή περισσότερα γονίδια στο 12p εμπλέκονται στην κακοήθη μετατροπή.  Το CCND1 στο 12p13 είναι ένα τέτοιο γονίδιο. Οι περισσότεροι από αυτούς τους όγκους είναι υπερδιπλοειδικοί και συχνά τριπλοειδικοί και τετραπλοειδικοί υποδηλώνοντας ότι η ενδοαναδιπλασιαστικότητα είναι σημαντική στα πρώιμα στάδια της κακοήθους μεταμόρφωσης στους όγκους εκ γεννητικών κυττάρων. Οι περισσότεροι, επίσης, όγκοι έχουν μεγάλη γενωμική απώλεια, όπως απώλεια της ετεροζυγωτίας, η οποία παρατηρείται και στους όγκους σταδίου Ι, η οποία δεν σχετίζεται με την πρόοδο της νόσου.

Οι όγκοι εκ γεννητικών κυττάρων διαχωρίζονται κλινικά σε δύο ομάδες.

Τα σεμινώματα αποτελούν το 40-50% των πρωτοπαθών όγκων εκ γεννητικών κυττάρων. Είναι εξαιρετικά ευαίσθητοι στην ακτινοβολία και τη χημειοθεραπεία. 

Το υπόλοιπο ποσοστό είναι μη σεμινωματώδεις όγκοι. To εμβρυϊκό καρκίνωμα είναι ο τύπος με τη δυνατότητα να διαφοροποιηθεί σε άλλους εξωεμβρυϊκούς κακοήθεις κυτταρικούς τύπους, όπως όγκους του λεκιθικού σάκου και χοριοκαρκίνωμα και σωματικούς κυτταρικούς τύπους όπως ώριμο τεράτωμα. Η τελευταία μορφή μπορεί να διαφοροποιηθεί σε χόνδρο, νευρικό ιστό, βλεννώδεις και μη βλεννώδεις ιστολογικούς τύπους. Οι όγκοι αυτοί τείνουν να αυξάνονται με ταχύτερους ρυθμούς, παρατηρούνται σε μικρότερη ηλικία κατά τη διάγνωση (~ 25 χρόνια έναντι ~ 35 χρόνια, στην περίπτωση των σεμινωματωδών), και έχουν ένα χαμηλότερο ποσοστό επιβίωσης στα 5 χρόνια.  

Η πρόγνωση για τους μη σεμινωματώδεις όγκους έχει βελτιωθεί δραματικά,  λόγω της χρήσης φαρμάκων με βάση την πλατίνα. 

Η παρουσία και των δυο τύπων και του σεμινωματώδους και του μη σεμινωματώδους τύπου (μεικτοί όγκοι) σημαίνει ότι οι όγκοι αυτοί έχουν την ίδια πρόγνωση και θέλουν την ίδια θεραπεία, όπως οι μη σεμινωματώδεις όγκοι.

Οι περισσότεροι μη σεμινωματώδεις όγκοι έχουν μεικτή ιστολογική εικόνα, όπως καρκίνος του λεκιθικού σάκου, χοριοκαρκίνωμα και τεράτωμα.

Στην ιστολογική διάγνωση πρέπει να αναφέρονται όλοι οι ιστολογικοί τύποι ξεκινώντας από τον πιο προφανή και τελειώνοντας με τον λιγότερο προφανή τύπο.

Η ανοσοϊστοχημική ανάλυση μερικές φορές είναι χρήσιμη για την αναγνώριση κάποιων όγκων με ενδιάμεσους τύπους αβέβαιης ιστογένεσης. Τα σεμινώματα είναι θετικά για την  πλακουντιανή αλκαλική φωσφατάση και αρνητικά για τις κερατίνες χαμηλού μοριακού βάρους. Τα εμβρυϊκά καρκινώματα εκφράζουν τις κερατίνες χαμηλού μοριακού βάρους και τις γλυκοπρωτεϊνες που σχετίζονται με τις ομάδες αίματος και το 50% περίπου εκφράζουν και την πλακουντιανή αλκαλική φωσφατάση.

Οι μικτοί όγκοι εκ γεννητικών κυττάρων εμφανίζονται σε πολλές μορφές. Μεταξύ αυτών, η πιο συχνή μορφή είναι το τεράτωμα με καρκίνωμα λεκιθικού σάκου.

Το τερατοκαρκίνωμα αναφέρεται σε έναν όγκο εκ γεννητικών κυττάρων, που είναι ένα μείγμα από τεράτωμα με εμβρυονικό καρκίνωμα, ή με χοριοκαρκίνωμα, ή και με τα δύο. Αυτό το είδος των μικτών όγκων εκ γεννητικών κυττάρων μπορεί να αναφέρεται απλά ως ένα τεράτωμα με στοιχεία εμβρυϊκού καρκινώματος ή χοριοκαρκίνωμα ή να μην αναφέρεται το τεράτωμα και να αναφέρεται σαν εμβρυϊκό καρκίνωμα ή / και χοριοκαρκίνωμα. Μπορεί να αναπτυχθει στο πρόσθιο μεσοθωράκιο.

-Σεμινωματώδεις όγκοι

ΌγκοςΗλικίαΚαλόηθες ή κακόηθεςΙστολογίαΚαρκινικοί δείκτες
Γερμίνωμα (δυσγερμίνωμα και σεμίνωμα) 40–50 Κακόηθες Κακοήθη ενιαία πολυγωνικά κύτταρα με καθαρό κυτταρόπλασμα 10% έχουν ↑ hCG
Δυσγερμίνωμα
Σεμίνωμα

Πλακουντιανή

αλκαλική

φωσφατάση

(PLAP)

-Μη σεμινωματώδεις όγκοι

ΌγκοςΗλικία

Καλόηθες ή

κακόηθες

ΙστολογίαΚαρκινικοί δείκτες
Εμβρυϊκό καρκίνωμα 20–30 Κακόηθες Χαμηλής διαφοροποίησης, πλειομορφικά κύτταρα σε φύλλα, ή θηλώδεις σχηματισμούς εκκρίνουν

εκκρίνουν

hCG, AFP

Καρκίνωμα λεκιθικού ασκού 3 Κακόηθες Χαμηλής διαφοροποίησης όπως τα κύτταρα ενδοθηλίου, κυβοειδή ή κυλινδρικά κύτταρα

εκκρίνουν

100% AFP

Χοριοκαρκίνωμα 20–30 Κακόηθες Κυτταροτροφοβλαστικά και συγκυτιοτροφοβλαστικά, χωρίς σχηματισμό λάχνης 

100%

εκκρίνουν

hCG

Τεράτωμα (ώριμο τεράτωμα, δερμοειδής κύστη, ανώριμο τεράτωμα, τεράτωμα με κακοήθη μετασχηματισμό) 0–3, 15–30 Ώριμο τεράτωμα, δερμοειδής κύστη συνήθως καλοήθης (αλλά χρειάζεται παρακολούθηση), άλλοι συνήθως κακοήθεις  Ποικιλομορφία, αλλά υπάρχει και φυσιολογικός ιστός

Προκαρκινωματώδεις

καταστάσεις

και δεν εκκρίνουν

hCG, AFP

Πολυεμβρύωμα 15–25
Γοναδοβλάστωμα

-Μεικτοί όγκοι

ΌγκοςΗλικία

Καλόηθες ή

κακόηθες

ΙστολογίαΚαρκινικοί δείκτες
Μεικτοί   15–30 Κακόηθες Εξαρτάται από τα παρόντα στοιχεία Εξαρτάται από τα παρόντα στοιχεία


Διάγνωση των όγκων εκ γενετικών κυττάρων

Οι περισσότεροι ασθενείς εμφανίζουν οίδημα στον όρχι, σκλήρυνση και πόνο.

Μια μάζα στο όρχι που δεν πονάει είναι παθογνωμική για τον ορχικό όγκο.

Για ασθενείς που προσέρχονται με πόνο, η αρχική θεραπεία προσανατολίζεται στην επιδιδυμίτιδα, αλλά αν τα συμπτώματα και τα σημεία δεν περάσουν σε δύο εβδομάδες με την κατάλληλη θεραπεία, πρέπει να γίνει υπερηχογράφημα όρχεος.

Εάν τα αποτελέσματα δεν είναι φυσιολογικά γίνεται βουβωνική ορχεκτομή, με αφαίρεση του όρχεος και απολίνωση της σπερματικής χορδής στο επίπεδο του εσωτερικού δακτυλίου, γιατί οι όρχεις προέρχονται από τη γεννητική ακρολοφία και μετακομίζουν μέσα στο όσχεο.  

Δεν πρέπει να γίνεται βιοψία όρχεος και μάλιστα αντενδείκνυνται, λόγω του κινδύνου διασποράς της νόσου. 

Τα επίπεδα της α-φετοπρωτεϊνης, η ανθρώπινη χοριακή γοναδοτροπίνη-HCG, και η γαλακτική δεϋδρογενάση-LDH πρέπει να μετρηθούν. 

Ακόμη μπορεί να υπάρχει γυναικομαστία, από τα αυξημένα επίπεδα της χοριακής γοναδοτροπίνης-HCG, πόνος στη μέση σε οπισθοπεριτοναϊκή νόσο, σύνδρομο άνω κοίλης φλέβας σε μεσοθωρακική νόσο και αιμόπτυση σε εκτεταμένες πνευμονικές μεταστάσεις.


Τρόποι μετάστασης των όγκων εκ γεννητικών κυττάρων

Η δεξιά ορχική αρτηρία ξεκινάει από την αορτή και η δεξιά ορχική φλέβα καταλήγει στην κάτω κοίλη φλέβα.

Η αριστερή ορχική αρτηρία ξεκινάει κοντά στην αριστερή νεφρική αρτηρία και η αριστερή νεφρική φλέβα καταλήγει στην αριστερή νεφρική φλέβα.

Σαν αποτέλεσμα οι αρχικοί οπισθοπεριτοναϊκοί λεμφαδένες που προσβάλλονται σε όγκους του δεξιού όρχεος είναι οι ενδοαορτικοί λεμφαδένες αμέσως κάτω από τα νεφρικά αγγεία, ενώ σε όγκους του αριστερού όρχεος οι αρχικοί οπισθοπεριτοναϊκοί λεμφαδένες που προσβάλλονται είναι οι παραορτικοί αμέσως κάτω από την αριστερή νεφρική αρτηρία και φλέβα.

Η σταδιοποίηση περιλαμβάνει την εκτίμηση για λεμφική και αγγειακή διήθηση και σε κλινικό στάδιο Ι σε πρωτοπαθείς μη σεμινωματώδεις όγκους εκ γεννητικών κυττάρων, γιατί συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο για μετάσταση στους οπισθοπεριτοναϊκούς λεμφαδένες (pT2). Δεν συνδέεται ξεκάθαρα με την πρόγνωση στο σεμίνωμα και δεν χρησιμοποιείται σε αυτό για την θεραπευτική απόφαση.

Η εξάπλωση πέρα από τις περιοχές των πρώτων λεμφαδένων είναι τυπικά στους κατώτερους και πλευρικούς και λιγότερο συχνά στους υπερπυλαίους λεμφαδένες.

Η μετάσταση πάνω από την πύλη τη νεφρική σημαίνει ότι δεν μπορεί να εξαιρεθεί χειρουργικά.

Μετά από την οπισθοπεριτοναϊκή εξάπλωση, μετάσταση μπορεί να συμβεί στoυς οπισθομηριαίους, στους μεσοθωρακικούς και υπερκλείδιους λεμφαδένες, στον πνεύμονα και λιγότερο συχνά στο συκώτι. Οι μεταστάσεις στον εγκέφαλο και τα οστά είναι πολύ ασυνήθεις. Η μετάσταση στους βουβωνικούς λεμφαδένες είναι, επίσης, σπάνιες εκτός και αν υπάρχει διήθηση του οσχέου κατά την αρχική θεραπεία.


Σταδιοποίηση για τους όγκους εκ γεννητικών κυττάρων

Η εκτίμηση για την έκταση της νόσου περιλαμβάνει ακτινογραφία θώρακος, αξονική τομογραφία θώρακος και κοιλιάς και καρκινικούς δείκτες (δεν είναι πάντα αξιόπιστοι).

Αξονική θώρακος ενδείκνυται για ασθενείς με μεσοθωρακική νόσο και ασθενείς με κίνδυνο για πνευμονικές μεταστάσεις.

Σπινθηρογράφημα (καλύτερα να μη γίνεται) και μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου γίνονται μόνο σε συμπτωματική νόσο. 

Ακόμη και αν έχει γίνει βιοψία όρχεος ή οπισθοπεριτοναϊκής μάζας απαιτείται χειρουργική εκτομή των όρχεων.

Η μέτρηση α-φετοπρωτεϊνης, χοριακής γοναδοτροπίνης και γαλακτικής δεϋδρογενάσης καθορίζουν την διάγνωση, προσδιορίζουν τους υπότυπους και μετρούνται για την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας της θεραπείας. Η ημίσεια ζωή της άλφα φετοπρωτεϊνης και της χοριακής γοναδοτροπίνης είναι περίπου 5 ημέρες και 30 ώρες, αντίστοιχα. Μια υψηλή τιμή στα επίπεδα ενός δείκτη που ξεπερνάει την ημίσεια ζωή του μετά την ορχεκτομή ή την αφαίρεση των οπισθοπεριτοναϊκών λεμφαδένων είναι ένδειξη για συστηματική θεραπεία. Επίμονα αυξημένα επίπεδα ή πολύ μεγάλη ξαφνική αύξηση των δεικτών, επίσης δείχνουν ενεργή νόσο, παρόλα αυτά υπάρχουν και εξαιρέσεις. 

Κριτήρια σταδιοποίησης για τους όγκους από γεννητικά κύτταρα

Πρωτοπαθής όγκος (Τ)

pΤx - Ο πρωτογενής όγκος δεν μπορεί να εκτιμηθεί (δεν έχει γίνει ριζική ορχεκτομή)

p0 - Καμία ένδειξη πρωτοπαθούς όγκου (ινώδης ιστός στην ιστολογική)

pTis - Nεοπλασία in situ ή ενδοσωληναριακή νεοπλασία από γεννητικά κύτταρα

pΤ1 - O όγκος περιορίζεται στους όρχεις και στην επιδιδυμίδα, χωρίς αγγειακή / λεμφική εισβολή, μπορεί να εισβάλλει στον ινώδη χιτώνα, δεν εισβάλλει στον  ελυτροειδή χιτώνα του όρχεως

pΤ2 - O όγκος περιορίζεται στους όρχεις και στην επιδιδυμίδα, αγγειακή / λεμφική εισβολή ή όγκος που εκτείνεται διαμέσου του ινώδους χιτώνα με συμμετοχή του ελυτροειδή χιτώνας του όρχεως, εισβάλλει πέραν του ινώδους χιτώνα ή στην επιδιδυμίδα

pΤ3 - O όγκος εισβάλλει στο σπερματικό τόνο με ή χωρίς αγγειακή / λεμφική εισβολή

pΤ4 - O όγκος εισβάλλει στο όσχεο με ή χωρίς αγγειακή / λεμφική εισβολή

Στάδια για τους όγκους από γεννητικά κύτταρα

Στάδιο Ι: Οι όγκοι περιορίζονται στους όρχεις, στην επιδιδυμίδα ή στη σπερματική χορδή

Στάδιο ΙΙ: Υπάρχει μεταστατική νόσος στους οπισθοπεριτοναϊκούς λεμφαδένες, πάνω και κάτω από την πύλη του νεφρού.

Στάδιο ΙΙΑ:  Υπάρχει μεταστατική νόσος στους οπισθοπεριτοναϊκούς λεμφαδένες οι οποίοι είναι μικρότεροι από 2 εκατοστά σε διάμετρο.

Στάδιο ΙΙΒ: Υπάρχει μεταστατική νόσος στους οπισθοπεριτοναϊκούς λεμφαδένες οι οποίοι είναι 2 έως 5 εκατοστά σε διάμετρο.

Στάδιο ΙΙC: Υπάρχει μεταστατική νόσος στους οπισθοπεριτοναϊκούς λεμφαδένες οι οποίοι είναι περισσότερο από 5 εκατοστά σε διάμετρο.

Στάδιο ΙΙΙ: Μεταστατική νόσος πάνω από το διάφραγμα και σε άλλα σπλάχνα

Επιπρόσθετη σταδιοποίηση σε μη σεμινωματώδεις όγκους εκ γεννητικών κυττάρων

Στάδιο ΙΙΝ1: Μικροσκοπική νόσος σε 5 ή λιγότερους λεμφαδένες

Στάδιο ΙΙΝ2a: Μακροσκοπική νόσος σε 5 ή λιγότερους λεμφαδένες και κανένας δεν είναι μεγαλύτερος από 2 εκατοστά

Στάδιο ΙΙΝ2b: Μακροσκοπική νόσος σε 6 ή περισσότερους λεμφαδένες ή οποιοσδήποτε λεμφαδένας είναι πάνω από 2 εκατοστά

Στάδιο ΙΙΝ3: Η νόσος έχει επεκταθεί σε εξωλεμφαδενικούς ιστούς

Στάδιο ΙΙΝ3: Ανεγχείρητος όγκος

Απομακρυσμένες μεταστάσεις (Μ)

M0 - Καμία ένδειξη για απομακρυσμένες μεταστάσεις

M1a - Μη περιοχικοί λεμφαδένες  ή πνευμονικές μεταστάσεις

Μ2b - Μη πνευμονικές σπλαχνικές μεταστάσεις

Καρκινικοί δείκτες (S) 

S LDH HCG (mIU/mL) AFP (ng/mL)
Sx δεν εκτιμήθηκε δεν εκτιμήθηκε δεν εκτιμήθηκε
S0 ≤ N* και φυσιολογικό και φυσιολογικό
S1 Καλό < 1.5 x N και < 5000 και < 1000
S2 Μέτριο 1.5-10 x N ή 5000-50,000 ή 1000-10,000
S3 Φτωχό >10 x N ή >50,000 ή >10,000
*N=ανώτατο όριο του εύρους αναφοράς για τον προσδιορισμό της LDH


Θεραπεία για τους όγκους από γεννητικά κύτταρα

Οι γυναίκες με καλοήθεις όγκους των γεννητικών κυττάρων, όπως ώριμα τερατώματα (δερμικές κύστεις) θεραπεύονται με εκτομή της κύστης ή ωοθηκεκτομή.

Σε γενικές γραμμές, όλοι οι ασθενείς με κακοήθεις όγκους των γεννητικών κυττάρων κάνουν την ίδια τη χειρουργική επέμβαση  που γίνεται για τον επιθηλιακό καρκίνο των ωοθηκών. Εάν η ασθενής  ενδιαφέρεται να κάνει παιδιά, μία εναλλακτική λύση είναι η μονόπλευρη σαλπιγγοωοθηκεκτομή, ενώ η μήτρα, η ωοθήκη και η σάλπιγγα στην αντίθετη πλευρά δεν αφαιρούνται. Αυτό δεν είναι μια επιλογή όταν ο καρκίνος είναι αμφοτερόπλευρος. Εάν η ασθενής δεν επιθυμεί να κάνει παιδιά, η χειρουργική επέμβαση περιλαμβάνει αμφοτερόπλευρη σαλπιγγοωοθηκεκτομή, καθώς και υστερεκτομή. 

Οι περισσότεροι ασθενείς με καρκίνο εκ γεννητικών κυττάρων, αντιμετωπίζονται με συνδυασμένη χημειοθεραπεία για τουλάχιστον 3 κύκλους. Η αγωγή χημειοθεραπείας που χρησιμοποιείται πιο συχνά σε όγκους των γεννητικών κυττάρων ονομάζεται ΡΕΒ (ή ΒΕΡ), και αποτελείται από μπλεομυκίνη, ετοποσίδη και σισπλατίνη ή καρμποπλατίνη. 


Συνοδά κακοήθη νοσήματα σε όγκους  εκ γεννητικών κυττάρων

Η παρουσία της μετάλλαξης i (12p) στον πρωταρχικό όγκο εκ γεννητικών κυττάρων και σε διαφοροποιημένους όγκους σε ενήλικες δείχνει ότι ο όγκος είναι κλωνικός. Αυτοί οι όγκοι που θα δημιουργηθούν μπορεί να είναι σαρκώματα (εμβρυϊκό ραβδομυοσάρκωμα) και καρκίνοι και όγκοι της νευρικής ακρολοφίας.

Οι μεσοθωρακικοί μη σεμινωματώδεις όγκοι εκ γεννητικών κυττάρων, επίσης, μπορεί να συνοδεύονται από μυελοϋπερπλαστικές διαταραχές, όπως με λεμφοκυτταρική λευχαιμία και οξεία μεγακαρυωτική λευχαιμία ή οξεία λευχαιμία. Η οξεία λευχαιμία όταν εμφανίζεται σύντομα μετά τον σεμινωματώδη όγκο δείχνει την πολυκλωνικότητα της κακοήθειας.


Μακροπρόθεσμες επιπλοκές από την θεραπεία των όγκων εκ γεννητικών κυττάρων

Τα σχήματα που περιέχουν vinvlastin και bleomycin προκαλούν υπέρταση και καρδιοαγγειακες νόσους.

Οι ασθενείς που κάνουν χημειοθεραπεία έχουν ολιγοσπερμία και αζωοσπερμία αν και η σπερματογένεση επανέρχεται, σε αρκετούς, στο φυσιολογικό και πολλοί ασθενείς αποκτούν παιδιά.

Πάντως όσοι κάνουν αφαίρεση των οπισθοπεριτοναϊκών λεμφαδένων, ακτινοθεραπεία και χημειοθεραπεία πρέπει να καταθέσουν σπέρμα στη τράπεζα. 3 δείγματα σε 2 ημέρες είναι αρκετά.

Η ετοπισίδη, επίσης, μπορεί να προκαλέσει λευχαιμία ή μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο σε δόσεις πάνω από 2000mg/m2.

Επίσης, άλλες επιπλοκές είναι οι διαταραχές ακοής, και η περιφερική νευροπάθεια.


Πρόγνωση για τους όγκους από γεννητικά κύτταρα

Μία μικρή μελέτη σε κορίτσια με ωοθηκικούς όγκους αναφέρει μια συσχέτιση μεταξύ κυστικών και καλοήθων όγκων και, αντιστρόφως, συμπαγών και κακοηθών όγκων. Επειδή, η κυστική έκταση ενός όγκου μπορεί να εκτιμηθεί με υπερήχους, μαγνητική ή αξονική τομογραφία πριν την επέμβαση και αυτό επιτρέπει την επιλογή του πλέον κατάλληλου χειρουργικού σχεδίου για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου διαρροής ενός κακοήθους όγκου.

Η πρόσβαση στην κατάλληλη θεραπεία έχει μεγάλη επίδραση στην έκβαση. Η 5ετής επιβίωση αυξάνεται με την έγκαιρη διάγνωση. 

Το χοριοκαρκίνωμα των όρχεων έχει τη χειρότερη πρόγνωση από όλους τους καρκίνους των γεννητικών κυττάρων.

Να προτιμάτε τις φυσικές θεραπείες για τους όγκους εκ γεννητικών κυττάρων, σύμφωνα με το Μοριακό Προφίλ του Όγκου

Η ζωή είναι πολύτιμη.

Η ζωή είναι δική σας. Πάρτε την στα χέρια σας!

Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με το θεράποντα ιατρό.

Διαβάστε, επίσης,

Χρήσιμες πληροφορίες για τα θυμώματα

Παράγοντες που καθορίζουν τη θεραπευτική απόφαση στην ογκολογία

Χοριοκαρκίνωμα όρχεως

Βιοδείκτες στην ογκολογία

Θεραπεία του καρκίνου όρχεως με μια ματιά

Τα χαρακτηριστικά καρκινικού κυττάρου

Μήπως έχετε αδύναμο σπέρμα;

Το σύνδρομο Prader-Willi

Κρυψορχία

Αντιμυλλέριος ορμόνη

Γυναικομαστία

 

 

Διαβάστηκε 4074 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 31 Μαΐου 2021 16:38
Σαββούλα Μάλλιου Κριαρά

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Σχετικά Άρθρα

  • Βουβωνικό κοκκίωμα Βουβωνικό κοκκίωμα

    Βουβωνικό κοκκίωμα ή αφροδίσιο κοκκίωμα ή νόσος Donovan

    Το βουβωνικό κοκκίωμα είναι μια βακτηριακή ασθένεια που προκαλείται από την Klebsiella granulomatis (παλαιότερα γνωστή ως Calymmatobacterium granulomatis) που χαρακτηρίζεται από έλκη των γεννητικών οργάνων. Είναι ενδημικό σε πολλές λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές. Είναι επίσης γνωστή ως ντονοβάνωση, βουβωνικό κοκκίωμα, βουβωνικό τροπικό κοκκίωμα, αφροδίσιο κοκκίωμα, αφροδίσιο κοκκίωμα βουβωνικής χώρας, λιποειδές έλκος στη βουβωνική χώρα, λοίμωξη βουβωνικού έλκους, ελκώδες κοκκίωμα και ελκώδες σκληρυντικό κοκκίωμα. Οι στοματικές εκδηλώσεις είναι, επίσης, αξιοσημείωτες. Οι βλάβες της στοματικής κοιλότητας είναι συνήθως δευτερογενείς σε ενεργές βλάβες των γεννητικών οργάνων.

    Τα ανώδυνα γεννητικά έλκη μπορεί να θεωρηθούν εσφαλμένα ως συφιλιδικά. Τα έλκη τελικά εξελίσσονται σε καταστροφή εσωτερικού και εξωτερικού ιστού, με εκτεταμένη διαρροή βλέννας και αίματος από τις αγγειακές βλάβες. Η καταστροφική φύση της ντονοβάνωσης αυξάνει επίσης τον κίνδυνο επιμόλυνσης από άλλα παθογόνα μικρόβια.

    sexual health 2

    ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΝΟΣΟΥ DONOVAN

    Μικροί, ανώδυνοι όζοι εμφανίζονται μετά από περίπου 10-40 ημέρες επαφής με τα βακτήρια.

    Αργότερα, τα οζίδια διαλύονται, δημιουργώντας ανοιχτές, σαρκώδεις βλάβες που στάζουν. Η μόλυνση εξαπλώνεται, ακρωτηριάζοντας το μολυσμένο ιστό. Η μόλυνση θα συνεχίσει να καταστρέφει τον ιστό μέχρι να αντιμετωπιστεί. Οι βλάβες εμφανίζονται στην περιοχή επαφής που συνήθως εντοπίζεται στον άξονα του πέους, στα χείλη αιδοίου ή στο περίνεο. Σπάνια, το κολπικό τοίχωμα ή ο τράχηλος μήτρας είναι το σημείο της βλάβης. Μπορεί να συμβεί και μερικός αυτοακρωτηριασμός του πέους. Μπορεί να συνυπάρχει λοίμωξη HIV.

    ΑΙΤΙΑ ΝΟΣΟΥ DONOVAN

    • Μεταδίδεται σεξουαλικά 
    • Galymmatobaterium granulomatous
    • Αυτοενοφθαλμισμός

    ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΝΟΣΟΥ DONOVAN

    Ο μικροοργανισμός εξαπλώνεται από τον έναν ξενιστή στον άλλο μέσω της επαφής με τις ανοιχτές πληγές.

    ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΝΟΣΟΥ DONOVAN

    Η διάγνωση βασίζεται στο σεξουαλικό ιστορικό του ασθενούς και στη φυσική εξέταση που αποκαλύπτει ένα ανώδυνο κόκκινο έλκος με χαρακτηριστική άκρη κοκκιώδους ιστού. Σε αντίθεση με τα συφιλιδικά έλκη, η βουβωνική λεμφαδενοπάθεια είναι γενικά ήπια ή απουσιάζει. Η βιοψία ιστού και η χρώση Wright-Giemsa χρησιμοποιούνται για να βοηθήσουν στη διάγνωση. Η παρουσία σωμάτων Donovan στο δείγμα ιστού επιβεβαιώνει τη ντονοβάνωση. Τα σώματα Donovan είναι ραβδοειδείς, ωοειδείς οργανισμοί που μπορούν να παρατηρηθούν στο κυτταρόπλασμα μονοπύρηνων φαγοκυττάρων ή ιστιοκυττάρων σε δείγματα ιστών από ασθενείς με βουβωνικό κοκκίωμα. Η PCR ή αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης είναι χρήσιμη.

    ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΝΟΣΟΥ DONOVAN

    Ένα κοκκίωμα είναι ένας οζώδης τύπος φλεγμονώδους αντίδρασης και η βουβωνική χώρα, συνήθως, εμπλέκεται σε αυτή τη μόλυνση. Η νόσος είναι κοινώς γνωστή ως ντονοβάνωση, μετά τα σώματα Donovan που φαίνονται στο μικροσκόπιο, τα οποία αποτελούν διαγνωστικό σημείο. Ο αιτιολογικός οργανισμός, Klebsiella granulomatis, ονομαζόταν Calymmatobacterium granulomatis και ορισμένες πηγές εξακολουθούν να χρησιμοποιούν αυτήν την ταξινόμηση. 

    ΠΡΟΛΗΨΗ ΝΟΣΟΥ DONOVAN

    Η ασθένεια αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά με αντιβιοτικά. Η χρήση προφυλακτικών, ο έλεγχος σεξουαλικά μεταδιδόμενων ασθενειών πριν από την έναρξη μιας σεξουαλικής σχέσης και η αποφυγή αυτών των σεξουαλικών επαφών είναι αποτελεσματικά προληπτικά μέτρα για τη ντονοβάνωση.

    sexual health 4

    ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΝΟΣΟΥ DONOVAN

    • Αντιβιοτικά

    Το συνιστώμενο σχήμα είναι αζιθρομυκίνη 1 γραμμάριο από του στόματος/iv μία φορά την εβδομάδα, εναλλακτικά δοξυκυκλίνη 100 mg από του στόματος δύο φορές την ημέρα ή σιπροφλοξασίνη 750 mg από του στόματος δύο φορές την ημέρα ή ερυθρομυκίνη 500 mg από του στόματος τέσσερις φορές την ημέρα ή τριμεθοπρίμη-σουλφαμεθοξαζόλη διπλής ισχύος (60 mg /800 mg) δισκίο από το στόμα δύο φορές την ημέρα. Όλα τα σχήματα αντιβιοτικών θα πρέπει να διαρκέσουν για τουλάχιστον 3 εβδομάδες και μέχρι να επουλωθούν πλήρως όλες οι βλάβες. Φυσιολογικά, η λοίμωξη θα αρχίσει να υποχωρεί εντός μιας εβδομάδας από τη θεραπεία, αλλά πρέπει να ακολουθηθεί η πλήρης περίοδος θεραπείας για να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα υποτροπής.

    Τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τις λοιμώξεις

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα προϊόντα για τις λοιμώξεις 

    sexual health 1

     

    Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με το θεράποντα ιατρό.

    Διαβάστε, επίσης,

    Χρήσιμες πληροφορίες για τη σύφιλη

    Ελμινθίαση

    Σύφιλη

    Μαλακό έλκος

    Ποια είναι τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα;

    www.emedi.gr

     

  • Εκκολπώματα Meckel Εκκολπώματα Meckel

    Χρήσιμες πληροφορίες για τα εκκολπώματα Meckel

    Εκκόλπωμα Meckel ή Μεκέλειος απόφυση είναι μια καλοήθης πάθηση του λεπτού εντέρου. Πρόκειται για εμβρυογενετικό κατάλοιπο, κατά τη διαδικασία σχηματισμού του λεπτού εντέρου. Εντοπίζεται στον τελικό ειλεό και περίπου 50 – 100εκ από την ειλεοτυφλική βαλβίδα (σημείο ένωσης λεπτού και παχέος εντέρου). Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα μικρό τυφλό τμήμα λεπτού εντέρου, που συνήθως δε δίνει συμπτώματα.

    Τα συμπτώματα της λοίμωξης μπορούν να μοιάζουν με αυτά της σκωληκοειδίτιδας.

    Συνήθης πορεία - οξεία, διαλείπουσα, χρόνια.

    Το εκκόλπωμα Meckel, ένα αληθινό συγγενές εκκόλπωμα, είναι μια ελαφριά διόγκωση στο λεπτό έντερο που υπάρχει κατά τη γέννηση και ένα υπολειπόμενο υπόλειμμα του ομφαλομεσεντερικού πόρου. Είναι η πιο κοινή δυσπλασία του γαστρεντερικού σωλήνα και είναι παρούσα σε περίπου 2% του πληθυσμού, με τους άνδρες να εμφανίζουν συχνότερα συμπτώματα.

    ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΕΚΚΟΛΠΩΜΑΤΟΣ MECKEL

    Η πλειοψηφία των ατόμων με εκκολπώματα Meckel είναι ασυμπτωματικά. Ένα ασυμπτωματικό εκκολπωματικό Meckel ονομάζεται σιωπηλό εκκόλπωμα Meckel. Εάν εμφανιστούν συμπτώματα, συνήθως εμφανίζονται πριν από την ηλικία των δύο ετών. Το πιο κοινό σύμπτωμα που εμφανίζεται είναι η ανώδυνη αιμορραγία από το ορθό, όπως μέλαινα κένωση, ακολουθούμενη από εντερική απόφραξη, και εγκολεασμό. Περιστασιακά, η εκκολπωματίτιδα του Meckel μπορεί να εμφανιστεί με όλα τα χαρακτηριστικά της οξείας σκωληκοειδίτιδας. Επίσης, υπάρχει έντονος πόνος στην επιγαστρική περιοχή μαζί με φούσκωμα και πόνο στον ομφαλό. Κατά καιρούς, τα συμπτώματα είναι τόσο επώδυνα που μπορεί να προκαλέσουν αϋπνία με οξύ πόνο αισθητό στην περιοχή του πρόσθιου εντέρου, συγκεκριμένα στην επιγάστριο και τον ομφαλό. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αιμορραγία εμφανίζεται χωρίς προειδοποίηση και μπορεί να σταματήσει αυτόματα. Τα συμπτώματα μπορεί να είναι εξαιρετικά επώδυνα, ως πόνος στο στομάχι που προκύπτει από τη μη κατανάλωση φαγητού ή τη δυσκοιλιότητα.

    ΑΙΤΙΑ ΕΚΚΟΛΠΩΜΑΤΟΣ MECKEL

    • Υποτυπώδη υπολείμματα του ομφαλομεσεντερικού πόρου

    ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ ΕΚΚΟΛΠΩΜΑΤΟΣ MECKEL

    Ο κίνδυνος δια βίου για ένα άτομο με εκκολπώματα Meckel να αναπτύξει ορισμένες επιπλοκές είναι περίπου 4-6%. Γαστρεντερική αιμορραγία, περιτονίτιδα ή εντερική απόφραξη μπορεί να εμφανιστεί στο 15–30% των συμπτωματικών ατόμων. Μόνο το 6,4% όλων των επιπλοκών απαιτούν χειρουργική θεραπεία και το εκκολπωματικό Meckel που δεν έχει θεραπευθεί έχει ποσοστό θνησιμότητας 2,5–15%

    Αιμορραγία εκκολπώματος

    Η αιμορραγία του εκκολπώματος είναι πιο συχνή σε μικρά παιδιά, ιδιαίτερα σε άνδρες ηλικίας κάτω των 2 ετών. Τα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν έντονο κόκκινο αίμα στα κόπρανα (αιματοχεσία), αδυναμία, ευαισθησία ή πόνο στην κοιλιά, ακόμη και αναιμία σε ορισμένες περιπτώσεις.

    Η αιμορραγία μπορεί να προκληθεί από:

    • Έκτοπο γαστρικό ή παγκρεατικό βλεννογόνο:
    1. Όπου το εκκόλπωμα περιέχει εμβρυϊκά υπολείμματα βλεννογόνου άλλων τύπων ιστών.
    2. Η έκκριση γαστρικού οξέος ή αλκαλικού παγκρεατικού χυμού από τον έκτοπο βλεννογόνο οδηγεί σε εξέλκωση στον παρακείμενο βλεννογόνο του ειλεού, δηλαδή πεπτικό ή παγκρεατικό έλκος.
    3. Μπορεί να προκληθεί πόνος, αιμορραγία ή διάτρηση του εντέρου στο εκκολπώματα.
    4. Η μηχανική διέγερση μπορεί επίσης να προκαλέσει διάβρωση και έλκος.
    • Η γαστρεντερική αιμορραγία μπορεί να είναι αυτοπεριοριζόμενη, αλλά η χρόνια αιμορραγία μπορεί να οδηγήσει σε σιδηροπενική αναιμία.

    Η εμφάνιση κοπράνων μπορεί να υποδεικνύει τη φύση της αιμορραγίας:

    • Πίσσα κόπρανα: Μεταβολή του αίματος που παράγεται από την αργή διέλευση του εντέρου λόγω μικρής αιμορραγίας στο ανώτερο γαστρεντερικό σωλήνα
    • Κόκκινα κόπρανα με αίμα: Γρήγορη αιμορραγία
    • Κόπρανα με ραβδώσεις αίματος: Πρωκτική ραγάδα
    • Κόπρανα σα ζελέ σταφίδας: Η ισχαιμία του εντέρου οδηγεί σε άφθονη παραγωγή βλέννας και μπορεί να υποδεικνύει ότι ένα μέρος του εντέρου έχει υποστεί εγκολεασμό

    Εκκολπωματίτιδα

    Η φλεγμονή του εκκολπώματος μπορεί να μιμηθεί τα συμπτώματα της σκωληκοειδίτιδας, δηλαδή, ευαισθησία στην περιομφαλική κοιλότητα και διαλείπουσα κράμπα κοιλιακό άλγος. Η διάτρηση του φλεγμονώδους εκκολπώματος μπορεί να οδηγήσει σε περιτονίτιδα. Η εκκολπωματίτιδα μπορεί επίσης να προκαλέσει συμφύσεις, οδηγώντας σε εντερική απόφραξη.

    Η εκκολπωματίτιδα μπορεί να προκληθεί από:

    • Συσχέτιση με τη μεσοεκκολπωματική ταινία που προσκολλάται στο άκρο του εκκολπώματος όπου έχει συμβεί στροφή, προκαλώντας φλεγμονή και ισχαιμία.
    • Πεπτικό έλκος που προκύπτει από έκτοπο γαστρικό βλεννογόνο του εκκολπώματος.
    • Μετά από διάτρηση από τραύμα ή κατάποση ξένου υλικού π.χ. κοτσάνι λαχανικών, σπόρων ή ψαριού/κόκκαλου κοτόπουλου που παγιδεύονται στο εκκολπώματα του Meckel.
    • Απόφραξη αυλού λόγω όγκων, κοπρόλιθων, ξένου σώματος, που προκαλεί στάση ή βακτηριακή μόλυνση.
    • Συσχέτιση με οξεία σκωληκοειδίτιδα.

    Εντερική απόφραξη

    Συμπτώματα: Έμετος, κοιλιακό άλγος και σοβαρή ή πλήρης δυσκοιλιότητα.

    • Τα υπολείμματα των αγγείων της ταινίας που συνδέουν το εκκολπώματα με τον ομφαλό μπορεί να σχηματίσουν μια ινώδη ή συστρεφόμενη ταινία, παγιδεύοντας το λεπτό έντερο και προκαλώντας απόφραξη. Ο εντοπισμένος περιομφαλικός πόνος μπορεί να εμφανιστεί στο δεξιό κάτω τεταρτημόριο (όπως η σκωληκοειδίτιδα).
    • «Εγκολεασμός»: όταν το εκκολπώματα του Meckel σχηματίζουν κήλη την κήλη Littré που αποφράσσει το έντερο.
    • Χρόνια εκκολπωματίτιδα που προκαλεί στένωση.
    • Στραγγαλισμός του εκκολπώματος στο αποφρακτικό τρήμα.
    • Οι όγκοι π.χ. καρκίνωμα: η άμεση εξάπλωση ενός αδενοκαρκινώματος που εμφανίζεται στο εκκολπώματα μπορεί να οδηγήσει σε απόφραξη.
    • Η λιθίαση, οι πέτρες που σχηματίζονται στα εκκολπώματα του Meckel μπορούν να προκαλέσουν:
    1. Εξώθηση στον τελικό ειλεό, οδηγώντας σε απόφραξη
    2. Προκαλούν τοπική φλεγμονή και εγκολεασμό
    • Το ίδιο το εκκόλπωμα ή ο όγκος μέσα σε αυτό μπορεί να προκαλέσει εγκολεασμό, για παράδειγμα, από τον ειλεό στο κόλον, προκαλώντας απόφραξη. Τα συμπτώματα αυτού περιλαμβάνουν τα κόπρανα σα ζελέ σταφίδας και ένα ψηλαφητό εξόγκωμα στο κάτω μέρος της κοιλιάς. Αυτό συμβαίνει όταν το εκκολπώματα αναστρέφεται στον αυλό του ειλεού, λόγω είτε:
    1. Ενεργός περισταλτικός μηχανισμός του εκκολπώματος που επιχειρεί να αφαιρέσει ερεθιστικούς παράγοντες
    2. Μια παθητική διαδικασία όπως η διέλευση τροφής

    maxresdefault 60

    Ομφαλικές ανωμαλίες

    Οι ανωμαλίες μεταξύ του εκκολπώματος και του ομφαλού μπορεί να περιλαμβάνουν την παρουσία ινώδους λώρου, κύστης, συριγγίου ή κόλπου, που οδηγεί σε:

    • Λοίμωξη ή αποφλοίωση του περιομφαλικού δέρματος, με αποτέλεσμα την εκκένωση
    • Επαναλαμβανόμενη μόλυνση και επούλωση 
    • Σχηματισμός αποστήματος στο κοιλιακό τοίχωμα
    • Ο ινώδης λώρος αυξάνει τον κίνδυνο σχηματισμού βολβού και εσωτερικής κήλης

    Όγκοι

    Οι όγκοι στο εκκολπώματα του Meckel μπορεί να προκαλέσουν αιμορραγία, οξύ κοιλιακό άλγος, γαστρεντερική απόφραξη, διάτρηση ή εγκολεασμό.

    Καλοήθεις όγκοι:

    • Λειομύωμα
    • Λίπωμα
    • Αγγειακό και νευρομυϊκό αμάρτωμα

    Κακοήθεις όγκοι:

    • Καρκινοειδή: πιο συχνά, 44%
    • Μεσεγχυματικοί όγκοι: Λειομυοσάρκωμα, περιφερικό νευρικό περίβλημα και στρωματικοί όγκοι γαστρεντερικού, 35%
    • Αδενοκαρκίνωμα, 16%
    • Δεσμοπλαστικός μικροκυτταρικός όγκος

    ΆΛΛΕΣ ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ

    • Εκκολπώματα μέσα σε εκκολπώματα Meckel (εκκολπώματα κόρης)
    • Πέτρες και  φυτικές ίνες στα εκκολπώματα του Meckel
    • Κυστεοεκκολπωματικό συρίγγιο

    ΠΑΘΟΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ

    Ο ομφαλομεσεντερικός πόρος φυσιολογικά συνδέει το εμβρυϊκό μέσο έντερο με τον σάκο του πόρου κοιλιακά, παρέχοντας θρεπτικά συστατικά στο μέσο έντερο κατά την εμβρυϊκή ανάπτυξη. Ο πόρος στενεύει προοδευτικά και εξαφανίζεται μεταξύ της 5ης και της 8ης εβδομάδας κύησης. Στο εκκόλπωμα του Meckel, το εγγύς τμήμα του αγωγού της ταινίας αποτυγχάνει να υποχωρήσει και να συσπειρωθεί και παραμένει ως υπόλειμμα μεταβλητού μήκους και θέσης. Το μονήρες εκκόλπωμα βρίσκεται στο αντιμεσεντερικό όριο του ειλεού (απέναντι από τη μεσεντέρια προσκόλληση) και εκτείνεται στον ομφάλιο λώρο του εμβρύου. Η αριστερή και η δεξιά αρτηρία προέρχονται από την πρωτόγονη ραχιαία αορτή και ταξιδεύουν με τον αγωγό της ταινίας. Η δεξιά γίνεται η άνω μεσεντέριος αρτηρία που τροφοδοτεί έναν τερματικό κλάδο στο εκκολπώματα, ενώ η αριστερή περιελίσσεται. Έχοντας τη δική του παροχή αίματος, το εκκόλπωμα του Meckel είναι ευαίσθητο σε απόφραξη ή μόλυνση. Το εκκόλπωμα του Meckel βρίσκεται στον περιφερικό ειλεό, συνήθως σε απόσταση 60–100 cm από την ειλεοτυφλική βαλβίδα. Αυτό το τυφλό τμήμα ή ο μικρός θύλακας έχει μήκος περίπου 3–6 cm και μπορεί να έχει μεγαλύτερη διάμετρο αυλού από αυτή του ειλεού. Λειτουργεί αντιμεσεντερικά και έχει τη δική του παροχή αίματος. Είναι ένα κατάλοιπο της σύνδεσης από τον σάκο του πόρου με το λεπτό έντερο που υπάρχει κατά την εμβρυϊκή ανάπτυξη. Είναι ένα αληθινό εκκόλπωμα, που αποτελείται και από τα 3 στρώματα του τοιχώματος του εντέρου που είναι ο βλεννογόνος, ο υποβλεννογόνος και ο μυϊκός ιστός. Δεδομένου ότι ο πόρος αποτελείται από πολυδύναμη κυτταρική επένδυση, το εκκόλπωμα του Meckel μπορεί να φιλοξενεί μη φυσιολογικούς ιστούς, που περιέχουν εμβρυϊκά υπολείμματα άλλων τύπων ιστών. Η νήστιδα, ο βλεννογόνος του δωδεκαδακτύλου ή οι αδένες του Brunner ανευρίσκονται το καθένα στο 2% των έκτοπων περιπτώσεων. Ετεροτοπική παρουσία γαστρικού βλεννογόνου και του παγκρεατικού ιστού παρατηρούνται στο 60% και στο 6% των περιπτώσεων αντίστοιχα. Ετεροτοπικό σημαίνει τη μετατόπιση ενός οργάνου από την κανονική ανατομική του θέση. Η φλεγμονή αυτού του εκκολπώματος του Meckel μπορεί να μιμείται τη σκωληκοειδίτιδα. Επομένως, κατά τη διάρκεια της σκωληκοειδεκτομής, ο ειλεός θα πρέπει να ελέγχεται για την παρουσία εκκολπώματος Meckel, εάν διαπιστωθεί ότι υπάρχει θα πρέπει να αφαιρεθεί μαζί.

    Ένας μνημονικός κανόνας για το εκκόλπωμα Meckel:

    • 2% (του πληθυσμού)
    • 60 εκατοστά  (κοντά στην ειλεοτυφλική βαλβίδα)
    • 5 εκατοστά (σε μήκος)
    • 2 τύποι κοινού έκτοπου ιστού (γαστρικός και παγκρεατικός)
    • Τα 2 έτη είναι η πιο συχνή ηλικία στην κλινική εμφάνιση
    • 2:1 αναλογία ανδρών:γυναικών

    Μπορεί επίσης να εμφανιστεί ως έμμεση κήλη, συνήθως στη δεξιά πλευρά, όπου είναι γνωστή ως "Κήλη του Littré". Μπορεί να συμβεί περίσφιξη ομφαλοκήλης σε εκκολπώματα Meckel και επιπλέον, μπορεί να προσκολληθεί στην περιοχή του ομφαλίου από τη λοίμωξη, με σχηματισμό κύστεως, ή να σχηματιστεί κι ένα συρίγγιο από κατά την κοπή του ομφάλιου λώρου. Μπορεί επίσης να εμφανιστεί συστροφή του εντέρου γύρω από τον εντερικό μίσχο, οδηγώντας σε απόφραξη, ισχαιμία και νέκρωση.

    ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΕΚΚΟΛΠΩΜΑΤΟΣ MECKEL

    Σπινθηρογράφημα με τεχνήτιο-99m (99mTc), που ονομάζεται, επίσης, και απεικόνιση Meckel, είναι η διαγνωστική εξέταση εκλογής για τη διάγνωση των εκκολπωμάτων του Meckel στα παιδιά. Αυτή η σάρωση ανιχνεύει τον γαστρικό βλεννογόνο. δεδομένου ότι περίπου το 50% των συμπτωματικών εκκολπωμάτων του Meckel έχουν έκτοπα γαστρικά ή παγκρεατικά κύτταρα που περιέχονται μέσα τους. Στα παιδιά, αυτή η σάρωση είναι εξαιρετικά ακριβής και μη επεμβατική, με 95% ειδικότητα και 85% ευαισθησία, ωστόσο, στους ενήλικες η εξέταση είναι μόνο 9% ειδική και 62% ευαίσθητη. Οι ασθενείς με αυτά τα λανθασμένα γαστρικά κύτταρα μπορεί να εμφανίσουν πεπτικά έλκη ως συνέπεια (καλύτερα να μη γίνεται). Επομένως, θα πρέπει να γίνουν και άλλες εξετάσεις όπως η κολονοσκόπηση και προληπτικός έλεγχος για αιμορραγικές διαταραχές και η αγγειογραφία μπορεί να βοηθήσει στον προσδιορισμό της θέσης και της σοβαρότητας της αιμορραγίας. Η κολονοσκόπηση μπορεί να είναι χρήσιμη για τον αποκλεισμό άλλων πηγών αιμορραγίας, αλλά δε χρησιμοποιείται ως εργαλείο διάγνωσης. Η αγγειογραφία μπορεί να εντοπίσει την αιμορραγία σε ασθενείς με εκκολπώματα Meckel. Το υπερηχογράφημα μπορεί να δείξει υπολείμματα ομφαλοεντερικού πόρου ή κύστεις. Η αξονική τομογραφία και η μαγνητική τομογραφία μπορεί να είναι χρήσιμα εργαλεία για την επίδειξη μιας δομής με τυφλό άκρο και φλεγμονή στη μέση της κοιλιακής κοιλότητας. Σε ασυμπτωματικούς ασθενείς, το εκκόλπωμα Meckel συχνά διαγιγνώσκεται ως τυχαίο εύρημα κατά τη διάρκεια της λαπαροσκόπησης ή της λαπαροτομίας.

    ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΕΚΚΟΛΠΩΜΑΤΟΣ MECKEL

    Η θεραπεία είναι χειρουργική, πιθανώς με λαπαροσκοπική εκτομή. Σε ασθενείς με αιμορραγία, περίσφιξη του εντέρου, διάτρηση του εντέρου ή απόφραξη του εντέρου, η θεραπεία περιλαμβάνει χειρουργική εκτομή του ίδιου του εκκολπώματος Meckel μαζί με το παρακείμενο τμήμα του εντέρου, και αυτή η διαδικασία ονομάζεται «εκτομή λεπτού εντέρου». Σε ασθενείς χωρίς καμία από τις προαναφερθείσες επιπλοκές, η θεραπεία περιλαμβάνει μόνο χειρουργική εκτομή του εκκολπώματος του Meckel και αυτή η διαδικασία ονομάζεται απλή εκκολπωματεκτομή. Σε ό,τι αφορά το ασυμπτωματικό εκκόλπωμα Meckel, ορισμένοι συνιστούν να διεξάγεται έρευνα για το εκκόλπωμα Meckel σε κάθε περίπτωση σκωληκοειδεκτομής/λαπαροτομής που γίνεται για οξεία κοιλία και, εάν βρεθεί, γίνεται εκκολπωματεκτομή ή εκτομή Meckel για να αποφευχθούν δευτερογενείς επιπλοκές.

    Τα καλύτερα συμπληρώματα διατροφής για το έντερο

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα καλύτερα συμπληρώματα διατροφής για το έντερο

    Meckels Diverticulum

     

    Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με τον θεράποντα ιατρό

    Διαβάστε, επίσης,

    Χρήσιμες πληροφορίες για το πεπτικό έλκος

    Ακτινολογικές εξετάσεις για έλεγχο του λεπτού εντέρου

    Πεπτικό έλκος

    www.emedi.gr

     

  • Δηλητηρίαση από αρσενικό Δηλητηρίαση από αρσενικό

    Χρήσιμες πληροφορίες για τη δηλητηρίαση από αρσενικό

    Δηλητηρίαση από αρσενικό είναι τοξική κατάσταση που προκαλείται από έκθεση στο αρσενικό.

    Χαρακτηριστικά:

    • Αίσθημα κόμπου στο λαιμό
    • Δυσφαγία 
    • Καυστικό άλγος στο γαστρεντερικό
    • Έμετοι 
    • Διάρροια 
    • Αφυδάτωση 
    • Πνευμονικό οίδημα
    • Νεφρική ανεπάρκεια 
    • Ηπατική ανεπάρκεια 

    Συνήθης πορεία - οξεία, χρόνια. 

    Η δηλητηρίαση από αρσενικό είναι μια ιατρική κατάσταση που εμφανίζεται λόγω των αυξημένων επιπέδων αρσενικού στον οργανισμό. Εάν η δηλητηρίαση από αρσενικό συμβεί σε σύντομο χρονικό διάστημα, τα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν έμετο, κοιλιακό άλγος, εγκεφαλοπάθεια και υδαρή διάρροια που περιέχει αίμα. Η μακροχρόνια έκθεση μπορεί να οδηγήσει σε πάχυνση του δέρματος, σκουρότερο δέρμα, κοιλιακό άλγος, διάρροια, καρδιακές παθήσεις, μούδιασμα και καρκίνο. Ο πιο συνηθισμένος λόγος για μακροχρόνια έκθεση είναι το μολυσμένο πόσιμο νερό. Τα υπόγεια ύδατα τις περισσότερες φορές μολύνονται φυσικά. Ωστόσο, μπορεί επίσης να προκύψει μόλυνση από την εξόρυξη ή τη γεωργία. Μπορεί, επίσης, να βρεθεί στο έδαφος και στον αέρα. Τα συνιστώμενα επίπεδα στο νερό είναι μικρότερα από 10–50 μg/L (10–50 μέρη ανά δισεκατομμύριο). Άλλες οδοί έκθεσης περιλαμβάνουν τοποθεσίες τοξικών αποβλήτων και τα φάρμακα. Οι περισσότερες περιπτώσεις δηλητηρίασης είναι τυχαίες. Το αρσενικό δρα αλλάζοντας τη λειτουργία περίπου 200 ενζύμων. Η διάγνωση γίνεται με εξέταση των ούρων, του αίματος ή των μαλλιών. Η πρόληψη γίνεται με τη χρήση νερού που δεν περιέχει υψηλά επίπεδα αρσενικού. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με τη χρήση ειδικών φίλτρων ή με τη χρήση βρόχινου νερού.

    Για οξείες δηλητηριάσεις, η αντιμετώπιση της αφυδάτωσης είναι σημαντική. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί διμερκαπτοηλεκτρικό οξύ ή σουλφονικό διμερκαπτοπροπάνιο, ενώ δε συνιστάται η διμερκαπρόλη.

    Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί η αιμοκάθαρση.

    Μέσω του πόσιμου νερού, περισσότεροι από 200 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως εκτίθενται σε υψηλότερα από τα ασφαλή επίπεδα αρσενικού. Οι περιοχές που επλήγησαν περισσότερο είναι το Μπαγκλαντές και η Δυτική Βεγγάλη. Η έκθεση είναι επίσης πιο συχνή σε άτομα χαμηλού εισοδήματος και μειονότητες.

    Η οξεία δηλητηρίαση είναι ασυνήθιστη. 

    ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΔΗΛΗΤΗΡΙΑΣΗΣ ΜΕ ΑΡΣΕΝΙΚΟ

    Τα συμπτώματα της δηλητηρίασης από αρσενικό ξεκινούν με πονοκεφάλους, σύγχυση, σοβαρή διάρροια και υπνηλία. Καθώς αναπτύσσεται η δηλητηρίαση, μπορεί να εμφανιστούν σπασμοί και αλλαγές στη μελάγχρωση των νυχιών που ονομάζονται leukonychia striata (γραμμές του Mees ή οι ς). Όταν η δηλητηρίαση γίνεται οξεία, τα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν διάρροια, έμετο, έμετο με αίμα, αίμα στα ούρα, μυϊκές κράμπες, απώλεια μαλλιών, πόνο στο στομάχι και περισσότερους σπασμούς. Τα όργανα του σώματος που συνήθως προσβάλλονται από δηλητηρίαση από αρσενικό είναι οι πνεύμονες, το δέρμα, τα νεφρά και το ήπαρ. Το τελικό αποτέλεσμα της δηλητηρίασης από αρσενικό είναι το κώμα και ο θάνατος. Το αρσενικό σχετίζεται με τις καρδιακές παθήσεις (καρδιαγγειακή νόσο που σχετίζεται με την υπέρταση), τον καρκίνο, το εγκεφαλικό (αγγειακά εγκεφαλικά νοσήματα), τις χρόνιες παθήσεις του κατώτερου αναπνευστικού και τον διαβήτη. Οι δερματικές επιδράσεις μπορεί να περιλαμβάνουν καρκίνο του δέρματος μακροπρόθεσμα, αλλά συχνά πριν από τον καρκίνο του δέρματος υπάρχουν διαφορετικές δερματικές βλάβες. Άλλες επιδράσεις μπορεί να περιλαμβάνουν σκουρόχρωμο δέρμα και πάχυνση του δέρματος. Η χρόνια έκθεση στο αρσενικό σχετίζεται με ανεπάρκεια βιταμίνης Α, η οποία σχετίζεται με καρδιακές παθήσεις και νυχτερινή τύφλωση. Η οξεία ελάχιστη θανατηφόρα δόση αρσενικού στους ενήλικες εκτιμάται ότι είναι 70 έως 200 mg ή 1 mg/kg/ημέρα.

    Καρκίνος και αρσενικό
     
    Το αρσενικό αυξάνει τον κίνδυνο καρκίνου. Η έκθεση σχετίζεται με καρκίνο του δέρματος, των πνευμόνων, του ήπατος και των νεφρών μεταξύ άλλων. Οι μεταλλαξιογόνες επιδράσεις του μπορεί να εξηγηθούν από την παρέμβαση στην επιδιόρθωση της εκτομής βάσης και νουκλεοτιδίου, τελικά μέσω της αλληλεπίδρασης με τις δομές των δακτύλων ψευδαργύρου. Το διμεθυλαρσινικό οξύ, DMA(V), προκαλεί σπασίματα της μονής έλικας του DNA που προκύπτουν από την αναστολή των επισκευαστικών ενζύμων σε επίπεδα από 5 έως 100 mM σε ανθρώπινα επιθηλιακά κύτταρα τύπου II. Το DMA(III) είναι, επίσης, άμεσα γονιδιοτοξικό με την πραγματοποίηση σχισμών σε υπερτυλιγμένο DNA ΦΧ174. Η αυξημένη έκθεση σε αρσενικό σχετίζεται με αυξημένη συχνότητα χρωμοσωμικών ανωμαλιών, μικροπυρήνων και ανταλλαγών των αδελφών χρωματιδίων. Μια εξήγηση για τις χρωμοσωμικές εκτροπές είναι η ευαισθησία της πρωτεΐνης τουμπουλίνης και της μιτωτικής ατράκτου στο αρσενικό. Οι ιστολογικές παρατηρήσεις επιβεβαιώνουν τις επιδράσεις στην κυτταρική ακεραιότητα, το σχήμα και την κίνηση. Το DMA(III) είναι σε θέση να σχηματίζει αντιδραστικά είδη οξυγόνου (ROS) μέσω αντίδρασης με το μοριακό οξυγόνο. Οι μεταβολίτες που προκύπτουν είναι η ρίζα διμεθυλαρσενικού και η ρίζα διμεθυλαρσενικού υπεροξυλίου. Τόσο το DMA(III) όσο και το DMA(V) απελευθερώνουν σίδηρο από τη σπλήνα, καθώς και από τη φερριτίνη του ανθρώπινου ήπατος εάν χορηγούνταν ταυτόχρονα με ασκορβικό οξύ. Έτσι, ο σχηματισμός ROS μπορεί να προωθηθεί. Επιπλέον, το αρσενικό μπορεί να προκαλέσει οξειδωτικό στρες εξαντλώντας τα αντιοξειδωτικά του κυττάρου, ειδικά αυτά που περιέχουν ομάδες θειόλης. Η συσσώρευση ROS όπως τα παραπάνω και ριζών υδροξυλίου, ριζών υπεροξειδίου και υπεροξειδίου του υδρογόνου προκαλεί ανώμαλη γονιδιακή έκφραση σε χαμηλές συγκεντρώσεις και βλάβες λιπιδίων, πρωτεϊνών και DNA σε υψηλότερες συγκεντρώσεις που τελικά οδηγούν σε κυτταρικό θάνατο. Τα επίπεδα της 8-υδροξυ-2'-δεοξυγουανοσίνης στα ούρα (ως βιοδείκτης βλάβης του DNA του ROS) αυξάνουν μετά από χορήγηση DMA(V). Τα υπεροξείδια των λιπιδίων του ορού (LPO) σε άτομα που εκτείθενται σε αρσενικό συσχετίζονται με τα επίπεδα ανόργανου αρσενικού και μεθυλιωμένων μεταβολιτών στο αίμα και αντιστρόφως συσχετίίζονται με τα επίπεδα μη πρωτεϊνικού σουλφυδρυλίου (NPSH) στο αίμα. Υπάρχει συσχέτιση των επιπέδων As στο αίμα με τα επίπεδα των αντιδραστικών οξειδωτικών στο πλάσμα και μια αντίστροφη σχέση με τα αντιοξειδωτικά του πλάσματος. Η μεθυλίωση μπορεί στην πραγματικότητα να είναι μια οδός αποτοξίνωσης όσον αφορά το οξειδωτικό στρες: τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσο χαμηλότερη ήταν η ικανότητα μεθυλίωσης As, τόσο χαμηλότερο ήταν το επίπεδο της αντιοξειδωτικής ικανότητας πλάσματος. Όπως αναθεωρήθηκε από τον Kitchin (2001), η θεωρία του οξειδωτικού στρες παρέχει μια εξήγηση για τις προτιμώμενες θέσεις όγκου που συνδέονται με την έκθεση σε αρσενικό. Λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχει υψηλή μερική πίεση οξυγόνου στους πνεύμονες και το DMA(III) εκκρίνεται σε αέρια κατάσταση μέσω των πνευμόνων, αυτό φαίνεται να είναι ένας εύλογος μηχανισμός για την ευπάθεια. Το γεγονός ότι το DMA παράγεται με μεθυλίωση στο ήπαρ, εκκρίνεται μέσω των νεφρών και αργότερα αποθηκεύεται στην ουροδόχο κύστη, ευθύνεται για τους άλλους εντοπισμούς των όγκων. Όσον αφορά τη μεθυλίωση του DNA, προκύπτει από την αλληλεπίδραση του As με μεθυλοτρανσφεράσες που οδηγεί σε αδρανοποίηση των ογκοκατασταλτικών γονιδίων μέσω υπερμεθυλίωσης. Άλλοι δηλώνουν ότι η υπομεθυλίωση μπορεί να συμβεί λόγω έλλειψης SAM που οδηγεί σε ανώμαλη ενεργοποίηση των γονιδίων. Η έκθεση των πνευμόνων σε αρσενικό προκαλεί οκτώ διαφορετικά θραύσματα DNA με ευαίσθησία στη μεθυλίωση. Έξι από τα θραύσματα είναι υπερ- και δύο από αυτά είναι υπομεθυλιωμένα. Υπάρχουν υψηλότερα επίπεδα mRNA μεθυλτρανσφεράσης DNA και ενζυμική δραστηριότητα. Oi αλλιωμένοι αυξητικοί παράγοντες οδηγούν στον πολλαπλασιασμό των κυττάρων και συνεπώς στην καρκινογένεση. Από παρατηρήσεις, είναι γνωστό ότι η χρόνια δηλητηρίαση από αρσενικό χαμηλής δόσης μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη ανοχή στην οξεία τοξικότητά του. Τα κύτταρα GLC4/Sb30 του όγκου του πνεύμονα που υπερεκφράζουν το MRP1 συσσωρεύουν ελάχιστα αρσενικό. Αυτό προκαλείται μέσω της εξαρτώμενης από το MRP-1 εκροής. Η εκροή απαιτεί GSH, αλλά όχι σχηματισμό συμπλόκου As-GSH. Αν και έχουν προταθεί πολλοί μηχανισμοί, δε μπορεί να δοθεί συγκεκριμένο μοντέλο για τους μηχανισμούς της χρόνιας δηλητηρίασης από αρσενικό. Τα επικρατούντα γεγονότα τοξικότητας και καρκινογένεσης μπορεί να είναι αρκετά ειδικά για κάθε ιστό. Η τρέχουσα συναίνεση σχετικά με τον τρόπο καρκινογένεσης είναι ότι δρα κυρίως ως προαγωγέας όγκου. 
     
    ΑΙΤΙΑ ΔΗΛΗΤΗΡΙΑΣΗΣ ΜΕ ΑΡΣΕΝΙΚΟ
    • Πεντασθενές άλας του αρσενικού
    • Τρισθενές άλας του αρσενικού 
    • Αέρια αρσενικού 
    Το οργανικό αρσενικό είναι λιγότερο επιβλαβές από το ανόργανο αρσενικό. Τα θαλασσινά είναι μια κοινή πηγή του λιγότερο τοξικού οργανικού αρσενικού με τη μορφή αρσενοβεταΐνης. Το αρσενικό που αναφέρθηκε το 2012 σε χυμό φρούτων και ρύζι από την Consumer Reports ήταν κυρίως ανόργανο αρσενικό. Λόγω της υψηλής τοξικότητάς του, το αρσενικό χρησιμοποιείται σπάνια στον δυτικό κόσμο, αν και στην Ασία εξακολουθεί να είναι ένα δημοφιλές φυτοφάρμακο. Το αρσενικό απαντάται κυρίως επαγγελματικά στην τήξη μεταλλευμάτων ψευδαργύρου και χαλκού.
    • Πόσιμο νερό:

    Το αρσενικό βρίσκεται φυσικά στα υπόγεια ύδατα και παρουσιάζει σοβαρές απειλές για την υγεία όταν υπάρχουν υψηλές ποσότητες. Η χρόνια δηλητηρίαση από αρσενικό προκύπτει από την κατανάλωση μολυσμένου νερού πηγαδιών για μεγάλο χρονικό διάστημα. Πολλοί υδροφορείς περιέχουν υψηλή συγκέντρωση αλάτων αρσενικού. Οι κατευθυντήριες γραμμές του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) για την ποιότητα του πόσιμου νερού καθιέρωσαν το 1993 μια κατευθυντήρια τιμή 0,01 mg/L (10 μέρη ανά δισεκατομμύριο) για τα μέγιστα επίπεδα ρύπανσης αρσενικού στο πόσιμο νερό. Πιο πρόσφατα ευρήματα δείχνουν ότι η κατανάλωση νερού με επίπεδα τόσο χαμηλά όσο 0,00017 mg/L (0,17 μέρη ανά δισεκατομμύριο) για μεγάλες χρονικές περιόδους μπορεί να οδηγήσει σε αρσενίκωση. Η υπηρεσία προστασίας των ΗΠΑ ποσοτικοποίησε ότι η διά βίου έκθεση σε αρσενικό στο πόσιμο νερό σε συγκεντρώσεις 0,0017 mg/L (1,7 ppb), 0,00017 mg/L και 0,000017 mg/L σχετίζονται με κίνδυνο καρκίνου του δέρματος κατά τη διάρκεια της ζωής τους από 1 στι; 10.000, 1 στις 100.000 και 1 στσ 1.000.000 αντίστοιχα. Ο ΠΟΥ υποστηρίζει ότι ένα επίπεδο νερού 0,01 mg/L (10 ppb) ενέχει κίνδυνο 6 στις 10.000 πιθανότητες για κίνδυνο καρκίνου του δέρματος σε όλη τη ζωή και υποστηρίζει ότι αυτό το επίπεδο κινδύνου είναι αποδεκτό. Ένα από τα χειρότερα περιστατικά δηλητηρίασης από αρσενικό μέσω του νερού των πηγαδιών συνέβη στο Μπαγκλαντές, το οποίο ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αποκάλεσε τη «μεγαλύτερη μαζική δηλητηρίαση πληθυσμού στην ιστορία» και αναγνωρίζεται ως μια σημαντική ανησυχία για τη δημόσια υγεία. Η μόλυνση στις ποτάμιες πεδιάδες Ganga-Brahmaputra στην Ινδία και Padma-Meghna στο Μπαγκλαντές έδειξε δυσμενείς επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία. Τεχνικές εξόρυξης, όπως η υδραυλική θραύση, μπορεί να κινητοποιήσουν το αρσενικό στα υπόγεια ύδατα και τους υδροφόρους ορίζοντες λόγω της ενισχυμένης μεταφοράς μεθανίου και των επακόλουθων αλλαγών στις συνθήκες οξειδοαναγωγής, και να εγχύουν υγρό που περιέχει επιπλέον αρσενικό. Το Γεωλογικό Ινστιτούτο των ΗΠΑ εκτιμά ότι η μέση συγκέντρωση υπόγειων υδάτων είναι 1 μg/L ή λιγότερο, αν και ορισμένοι υπόγειοι υδροφόροι ορίζοντες, ιδιαίτερα στις δυτικές Ηνωμένες Πολιτείες, μπορεί να περιέχουν πολύ υψηλότερα επίπεδα. Για παράδειγμα, τα διάμεση επίπεδα στη Νεβάδα ήταν περίπου 8 μg/L, αλλά επίπεδα φυσικού αρσενικού έως και 1000 μg/L έχουν μετρηθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες στο πόσιμο νερό. Γεωθερμικά ενεργές ζώνες, όπως στη Χαβάη και στο Εθνικό Πάρκο Yellowstone, στις ΗΠΑ  έχουν υψηλότερα επίπεδα αρσενικού. Το αρσενικό είναι δε χωράει εύκολα στα πλέγματα των κοινών ορυκτών που σχηματίζουν πετρώματα. Οι συγκεντρώσεις του αρσενικού είναι υψηλές κυρίως στα γεωθερμικά νερά που εκπλένουν τα ηπειρωτικά πετρώματα. Το αρσενικό σε θερμά γεωθερμικά ρευστά μέρη αποδείχθηκε ότι προέρχεται κυρίως από την έκπλυση των πετρωμάτων στο Εθνικό Πάρκο Yellowstone, στο Wyoming των ΗΠΑ, παρά από μάγματα. Στις δυτικές ΗΠΑ, υπάρχουν εισροές As (αρσενικού) στα υπόγεια και επιφανειακά ύδατα από γεωθερμικά ρευστά μέσα και κοντά στο Εθνικό Πάρκο Yellowstone, και σε άλλες δυτικές περιοχές. Τα υπόγεια ύδατα που σχετίζονται με ηφαιστειακά πετρώματα στην Καλιφόρνια περιέχουν As σε συγκεντρώσεις που κυμαίνονται έως και 48.000 μg/L, με κύρια πηγή τα θειούχα ορυκτά που φέρουν As. Τα γεωθερμικά νερά της Δομινίκας στις Μικρές Αντίλλες περιέχουν επίσης συγκεντρώσεις As >50 μg/L. Γενικά, το αρσενικό συσσωρεύεται σε διαφοροποιημένα μάγματα και σε άλλες δυτικές περιοχές με ορυκτά, όπως στο Κονέκτικατ των Η.Π.Α. και στην Πενσυλβάνια, όπου οι συγκεντρώσεις As στο νερό σε εγκαταλελειμμένα ορυχεία ανθρακίτη κυμαίνονται από <0,03 έως 15 μg/L και από εγκαταλελειμμένα ορυχεία ασφάλτου, από 0,10 έως 64 μg/L, με το 10% των δειγμάτων να υπερβαίνει τα όρια της Υπηρεσίας Προστασίας Περιβάλλοντος των Ηνωμένων Πολιτειών των 10 μg/L. το Wisconsin, οι συγκεντρώσεις As   σε ψαμμίτη και δολομίτη είναι τόσο υψηλές όσο 100 μg/L. Η οξείδωση του πυρίτη είναι η πιθανή πηγή του As. Στο Πιεμόντε της Πενσυλβάνια και το Νιου Τζέρσεϋ, τα υπόγεια ύδατα περιέχουν υψηλά επίπεδα As. Τα νερά εγχώριων πηγαδιών στην Πενσυλβάνια περιέχουν έως και 65 μg/L, ενώ στο Νιου Τζέρσεϋ η υψηλότερη συγκέντρωση που μετρήθηκε πρόσφατα είναι 215 μg/L.

    • Τροφή

     Από την τροφή λαμβάνεται μιαα μέση πρόσληψη 3,2 μg/ημέρα, με εύρος 1–20 μg/ημέρα. Τα τρόφιμα περιέχουν, επίσης, πολλές οργανικές ενώσεις αρσενικού. Οι βασικές οργανικές ενώσεις αρσενικού που μπορούν να βρεθούν τακτικά στα τρόφιμα (ανάλογα με τον τύπο τροφής) περιλαμβάνουν το μονομεθυλαρσονικό οξύ (MMAsV), το διμεθυλαρσινικό οξύ (DMAsV), την αρσενοβεταϊνη, την αρσενοχολίνη, τα αρσενοσάκχαρα και τα αρσενολιπίδια. Το DMAsV ή το MMAsV μπορεί να βρεθεί σε διάφορους τύπους ψαριών, καβουριών και μαλακίων, αλλά συχνά σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Η αρσενοβεταΐνη είναι η κύρια μορφή αρσενικού στα θαλάσσια ζώα και, από όλες τις απόψεις, θεωρείται μια ένωση που δεν είναι τοξική από την ανθρώπινη κατανάλωση. Η αρσενοχολίνη, η οποία βρίσκεται κυρίως στις γαρίδες, είναι χημικά παρόμοια με την αρσενοβεταΐνη και θεωρείται ότι είναι «ουσιαστικά μη τοξική». Αν και η αρσενοβεταΐνη έχει μελετηθεί ελάχιστα, οι διαθέσιμες πληροφορίες δείχνουν ότι δεν είναι μεταλλαξιογόνος, ανοσοτοξική ή εμβρυοτοξική. Αρσενοσάκχαρα και αρσενολιπίδια έχουν εντοπιστεί. Η έκθεση σε αυτές τις ενώσεις και οι τοξικολογικές επιπτώσεις μελετώνται επί του παρόντος. Τα αρσενοσάκχαρα ανιχνεύονται κυρίως στα φύκια, αλλά βρίσκονται επίσης σε μικρότερο βαθμό στα θαλάσσια μαλάκια. Τα αρσενοσάκχαρα είναι σημαντικά λιγότερο τοξικά από τους μεταβολίτες του ανόργανου αρσενικού και του τρισθενούς μεθυλιωμένου αρσενικού. Έχει βρεθεί ότι το ρύζι είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο στη συσσώρευση αρσενικού από το έδαφος. Το ρύζι που καλλιεργείται στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει κατά μέσο όρο 260 ppb αρσενικό, σύμφωνα με μια μελέτη. αλλά η πρόσληψη αρσενικού στις ΗΠΑ παραμένει πολύ κάτω από τα συνιστώμενα από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας όρια. Η Κίνα έχει θέσει ένα πρότυπο για τα όρια αρσενικού στα τρόφιμα (150 ppb), καθώς τα επίπεδα στο ρύζι υπερβαίνουν τα επίπεδα του νερού. Το αρσενικό είναι ένα πανταχού παρόν στοιχείο στο  πόσιμο νερό. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, επίπεδα αρσενικού που είναι πάνω από τα φυσικά επίπεδα, αλλά εξακολουθούν να είναι πολύ κάτω από τα επίπεδα κινδύνου που ορίζονται στα ομοσπονδιακά πρότυπα ασφάλειας, έχουν ανιχνευθεί σε κοτόπουλα που εκτρέφονται στο εμπόριο. Η πηγή του αρσενικού φαίνεται να είναι τα πρόσθετα ζωοτροφών roxarsone και nitarsone, τα οποία χρησιμοποιούνται για τον έλεγχο της παρασιτικής μόλυνσης κοκκιδίωσης καθώς και για την αύξηση του βάρους και του χρωματισμού του δέρματος των πουλερικών. Υψηλά επίπεδα ανόργανου αρσενικού φέρεται να βρέθηκαν σε 83 κρασιά της Καλιφόρνια το 2015.

    • Έδαφος

    Η έκθεση στο αρσενικό στο έδαφος μπορεί να συμβεί μέσω πολλαπλών οδών. Σε σύγκριση με την πρόσληψη φυσικού αρσενικού από το νερό και τη διατροφή, το αρσενικό του εδάφους αποτελεί μόνο ένα μικρό κλάσμα της πρόσληψης.

    Αέρας

    Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2000) αναφέρει ότι τα επίπεδα αρσενικού στον αέρα κυμαίνονται από 0–1 ng/m3 σε απομακρυσμένες περιοχές, 0,2–1,5 ng/m3 σε αγροτικές περιοχές, 0,5–3 ng/m3 στις αστικές περιοχές και έως περίπου 50 ng /m3 κοντά σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις. Με βάση αυτά τα δεδομένα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2000) εκτίμησε ότι σε σχέση με τα τρόφιμα, το κάπνισμα τσιγάρων, το νερό και το έδαφος, ο αέρας συμβάλλει λιγότερο από το 1% της συνολικής έκθεσης σε αρσενικό.

    Φυτοφάρμακα

    Η χρήση φυτοφαρμάκων αρσενικού και μολύβδου έχει εξαλειφθεί αποτελεσματικά για περισσότερα από 50 χρόνια. Ωστόσο, λόγω της περιβαλλοντικής ανθεκτικότητας των φυτοφαρμάκων, εκτιμάται ότι εκατομμύρια στρέμματα γης εξακολουθούν να είναι μολυσμένα με υπολείμματα αρσενικού και μολύβδου. Αυτό παρουσιάζει μια δυνητικά σημαντική ανησυχία για τη δημόσια υγεία σε ορισμένες περιοχές των Ηνωμένων Πολιτειών (π.χ. Νιου Τζέρσεϊ, Ουάσιγκτον και Ουισκόνσιν), όπου μεγάλες εκτάσεις γης που χρησιμοποιήθηκαν ιστορικά ως οπωρώνες έχουν μετατραπεί σε οικιστικές κατασκευές. Υπάρχουν ακόμη ορισμένες σύγχρονες χρήσεις φυτοφαρμάκων με βάση το αρσενικό. Ο χρωμιωμένος αρσενικός χαλκός (CCA) έχει καταχωρηθεί για χρήση στις Ηνωμένες Πολιτείες από τη δεκαετία του 1940 ως συντηρητικό ξύλου, προστατεύοντας το ξύλο από έντομα και μικροβιακούς παράγοντες. Το 2003, οι κατασκευαστές CCA καθιέρωσαν την εθελοντική ανάκληση χρήσεων ξύλου επεξεργασμένου με CCA. Η τελική έκθεση EPA 2008 ανέφερε ότι το CCA εξακολουθεί να εγκρίνεται για χρήση σε μη οικιακές εφαρμογές, όπως σε θαλάσσιες εγκαταστάσεις (πασσάλους και κατασκευές), στύλους κοινής ωφελείας και κατασκευές αυτοκινητοδρόμων με άμμο.

    • Τήξη χαλκού

    Οι μελέτες έκθεσης στη βιομηχανία τήξης χαλκού είναι πολύ πιο εκτεταμένες και έχουν καθιερώσει οριστικούς δεσμούς μεταξύ του αρσενικού, ενός υποπροϊόντος της τήξης χαλκού, και του καρκίνου του πνεύμονα μέσω εισπνοής. Οι δερματικές και νευρολογικές επιδράσεις είναι μεγάλες. 

    maxresdefault 59

    • Τήξη χαλκού

    Οι μελέτες έκθεσης στη βιομηχανία τήξης χαλκού είναι πολύ πιο εκτεταμένες και έχουν καθιερώσει οριστικούς δεσμούς μεταξύ του αρσενικού, ενός υποπροϊόντος της τήξης χαλκού, και του καρκίνου του πνεύμονα μέσω εισπνοής. Οι δερματικές και νευρολογικές επιδράσεις είναι μεγάλες. 

    ΠΑΘΟΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ

    Το αρσενικό παρεμβαίνει στην κυτταρική μακροζωΐα μέσω αλλοστερικής αναστολής ενός βασικού μεταβολικού ενζύμου την πυροσταφυλική αφυδρογονάση (PDH), το οποίο καταλύει την οξείδωση του πυροσταφυλικού σε ακετυλο-CoA από το NAD+. Με την αναστολή του ενζύμου, το ενεργειακό σύστημα του κυττάρου διαταράσσεται με αποτέλεσμα την κυτταρική απόπτωση. Βιοχημικά, το αρσενικό εμποδίζει τη χρήση θειαμίνης με αποτέλεσμα μια κλινική εικόνα που μοιάζει με ανεπάρκεια θειαμίνης. Η δηλητηρίαση με αρσενικό μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα γαλακτικού οξέος και να οδηγήσει σε γαλακτική οξέωση. Τα χαμηλά επίπεδα καλίου στα κύτταρα αυξάνουν τον κίνδυνο να αντιμετωπίσετε ένα απειλητικό για τη ζωή πρόβλημα του καρδιακού ρυθμού από το τριοξείδιο του αρσενικού. Το αρσενικό στα κύτταρα διεγείρει σαφώς την παραγωγή υπεροξειδίου του υδρογόνου (H2O2). Όταν το H2O2 αντιδρά με ορισμένα μέταλλα, όπως ο σίδηρος ή το μαγγάνιο, παράγει μια εξαιρετικά δραστική ρίζα υδροξυλίου. Το ανόργανο τριοξείδιο του αρσενικού που βρίσκεται στα υπόγεια ύδατα επηρεάζει ιδιαίτερα τα ελεγχόμενα από τάση κανάλια καλίου, διακόπτοντας την κυτταρική ηλεκτρολυτική λειτουργία με αποτέλεσμα νευρολογικές διαταραχές, καρδιαγγειακά επεισόδια όπως παρατεταμένο διάστημα QT, ουδετεροπενία, υψηλή αρτηριακή πίεση, δυσλειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος και θάνατος. Η έκθεση στο αρσενικό παίζει βασικό ρόλο στην παθογένεση της αγγειακής ενδοθηλιακής δυσλειτουργίας καθώς απενεργοποιεί τη συνθάση του ενδοθηλιακού μονοξειδίου του αζώτου, οδηγώντας σε μείωση της παραγωγής και της βιοδιαθεσιμότητας του μονοξειδίου του αζώτου. Επιπλέον, η χρόνια έκθεση σε αρσενικό προκαλεί υψηλό οξειδωτικό στρες, το οποίο μπορεί να επηρεάσει τη δομή και τη λειτουργία του καρδιαγγειακού συστήματος. Επιπλέον, η έκθεση σε αρσενικό έχει σημειωθεί ότι προκαλεί αθηροσκλήρωση αυξάνοντας τη συσσώρευση αιμοπεταλίων και μειώνοντας την ινωδόλυση. Επιπλέον, η έκθεση σε αρσενικό μπορεί να προκαλέσει αρρυθμία αυξάνοντας το διάστημα QT και επιταχύνοντας την κυτταρική υπερφόρτωση ασβεστίου. Η χρόνια έκθεση στο αρσενικό ρυθμίζει προς τα πάνω την έκφραση του παράγοντα νέκρωσης όγκου-α, της ιντερλευκίνης-1, του μορίου προσκόλλησης των αγγειακών κυττάρων και του αγγειακού ενδοθηλιακού αυξητικού παράγοντα για την πρόκληση καρδιαγγειακής παθογένεσης. Το αρσενικό έχει επίσης αποδειχθεί ότι προκαλεί καρδιακή υπερτροφία ενεργοποιώντας ορισμένους μεταγραφικούς παράγοντες που εμπλέκονται στην παθολογική αναδιαμόρφωση της καρδιάς. Μελέτες ιστοκαλλιέργειας έδειξαν ότι οι ενώσεις του αρσενικού μπλοκάρουν και τα κανάλια IKr και Iks και, ταυτόχρονα, ενεργοποιούν τα κανάλια IK-ATP. Οι ενώσεις του αρσενικού διακόπτουν επίσης την παραγωγή ATP μέσω αρκετών μηχανισμών. Στο επίπεδο του κύκλου του κιτρικού οξέος, το αρσενικό αναστέλλει την πυροσταφυλική αφυδρογονάση και ανταγωνιζόμενος το φωσφορικό αποσυνδέει την οξειδωτική φωσφορυλίωση, αναστέλλοντας έτσι την ενεργειακά συνδεδεμένη μείωση του NAD+, τη μιτοχονδριακή αναπνοή και τη σύνθεση ATP. Η παραγωγή υπεροξειδίου του υδρογόνου είναι επίσης αυξημένη, η οποία μπορεί να σχηματίσει αντιδραστικά είδη οξυγόνου και οξειδωτικό στρες. Αυτές οι μεταβολικές παρεμβολές οδηγούν σε θάνατο από ανεπάρκεια οργάνων πολλαπλών συστημάτων, πιθανώς από νεκρωτικό κυτταρικό θάνατο και όχι από απόπτωση. Μπορεί να προκαλέσει σοβαρή αιμορραγία. 

    ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ

    Το αρσενικό αναστέλλει όχι μόνο τον σχηματισμό ακετυλο-CoA αλλά και το ένζυμο ηλεκτρική αφυδρογονάση. Το αρσενικό μπορεί να αντικαταστήσει τα φωσφορικά σε πολλές αντιδράσεις. Είναι σε θέση να σχηματίσει Glc-6-αρσενικό in vitro. Ως εκ τούτου, έχει υποστηριχθεί ότι η εξοκινάση θα μπορούσε να ανασταλεί. (Τελικά αυτό μπορεί να είναι ένας μηχανισμός που οδηγεί σε μυϊκή αδυναμία σε χρόνια δηλητηρίαση από αρσενικό.) Στην αντίδραση αφυδρογονάσης 3-φωσφορικής γλυκεραλδεΰδης το αρσενικό επιτίθεται στο θειοεστέρα που συνδέεται με το ένζυμο. Το σχηματιζόμενο 1-αρσενο-3-φωσφογλυκερικό είναι ασταθές και υδρολύεται αυτόματα. Έτσι, ο σχηματισμός ATP στη γλυκόλυση αναστέλλεται ενώ παρακάμπτεται η αντίδραση της φωσφογλυκερικής κινάσης. (Επιπλέον, ο σχηματισμός του 2,3-διφωσφογλυκερικού στα ερυθροκύτταρα μπορεί να επηρεαστεί, ακολουθούμενος από υψηλότερη συγγένεια οξυγόνου της αιμοσφαιρίνης και στη συνέχεια ενισχυμένη κυάνωση.) και συνθέτουν 5'-διαρσενικά αδενοσίνη από ADP και αρσενικό παρουσία ηλεκτρικού. Έτσι, με διάφορους μηχανισμούς το αρσενικό οδηγεί σε διαταραχή της κυτταρικής αναπνοής και στη συνέχεια σε μειωμένο σχηματισμό ΑΤΡ.

    Αυτό είναι σύμφωνο με την παρατηρούμενη μείωση του ATP των εκτεθειμένων κυττάρων και τα ιστοπαθολογικά ευρήματα μιτοχονδριακής και κυτταρικής διόγκωσης, μείωση γλυκογόνου στα ηπατικά κύτταρα και λιπώδη αλλαγή στο ήπαρ, την καρδιά και τα νεφρά. Υπάρχει ενισχυμένη αρτηριακή θρόμβωση, αυξήσεις των επιπέδων σεροτονίνης, της θρομβοξάνης Α και των πρωτεϊνών προσκόλλησης στα αιμοπετάλια. Η επίδραση στο αγγειακό ενδοθήλιο μπορεί τελικά να προκληθεί από το επαγόμενο από το αρσενικό σχηματισμό μονοξειδίου του αζώτου. Αποδείχθηκε ότι οι συγκεντρώσεις +3 As ουσιαστικά χαμηλότερες από τις συγκεντρώσεις που απαιτούνται για την αναστολή της λυσοσωμικής πρωτεάσης καθεψίνης L στη Β κυτταρική σειρά TA3 είναι επαρκείς για να πυροδοτήσουν την απόπτωση στην ίδια Β κυτταρική σειρά, ενώ η τελευταία είναι ένας μηχανισμός που μεσολαβεί για τα ανοσοκατασταλτικά αποτελέσματα. Οι δύο μορφές ανόργανου αρσενικού, ανηγμένο (τρισθενές As(III)) και οξειδωμένο (πεντασθενές As(V)), μπορούν να απορροφηθούν και να συσσωρευτούν σε ιστούς και σωματικά υγρά. Στο ήπαρ, ο μεταβολισμός του αρσενικού περιλαμβάνει ενζυματική και μη ενζυματική μεθυλίωση. Ο πιο συχνά απεκκρινόμενος μεταβολίτης (≥ 90%) στα ούρα είναι το διμεθυλαρσινικό οξύ ή το κακοδυλικό οξύ και το DMA(V). Το διμεθυλαρσενικό οξύ είναι επίσης γνωστό ως Agent Blue και χρησιμοποιήθηκε ως ζιζανιοκτόνο στον αμερικανικό πόλεμο στο Βιετνάμ. Στους ανθρώπους, το ανόργανο αρσενικό ανάγεται μη ενζυματικά από πεντοξείδιο σε τριοξείδιο, χρησιμοποιώντας γλουταθειόνη (GSH) ή μεσολαβείται από ένζυμα. Η αναγωγή του πεντοξειδίου του αρσενικού σε τριοξείδιο του αρσενικού αυξάνει την τοξικότητα και τη βιοδιαθεσιμότητά του και η μεθυλίωση λαμβάνει χώρα μέσω των ενζύμων μεθυλοτρανσφεράσης. Η S-αδενοσυλομεθειονίνη (SAM) μπορεί να χρησιμεύσει ως δότης μεθυλίου. Χρησιμοποιούνται διάφορα μονοπάτια, με την κύρια οδό να εξαρτάται από την τρέχουσα περιβάλλον του κυττάρου. Οι μεταβολίτες που προκύπτουν είναι το μονομεθυλαρσονώδες οξύ, ΜΜΑ(III) και το διμεθυλαρσινώδες οξύ, DMA(III). Η μεθυλίωση είχε θεωρηθεί ως μια διαδικασία αποτοξίνωσης, αλλά η μείωση από +5 ως σε +3, όπως μπορεί να θεωρηθεί ως βιοενεργοποίηση αντ' αυτού. Μια άλλη πρόταση είναι ότι η μεθυλίωση να είναι μια αποτοξίνωση εάν δεν επιτρέπεται η συσσώρευση ενδιάμεσων ενδιάμεσων ουσιών ως [III], επειδή τα πεντασθενή οργανοαρσενικά έχουν χαμηλότερη συγγένεια με τις ομάδες θειόλης από τα ανόργανα πεντασθενή αρσενικά. Η μεθυλίωση είναι μια αποτοξίνωση μέσω επιταχυνόμενης απέκκρισης. Όσον αφορά την καρκινογένεση, έχει προταθεί ότι η μεθυλίωση πρέπει να θεωρείται ως τοξικότητα. Το αρσενικό, ειδικά το +3 As, δεσμεύεται με μονήρη, αλλά με υψηλότερη συγγένεια με τις γειτονικές σουλφυδρυλικές ομάδες, αντιδρά έτσι με μια ποικιλία πρωτεϊνών και αναστέλλει τη δραστηριότητά τους. Προτάθηκε επίσης ότι η δέσμευση του αρσενικού σε μη απαραίτητα σημεία μπορεί να συμβάλει στην αποτοξίνωση. Το αρσενικό αναστέλλει μέλη της οικογένειας της δισουλφιδικής οξειδορεδουκτάσης όπως την αναγωγάση της γλουταθειόνης και την αναγωγάση της θειορεδοξίνης. Το υπόλοιπο αδέσμευτο αρσενικό (≤ 10%) συσσωρεύεται στα κύτταρα, τα οποία με την πάροδο του χρόνου μπορεί να οδηγήσουν σε καρκίνους του δέρματος, της ουροδόχου κύστης, των νεφρών, του ήπατος, του πνεύμονα και του προστάτη. Άλλες μορφές τοξικότητας από αρσενικό στους ανθρώπους έχουν παρατηρηθεί στο αίμα, στο μυελό των οστών, στην καρδιά, στο κεντρικό νευρικό σύστημα, στο γαστρεντερικό, στις γονάδες, στους νεφρούς, στο ήπαρ, στο πάγκρεας και στο δέρμα.
    Η βραχυπρόθεσμη έκθεση σε αρσενικό έχει επιπτώσεις στη μετάδοση σήματος που προκαλούν οι πρωτεΐνες θερμικού σοκ με μάζες 27, 60, 70, 72, 90 και 110 kDa καθώς και η μεταλλοτιονεΐνη, η ουβικιτίνη, οι κινάσες [MAP] οι ενεργοποιημένες από τα μιτογόνα, η εξωκυτταρική ρυθμιζόμενη κινάση [ERK ] και οι c-jun τερματικές κινάσες [JNK] και p38. Μέσω του JNK και του p38 ενεργοποιεί τα c-fos, c-jun και egr-1 που συνήθως ενεργοποιούνται από αυξητικούς παράγοντες και κυτοκίνες. Τα αποτελέσματα εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το δοσολογικό καθεστώς και μπορεί να είναι και αντίστροφα. Όπως φαίνεται από ορισμένα πειράματα τα ROS που προκαλούνται από χαμηλά επίπεδα ανόργανου αρσενικού αυξάνουν τη μεταγραφή και τη δραστηριότητα της πρωτεΐνης ενεργοποιητή 1 (AP-1) και του πυρηνικού παράγοντα-κΒ (NF-κB) (ίσως ενισχύεται από αυξημένα επίπεδα MAPK), που έχει ως αποτέλεσμα την ενεργοποίηση του c-fos/c-jun, την υπερέκκριση προφλεγμονωδών και αυξητικών κυτοκινών που διεγείρουν τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων. Υπάρχει αυξημένη έκφραση κυτοκίνης και κυτταρικός πολλαπλασιασμός στο δέρμα σε άτομα που εκτέθηκαν χρόνια σε πόσιμο νερό μολυσμένο με αρσενικό. Τα αυξημένα AP-1 και NF-κB προφανώς έχουν επίσης ως αποτέλεσμα μια προς τα πάνω ρύθμιση της πρωτεΐνης mdm2, η οποία μειώνει τα επίπεδα πρωτεΐνης p53. Έτσι, λαμβάνοντας υπόψη τη λειτουργία του p53, η έλλειψή του θα μπορούσε να προκαλέσει ταχύτερη συσσώρευση μεταλλάξεων που συμβάλλουν στην καρκινογένεση. Ωστόσο, τα υψηλά επίπεδα ανόργανου αρσενικού αναστέλλουν την ενεργοποίηση του NF-κΒ και τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων. Υπάρχει αυξημένη δεσμευτική δραστηριότητα του AP-1 και του NF-κB μετά από οξεία (24 ώρες) έκθεση σε As +3, ενώ η μακροχρόνια έκθεση (10-12 εβδομάδες) έχει το αντίθετο αποτέλεσμα. Το πρώτο μπορεί να ερμηνευθεί ως αμυντική απάντηση ενώ το δεύτερο μπορεί να οδηγήσει σε καρκινογένεση. Όπως υποδεικνύουν τα αντικρουόμενα ευρήματα και οι συνδεδεμένες μηχανιστικές υποθέσεις, υπάρχει μια διαφορά στις οξείες και χρόνιες επιδράσεις του αρσενικού στη μεταγωγή του σήματος, η οποία δεν είναι ακόμη σαφώς κατανοητή. Μελέτες έχουν δείξει ότι το οξειδωτικό στρες που δημιουργείται από το αρσενικό μπορεί να διαταράξει τις οδούς μεταγωγής σήματος των πυρηνικών μεταγραφικών παραγόντων PPARs, AP-1 και NF-κB, καθώς και των προφλεγμονωδών κυτοκινών IL -8 και TNF-α. Η παρέμβαση του οξειδωτικού στρες με τις οδούς μεταγωγής σήματος μπορεί να επηρεάσει τις φυσιολογικές διεργασίες που σχετίζονται με την κυτταρική ανάπτυξη, τον μεταβολισμό, την ομοιόσταση της γλυκόζης, τον μεταβολισμό των λιπιδίων, την παχυσαρκία, την αντίσταση στην ινσουλίνη, τη φλεγμονή και τον διαβήτη-2. Πρόσφατα επιστημονικά στοιχεία έχουν αποσαφηνίσει τους φυσιολογικούς ρόλους των PPAR στην ω-υδροξυλίωση των λιπαρών οξέων και την αναστολή των προφλεγμονωδών μεταγραφικών παραγόντων (NF-κB και AP-1), των προφλεγμονωδών κυτοκινών (IL-1, -6, -8, -12 και TNF-α), τα μόρια προσκόλλησης cell4 (ICAM-1 και VCAM-1), την επαγώγιμη συνθάση μονοξειδίου του αζώτου, το προφλεγμονώδες μονοξείδιο του αζώτου (NO) και τους αντι-αποπτωτικοί παράγοντες. Επιδημιολογικές μελέτες έχουν προτείνει μια συσχέτιση μεταξύ της χρόνιας κατανάλωσης πόσιμου νερού μολυσμένου με αρσενικό και της συχνότητας εμφάνισης διαβήτη τύπου 2. Το ανθρώπινο ήπαρ μετά από έκθεση σε θεραπευτικά φάρμακα μπορεί να εμφανίσει ηπατική μη κιρρωτική πυλαία υπέρταση, ίνωση και κίρρωση. 
    ΔΙΑΓΝΩΣΗ
    Το αρσενικό μπορεί να μετρηθεί στο αίμα ή στα ούρα για την παρακολούθηση της υπερβολικής περιβαλλοντικής ή επαγγελματικής έκθεσης, για επιβεβαίωση της διάγνωσης δηλητηρίασης σε νοσηλευόμενα θύματα ή για βοήθεια στην ιατροδικαστική έρευνα σε περίπτωση θανατηφόρου υπερβολικής δόσης. Ορισμένες αναλυτικές τεχνικές είναι ικανές να διακρίνουν τις οργανικές από τις ανόργανες μορφές του στοιχείου. Οι οργανικές ενώσεις αρσενικού τείνουν να αποβάλλονται με τα ούρα σε αμετάβλητη μορφή, ενώ οι ανόργανες μορφές μετατρέπονται σε μεγάλο βαθμό σε οργανικές ενώσεις αρσενικού στο σώμα πριν από την απέκκριση στα ούρα. Ο τρέχων δείκτης βιολογικής έκθεσης για τους εργαζομένους στις Η.Π.Α. 35 μg/L ολικού αρσενικού στα ούρα μπορεί εύκολα να ξεπεραστεί από ένα υγιές άτομο που τρώει ένα γεύμα με θαλασσινά. Υπάρχουν διαθέσιμες εξετάσεις για τη διάγνωση της δηλητηρίασης με μέτρηση του αρσενικού στο αίμα, στα ούρα, στα μαλλιά και στα νύχια. Η εξέταση ούρων είναι η πιο αξιόπιστη εξέταση για την έκθεση σε αρσενικό τις τελευταίες ημέρες. Η εξέταση ούρων πρέπει να γίνει εντός 24-48 ωρών για ακριβή ανάλυση μιας οξείας έκθεσης. Οι δοκιμές στα μαλλιά και τα νύχια μπορούν να μετρήσουν την έκθεση σε υψηλά επίπεδα αρσενικού τους τελευταίους 6-12 μήνες. Αυτές οι δοκιμές μπορούν να καθορίσουν εάν κάποιος έχει εκτεθεί σε επίπεδα αρσενικού άνω του μέσου όρου. Δεν μπορούν, ωστόσο, να προβλέψουν εάν τα επίπεδα αρσενικού στο σώμα θα επηρεάσουν την υγεία.
     
    Η χρόνια έκθεση σε αρσενικό μπορεί να παραμείνει στα συστήματα του σώματος για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από μια βραχύτερη ή πιο μεμονωμένη έκθεση και μπορεί να ανιχνευθεί για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα μετά την εισαγωγή του αρσενικού, σημαντικό στην προσπάθεια προσδιορισμού της πηγής της έκθεσης. Τα μαλλιά είναι ένας πιθανός βιοδείκτης για την έκθεση στο αρσενικό λόγω της ικανότητάς τους να αποθηκεύουν ιχνοστοιχεία από το αίμα. Τα ενσωματωμένα στοιχεία διατηρούν τη θέση τους κατά την ανάπτυξη της τρίχας. Έτσι, για μια χρονική εκτίμηση της έκθεσης, χρειάζεται να πραγματοποιηθεί ένας προσδιορισμός της σύνθεσης των μαλλιών με μία τρίχα. Αυτός ο τύπος βιοπαρακολούθησης έχει επιτευχθεί με νεότερες μικροαναλυτικές τεχνικές όπως η φασματοσκοπία φθορισμού ακτίνων Χ με βάση την ακτινοβολία σύγχροτρον (SXRF) και την εκπομπή ακτίνων Χ που προκαλείται από μικροσωματίδια (PIXE). Οι εξαιρετικά εστιασμένες και έντονες δέσμες μελετούν μικρές κηλίδες σε βιολογικά δείγματα επιτρέποντας την ανάλυση σε μικροεπίπεδο μαζί με τη χημική ειδοποίηση. Αυτή η μέθοδος χρησιμοποιείται για την παρακολούθηση των επιπέδων αρσενικού πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη θεραπεία με οξείδιο του αρσενικού σε ασθενείς με οξεία προμυελοκυτταρική λευχαιμία.
     
    ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΔΗΛΗΤΗΡΙΑΣΗΣ ΜΕ ΑΡΣΕΝΙΚΟ
    • Χηλίωση: Η διμερκαπρόλη και το διμερκαπτοηλεκτρικό οξύ είναι χηλικοί παράγοντες που απομονώνουν το αρσενικό μακριά από τις πρωτεΐνες του αίματος και χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της οξείας δηλητηρίασης από αρσενικό. Η πιο σημαντική παρενέργεια είναι η υπέρταση. Η διμερκαπρόλη είναι σημαντικά πιο τοξική. Οι μονοεστέρες DMSA, π.χ. Τα MiADMSA, είναι πολλά υποσχόμενα αντίδοτα για τη δηλητηρίαση από αρσενικό.
    • Το συμπληρωματικό κάλιο μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης ενός απειλητικού για τη ζωή προβλήματος του καρδιακού ρυθμού από το τριοξείδιο του αρσενικού.
    • Πρόκληση εμέτου 
    • Γαστρική αναρρόφηση 
    • Γάλα 
    • Πενικιλλαμίνη 
    • Αιμοδιάλυση 

    Εγκυμοσύνη

    Η έκθεση σε αρσενικό μέσω των υπόγειων υδάτων είναι ιδιαίτερα ανησυχητική καθ' όλη τη διάρκεια της περιγεννητικής περιόδου. Οι έγκυες γυναίκες αποτελούν πληθυσμό υψηλού κινδύνου επειδή όχι μόνο οι μητέρες διατρέχουν κίνδυνο για δυσμενή έκβαση, αλλά η ενδομήτρια έκθεση ενέχει επίσης κινδύνους για την υγεία του βρέφους. Υπάρχει μια δοσοεξαρτώμενη σχέση μεταξύ της μητρικής έκθεσης στο αρσενικό και της βρεφικής θνησιμότητας, που σημαίνει ότι τα βρέφη που γεννήθηκαν από γυναίκες που εκτέθηκαν σε υψηλότερες συγκεντρώσεις ή εκτέθηκαν για μεγαλύτερες χρονικές περιόδους, έχουν υψηλότερο ποσοστό θνησιμότητας. Μελέτες έχουν δείξει ότι η κατάποση αρσενικού μέσω των υπόγειων υδάτων κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εγκυμονεί κινδύνους για τη μητέρα, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά, του κοιλιακού πόνου, των εμέτων, της διάρροιας, των αλλαγών μελάγχρωσης του δέρματος και του καρκίνου. Η έρευνα έχει επίσης δείξει ότι η έκθεση σε αρσενικό προκαλεί επίσης χαμηλό βάρος γέννησης,  βρεφική θνησιμότητα κ.ά. Ορισμένες από αυτές τις επιδράσεις μπορεί να οφείλονται στις επιδράσεις του αρσενικού στην αύξηση του σωματικού βάρους της μητέρας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

    Τα κατάλληλα συμπληρώματα για αποτοξίνωση

    Πατήστε, εδώ, για τα παραγγείλετε τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για αποτοξίνωση

     25

    Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με το θεράποντα ιατρό

    Διαβάστε, επίσης,

    Πρωτοπαθή κακοήθη νεοπλάσματα του πνεύμονα

    Φθορίωση νερού

    Υπερκεράτωση

    Βασικοκυτταρικό καρκίνωμα

    Χρήσιμες πληροφορίες για την αλωπεκία

    Απλαστική αναιμία

    Δερματικό καρκίνωμα από πλακώδη κύτταρα

    Χρήσιμες πληροφορίες για το σύνδρομο Guillain - Barre

    Πνευμονία από εισρόφηση

    Νευρίτιδα

    Τα μέταλλα που περιέχει το ανθρώπινο σώμα

    Μήπως έχετε αναιμία;

    Ιδιοπαθής θρομβοπενική πορφύρα

    Σύνδρομο Mallory-Weiss

    Χρήσιμες πληροφορίες για το ζεόλιθο

    Πενικιλλαμίνη

    Τα οφέλη από την Ν-ακετυλοκυστεΐνη στην υγεία

    Τι πρέπει να προσέχετε με τα ωμέγα 3 λιπαρά οξέα

    Το έλαιο κάνναβης στις δερματικές παθήσεις

    Θεραπεία καρκίνου με χηλικές ενώσεις

    Τι πρέπει να αποφεύγουν όσοι έχουν καρκίνο

    Χορήγηση διττανθρακικών για την θεραπεία του καρκίνου

    Οξείες λευχαιμίες

    Όλες οι αιτίες των λευχαιμιών

    Χρήσιμες πληροφορίες για τα αντιοξειδωτικά

    Οι αιτίες του καρκίνου του πνεύμονα

    Αρσενικό

    Ασθένεια του ύπνου

    Πρώτες βοήθειες σε έκθεση χημικών ουσιών

    Επαγγελματικοί καρκίνοι

    Οι καλύτερες αντιοξειδωτικές τροφές

    Εναλλακτικές θεραπείες για τον καρκίνο

    Οι καλύτερες αντικαρκινικές τροφές

    Μήπως είσαστε αγχωμένοι και κουρασμένοι;

    Το απόλυτο συμπλήρωμα για αποτοξίνωση

    Οξεία Μυελογενής Λευχαιμία

    Πρόληψη καρκίνου πνεύμονος

    Ξεκινήστε να παίρνετε συμπληρώματα διατροφής

    Τα ελαφριά τσιγάρα βλάπτουν

    Γνωστοί παράγοντες που προκαλούν καρκίνο

    Πώς πρέπει να τρώγονται τα φρούτα

    Οξεία προμυελοκυτταρική λευχαιμία

    Αγγειοσάρκωμα

    Αιματέμεση

    Τι είναι τα ιχνοστοιχεία

    www.emedi.gr

     

  • Δερμοειδής κύστη Δερμοειδής κύστη

    Χρήσιμες πληροφορίες για τις δερμοειδείς κύστεις

    Δερμοειδής κύστη

    Συνήθης πορεία - οξεία, χρόνια.

    Η δερμοειδής κύστη είναι ένα τεράτωμα κυστικής φύσης που περιέχει μια σειρά από αναπτυξιακά ώριμους, συμπαγείς ιστούς. Συχνά, αποτελείται από δέρμα, θύλακες τρίχας και ιδρωτοποιούς αδένες, ενώ άλλα συχνά συστατικά περιλαμβάνουν τρίχες, σμήγμα, αίμα, λίπος, οστά, νύχια, δόντια, μάτια, χόνδρο και ιστό θυρεοειδούς κ.ά. Καθώς οι δερμοειδείς κύστεις αναπτύσσονται αργά και περιέχουν ώριμο ιστό, αυτός ο τύπος κυστικού τερατώματος είναι σχεδόν πάντα καλοήθης. Σε εκείνες τις σπάνιες περιπτώσεις όπου η δερμοειδής κύστη είναι κακοήθης, συνήθως αναπτύσσεται ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα σε ενήλικες, ενώ τα βρέφη και τα παιδιά συνήθως παρουσιάζουν όγκο ενδοδερμικού κόλπου.

    ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ

    Λόγω της ταξινόμησής της, μια δερμοειδής κύστη μπορεί να εμφανιστεί οπουδήποτε ως τεράτωμα.

    Δερμοειδείς κύστεις του κόλπου και των ωοθηκών

    Οι ωοθήκες συνήθως αναπτύσσουν δομές που μοιάζουν με κύστεις που ονομάζονται ωοθυλάκια κάθε μήνα. Μόλις ένα ωάριο απελευθερωθεί από το ωοθυλάκιό του κατά τη διάρκεια της ωορρηξίας, τα ωοθυλάκια συνήθως ξεφουσκώνουν. Μερικές φορές υγρό συσσωρεύεται μέσα στο ωοθυλάκιο, σχηματίζοντας μια απλή (που περιέχει μόνο υγρό) κύστη. Η πλειοψηφία αυτών των λειτουργικών κύστεων υποχωρεί αυτόματα. Ενώ όλες οι κύστεις των ωοθηκών μπορεί να κυμαίνονται σε μέγεθος από πολύ μικρές έως αρκετά μεγάλες, οι δερμοειδείς κύστεις δεν ταξινομούνται ως λειτουργικές κύστεις. Οι δερμοειδείς κύστεις προέρχονται από πλήρως δυναμικά γεννητικά κύτταρα (τα οποία υπάρχουν κατά τη γέννηση) που διαφοροποιούνται ανώμαλα, αναπτύσσοντας χαρακτηριστικά ώριμων δερματικών κυττάρων. Υπάρχουν επιπλοκές, όπως συστροφή, ρήξη και μόλυνση, αν και η εμφάνισή τους είναι σπάνια. Οι δερμοειδείς κύστεις των ωοθηκών που είναι μεγαλύτερες παρουσιάζουν επιπλοκές που μπορεί να απαιτούν αφαίρεση είτε με λαπαροσκόπηση είτε με παραδοσιακή χειρουργική επέμβαση.

    Σπάνια, μια δερμοειδής κύστη μπορεί να αναπτυχθεί στον κόλπο.

    Περικογχικές δερμοειδείς κύστεις

    Οι δερμοειδείς κύστεις μπορεί να εμφανιστούν σε μικρά παιδιά, συχνά κοντά στην πλάγια όψη του φρυδιού (δεξί μέρος του δεξιού φρυδιού ή αριστερό μέρος του αριστερού φρυδιού). Ανάλογα με την αντιληπτή ποσότητα κινδύνου, μερικές φορές αφαιρούνται χειρουργικά ή απλώς διατηρούνται υπό παρακολούθηση. Μια φλεγμονώδης αντίδραση μπορεί να συμβεί εάν διαταραχθεί μια δερμοειδής κύστη και η κύστη μπορεί να επανεμφανιστεί εάν δεν αφαιρεθεί πλήρως. Μερικές φορές η πλήρης εκτομή δεν είναι πρακτική. Εάν εμφανιστούν δερμοειδείς κύστεις στην έσω όψη, η πιθανότητα εγκεφαλοκήλης γίνεται μεγαλύτερη και θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μεταξύ των διαφορικών διαγνώσεων. Άλλες περιοχές όπου μπορεί να εμφανιστεί μια δερμοειδής κύστη είναι ο εγκέφαλος, το όσχεο και ο φάρυγγας. Οι δερμοειδείς κύστεις αναπτύσσονται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Εμφανίζονται όταν τα κύτταρα του δέρματος και άλλοι ιστοί όπως τρίχες, ιδρωτοποιοί αδένες, αδένες λίπους ή λιπώδης ιστός παγιδεύονται στο δέρμα καθώς το μωρό μεγαλώνει στη μήτρα. Οι δερμοειδείς κύστεις υπάρχουν κατά τη γέννηση (συγγενείς) και είναι συχνές. Μπορεί να περάσουν μήνες ή χρόνια μέχρι να παρατηρηθεί μια δερμοειδής κύστη σε ένα παιδί επειδή οι κύστεις μεγαλώνουν αργά. Τα συμπτώματα της δερμοειδούς κύστης είναι ήσσονος σημασίας και οι κύστεις είναι συνήθως ανώδυνες. Δεν είναι επιβλαβή για την υγεία του παιδιού. Εάν μολυνθούν, πρέπει να αντιμετωπιστεί η μόλυνση και να αφαιρεθεί η κύστη. Είναι ευκολότερο να αφαιρεθούν οι κύστεις και να αποτραπούν οι ουλές εάν αφαιρεθούν πριν μολυνθούν.

    IMG 5757

    Δερμοειδείς κύστεις της σπονδυλικής στήλης

    Οι δερμοειδείς κύστεις της σπονδυλικής στήλης είναι καλοήθεις έκτοπες αναπτύξεις που πιστεύεται ότι είναι συνέπεια εμβρυολογικών σφαλμάτων κατά το κλείσιμο του νευρικού σωλήνα. Η αναφερόμενη εμφάνισή τους είναι εξαιρετικά σπάνια, καθώς αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 1% των όγκων του ενδομυελικού νωτιαίου μυελού. Οι δερμοειδείς κύστεις αφορούν συχνότερα την οσφυοϊερή περιοχή παρά τη θωρακική και εμφανίζονται εξωμυελικά την πρώτη δεκαετία της ζωής. Διάφορες υποθέσεις έχουν διατυπωθεί για να εξηγήσουν την παθογένεση των δερμοειδών κύστεων της σπονδυλικής στήλης, η προέλευση των οποίων μπορεί να είναι επίκτητη ή συγγενής.

    • Επίκτητες ή ιατρογενείς δερμοειδείς κύστεις μπορεί να προκύψουν από την εμφύτευση επιδερμικού ιστού στον υποσκληρίδιο χώρο, π.χ. δερματική έγκλειση της σπονδυλικής στήλης, κατά τη διάρκεια παρακέντησης με βελόνα.
    • Οι συγγενείς δερμοειδείς κύστεις, ωστόσο, πιστεύεται ότι προκύπτουν από κύτταρα των οποίων η θέση είναι σωστή αλλά δεν μπορούν να διαφοροποιηθούν στο σωστό κυτταρικό τύπο. Η ύπαρξη των δερματικών εξωδερμικών κυττάρων συμβαίνει νωρίς στην εμβρυϊκή ζωή και τα μετατοπισμένα πολυδύναμα κύτταρα εξελίσσονται σε δερμοειδείς κύστεις.

    Ανωμαλίες της σπονδυλικής στήλης, π.χ. ενδομυελικές δερμοειδείς κύστεις μπορεί να εμφανιστούν πιο συχνά στην οσφυοϊερή περιοχή (αρκετά συχνά στο επίπεδο του μυελού κώνου) και μπορεί να συνυπάρχουν με άλλες συγγενείς ανωμαλίες της σπονδυλικής στήλης, συμπεριλαμβανομένης της οπίσθιας δισχιδούς ράχης, όπως προσδιορίζεται από την απεικονειστική εξέταση.

    ΑΙΤΙΑ ΔΕΡΜΟΕΙΔΟΥΣ ΚΥΣΤΕΩΣ

    • Διασπασμένες τρίχες που αναπτύσσονται εσωτερικά 
    • Κοντόχονδρη σωματική διάπλαση 
    • Τραυματισμός 

    ΔΙΑΓΝΩΣΗ-ΔΙΑΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ

    Μια μικρή δερμοειδής κύστη στον κόκκυγα μπορεί να είναι δύσκολο να διαφοροδιαγνωσθεί από μια άλλη κύστη. Αυτό οφείλεται εν μέρει στο ότι και οι δύο μπορεί να είναι γεμάτες τρίχες. Η κύστη μπορεί να προκύψει από που απόφραξη. Οποιοδήποτε τεράτωμα κοντά στην επιφάνεια του σώματος μπορεί να αναπτύξει ένα συρίγγιο, ή ακόμα και ένα σύμπλεγμα από συρίγγια. 

    ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΔΕΡΜΟΕΙΔΟΥΣ ΚΥΣΤΕΩΣ

    • Παροχέτευση
    • Χειρουργική εξαίρεση

    Η θεραπεία της δερμοειδούς κύστης είναι η πλήρης χειρουργική αφαίρεση, κατά προτίμηση σε ένα κομμάτι και χωρίς διαρροή του περιεχομένου της κύστης. Η μαρσιποποίηση, μια χειρουργική τεχνική που χρησιμοποιείται συχνά για τη θεραπεία της κύστης του πυλώνα, είναι ακατάλληλη για την δερμοειδή κύστη λόγω του κινδύνου κακοήθειας. Η συσχέτιση των δερμοειδών κύστεων με την εγκυμοσύνη είναι δεδομένη. Συνήθως, υπάρχει το δίλημμα της στάθμισης των κινδύνων της χειρουργικής επέμβασης και της αναισθησίας έναντι των κινδύνων της μη θεραπείας της μάζας των εξαρτημάτων. Είναι πιο εφικτό να αντιμετωπιστούν οι αμφοτερόπλευρες δερμοειδείς κύστεις των ωοθηκών που ανακαλύπτονται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εάν μεγαλώσουν περισσότερο από 6 cm σε διάμετρο.

    Τα κατάλληλα προϊόντα για τις κύστεις

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα προϊόντα για τις κύστεις

     

    dermoid cyst on the ovary ovary infographics vector 9281091

    Διαβάστε, επίσης,

    Ορχικές κακοήθειες

    Κύστη θυρεογλωσσικού πόρου

    Θεραπεία των μη σεμινωματωδών όγκων εκ γεννητικών κυττάρων

    Χρήσιμες πληροφορίες για τους όγκους εκ γεννητικών κυττάρων

    Όγκοι ωοθηκών από γεννητικά κύτταρα

    Κύστη ωοθηκών

    Χολοστεάτωμα

    Χρήσιμες πληροφορίες για τους καλόγερους

    Κύστη κόκκυγος

    www.emedi.gr

     

     

  • Τραχηλίτιδα, εκστροφή και αληθής διάβρωση Τραχηλίτιδα, εκστροφή και αληθής διάβρωση

    Τραχηλίτιδα, εκστροφή και αληθής διάβρωση τραχήλου μήτρας

    Τραχηλίτιδα, εκστροφή και αληθής διάβρωση τραχήλου μήτρας

    • Τραχηλίτιδα - φλεγμονώδεις αλλοιώσεις που οφείλονται σε λοίμωξη 
    • Εκστροφή - αναστροφή του τραχήλου στην κύηση 
    • Αληθής διάβρωση - απότομη απώλεια του υπερκείμενου κολπικού επιθηλίου που οφείλεται σε τραύμα, π.χ. βίαιη εισαγωγή μητροσκοπίου σε ασθενείς με ατροφικό βλεννογόνο 

    Επηρεαζόμενα συστήματα: Γεννητικό

    Επικρατέστερο φύλο: Μόνο γυναίκες

    ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΤΡΑΧΗΛΙΤΙΔΑΣ

    • Τραχηλίτιδα - μητρορραγία, αιμορραγία μετά τη συνουσία, κολπική έκκριση 
    • Εκστροφή - ερυθρότητα τραχήλου που οφείλεται στο χρώμα του κυλινδρικού επιθηλίου 
    • Αληθής διάβρωση - κολπική αιμορραγία, σαφώς αφοριζόμενα έλκη τραχήλου

    ΑΙΤΙΑ ΤΡΑΧΗΛΙΤΙΔΑΣ

    • Τραχηλίτιδα - Chlamydia trachomatis, Trichomonas vaginalis
    • Εκστροφή - ορμονικές μεταβολές στη διάρκεια της κύησης, κυρίως της προγεστερόνης 
    • Αληθής διάβρωση - τραυματισμός ατροφικού επιθηλίου που είναι αποτέλεσμα της ανεπάρκειας οιστρογόνων μετά την εμμηνόπαυση 

    ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΤΡΑΧΗΛΙΤΙΔΑΣ

    • Τραχηλίτιδα - σεξουαλική επαφή με μολυσμένους συντρόφους, υποτροπή μετά από ανεπαρκή θεραπεία 
    • Εκστροφή - κύηση
    • Αληθής διάβρωση - ανεπάρκεια οιστρογόνων, τραύμα 

    ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΤΡΑΧΗΛΙΤΙΔΑΣ

    ΔΙΑΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ 

    • Δυσπλασία τραχήλου 
    • Καρκίνωμα τραχήλου

    ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ

    • Προπαρασκευή με αλατούχο διάλυμα και υδροξείδιο του καλίου των τραχηλικών/κολπικών επιχρισμάτων 
    • Ενζυμική ανάλυση ή καλλιέργεια για χλαμύδια, γονόκοκκο 
    • Επίχρισμα κατά Παπανικολάου 
    • Ανίχνευση DNA χλαμυδίων  

    ΠΑΘΟΛΟΓΟΑΝΑΤΟΜΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ

    • Τραχηλίτιδα - οξείες και χρόνιες φλεγμονώδεις αλλοιώσεις, παρουσία παθογόνων μικροοργανισμών 
    • Εκστροφή - κανένα
    • Αληθής διάβρωση - σαφώς αφοριζόμενα έλκη, απώλεια επιθηλίου

    ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΕΣ ΜΕΘΟΔΟΙ

    Κολποσκόπηση

    what is the treatment for cervical erosion 3522327 9b4c3c01d29747619d0c65af5dcd249c

    ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΡΑΧΗΛΙΤΙΔΑΣ

    ΕΝΔΕΙΚΝΥΟΜΕΝΗ ΑΓΩΓΗ ΥΓΕΙΑΣ

    ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΗΣ ΑΣΘΕΝΟΥΣ

    Παροχή εντύπου υλικού σχετικά με τα αφροδίσια νοσήματα, την ανεπάρκεια οιστρογόνων και τη θεραπεία υποκατάστασης με οιστρογόνα (καλύτερα να μη γίνεται)

    ΦΑΡΜΑΚΑ ΤΡΑΧΗΛΙΤΙΔΑΣ

    ΦΑΡΜΑΚΑ ΕΚΛΟΓΗΣ

    • Λοίμωξη από τριχομονάδες - μετρονιδαζόλη 500 mg 2 φορές την ημέρα για 7 ημέρες
    • Λοίμωξη από χλαμύδια - σε μη έγκυες γυναίκες δοξυκυκλίνη 100 mg 2 φορές την ημέρα για 7 ημέρες. Σε έγκυες γυναίκες, ερυθρομυκίνη απλή βάση 500 mg 4 φορές την ημέρα p.o. για 7 ημέρες ή αιθυλσουκινική ερυθρομυκίνη 800 mg 4 φορές την ημέρα για 7 ημέρες
    • Εκστροφή - κανένα 
    • Αληθής διάβρωση - κολπική κρέμα που περιέχει οιστρογόνα καθημερινά για 2 εβδομάδες, που ακολουθείται από θεραπεία υποκατάστασης με οιστρογόνα 

    Αντενδείξεις: 

    • Μετρονιδαζόλη - 1ο τρίμηνο της κύησης 
    • Δοξυκυκλίνη - κύηση ή γαλουχία
    • Οιστρογόνα (καλύτερα να μη χορηγούνται)

    Προφυλάξεις:

    • Μετρονιδαζόλη - πιθανή εμβρυϊκή βλάβη αν χορηγηθεί στην κύηση, αντίδραση δισουλφιράμης στο αλκοόλ 
    • Δοξυκυκλίνη και γαλακτοκομικά προϊόντα, σκευάσματα σιδήρου, ουαρφαρίνη και αντισυλληπτικά χάπια (χρήση άλλης αντισυλληπτικής μεθόδου)
    • Ερυθρομυκίνη και τερφεναδίνη: πιθανή αύξηση των επιπέδων τερφεναδίνης και συνακόλουθες ΗΚΓ αλλοιώσεις 
    • Ερυθρομυκίνη και θεοφυλλίνη (αυξημένα επίπεδα θεοφυλλίνης)

    ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΑ

    • Μετρονιαδαζόλη - AVC κρέμα
    • Δοξυκυκλίνη - ερυθρομυκίνη 
    • Ερυθρομυκίνη - κλινδαμυκίνη 
    • Οιστρογόνα - λιπαντικό, σαν αυτό που χρησιμοποιείται στο μητροσκόπιο 
    • Αζιθρομυκίνη 1 gr εφ'άπαξ
    • Οφλοξασίνη 300 mg 2 φορές την ημέρα x 7 ημέρες
    • Αμοξυκιλλίνη 500 mg p.o. κάθε 8 ώρες x 7 ημέρες

    ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ

    • Λοίμωξη από τριχομονάδες - επανάληψη των κολπικών επιχρισμάτων μέχρι την εξαφάνιση της λοίμωξης 
    • Λοίμωξη από χλαμύδια - επανάληψη της καλλιέργειας μετά την αντιβιοθεραπεία
    • Ανεπάρκεια οιστρογόνων - επανεξέταση σε 1 μήνα και επιβεβαίωση της ίασης

    ΠΡΟΛΗΨΗ/ΑΠΟΦΥΓΗ

    • Λοίμωξη από τριχομονάδες ή χλαμύδια - αντιμετώπιση των ερωτικών συντρόφων και χρήση προφυλακτικών στη διάρκεια της συνουσίας 
    • Ανεπάρκεια οιστρογόνων - θεραπεία υποκατάστασης με οιστρογόνα (καλύτερα να μη χορηγούνται)

    ΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΗ ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΓΝΩΣΗ 

    • Τραχηλίτιδα - πλήρης ίαση μετά την καταπολέμηση της λοίμωξης
    • Εκστροφή - αυτόματη παλινδρόμηση μετά τον τοκετό 
    • Αληθής διάβρωση - αυτόματη ίαση 

    ΔΙΑΦΟΡΑ

    ΣΧΕΤΙΖΟΜΕΝΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ

    • Γονόρροια 
    • Βακτηριακή κολπίτιδα

    ΗΛΙΚΙΑΚΑ ΣΧΕΤΙΖΟΜΕΝΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ

    Γηριατρικό: Εμμηνόπαυση 

    ΚΥΗΣΗ

    Εκστροφή 

    Τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τις λοιμώξεις

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα προϊόντα για τις λοιμώξεις 

    image 35

     

    Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με το θεράποντα ιατρό.

    Διαβάστε, επίσης,

    Όσα πρέπει να ξέρετε για τον καρκίνο τραχήλου της μήτρας

    Τραχηλική δυσπλασία

    Χρήσιμες πληροφορίες για την τραχηλίτιδα

    Τριχομοναδική μόλυνση

    Είναι τελικά ασφαλές ο εμβολιασμός HPV;

    Τριχομοναδική μόλυνση

    Είναι τελικά ασφαλές ο εμβολιασμός HPV;

    Χρήσιμες πληροφορίες για το σύνδρομο Reiter

    Χρήσιμες πληροφορίες για τη φλεγμονώδη νόσο της πυέλου

    Ουρηθρίτιδα

    Χλαμυδιακές σεξουαλικά μεταδιδόμενες παθήσεις

    Χρήσιμες πληροφορίες για την τετρακυκλίνη

    Χλαμύδια της πνευμονίας

    Αιμορραγία από τον κόλπο κατά την κύηση

    Θηλώματα

    Χρήσιμες πληροφορίες για τις γονοκοκκικές λοιμώξεις

    Αυτόματη έκτρωση

    Χρήσιμες πληροφορίες για τον καρκίνο του κόλπου

    Κνησμός αιδοίου

    Χρήσιμες πληροφορίες για τον καρκίνο τραχήλου μήτρας

    Χρήσιμες πληροφορίες για τις κολπικές μυκητιάσεις

    Πότε πρέπει να κάνετε τεστ Παπ

    Κολπικές πλύσεις για την υγεία του κόλπου

    Βότανα για τη λευκόρροια

    Πότε να ανησυχείτε για τις κολπικές εκκρίσεις σας

    Γιατί μερικές γυναίκες παθαίνουν εύκολα κολπίτιδες;

    Μήπως έχετε δυσκολία στην ούρηση;

    Καντιντίαση

    Η φλεγμονώδης νόσος της πυέλου

    Η καλύτερη προστασία στο σεξ

    Τι να προσέχετε όταν κάνετε σεξ

    Κρυοθεραπεία

    Τριχομονάδες

    Τραχηλίτιδα

    Ερνηνεία των αποτελεσμάτων του τεστ παπ

    Ουρολοίμωξη

    Λοίμωξη από χλαμύδια

    Ουρεόπλασμα

    Γονόρροια

    Εξέταση τραχηλικής βλέννας

    'Ερπητας των γεννητικών οργάνων

    Φτιάξτε μόνες σας κολπικά υπόθετα για την κολπίτιδα

    Όταν η γυναίκα πονάει κατά τη σεξουαλική επαφή

    Πρόπολη

    Echinacea Compositum

    Λοιμώξεις γεννητικών οργάνων γυναίκας

    Κολπικές πλύσεις για τις κολπίτιδες

    Εργαστηριακός έλεγχος για σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα

    Δυσοσμία κολπικών υγρών

    www.emedi.gr