Παρασκευή, 01 Ιανουαρίου 2016 10:51

Όλες οι αιτίες για τον καρκίνο της ουροδόχου κύστεως

Γράφτηκε από την
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(2 ψήφοι)

Γιατί κάποιοι αναπτύσσουν καρκίνο της ουροδόχου κύστεως

Γράφει η

Δρ Σάββη Μάλλιου Κριαρά 
Ειδικός Παθολόγος- Ογκολόγος, MD, PhD

Το καρκίνωμα της ουροδόχου κύστης είναι το δεύτερο σε συχνότητα καρκίνωμα του ουρογεννητικού στον άνθρωπο μετά από αυτό του προστάτη.

Η συχνότητα του καρκίνου της ουροδόχου κύστεως είναι διπλάσια στους μαύρους

Στον άνδρα αποτελεί τον 4ο κατά σειρά συχνότητας καρκίνο, μετά από αυτούς του προστάτη, του πνεύμονα και του παχέος εντέρου, ενώ στη γυναίκα τον 8ο.

Η αναλογία ανδρών προς γυναίκες μεταξύ των πασχόντων είναι περίπου 4:1.

Η συχνότητα της νόσου εμφανίζει σαφή αυξητική τάση, η οποία μεταξύ άλλων οφείλεται και στην αύξηση του μέσου όρου ζωής του ανθρώπου, δεδομένου ότι ο καρκίνος της κύστης προσβάλλουν κυρίως άτομα μεγάλης ηλικίας.

Η μέση ηλικία εμφάνισης είναι τα 69 έτη στους άνδρες και τα 71 στις γυναίκες, αλλά η νόσος μπορεί να εμφανισθεί σε οποιαδήποτε ηλικία ακόμη και σε παιδιά.

Ο καρκίνος της κύστης ευθύνεται για το 2,6% όλων των θανάτων από καρκίνο στους άνδρες και το 1,4% στις γυναίκες. Η θνητότητα των γυναικών θεωρείται δυσανάλογα μεγάλη, ιδίως όταν συγκριθεί με τις λοιπές παραμέτρους της νόσου.

Η επίπτωση στους άνδρες είναι 4 φορές μεγαλύτερη, περίπου από ότι στις γυναίκες και οι επιφανειακοί όγκοι της ουροδόχου κύστεως είναι συχνότεροι από τους διηθητικούς και μεταστατικούς.


Αιτιολογία καρκίνου ουροδόχου κύστεως

Πολλοί περιβαλλοντικοί παράγοντες ευθύνονται για τον καρκίνο της ουροδόχου κύστεως ειδικά στις αστικές περιοχές.

Πολλά καρκινογόνα επιδρούν σε ειδικά σημεία του DNA και αλλάζουν το πεδίο του ουροθηλίου.

Το κάπνισμα είναι υπεύθυνο για τους μισούς καρκίνους της ουροδόχου κύστεως στους άντρες και για το 1/3 των καρκίνων της ουροδόχου κύστεως στις γυναίκες. Η ισχυρή σχέση του καπνίσματος με τον καρκίνο της ουροδόχου κύστης έχει πλήρως επιβεβαιωθεί. Υπολογίζεται ότι το κάπνισμα ευθύνεται για το 25-60% των περιπτώσεων καρκίνου της κύστης. Ο κίνδυνος αυξάνει ανάλογα με την ποσότητα και τη διάρκεια του καπνίσματος. Οι καπνιστές διατρέχουν τετραπλάσιο κίνδυνο ανάπτυξης του καρκινώματος από τους μη καπνιστές, ο δε κίνδυνος φαίνεται ότι σχετίζεται με τον αριθμό των τσιγάρων, τη διάρκεια του καπνίσματος και το βαθμό εισπνοής του καπνού. Αν και η διακοπή καπνίσματος μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο, μεγαλύτερη επίπτωση καρκίνου της ουροδόχου κύστεως παρατηρείται σε όσους κάπνιζαν για τουλάχιστον 10 χρόνια, μετά τη διακοπή. Υπολογίζεται ότι χρειάζονται τουλάχιστον 20 χρόνια από τη διακοπή του καπνίσματος ώστε ο σχετικός κίνδυνος να μειωθεί στα επίπεδα του μη καπνιστή και η περίοδος αυτή είναι πολύ μεγαλύτερη από την αντίστοιχη για τον καρκίνο του πνεύμονα και τις καρδιαγγειακές νόσους. Το κάπνισμα και η αλλαγή του πεδίου του ουροθηλίου προδιαθέτουν στην ανάπτυξη καρκίνου σε διαφορετικά σημεία στην ουροδόχο κύστη και σε διαφορετικά πεδία (πολυχρονοτροπισμός). 

Οι πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες και οι αρωματικές αμίνες, όπως η 2-ναφθυλαμίνη, η 4-αμινοδιφαινύλη και η βενζιδίνη, λειτουργούν σαν καρκινογόνα πιθανόν μέσω μεταβολικής ενεργοποίησης των ηλεκτροφιλικών τους στοιχείων με Ν-υδροξυλίωση στο συκώτι.

Η φαινακετίνη, επίσης, ευθύνεται για όγκους στη νεφρική πύελο και στους ουρητήρες. 

Η μελαμίνη μπορεί να οδηγήσει σε αναπαραγωγική βλάβη, σε βλάβη στην ουροδόχο κύστη ή και πέτρες στα νεφρά, αλλά και σε καρκίνο της ουροδόχου κύστης. Τα ούρα έχουν μειωμένο ειδικό βάρος, είναι αυξημένα σε ποσότητα, έχουν κρυστάλλους και αυξημένη πρωτεΐνη και αίμα λόγω του τραυματισμού από τους μικροκρυστάλλους.

Η επαγγελματική έκθεση σε χημικά καρκινογόνα υπολογίζεται ότι ευθύνεται για το 20% περίπου των καρκίνων της ουροδόχου κύστης. Αυξημένο κίνδυνο για την εμφάνιση καρκίνου της κύστης έχουν οι εργάτες των βιομηχανιών πετρελαίου, ελαστικών, δέρματος, χημικών και βαφών, αλλά υπάρχουν μελέτες στις οποίες αναφέρεται αυξημένος κίνδυνος σε οδηγούς αυτοκινήτων, υδραυλικούς ή ακόμη και τηλεφωνητές. Η λανθάνουσα περίοδος από την έκθεση στον καρκινογόνο παράγοντα μέχρι την εμφάνιση της νόσου μπορεί να είναι πολύ μεγάλη (ακόμη και 30-50 έτη), γεγονός που υποδηλώνει ότι ο αιτιολογικός παράγοντας πρέπει να δράσει αθροιστικά για να προκληθεί νόσος.

Η κυκλοφωσφαμίδη είναι υπεύθυνη για καρκίνους του μεταβατικού επιθηλίου.

Οι χημικές βαφές μαλλιών: Οι χημικές ουσίες στις βαφές μαλλιών έχουν συνδεθεί με πολλές  βλαβερές συνέπειες. Οι μη φυσικές βαφές μαλλιών σχετίζονται με καρκίνο, με αλλεργικές αντιδράσεις, και με αναπνευστικές διαταραχές. Επίσης, πρέπει να είσαστε προσεκτικοί με τις βαφές μαλλιών που χαρακτηρίζονται ως "φυσικές" επειδή περιέχουν και αυτές επικίνδυνα χημικά, όπως η ρεσορκινόλη, η αμμωνία, το υπεροξείδιο, και το PPD. Το  PPD βλάπτει το DNA των ανθρώπινων κυττάρων και συχνά προκαλεί αλλεργικές αντιδράσεις. Όσοι χρησιμοποιούν  βαφές μαλλιών είναι σε αυξημένο κίνδυνο να αναπτύξουν λέμφωμα  Hodgkin, πολλαπλούν μυέλωμα, λευχαιμία και καρκίνο ουροδόχου κύστεως.

Από την άλλη, υπάρχουν ουσίες, όπως η βιταμίνη Α και η β-καροτένη, η βιταμίνη C και η ινοσιτόλη, οι οποίες θεωρούνται προστατευτικές έναντι του καρκίνου της κύστης. ʼΑτομα που προσλαμβάνουν με τις τροφές μικρές μόνο ποσότητες των ουσιών αυτών, έχουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης της νόσου, ενώ έχει δειχθεί πειραματικά ότι η βιταμίνη Α μπορεί να αποτρέψει την ανάπτυξη του καρκίνου που προκαλείται από χημικά καρκινογόνα. Τα φρούτα και τα λαχανικά μπορούν να μειώσουν τον κίνδυνο για καρκίνο  της ουροδόχου κύστης. Οπωροκηπευτικά και κίτρινα-πορτοκαλί λαχανικά, ιδιαίτερα τα καρότα και εκείνα που περιέχουν σελήνιο, συνδέονται με μετρίως μειωμένο κίνδυνο καρκίνου της ουροδόχου κύστης. Τα εσπεριδοειδή και τα σταυρανθή λαχανικά, επίσης έχουν ενδεχομένως προστατευτική επίδραση. Η Σουλφοραφάνη και το μπρόκολο, επίσης, κάνουν επαγωγή της απόπτωσης και του κυτταρικού κύκλου σε καρκίνο της ουροδόχου κύστης.

Η χρόνια κυστίτιδα και άλλες λοιμώξεις μικροβιακές και μη, μπορεί να προκαλέσουν καρκίνο.
  • Οι ασθενείς με μόνιμο καθετήρα έχουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης καρκινώματος της κύστης.
  • Οι υποτροπιάζουσες λοιμώξεις του ουροποιητικού έχουν ενοχοποιηθεί ως αιτιολογικός παράγοντας στην ανάπτυξη του καρκίνου της κύστης, ιδίως σε γυναίκες. Η ουρολοίμωξη μπορεί να οδηγήσει σε καρκινογένεση
  • Οι λίθοι οι οποίοι παραμένουν στο ουροποιητικό για μεγάλο χρονικό διάστημα αναφέρεται ότι μπορεί να προκαλέσουν καρκίνο της κύστης, πιθανόν επειδή προκαλούν τραυματισμό του ουροθηλίου.
  • Διάφοροι ιοί (HPV, ρετροιοί, ιοί της ομάδας του απλού έρπητα, αδενοϊοί κ.'α) έχουν θεωρηθεί ως αιτιολογικοί παράγοντες της νόσου.
  • Το Schistosoma haematobium προκαλεί μόλυνση και αυξάνει τον κίνδυνο για καρκίνο και πλακώδη και του μεταβατικού επιθηλίου.

Η ακτινοβολία της πυέλου: Γυναίκες που υποβάλλονται σε ακτινοθεραπεία για καρκίνο του τραχήλου της μήτρας έχουν 4 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου της κύστης και μάλιστα χαμηλής διαφοροποίησης και τοπικά εκτεταμένου.

Κληρονομικότητα: Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις “οικογενούς” εμφάνισης καρκίνου της κύστης.

Φάρμακα: Πολλά φάρμακα είναι υπεύθυνα για τον καρκίνο της ουροδόχου κύστεως (ibuprofen, κυκλοφωσφαμίδη, αναστολείς TNF, πιογλιταζόνη, dapagliflozin κ.ά).

Η κατακράτηση ούρων: Η κατακράτηση των ούρων για μεγάλο χρονικό διάστημα αυξάνει τον κίνδυνο για ανάπτυξης καρκίνου της ουροδόχου κύστης. Τα ούρα ήταν απόβλητα, και δεν θα πρέπει να παραμένουν στο σώμα περισσότερο από όσο χρειάζεται. Όταν τα ούρα παραμένουν στην κύστη για μεγάλο χρονικό διάστημα συμβαίνει εύκολα λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος. Και αν παλινδρομούν και προς τα νεφρά και τις περισσότερες φορές βλάπτουν και τα νεφρά. Για τους άνδρες, οι οποίοι έχουν υπερτροφία προστάτη, είναι πρόβλημα. Οι άνθρωποι πρέπει να μαθαίνουν να ουρούν, το συντομότερο δυνατόν, για να μην συμβεί μόλυνση ή πέτρες στην ουροδόχο κύστη ή ακόμα και στο νεφρό, ως αποτέλεσμα της απόφραξης στη ροή των ούρων. Επίσης, μπορεί να δημιουργηθεί εκκολπωμάτωση στην ουροδόχο κύστη και καρκίνος της ουροδόχου κύστης ή των νεφρών. Όσοι πίνουν τουλάχιστον 1,5 λίτρα νερού την ημέρα έχουν σημαντικά μειωμένη συχνότητα εμφάνισης καρκίνου της ουροδόχου κύστης, γιατί ο καρκίνος της ουροδόχου κύστης μπορεί να προκληθεί από την απευθείας επαφή της ουροδόχου κύστεως με καρκινογόνες ουσίες που απεκκρίνονται στα ούρα.

Τα προφυλακτικά: Ορισμένα προφυλακτικά περιέχουν χημικές ουσίες, οι οποίες μπορεί να μεταφερθούν στο ουροποιητικό σύστημα και να προκαλέσουν καρκίνο.


Προγνωστικοί και προβλεπτικοί παράγοντες για τον καρκίνο της ουροδόχου κύστεως

Οι τρεις κατηγορίες της νόσου ο επιφανειακός, ο διηθητικός και ο μεταστατικός διαφέρουν στον κλινικό φαινότυπο, στην πρόγνωση και απαιτούν διαφορετική θεραπεία.

Για τους επιφανειακούς όγκους ο σκοπός είναι να αποφευχθεί η υποτροπή και η πρόοδος σε σταδιο μη θεραπεύσιμο.

Για τη διηθητική νόσο σκοπός είναι να προσδιορισθεί ποιοι ασθενείς μπορούν να θεραπευθούν χωρίς κυστεκτομή και χωρίς επικίνδυνη θεραπεία, ποιοι πρέπει να κάνουν κυστεκτομή μόνο και ποιοι απαιτούν συνδυασμένη θεραπεία για τον πρωτοπαθή όγκο και την μικρονεταστατική νόσο.

Η θεραπεία της μεταστατικής νόσου εξαρτάται από τους προγνωστικούς και προβλεπτικούς παράγοντες. Για μερικούς ασθενείς μακρά επιβίωση μπορεί να επιτευχθεί, ενώ για άλλους η θεραπεία η ίδια αυξάνει τη νοσηρότητα και θνησιμότητα. 

Η ουροδόχος κύστη είναι ένα κοίλο μυώδες όργανο που βρίσκεται στην ελάσσονα πύελο κάτω από την ηβική σύμφυση και η λειτουργία της είναι να αποθηκεύει τα ούρα για κάποιες ώρες έως ότου αποβληθούν δια μέσου της ουρήθρας.

Αποτελείται από τρεις χιτώνες, το βλεννογόνο το μυϊκό και τον ορογόνο το δε επιθήλιο που καλύπτει το βλεννογόνο λέγεται μεταβατικό.

-Παθολογία καρκίνου της ουροδόχου κύστεως

Το 92% των ουροθηλιακών καρκίνων εμφανίζονται στην ουροδόχο κύστη, 8% στη νεφρική πύελο και 2% στον ουρητήρα και την ουρήθρα. 

Η συχνότητα των υποτύπων ποικίλλει.

92% είναι, συνήθως από το μεταβατικό επιθήλιο, 3% είναι πλακώδη με κερατινοποίηση, 2% είναι αδενοκαρκινώματα και 1% μικροκυτταρικά με ή χωρίς παρανεοπλασματικά σύνδρομα. Οι τύποι με μεικτή ιστολογική εικόνα προέρχονται από το μεταβατικό επιθήλιο. Τα αδενοκαρκινώματα παρατηρούνται πρωταρχικά στο εμβρυϊκό υπόλειμμα του ουραχού στη θόλο της ουροδόχου κύστεως. Στην Αίγυπτο και σε άλλα σημεία της Αφρικής που η μόλυνση με το Schistosoma haematobium  είναι συχνή το 40% των όγκων είναι πλακώδη καρκινώματα.

-Βιολογία του καρκίνου της ουροδόχου κύστεως

Το μοριακό προφίλ των ουροθηλιακών όγκων δείχνει ότι υπάρχουν δύο ξεχωριστά μονοπάτια για την ανάπτυξη και πρόοδο της νόσου, που ανταποκρίνονται στους κλινικούς φαινότυπους των μη επιθετικών υποτροπιαζόντων επιφανειακών βλαβών και των επιθετικών διηθητικών και μεταστατικών βλαβών.

Οι ουροθηλιακοί καρκίνοι έχουν μη τυχαίες χρωμοσωμικές αλλαγές στα χρωμοσώματα 9p, 9q, 1, 7, 11, 16q και 17p.

-Η διαγραφή στο 9q συμβαίνει στα αρχικά στάδια του καρκίνου της ουροδόχου κύστεως.

-Η απώλεια ετεροζυγωτίας στο 17p σχετίζεται με τον βαθμό κακοήθειας.

-Οι διαγραφές 17p (TP53 περιοχή), 18q (DCC γονιδιακή περιοχή) και το RB παρατηρούνται μόνο σε διηθητική νόσο, ενώ οι διαγραφές 3p και 11p παρατηρούνται και στους επιφανειακούς και στους διηθητικούς όγκους.

-Η πρόγνωση είναι χειρότερη για τους όγκους που είναι θετικοί στο ογκοκατασταλτικό γονίδιο του ρετινοβλαστώματος (RB θετικοί), ανεξάρτητα από το στάδιο.

-Παρόμοια όγκοι στους οποίους η πρωτεϊνη P53 ανευρίσκεται με ανοσοϊστοχημεία και σχετίζεται με μεταλλάξεις στο γονίδιο T53 έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να μεταπέσουν σε πιο προχωρημένο στάδιο και η θνησιμότητα σε όγκους Ta, T1, Tis είναι μεγαλύτερη και επίσης η διήθηση του μυ της ουροδόχου κύστεως παρατηρείται σε υψηλότερα ποσοστά.

-Η ανώμαλη έκφραση του P53 είναι μεγαλύτερη από 20% σε κύτταρα με μεγαλύτερη πιθανότητα υποτροπής.

-Γενικά συνδυαστικοί παράγοντες που σχετίζονται με την πολλαπλασιαστικότητα και την απόπτωση δείχνουν ότι η πρόγνωση στους ασθενείς με άθικτο MDM-2 (που ρυθμίζει το TP53), TP53 και BCL-2 είναι καλύτερη από την πρόγνωση των ασθενών με μεταλλάξεις σε αυτούς τους παράγοντες (10 χρόνια έναντι 1 έτους).

-Επίσης, αυξημένη έκφραση του HER2/neu παρατηρείται σε 80% των περιπτώσεων, αν και η μεγάλη υπερέκφραση δεν είναι συχνή.

-Έχει προταθεί ότι οι μεταλλάξεις στο HRAS, KRAS2, RB1, FGFR3 συνδέονται, σε ορισμένες περιπτώσεις, με καρκίνο της ουροδόχου κύστεως.

Διαβάστε, επίσης,

Ενδοσκοπική, Λαπαροσκοπική και Ρομποτική Ουρολογία

H ενδοκυστική ανοσοθεραπεία με BCG

Θεραπεία του καρκίνου της ουροδόχου κύστεως με φυσικά μέσα

Φυτικές βαφές μαλλιών

Παράγοντες κινδύνου για καρκίνο που σχετίζονται με την εργασία

Νέα ουροδόχος κύστη στη θέση της παλιάς που είχε καρκίνο

Η σχιστοσωμίαση

Διάμεση κυστίτιδα

Γνωστοί παράγοντες που προκαλούν καρκίνο

Τι είναι η πυουρία

Οι βλαπτικές ουσίες του τσιγάρου

Αιματουρία

Υψηλές δόσεις βιταμινών για τη θεραπεία καρκίνου

Καρκίνος ουροδόχου κύστεως

Ο καρκινικός δείκτης Cyfra 21-1

Ιντερφερόνες

Χρήσιμες πληροφορίες για το σελήνιο

Θεραπευτικό αιθέριο έλαιο λιβανιού

Οι ουρολοιμώξεις μπορεί να αντιμετωπισθούν με συμπληρώματα διατροφής

Είναι επικίνδυνη η μελαμίνη;

Τα οφέλη από το κουνουπίδι στην υγεία

Θεραπεία του καρκίνου με βιταμίνη C

Τα αιθέρια έλαια για τον καρκίνο

Θεραπεία του πόνου σε καρκίνο στα οστά

Η αντλία νατρίου και καλίου στη θεραπεία του καρκίνου

Η μαγειρική σόδα σαν φάρμακο

Το Actos αυξάνει την πιθανότητα για καρκίνο ουροδόχου κύστεως

Μπορεί η υπερθερμία να θεραπεύσει τον καρκίνο;

Bιταμίνη Α

Επαγγελματικοί καρκίνοι

emedi.gr
Γράφει η
Δρ Σάββη Μάλλιου Κριαρά
Ειδικός Παθολόγος- Ογκολόγος, MD, PhD
Διαβάστε περισσότερα για τη Σάββη Μάλλιου Κριαρά

 

 

 

 

 

 

Διαβάστηκε 1123 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 01 Ιανουαρίου 2016 20:49
Σαββούλα Μάλλιου Κριαρά

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.