Πέμπτη, 14 Απριλίου 2016 21:19

Πώς το λεμφοίδημα προκαλεί καρκίνο

Γράφτηκε από την
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(3 ψήφοι)

Γιατί δεν πρέπει να γίνεται αφαίρεση λεμφαδένων σε καρκίνο

Λεμφικό σύστημα είναι το δίκτυο αγγείων του οργανισμού  που άγει το επιπλέον υγρό των ιστών, από αυτούς προς την κυκλοφορία του αίματος. Από τη στιγμή που το υγρό των ιστών του σώματος εισέρχεται σε ένα λεμφαγγείο, ονομάζεται λέμφος. Η λέμφος, δηλαδή, είναι  μεσοκυττάριο υγρό του σώματος που αποτελείται από πλάσμα και ελεύθερα κύτταρα, τα λεμφοκύτταρα.

Ο λεμφικός ιστός χαρακτηρίζεται από την περιεκτικότητά του σε δικτυωτά κύτταρα, ίνες, μακροφάγα, λεμφοκύτταρα και πλασματοκύτταρα. Βρίσκεται στα λεμφογάγγλια, στο σπλήνα, στις αμυγδαλές, στο θύμο και τον μυελό των οστών.

Τα λεμφικά τριχοειδή, που είναι τα μικρότερα αγγεία του δικτύου σχηματίζουν δίκτυο που απάγει τη λέμφο από τους ιστούς. Από τα λεμφοφόρα τριχοειδή, η λέμφος φέρεται στα μικρά λεμφαγγεία, από τη συμβολή των οποίων σχηματίζονται τα μεγάλα λεμφαγγεία. Τα λεμφαγγεία έχουν κομπολογιοειδή εμφάνιση, εξαιτίας των πολυάριθμων βαλβίδων που υπάρχουν στον αυλό τους. Τελικά, το λεμφικό σύστημα επικοινωνεί με το φλεβικό και η λέμφος χύνεται στις φλέβες, αφού προηγουμένως, υποχρεωτικά έχει περάσει από τουλάχιστον ένα λεμφογάγγλιο ή λεμφαδένα. Η λέμφος χύνεται στο φλεβικό σύστημα στη βάση του τραχήλου (λαιμού) με δύο μεγάλα λεμφαγγεία που ονομάζονται μείζων και ελάσσων θωρακικός πόρος. Η φλέβα στην οποία χύνεται τελικά το λεμφικό υγρό ονομάζεται άνω κοίλη φλέβα. Το λεμφικό σύστημα είναι πιο ανεπτυγμένο στα σημεία του σώματος που είναι πύλες αντιγόνων, δηλαδή στα σημεία από όπου μπορούν πιο εύκολα να εισέλθουν στον οργανισμό βλαπτικοί παράγοντες. Η ημερήσια παραγωγή λέμφου είναι περίπου 12 λίτρα.

Η λέμφος αποτελείται από λεμφοκύτταρα και μεσοκυττάρια ουσία. Η λέμφος είναι το υγρό που περιέχεται μέσα στα λεμφαγγεία και τα λεμφογάγγλια και που τελικά αποχετεύεται στο φλεβικό αίμα με τους δυο θωρακικούς πόρους. Προέρχεται από το υγρό των ιστών, ενώ όταν διέρχεται από τα λεμφογάγγλια εμπλουτίζεται με λεμφοκύτταρα και αντισώματα, που μεταφέρονται με τη λέμφο στο αίμα. Επιπλέον, με τη λέμφο μεταφέρεται στο αίμα και το λεύκωμα που εξέρχεται, σε μικρά ποσά, από τα αιμοφόρα τριχοειδή στο υγρό των ιστών, καθώς και οποιοδήποτε άλλο λεύκωμα είτε και άλλη μεγαλομοριακή ένωση, που ενδεχόμενα παράγεται είτε εισάγεται παρεντερικώς μέσα στους ιστούς (τοξίνες, φάρμακα, κ.λπ.), καθώς και μικροοργανισμοί.

Ειδικότερα η λέμφος είναι ένα κιτρινωπό υγρό αλκαλικής αντιδράσεως. Η σύνθεσή του είναι ανάλογη με εκείνη του πλάσματος του αίματος. Περιέχει λευκά αιμοσφαίρια και κυρίως λεμφοκύτταρα. Το ποσό της παραγόμενης λέμφου δεν είναι σταθερό, αλλά εξαρτάται κατά κύριο λόγο, από τη λειτουργία των οργάνων και γενικότερα από τις τοπικές συνθήκες που επικρατούν στον ιστό ή το όργανο. Γίνεται αντιληπτό, ότι κατά τη λειτουργία οργάνων (π.χ. μυών, γαστρεντερικού σωλήνα, κ.λπ.) παράγεται πολύ μεγαλύτερο ποσό λέμφου σε σύγκριση με την κατάσταση ηρεμίας τους. Η διαφορά πίεσης μεταξύ των λεμφοφόρων τριχοειδών και της φλεβικής πίεσης στην αριστερή και δεξιά φλεβώδη γωνία συντελούν στην κίνηση της λέμφου προς την εκβολή των θωρακικών πόρων. Η διαφορά αυτή δημιουργείται με τη συνεχή είσοδο υγρού μέσα στα λεμφοφόρα τριχοειδή και τις περισταλτικές κινήσεις του τοιχώματος των λεμφαγγείων, που αρχίζουν από διάφορα σημεία τους και προχωρούν προς το κέντρο. 

Το λεμφικό σύστημα επαναφέρει στο αιμοφόρο αγγειακό σύστημα μέρος του υγρού, το οποίο διηθείται από τα αιμοφόρα τριχοειδή αρτηρίδια προς τους ενδιάμεσους ιστούς, αλλά δεν επανέρχεται όλο δια των φλεβιδίων. Η λέμφος, ακολουθεί μονόδρομη πορεία από την περιφέρεια προς την καρδιά, στην οποία και χύνεται, και έτσι επέρχεται η αποκατάσταση του όγκου του αίματος. 

Οι λειτουργίες του λεμφικού συστήματος

-Η λέμφος βοηθάει στη θρέψη, μεταφέροντας τα διάφορα λίπη, που απορροφούνται από το λεπτό έντερο, στο ήπαρ, όπου επεξεργάζονται.  Η μεταφορά των λιπαρών συστατικών, υπό μορφή χυλομικρών, γίνεται από το πεπτικό σύστημα προς το κυκλοφορικό. Τα λιπαρά συστατικά των τροφών συλλέγονται από τα λεμφικά αγγεία που περιβάλλουν το έντερο, μεταφέρονται στη χυλοφόρο δεξαμενή, και από εκεί μέσω του θωρακικού αγωγού στην καρδιά.

-Επίσης, βοηθάει στην  αποχέτευση και τον καθαρισμό, μεταφέροντας κύτταρα και διάφορες ουσίες, τα οποία δεν είναι απαραίτητα για την λειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού.

-Ακόμη, βοηθάει στην  άμυνα του οργανισμού, η οποία ολοκληρώνεται μέσα στα λεμφογάγγλια, στα οποία κατακρατούνται μικρόβια, τοξίνες, καρκινικά κύτταρα και άλλα παθολογικά στοιχεία που μεταφέρει η λέμφος, ενώ συγχρόνως τα καταστρέφουν με φαγοκυττάρωση (ιοί, βακτήρια, πρωτόζωα, μύκητες, τοξίνες). Αυτό επιτυγχάνεται με τα λεμφοκύτταρα τα οποία έχουν την ικανότητα να αναγνωρίζουν κάποιο κύτταρο ή κάποιο χημικό μεγαλομόριο ως ξένο (αντιγόνο) οπότε ενεργοποιούνται και οι ειδικοί αμυντικοί μηχανισμοί.

Το σύνολο των ιστών και οργάνων που φιλοξενούν τα κύτταρα που συμμετέχουν στην ανοσιακή απάντηση, απαρτίζουν το λεμφικό σύστημα, το οποίο είναι οργανωμένο είτε σε όργανα με λεπτή κάψα είτε σε διάχυτες αθροίσεις λεμφαδενικού ιστού.

Έτσι, τα κύρια λεμφικά όργανα και οι ιστοί ταξινομούνται σε κεντρικά ή πρωτογενή και σε περιφερικά ή δευτερογενή  λεμφικά όργανα.

Τα κεντρικά ή πρωτογενή λεμφικά όργανα αποτελούν τις κύριες θέσεις λεμφοποίησης, καθώς σε αυτά, παράγονται, διαφοροποιούνται από τα στελεχιαία λεμφοειδή κύτταρα, πολλαπλασιάζονται και ωριμάζουν σε λειτουργικά επαρκή κύτταρα. Στα κεντρικά λεμφικά όργανα, αδρανοποιούνται και καταστρέφονται τα λεμφοκύτταρα που αναγνωρίζουν τα αντιγόνα. Στα θηλαστικά και στον άνθρωπο, κεντρικά λεμφικά όργανα είναι ο μυελός των οστών, από τον οποίο προέρχονται όλα τα λεμφοκύτταρα, και ο θύμος, όπου τα Τ- λεμφοκύτταρα ωριμάζουν και ουσιαστικά αποκτούν το σύνολο των ειδικών αντιγονικών υποδοχέων, το οποίο τα καθιστά ικανά να αντιμετωπίζουν το αντιγονικό φορτίο που θα συναντήσουν στη μετέπειτα ζωή τους. Αντίθετα, τα Β- λεμφοκύτταρα ωριμάζουν στο ήπαρ του εμβρύου και στο μυελό των οστών. Τα ώριμα πλέον λεμφοκύτταρα μεταναστεύουν από τα κεντρικά στα περιφερειακά λεμφικά όργανα. 

Τα περιφερικά ή δευτερογενή λεμφικά όργανα είναι τα όργανα, στα οποία μεταφέρονται τα λεμφοκύτταρα που έχουν ωριμάσει στα κεντρικά λεμφικά όργανα. Στα περιφερικά αυτά όργανα, τα ώριμα λεμφοκύτταρα αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, με τα διάφορα συνοδά κύτταρα, αλλά και με τα ξένα αντιγόνα. Τα περιφερικά λεμφικά όργανα εντοπίζονται σε στρατηγικά σημεία του οργανισμού, που τους επιτρέπουν να εκπληρώνουν κατά τον καλύτερο τρόπο τη λειτουργική τους αποστολή, η οποία δεν είναι άλλη από την καθήλωση των αντιγόνων που εισέρχονται στον οργανισμό, τη διαμόρφωση του κατάλληλου περιβάλλοντος για την αλληλεπίδραση των λεμφοκυττάρων με τα αντιγόνα και την ευχερή διαφυγή των προϊόντων της ανοσιακής απάντησης (δραστικά Τ-κύτταρα και αντισώματα) προς τη συστηματική κυκλοφορία. Στα περιφερικά όργανα ανήκουν οι καλά οργανωμένες και περιβαλλόμενες από κάψα λεμφικές δομές, δηλαδή οι λεμφαδένες και ο σπλήνας, που γι 'αυτόν ακριβώς τον λόγο ονομάζονται και συστηματικά περιφερικά λεμφικά όργανα, και οι λιγότερο οργανωμένες και άνευ κάψας συναθροίσεις λεμφικού ιστού που απαντώνται σε ολόκληρο τον οργανισμό, εκτός του κεντρικού νευρικού συστήματος. Το μεγαλύτερο μέρος του μη οργανωμένου λεμφικού ιστού απαντάται κοντά στους βλεννογόνους και γι 'αυτό οι αντίστοιχες λεμφικές συναθροίσεις ονομάζονται βλεννογονικοί λεμφικοί ιστοί.

Εκτός λοιπόν των λεμφαδένων και του σπλήνα, λεμφοκύτταρα υπάρχουν και σε πολλούς άλλους ιστούς. Διάσπαρτα λεμφοκύτταρα, με διαφορετικά μάλιστα ανοσοφαινοτυπικά χαρακτηριστικά, απαντώνται στη βασική στοιβάδα (lamina propria λεμφοκύτταρα, LPLs) των βλεννογόνων διάφορων οργάνων, όπως το στομάχι, το λεπτό και το παχύ έντερο, στις ανώτερες και κατώτερες αναπνευστικές οδούςκ.ά. Έτσι, συναθροίσεις λεμφοκυττάρων, είτε διάχυτες είτε οργανωμένες σε μονήρη ή συρρέοντα λεμφοζίδια με βλαστικά κέντρα, με δομή και λειτουργία ανάλογη των λεμφαδένων, υπάρχουν στη βασική μεμβράνη και στις υποβλεννογόνιες περιοχές της πεπτικής, της αναπνευστικής και της ουροποιογεννητικής οδού. Αυτός ο λεμφικός ιστός αποτελεί το λεγόμενο ανοσοποιητικό σύστημα των βλεννογόνων αντιπροσωπευτικά στοιχεία του οποίου είναι οι Παϋέριες πλάκες του τελικού ειλεού, τα υποβλεννογόνια λεμφοζίδια της σκωληκοειδούς απόφυσης, οι αμυγδαλές και τα υποβλεννογόνια λεμφοζίδια που απαντώνται κατά μήκος των ανώτερων αναπνευστικών οδών και των βρόγχων. Αντίθετα, το ανοσοποιητικό σύστημα του δέρματος αποτελείται από τα ενδοεπιδερμιδικά λεμφοκύτταρα, καθώς και από τα λεμφοκύτταρα και τα συνοδά κύτταρα της επιδερμίδας. Ιδιαίτερης σημασίας είναι τα αντιγονοπαρουσιαστικά κύτταρα Langerhans που εντοπίζονται στην βασική στοιβάδα της επιδερμίδας. Ένας αριθμός κυττάρων Langerhans πιστεύεται ότι μεταναστεύουν στα λεμφικά όργανα, όπου αναγνωρίζονται ως δενδριτικά κύτταρα.

Ανάπτυξη έκτοπου λεμφικού ιστού είναι δυνατόν να παρατηρηθεί σε σημεία έντονης ανοσιακής απάντησης, όπως, π.χ., συμβαίνει στον αρθρικό θύλακο ατόμων με ρευματοειδή αρθρίτιδα, όπου μπορεί να αναπτυχθούν ακόμη και λεμφοζίδια με εμφανή βλαστικά κέντρα.

Σε περίπτωση ανεπάρκειας του λεμφικού συστήματος (π.χ. απόφραξη) παρατηρείται συγκέντρωση στην περιφέρεια υπερβολικού ποσού μεσοκυττάριου υγρού με συνέπεια το οίδημα και τη μεγάλη διόγκωση της εμπλεκόμενης περιοχής. Στην περίπτωση των κάτω άκρων μπορεί η κατάσταση αυτή να πάρει μορφή χαρακτηριζόμενη ως ελεφαντίαση.

wikipedia


Γιατί δεν πρέπει να γίνεται αφαίρεση λεμφαδένων σε καρκίνο

Όταν προκαλείται λεμφική συμφόρηση στην δεξαμενή του χυλού δεν μπορούν να αποβληθούν οι φθαρμένες κυτταρικές πρωτεϊνες και αυτό προκαλεί λεμφοίδημα...

Το σώμα μας ανανεώνει 30 δισεκατομμύρια γηρασμένα κύτταρα σε καθημερινή βάση.

Όταν ένας ασθενής ξαπλώνει ανάσκελα, μπορεί να εντοπίσει τα λεμφοιδήματα, ως επώδυνα, σκληρά γρομπαλάκια, για παράδειγμα γύρω από τον ομφαλό, που μερικές φορές είναι μεγάλα.

Τα λεφοιδήματα αυτά προκαλούν οσφυαλγία, πρήξιμο στην κοιλιά, μετεωρισμό και σωσίβια στην κοιλιά.

Οι νόσοι που προκαλούν τα λεμφοιδήματα είναι o διαβήτης, oi καρδιοπάθειες και o καρκίνος.

Το πρήξιμο στην κοιλιακή χώρα συνοδεύεται από οίδημα προσώπου, διπλό προγούλι, πρήξιμο κάτω από τα μάτια και διόγκωση της περιοχής του λαιμού.

Το 80% του λεμφικού συστήματος βρίσκεται στην εντερική οδό και έτσι το έντερο είναι το κέντρο του ανοσοποιητικού συστήματος. Το λεμφοίδημα στο έντερο οφείλεται στη συσσώρευση υπερβολικής ποσότητας τοξινών στο έντερο.

Και όταν ένας λεμφικός πόρος αποφράσσεται η λέμφος δεν μπορεί να παροχετευθεί και τα λεμφογάγγλια που βρίσκονται κατά μήκος του αποφραγμένου λεμφικού πόρου δεν μπορούν να εξουδετερώσουν τα νεκρά και τα ζωντανά φαγοκύτταρα και τα μικρόβια, τις τοξίνες και τα καρκινικά κύτταρα που έχουν καταπιεί. Η ατελής καταστροφή προκαλεί φλεγμονή στα λεμφογάγγλια, διόγκωση και υπεραιμία. Στη συνέχεια, στο αίμα εισέρχεται μολυσμένο υλικό και προκαλείται σηψαιμία και επιμόλυνση του αίματος με τοξικούς παράγοντες και καρκινικά κύτταρα. Η κατακράτηση υγρών με πρήξιμο στην κοιλιά, τα χέρια, τα πέλματα, τους αστραγάλους, τα μάτια και το πρόσωπο είναι ο προάγγελος των χρόνιων παθήσεων.

Αν κάποιος, συνεχώς, έχει λεμφική συμφόρηση θα προκληθεί καρκινική μετάλλαξη. Ο θωρακικός πόρος που παροχετεύει τη λέμφο προς τον αριστερό λεμφικο πόρο υπερφορτώνεται από τη συνεχή εισροή τοξινών και παθαίνει και αυτός συμφόρηση. Όμως, ο θωρακικός πόρος συνδέεται με πολλούς λεμφικούς πόρους που αδειάζουν τα τελικά άχρηστα προϊόντα τους στον θωρακικό πόρο. Ο θωρακικός πόρος αφαιρεί από την κυκλοφορία το 85% των τελικών προϊοντων του κυτταρικού μεταβολισμού και των τοξινών και αν αυτά δεν μπορούν να παροχετευθούν θα οδηγηθούν σε άλλα απομακρυσμένα σημεία του σώματος, με αποτέλεσμα λεμφοίδημα και οιδήματα στο σώμα.

Τα προϊόντα του τελικού μεταβολισμού και οι τοξίνες εγκλωβίζονται έτσι σε μια περιοχή του σώματος και εκδηλώνονται τα πρώτα συμπτώματα της νόσου και αρχίζει η ανάπτυξη ανώμαλων κυττάρων που γίνονται καρκινικά.

Οι νόσοι της χρόνιας λεμφικής συμφόρησης

  • Παχυσαρκία,
  • Κύστεις μήτρας και ωοθηκών,
  • Διόγκωση του προστάτη,
  • Αρθρίτιδες,
  • Διόγκωση της αριστερής κοιλίας της καρδιάς,
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια,
  • Συμφόρηση των βρόγχων και των πνευμόνων
  • Διόγκωση των λεμφαδένων του τραχήλου,
  • Δυσκαμψία αυχένα και ώμων,
  • Οσφυαλγία,
  • Κεφαλαλγίες,
  • Ημικρανίες,
  • Ζάλη και ίλιγγος,
  • Πόνος στα αυτιά,
  • Εμβοές,
  • Βαρυκοϊα,
  • Κρυολογήματα,
  • Παραρρινοκολπίτιδες,
  • Ιγμορίτιδα,
  • Αλλεργική ρινίτιδα,
  • Άσθμα,
  • Διόγκωση του θυρεοειδούς,
  • Οφθαλμικές παθήσεις, όπως γλαύκωμα,
  • Κακή όραση,
  • Πρήξιμο στους μαστούς,
  • Οζίδια των μαστών,
  • Διόγκωση και κύστεις των νεφρών,
  • Οίδημα στα πόδια και τα σφυρά,
  • Πόνοι στην πλάτη,
  • Στομαχικές διαταραχές,
  • Σπληνομεγαλία,
  • Σκολίωση,
  • Εγκεφαλικές διαταραχές,
  • Διαταραχές μνήμης,
  • Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου,
  • Κήλες,
  • Πολύποδες παχέος εντέρου
  • Διαταραχές αναπαραγωγικού συστήματος,
  • Πιτυρίδα κ.ά

Ο θωρακικός πόρος αφού συλλέξει τη λέμφο από όλα τα μέρη του σώματος, εκτός από τη δεξιά πλευρά της κεφαλής και του τραχήλου, το δεξί άνω άκρο και το άνω δεξί τεταρτημόριο, ενώνεται με τον αριστερό λεμφικό πόρο που οδηγεί τη λέμφο στο κυκλοφορικό σύστημα παροχετεύοντάς την στην αριστερή υποκλείδιο φλέβα που βρίσκεται στη βάση του λαιμού. Η φλέβα αυτή ενώνεται με την άνω κοίλη φλέβα που εκβάλλει στην καρδιά. Η λεμφική συμφόρηση εμποδίζει τη λεμφική αποστράγγιση από διάφορα όργανα ή τμήματα του σώματος και επιτρέπει την είσοδο τοξικού υλικού στην καρδιά και τις αρτηρίες και προκαλείται καρδιομεγαλία. Επίσης, οι τοξικές ουσίες και άλλοι νοσογόνοι παράγοντες εισέρχονται στη γενική κυκλοφορία και εξαπλώνονται σε άλλες περιοχές του σώματος.

Η λεμφική συμφόρηση στην πλειονότητα των περιπτώσεων οφείλεται σε ηπατική συμφόρηση, κακή διατροφή και έλλειψη άσκησης. Η λεμφική συμφόρηση μπορεί να προκαλέσει καρκίνο του λεμφικού συστήματος.

Απαιτείται αποτοξίνωση του ήπατος, ισορροπημένη διατροφή και άσκηση.

Το λεμφοίδημα είναι παρενέργεια της συμβατικής θεραπείας για τον καρκίνο.

Ήρθε η ώρα η ιατρική κοινότητα να αναγνωρίσει ότι το λεμφοίδημα μπορεί να αποφευχθεί και ότι συνδέεται με την αφαίρεση των λεμφαδένων.

Οι ογκολόγοι συστήνουν την αφαίρεση λεμφαδένων μετά τη διάγνωση του καρκίνου. Η αφαίρεση των λεμφαδένων γίνεται σε πολλούς καρκίνους (καρκίνος του μαστού,  καρκίνος του προστάτη, καρκίνος του τραχήλου, καρκίνος του παχέος εντέρου, μελάνωμα, καρκίνος των ωοθηκών, και άλλοι).

Η συμβατική ιατρική άποψη είναι ότι οι λεμφαδένες περιέχουν καρκινικά κύτταρα και ως εκ τούτου πρέπει να αφαιρούνται. Ταυτόχρονα, ο καρκίνος είναι μια συστηματική νόσος, έτσι αφαιρώντας τους λεμφαδένες δεν λύνεται το πρόβλημα.

Με άλλα λόγια, οι διόγκωση των λεμφαδένων δεν είναι το πρόβλημα και ούτε είναι ο όγκος. Ο όγκος και / ή η διόγκωση των λεμφαδένων είναι το αποτέλεσμα του προβλήματος.

Η χειρουργική επέμβαση των λεμφαδένων δεν αντιμετωπίζει την υποκείμενη αιτία του καρκίνου ούτε και η χημειοθεραπεία ούτε και η ακτινοβολία! 

Επιπλέον, όταν λεμφαδένες έχουν ως ρόλο να συλλαμβάνουν καρκινικά κύτταρα.

Οι διογκωμένοι λεμφαδένες δεν σημαίνουν μετάσταση, αλλά είναι αντίδραση στη νόσο και σημαίνει ότι κάνουν καλά τη δουλειά τους. 

Η χειρουργική αφαίρεση των λεμφαδένων, ως ένας τρόπος για τη μείωση της μετάστασης, στην πραγματικότητα προκαλεί περισσότερο κακό παρά καλό, λόγω των δυνητικών επιπλοκών από το λεμφοίδημα. 

Η αφαίρεση των λεμφαδένων δεν αυξάνει την επιβίωση.


Όταν το λεμφικό σύστημα υποστεί βλάβη, είτε με χειρουργική επέμβαση ειτε με ακτινοβολία...

Η απομάκρυνση των λεμφαδένων κατά την διάρκεια χειρουργικής επέμβασης εξακολουθεί να αποτελεί μέρος της μαστεκτομής, για παράδειγμα, ακόμη και αν σε ορισμένες, λιγότεροι λεμφαδένες απομακρύνονται, χωρίς να επηρεάζεται άμεσα η επιβίωση και να δικαιολογούνται οι επιπλοκές που θα προκύψουν οποιαδήποτε στιγμή στη ζωή ενός ατόμου μετά.

Συμπληρωματικές και εναλλακτικές θεραπείες πρέπει να ενσωματωθούν στη θεραπεία των ασθενών με καρκίνο για τη βελτίωση της επιβίωσης.

Το κατεστραμμένο λεμφικό σύστημα σημαίνει ότι ένα άτομο είναι πολύ πιο ευαίσθητο στον καρκίνο και σε άλλες χρόνιες νόσους, γιατί το λεμφικό σύστημα βοηθά το σώμα να επουλωθεί γρηγορότερα και καλύτερα.

Η συνολική επιβίωση για όσους έχουν μελάνωμα και υποβάλλονται σε βιοψία φρουρού λεμφαδένα (SLNB) δεν αυξάνεται και μάλιστα αυξάνεται ο κίνδυνος για απομακρυσμένη νόσο αργότερα.

Το λεμφοίδημα δεν είναι απλά μια «παρενέργεια» της αφαίρεσης λεμφαδένων

Φανταστείτε για παράδειγμα ότι σε μια περιοχή παθαίνετε ένα έγκαυμα και τα λεμφοκύτταρα πρέπει να φθάσουν γρήγορα σε αυτή την περιοχή. Σε ένα λεμφικό σύστημα - που έχει υποστεί βλάβη δεν επιτρέπεται στα κατάλληλα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος να φθάσουν στην πληγείσα περιοχή, και η επούλωση θα διαρκέσει πολύ περισσότερο.

Όσοι καρκινοπαθείς έχουν λεμφοιδήματα δεν έχουν καλή ποιότητα ζωής. Έχουν αδυναμία, μείωση της αισθητικότητας και μεγαλύτερο κίνδυνο σοβαρών λοιμώξεων όπως η κυτταρίτιδα, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε σήψη.

Αν έχετε καρκίνο, συζητήστε με τους γιατρούς σας και ζητήστε τους να μην σας αφαιρέσουν τους λεμφαδένες.

Κάθε καρκινοπαθής είναι ένα μοναδικό άτομο και κάθε καρκίνος είναι διαφορετικός.

Οι γιατροί σας θα πρέπει να σταθμίσουν τους κινδύνους και τα οφέλη από τις θεραπείες στις οποίες σας υποβάλλουν.

Υπάρχουν και άλλες επιλογές... για να θεραπευθείτε...

Τα καλύτερα συμπληρώματα διατροφής για το λεμφοίδημα

Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα καλύτερα συμπληρώματα διατροφής για το λεμφοίδημα

Διαβάστε, επίσης,

Καθαρίστε το λεμφικό σας σύστημα

Τρόποι για να καθαρίσετε το σώμα σας

Κάντε αποτοξίνωση του λεμφικού σας συστήματος

Η θεραπεία για όλες τις κυτταρίτιδες

Ο καλύτερος χυμός για την κυτταρίτιδα

Φυσική αποκατάσταση στον καρκίνο

Αγγειοσάρκωμα

Φλεβικό έλκος

Σαρκώματα μαλακών μορίων

Πρόληψη και αντιμετώπιση λεμφοιδήματος

Ανάπτυξη κακοήθειας μετά από μεταμόσχευση οργάνων

Τα καλύτερα βότανα για το λεμφοίδημα και την κυτταρίτιδα

www.emedi.gr

 

 

Διαβάστηκε 3239 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2018 06:54
Σαββούλα Μάλλιου Κριαρά

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Σχετικά Άρθρα

  • Επιλόχειος λοίμωξη Επιλόχειος λοίμωξη

    Λοιμώξεις μετά τον τοκετό

    Οι λοιμώξεις μετά τον τοκετό (Ενδομητρίτιδα, Ενδοπαραμητρίτιδα, Ενδομυομητρίτιδα, Μητρίτιδα) συνδυαζόμενες με κυτταρίτιδα της πυέλου είναι βακτηριακές λοιμώξεις της γυναικείας αναπαραγωγικής οδού μετά τον τοκετό ή την αποβολή.

    Τα σημεία και τα συμπτώματα, συνήθως, περιλαμβάνουν πυρετό μεγαλύτερο από 38,0 ° C, ρίγη, πόνο στην κάτω κοιλιακή χώρα και πιθανώς, δύσοσμες κολπικές εκκρίσεις.

    Συνήθως, εμφανίζεται μετά τις πρώτες 24 ώρες και εντός των πρώτων δέκα ημερών μετά τον τοκετό.

    Η πιο συχνή λοίμωξη είναι αυτή της μήτρας και των περιβαλλόντων ιστών (ενδομητρίτιδα).

    Οι παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνουν την καισαρική τομή, την παρουσία ορισμένων βακτηρίων, όπως ο στρεπτόκοκκος της ομάδας Β στον κόλπο, την πρόωρη ρήξη των μεμβρανών, τις πολλαπλές κολπικές εξετάσεις και τη χειροκίνητη αφαίρεση του πλακούντα. Οι περισσότερες λοιμώξεις περιλαμβάνουν έναν αριθμό τύπων βακτηρίων.

    Η διάγνωση γίνεται με καλλιέργεια των κολπικών εκκρίσεων ή του αίματος. Επίσης, απαιτείται ιατρική απεικόνιση, όπως μαγνητική τομογραφία κοιλίας. 

    Άλλες αιτίες πυρετού μετά τον τοκετό περιλαμβάνουν: διόγκωση των μαστών, λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος, λοιμώξεις της κοιλιακής τομής ή της αιδοιοτομίας και ατελεκτασία πνεύμονα, από πνευμονία.

    Λόγω των κινδύνων που ακολουθούν μετά την καισαρική τομή, συνιστάται σε όλες τις γυναίκες να λαμβάνουν προληπτική δόση αντιβιοτικών, όπως, η αμπικιλλίνη κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης.

    Η θεραπεία των συγκεκριμένων λοιμώξεων γίνεται με αντιβιοτικά, με τα περισσότερα άτομα να βελτιώνονται σε δύο έως τρεις ημέρες. Σε άτομα με ήπια νόσο, μπορούν να χρησιμοποιηθούν αντιβιοτικά από το στόμα. Διαφορετικά, συνιστώνται ενδοφλέβια αντιβιοτικά. Τα συνηθισμένα αντιβιοτικά περιλαμβάνουν συνδυασμό αμπικιλλίνης και γενταμυκίνης μετά τον κολπικό τοκετό ή κλινδαμυκίνης και γενταμυκίνης σε εκείνους που είχαν υποβληθεί σε τομή καισαρική τομή. Σε εκείνες τις γυναίκες που δεν βελτιώνονται με την κατάλληλη θεραπεία, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη άλλες επιπλοκές, όπως ένα απόστημα. 

    Στον ανεπτυγμένο κόσμο περίπου ένα έως δύο τοις εκατό αναπτύσσουν λοιμώξεις της μήτρας μετά τον κολπικό τοκετό. Αυτό αυξάνεται σε πέντε έως δεκατρία τοις εκατό μεταξύ εκείνων που έχουν πιο δύσκολες τομές και 50 τοις εκατό με καισαρικές τομές, πριν από τη χρήση προληπτικών αντιβιοτικών. Είναι η αιτία περίπου του 10% των θανάτων κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

    Οι πρώτες γνωστές περιγραφές της κατάστασης ανάγονται τουλάχιστον στον 5ο αιώνα π.Χ. στα γραπτά του Ιπποκράτη.

    Η επιλόχειος λοίμωξη είναι βακτηριδιακή λοίμωξη του γεννητικού σωλήνα, η οποία αναπτύσσεται μετά από τοκετό.

    Στην οντότητα αυτή συμπεριλαμβάνονται: η κυτταρίτιδα του περινέου, οι λοιμώξεις του κόλπου και του τραχήλου, η νεκρωτική φλεγμονή της περιτονίας, η ενδομητρίτιδα, η κυτταρίτιδα της πυέλου, η σηπτική θρομβοφλεβίτιδα της πυέλου και η φλεγμονή των παραμητρίων.

    Επηρεαζόμενα συστήματα: Γεννητικό

    Επίπτωση/Επιπολασμός 

    • Φυσιολογικοί τοκετοί - 2% 
    • Καισαρικές τομές - >13% 

    Επικρατέστερη ηλικία: Οι γυναίκες στην εφηβική ηλικία έχουν υψηλότερο κίνδυνο

    Επικρατέστερο φύλο: Μόνο γυναίκες

    POSTPARTUM INFECTION 1

    ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΕΠΙΛΟΧΕΙΑΣ ΛΟΙΜΩΞΗΣ

    Συνήθως, εμφανίζονται μετά τις πρώτες 24 ώρες και εντός των πρώτων δέκα ημερών μετά τον τοκετό

    • Πυρετός > 38 ΟC
    • Εντοπισμένος πόνος και οίδημα
    • Ρίγη
    • Κοιλιακό άλγος 
    • Δύσοσμα λόχεια
    • Ευαισθησία της μήτρας κατά την ψηλάφηση
    • Περιτονίτιδα με οξύ άλγος, ειλεός
    • Σηπτική καταπληξία

    ΑΙΤΙΑ ΕΠΙΛΟΧΕΙΑΣ ΛΟΙΜΩΞΗΣ

    • Οι επιλόχειες λοιμώξεις, συνήθως, αρχίζουν σαν μετατραυματικές λοιμώξεις που επιπλέκουν ρήξη του περινέου, του κόλπου, του τραχήλου ή της τομής στο κοιλιακό τοίχωμα μετά από καισαρική. Μπορεί να αφορούν, επίσης, το ενδομήτριο, ιδιαίτερα το σημείο πρόσφυσης του πλακούντα.
    • Λοιμώξεις για τις οποίες ευθύνονται πολλά μικρόβια: το αρχικό παθογόνο συχνά δεν αναγνωρίζεται.

    Στα βακτηρίδια που απομονώνονται, συνήθως, συμπεριλαμβάνονται:

    • Αερόβια/τα δυνητικώς αερόβια - Στρεπτόκοκκοι της ομάδας Α, Β και D. Ο εντερόκοκκος, Gram (-) βακτηρίδια (Ε. Coli, Klebsiella και Proteus sp.) ο σταφυλόκοκκος aureus, ο σταφυλόκοκκος epidermis, η Gardnerella vaginalis και ο Hemophilus infuenza
    • Αναερόβια - Peptococcus sp., peptostreptococcus sp., Fusobacterium sp.
    • Άλλα - Mycoplasma hominis, Clamydia trachomatis, Urea urealyticum

    Μετά τον τοκετό, το γεννητικό σύστημα μιας γυναίκας είναι επιρρεπές σε μόλυνση. Η μόλυνση μπορεί να περιορίζεται στην κοιλότητα και το τοίχωμα της μήτρας της ή μπορεί να εξαπλωθεί πέρα ​​από να προκαλέσει σηψαιμία ή άλλες ασθένειες, ειδικά όταν το ανοσοποιητικό σύστημα είναι εξασθενημένο ή μετά από σοβαρή αιμορραγία. Η φλεγμονώδης λοίμωξη είναι συχνή στην  επιφάνεια του εσωτερικού της μήτρας μετά τον διαχωρισμό του πλακούντα (μετά τον τοκετό). Αλλά οι παθογόνοι οργανισμοί μπορούν, επίσης, να επηρεάσουν τις ρήξεις οποιουδήποτε μέρους του γεννητικού συστήματος της γυναίκας. Από οποιαδήποτε πύλη, μπορούν να εισβάλουν στην κυκλοφορία του αίματος και στο λεμφικό σύστημα να προκαλέσουν σήψη, κυτταρίτιδα (φλεγμονή του συνδετικού ιστού) και πυελική ή γενικευμένη περιτονίτιδα. Η σοβαρότητα της ασθένειας εξαρτάται από την μολυσματικότητα του μολυσματικού οργανισμού, την αντίσταση των ιστών που προσβάλλονται και τη γενική υγεία της γυναίκας. Οι οργανισμοί που, συνήθως, παράγουν αυτή τη μόλυνση είναι ο Streptococcus pyogenes. σταφυλόκοκκοι (κάτοικοι του δέρματος και των σπυριών). Οι αναερόβιοι στρεπτόκοκκοι, οι οποίοι ευδοκιμούν σε αποκεντρωμένους ιστούς, μπορεί να υπάρχουν μετά δύσκολο τοκετό και μη τήρηση της αντισηψίας. Το Escherichia coli και το Clostridium perfringens (κάτοικοι του εντέρου) και το Clostridium tetani, μπορεί, επίσης, να προκαλέσουν λοίμωξη.

    postpartum infection 3

    ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΕΠΙΛΟΧΕΙΑΣ ΛΟΙΜΩΞΗΣ

    • Μικροβιακή μόλυνση (κατά την εξέταση του τραχήλου, τους χειρισμούς παρακολούθησης των λειτουργιών του εμβρύου ή τους χειρουργικούς χειρισμούς)
    • Απώλεια αίματος
    • Καισαρική τομή - ο κίνδυνος αυξάνεται σε περιπτώσεις πρόπτωσης του ομφάλιου λώρου ή άκρου του εμβρύου
    • Διαβήτης
    • Εθισμός σε φάρμακα
    • Ιστορικό σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νόσων
    • Ανεπάρκεια του ανοσοποιητικού συστήματος
    • Οικονομική ανέχεια
    • Μικροβιακή κολπίτιδα
    • Ουρολοίμωξη
    • Κακή διατροφή
    • Παχυσαρκία
    • Προϋπάρχουσα χοριοαμνιοΐτιδα
    • Πρόωρος τοκετός
    • Πρώιμη ρήξη μεμβρανών
    • Παρατεταμένος τοκετός 
    • Τραύμα
    • Στρεπτόκκοκκος της ομάδας Β

    Οι παράγοντες κινδύνου με σειρά φθίνουσας συχνότητας περιλαμβάνουν: ενδομητρίτιδα, λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος, πνευμονία/ατελεκτασία, λοίμωξη τραύματος και σηπτική πυελική θρομβοφλεβίτιδα.

    Οι σηπτικοί παράγοντες κινδύνου για κάθε πάθηση παρατίθενται κατά σειρά μετά τον τοκετό (PPD) κατά την οποία εμφανίζεται γενικά η κατάσταση.

    PPD 0: Οι παράγοντες κινδύνου ατελεκτασίας περιλαμβάνουν γενική αναισθησία, κάπνισμα τσιγάρων και αποφρακτική πνευμονοπάθεια.
    PPD 1–2: Οι παράγοντες κινδύνου των λοιμώξεων του ουροποιητικού συστήματος περιλαμβάνουν πολλαπλό καθετηριασμό, πολλαπλές κολπικές εξετάσεις κατά τη διάρκεια της εργασίας και βακτηριουρία που δεν έχει υποβληθεί σε θεραπεία.
    PPD 2–3: Οι παράγοντες κινδύνου της ενδομητρίτιδας (η πιο συχνή αιτία) περιλαμβάνουν καισαρική τομή έκτακτης ανάγκης, παρατεταμένη ρήξη της μεμβράνης, και πολλαπλές κολπικές εξετάσεις.
    PPD 4-5: Οι παράγοντες κινδύνου λοίμωξης τραύματος περιλαμβάνουν καισαρική τομή έκτακτης ανάγκης, παρατεταμένη ρήξη μεμβράνης, παρατεταμένη εργασία και πολλαπλή κολπική εξέταση κατά τη διάρκεια της εργασίας.
    PPD 5–6: Οι παράγοντες κινδύνου της σηπτικής πυελικής θρομβοφλεβίτιδας περιλαμβάνουν καισαρική τομή έκτακτης ανάγκης, παρατεταμένη ρήξη μεμβράνης, παρατεταμένη εργασία και  δύσκολη γέννηση από τον κόλπο.
    PPD 7-21: Οι παράγοντες κινδύνου μαστίτιδας περιλαμβάνουν το τραύμα της θηλής από το θηλασμό.

    ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΕΠΙΛΟΧΕΙΑΣ ΛΟΙΜΩΞΗΣ

    ΔΙΑΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΕΠΙΛΟΧΕΙΑΣ ΛΟΙΜΩΞΗΣ

    • Πυρετός άλλης αιτιολογίας:
    1. Ουρολοίμωξη
    2. Λοίμωξη αναπνευστικού
    3. Μαστίτιδα ή διάταση του μαστού
    4. Θρομβοφλεβίτιδα
    5. Επιμόλυνση τραύματος

    ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΕΠΙΛΟΧΕΙΑΣ ΛΟΙΜΩΞΗΣ

    • Απόλυτος αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων
    • Καλλιέργειες υλικού από το γεννητικό σύστημα
    • Έλεγχος επιχρίσματος αμνιακού υγρού για ύπαρξη λευκών αιμοσφαιρίων και βακτηριδίων
    • Καλλιέργειες αίματος

    Φάρμακα που μπορεί να μεταβάλλουν τα ευρήματα:

    Προηγηθείσα λήψη αντιβιοτικών μπορεί να τροποποιήσει τα αποτελέσματα των καλλιεργειών

    ΠΑΘΟΛΟΓΟΑΝΑΤΟΜΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ

    • Στις ιστολογικές τομές φαίνεται μία επιφανειακή στιβάδα μολυσμένου νεκρωτικού υλικού
    • Περιτονίτιδα (μέσω λεμφαγγειακής διασποράς)
    • Μπορεί να δημιουργηθεί φλεγμονή στα άκρα του πλατέος συνδέσμου, συνήθως, μετά από καισαρική τομή. Σπάνια εξελίσσεται σε απόστημα
    • Μπορεί να αναπτυχθεί θρόμβωση σε οποιαδήποτε από τις φλέβες της πυέλου, συμπεριλαμβανομένης και της κάτω κοίλης φλέβας

    ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ

    • Αξονική τομογραφία ή καλύτερα Μαγνητική τομογραφία για έλεγχο θρομβοφλεβίτιδας
    • Υπερηχογράφημα (ευαίσθητη μέθοδος για τον έλεγχο αποστήματος)

    ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΕΣ ΜΕΘΟΔΟΙ

    Καλλιέργεια υλικού που έχει ληφθεί με παρακέντηση του Δουγλάσσειου  

    Ο πυρετός διαγιγνώσκεται όταν:

    Η αύξηση της θερμοκρασίας πάνω από 38 ° C διατηρείται για 24 ώρες ή επαναλαμβάνεται κατά την περίοδο από το τέλος της πρώτης έως το τέλος της 10ης ημέρας μετά τον τοκετό ή την άμβλωση. 
    Από του στόματος θερμοκρασία 38 ° C  ή περισσότερο σε δύο από τις πρώτες δέκα ημέρες μετά τον τοκετό. 

    Λοιμώξειςς: ενδομητρίτιδα (φλεγμονή της εσωτερικής επένδυσης της μήτρας), μητροφλεβίτιδα (φλεγμονή των φλεβών της μήτρας) και περιτονίτιδα (φλεγμονή της μεμβράνης της επένδυσης της κοιλιάς)
    Σοβαρότητα της λοίμωξης: λιγότερο σοβαρή λοίμωξη (πολλαπλασιασμός μικροβίων) ή πιθανώς απειλητική για τη ζωή σήψη (ανεξέλεγκτος και ανεξέλεγκτος πολλαπλασιασμός μικροβίων σε όλη τη ροή του αίματος).
    Η ενδομητρίτιδα είναι μια μικροβιακή μόλυνση. Περιλαμβάνει συχνά οργανισμούς όπως Ureaplasma, Streptococcus, Mycoplasma και Bacteroides, και μπορεί, επίσης, να περιλαμβάνει οργανισμούς όπως Gardnerella, Chlamydia, Lactobacillus, Escherichia και Staphylococcus. 

    postpartum infection 5

    ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΕΠΙΛΟΧΕΙΑΣ ΛΟΙΜΩΞΗΣ

    ΓΕΝΙΚΑ ΜΕΤΡΑ

    • Χορήγηση αντιβιοτικών ενδοφλεβίως και στενή παρακολούθηση
    • Τα επιμολυσμένα τραύματα θα πρέπει να διανοιχθούν, ώστε να είναι εφικτή η παροχέτευση
    • Οι περιπτώσεις νεκρώσεως της περιτονίας απαιτούν ευρύ χειρουργικό καθαρισμό
    • Σε περιτονίτιδα θα πρέπει να γίνει απεικονιστικός έλεγχος για να εντοπισθεί το αίτιο
    • Χειρουργική αντιμετώπιση μπορεί να είναι απαραίτητη για την παροχέτευση ή την αποσυμφόρηση του εντέρου
    • Η χειρουργική παροχέτευση του φλέγμονα δεν ενδείκνυται, εκτός και αν υπάρχει διαπύηση
    • Διατήρηση ισοζυγίου υγρών

    ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ

    • Αποφυγή των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων
    • Ενημέρωση πριν τον τοκετό για το ενδεχόμενο πρώιμης ρήξης των υμένων ή πρόωρου τοκετού

    ΦΑΡΜΑΚΑ ΕΠΙΛΟΧΕΙΑΣ ΛΟΙΜΩΞΗΣ

    ΦΑΡΜΑΚΑ ΕΚΛΟΓΗΣ

    Προτιμώνται:

    1. Αμπικιλλίνη 1-2 gr ΕΦ/6ωρο μαζί με 
    2. Μετρονιδαζόλη 7,5 mg/Kg/6ωρο μαζί με
    3. Γενταμυκίνη 2 mg/Kg/ημέρα σε εφ' άπαξ δόση

    Άλλα που έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικά:

    1. Μονοθεραπεία με αντιβιοτικό της ομάδας της β-λακτάμης (αμπικιλλίνη, κεφοξιτίνη, άλλα)
    2. Κλινδαμυκίνη 1.200-2.700 mg/ημέρα σε διαιρεμένες δόσεις σε συνδυασμό με γενταμυκίνη
    3. Μετρονιδαζόλη μαζί με γενταμυκίνη
    4. Χλωραμφενικόλη σε συνδυασμό με β-λακτάμη για βαριά πυελική φλεγμονή-σήψη

    Αντιβιοτικά από του στόματος:

    1. Αμοξυκιλλίνη 500 mg 3 φορές την ημέρα χορηγείται αφού η ασθενής έχει παραμείνει απύρετη επί 24ωρο. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν θεωρείται απαραίτητη

    Αντενδείξεις:

    • Αλλεργία στο φάρμακο
    • Νεφρική ανεπάρκεια (αμινογλυκοσίδες)
    • Η χλωραμφενικόλη, η σουλφαμεθοξαζόλη, οι τετρακυκλίνες, οι φλουοροκινολόνες πρέπει να αποφεύγονται πριν τον τοκετό, καθώς και κατά τη διάρκεια του θηλασμού

    Προφυλάξεις:

    • Η χλωραμφενικόλη προκαλεί μυελική απλασία
    • Η κλινδαμυκίνη και άλλα αντιβιοτικά, μερικές φορές προκαλούν ψευδομεμβρανώδη κολίτιδα

    ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΑ

    • Πιπερακιλλίνη, Μεζλοσιλλίνη, Κεφοπεραζόνη, Αμπικιλλίνη/σουλμπακτάμη, Κεφοτετάνη, Κεφοταξίμη, άλλα
    • Η αγωγή θα πρέπει να βασίζεται στις καλλιέργειες, τις δοκιμασίες ευαισθησίας και την κλινική ανταπόκριση

    Τα αντιβιοτικά έχουν χρησιμοποιηθεί για την πρόληψη και τη θεραπεία αυτών των λοιμώξεων, ωστόσο η κατάχρηση αντιβιοτικών είναι ένα σοβαρό πρόβλημα για την παγκόσμια υγεία.

    Ατελεκτασία: ήπιος έως μέτριος πυρετός, καμία αλλαγή ή ήπιος ρυθμός στην ακρόαση στο στήθος. Διαχείριση: πνευμονικές ασκήσεις, διέγερση (βαθιές αναπνοές και περπάτημα)

    Λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος: υψηλός πυρετός, αδιαθεσία, κόπωση της σπονδυλικής στήλης. Αντιμετώπιση: αντιβιοτικά σύμφωνα με την ευαισθησία της καλλιέργειας (κεφαλοσπορίνη).

    Ενδομητρίτιδα: μέτριος πυρετός, εξαιρετική ευαισθησία της μήτρας, ελάχιστα κοιλιακά ευρήματα. Αντιμετώπιση: αντιβιοτικά ευρέως φάσματος για την κάλυψη πολυμικροβιακών οργανισμών: κλινδαμυκίνη, γενταμυκίνη, προσθήκη αμπικιλλίνης εάν δεν υπάρχει ανταπόκριση, δεν απαιτούνται καλλιέργειες.

    Λοίμωξη τραύματος: επίμονος πυρετός κατά την εξάπλωση παρά αντιβιοτικά, ερύθημα τραύματος ή διακύμανση, αποστράγγιση πληγών. Αντιμετώπιση: αντιβιοτικά για κυτταρίτιδα, άνοιγμα και αποστράγγιση πληγής, εμπότιση με αλατούχο διάλυμα δύο φορές την ημέρα, δευτερογενές κλείσιμο.

    Σηπτική πυελική θρομβοφλεβίτιδα: παρατεταμένος πυρετός, παρά τα αντιβιοτικά, συνήθως, φυσιολογικές κοιλιακές ή πυελικές εξετάσεις. Αντιμετώπιση: Ηπαρίνη ενδοφλέβια για 7–10 ημέρες σε ρυθμούς επαρκείς για να παρατείνει το PTT για να διπλασιάσει τις τιμές αναφοράς.

    Μαστίτιδα: μονομερές, εντοπισμένο ερύθημα, οίδημα, ευαισθησία. Αντιμετώπιση: αντιβιοτικά για κυτταρίτιδα, ανοιχτό και αποστράγγιση αποστήματος, εάν υπάρχει.

    ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ΜΕ ΕΠΙΛΟΧΕΙΑ ΛΟΙΜΩΞΗ

    ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ

    Εξατομικεύεται ανάλογα με τη βαρύτητα

    ΠΡΟΛΗΨΗ/ΑΠΟΦΥΓΗ

    • Τακτική ιατρική παρακολούθηση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης
    • Εκπαίδευση της ασθενούς σχετικά με την πρώιμη ρήξην των υμένων και τον πρόωρο τοκετό 
    • Ελαχιστοποιείστε τα ιατρογενή - εξέταση του τραχήλου, παρακολούθηση λειτουργιών του εμβρύου
    • Προφυλακτική χορήγηση αντιβιοτικών σε περιπτώσεις καισαρικής υψηλού κινδύνου

    ΠΙΘΑΝΕΣ ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ ΕΠΙΛΟΧΕΙΑΣ ΛΟΙΜΩΞΗΣ

    • Στείρωση (ασυνήθης)
    • Ανάγκη χειρουργικής επεμβάσεως
    • Καταπληξία
    • Θάνατος

    ΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΗ ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΓΝΩΣΗ ΕΠΙΛΟΧΕΙΑΣ ΛΟΙΜΩΞΗΣ

    • Εξαρτάται από την εντόπιση και τη βαρύτητα
    • Στις περισσότερες περιπτώσεις υπάρχει θεαματική ανταπόκριση στη θεραπεία. Σε αντίθετη περίπτωση σκεφτείτε το ενδεχόμενο
    • Οι εγκυμοσύνες στην εφηβική ηλικία θεωρούνται υψηλότερου κινδύνου

    ΚΥΗΣΗ

    Η νόσος είναι μια επιπλοκή της εγκυμοσύνης

    Τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για την επιλόχεια κύηση

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για την επιλόχεια λοίμωξη

    postpartum infection 6

    Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με το θεράποντα ιατρό.

    Διαβάστε, επίσης,

    Σύνδρομο Sheehan

    www.emedi.gr

     

     

     

  • Ερυσίπελας Ερυσίπελας

    Χρήσιμες πληροφορίες για το ερυσίπελας

     

    Το Ερυσίπελας, επίσης, γνωστό ως φωτιά του Αγίου Αντωνίου, είναι μια σχετικά κοινή βακτηριακή λοίμωξη του επιφανειακού στρώματος του δέρματος (ανώτερο χόριο), που εκτείνεται στα επιφανειακά λεμφικά αγγεία μέσα στο δέρμα, που χαρακτηρίζεται από ένα ανυψωμένο, καλά καθορισμένο, φωτεινό κόκκινο εξάνθημα, συνήθως, στο πρόσωπο ή στα πόδια, αλλά μπορεί να εμφανιστεί οπουδήποτε στο δέρμα. Είναι μια μορφή κυτταρίτιδας και είναι δυνητικά σοβαρή.

    Το ερυσίπελας προκαλείται, συνήθως, από τα βακτήριο Streptococcus pyogenes, επίσης, γνωστός ως β-αιμολυτικοί στρεπτόκοκκοι της ομάδας Α, μέσω ενός σκασίματος στο δέρμα, όπως από γρατσουνιές ή τσίμπημα εντόμων. Είναι πιο επιφανειακή από την κυτταρίτιδα και συνήθως, είναι πιο ανυψωμένη και οριοθετημένη. 

    Στα ζώα, το ερυσίπελας είναι μια ασθένεια που προκαλείται από μόλυνση με το βακτήριο Erysipelothrix rhusiopathiae. Η ασθένεια που προκαλείται στα ζώα ονομάζεται Diamond Skin Disease, η οποία εμφανίζεται ιδιαίτερα στους χοίρους. Οι καρδιακές βαλβίδες και το δέρμα επηρεάζονται. Το Erysipelothrix rhusiopathiae μπορεί, επίσης, να μολύνει τους ανθρώπους, αλλά σε αυτή την περίπτωση η μόλυνση είναι γνωστή ως ερυσιπελοειδές.

    Άρα, το ερυσίπελας είναι μια βακρηριδιακή κυτταρίτιδα που προσβάλλει τα επιπολής λεμφαγγεία του δέρματος και συνήθως, οφείλεται σε στρεπτόκοκκο της ομάδας Α. Η πορεία είναι, συνήθως, οξεία, αλλά υπάρχει επίσης ένας χρόνιος, υποτροπιάζων τύπος

    Επηρεαζόμενα συστήματα: Δέρμα/Εξωκρινείς

    Επικρατέστερη ηλικία: Συνήθως, βρέφη και ενήλικες πάνω από 40. Πιο συχνό σε ηλικία > 75

    Επικρατέστερο φύλο: Άνδρες=Γυναίκες

    ΗΛΙΚΙΑΚΑ ΣΧΕΤΙΖΟΜΕΝΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ

    Παιδιατρικό:

    •  Στρεπτόκοκκοι ομάδας Β μπορεί να ευθύνονται για το ερυσίπελας νεογνών/βρεφών
    •  Προσβολή κοιλίας πιο συχνή στα βρέφη
    •  Πρόσωπο, τριχωτό κεφαλής και κάτω άκρα προσβάλλονται πιο συχνά στα μεγαλύτερα παιδιά 

     Γηριατρικό

    •  Ο πυρετός μπορεί να μην είναι τόσο εμφανής
    •  Μεγαλύτερος κίνδυνος επιπλοκών
    •  Καρδιακή ανεπάρκεια με υψηλού όγκου παλμού σε εξασθενημένους ασθενείς με υποκείμενη καρδιακή νόσο
    •  Πρόσωπο και κάτω άκρα οι πιο συχνά προσβεβλημένες περιοχές

     

    ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΕΡΥΣΙΠΕΛΑΤΟΣ

    Τα συμπτώματα εμφανίζονται, συχνά, ξαφνικά. Τα προσβεβλημένα άτομα μπορεί να παρουσιάσουν πυρετό, ρίγη, κόπωση, πονοκεφάλους, έμετο και γενικά αισθάνονται αδιαθεσία εντός 48 ωρών από την αρχική μόλυνση. Η κόκκινη πλάκα μεγεθύνεται γρήγορα και έχει έντονα οριοθετημένο, ανυψωμένο άκρο. Μπορεί να φαίνεται πρησμένη, σταθερή, ζεστή και ευαίσθητη στο άγγιγμα και μπορεί να έχει συνοχή παρόμοια με τη φλούδα πορτοκαλιού (Peau d'orange). Ο πόνος μπορεί να είναι έντονος.

    Οι πιο σοβαρές λοιμώξεις μπορεί να οδηγήσουν σε κυστίδια (σημεία ευλογιάς ή δαγκώματος εντόμου), φουσκάλες και πετέχιες (μικρά μωβ ή κόκκινα σημεία), με πιθανή νέκρωση του δέρματος. Οι λεμφαδένες μπορεί να είναι πρησμένοι και μπορεί να εμφανιστεί λεμφοίδημα. Περιστασιακά, μπορεί να παρατηρηθεί μια κόκκινη ράβδωση που εκτείνεται στον λεμφαδένα.

    Η λοίμωξη μπορεί να συμβεί σε οποιοδήποτε μέρος του δέρματος, συμπεριλαμβανομένου του προσώπου, των χεριών, των δακτύλων και των ποδιών και των ποδιών (τείνει να εμφανίζεται στα άκρα). Το ομφάλιο κολόβωμα, επηρεάζεται, επίσης. Οι λιπώδεις ιστοί και οι περιοχές του προσώπου, συνήθως γύρω από τα μάτια, τα αυτιά και τα μάγουλα, είναι πιο επιρρεπείς στη λοίμωξη.

    •  Πρόδρομα συμπτώματα με: αδιαθεσία, πυρετό, ρίγη
    •  Αρθραλγίες
    •  Κνησμός
    •  Δυσφορία στο δέρμα της περιοχής
    •  Φυσαλίδες
    •  Ερύθημα προσώπου
    •  Οξεία έναρξη ερυθήματος
    •  Έναρξη βλάβης με τη μορφή ευρυθηματώδους κηλίδας
    •  Αυστηρά οριοθετημένη βλάβη με υπεγερμένη περιφέρεια
    •  Η βλάβη κεντρικά υποχωρεί, καθώς, η περιφέρεια επεκτείνεται
    •  Μπορεί να συμβεί απολέπιση και δημιουργία φυσαλίδων
    •  Η πιο συχνή περιοχή προσβολής είναι το πρόσωπο, κυρίως τα αυτιά και η μύτη
    •  Ο χρόνιος τύπος συνήθως υποτροπιάζει στις περιοχές προηγούμενης λοίμωξης
    •  Ο πυρετός είναι, συνήθως, ο παράγων που διαφοροποιεί τις διάφορες παρόμοιες δερματικές εκδηλώσεις

    ΑΙΤΙΑ ΕΡΥΣΙΠΕΛΑΤΟΣ

    •  β-αιμολυτικοί στρεπτόκοκκοι ομάδας Α

    Οι περισσότερες περιπτώσεις ερυσιπέλατος οφείλονται στον Streptococcus pyogenes, επίσης, γνωστός ως β-αιμολυτικός στρεπτόκοκκος της ομάδας Α και σπάνια στον Staphylococcus aureus. Τα νεογέννητα ενδέχεται να προσβληθούν από ερυσίπελα λόγω του Streptococcus agalactiae, επίσης, γνωστός ως στρεπτόκοκκος της ομάδας Β.

    Τα μολυσματικά βακτήρια μπορούν να εισέλθουν στο δέρμα μέσω μικρού τραύματος, δαγκώματος ανθρώπου, εντόμου ή ζώου, χειρουργικών τομών, ελκών, εγκαυμάτων και εκδορών. Μπορεί να υπάρχει υποκείμενο έκζεμα, πόδι του αθλητή και μπορεί να προέρχεται από βακτηρίδια στρεπτόκοκκων στις ρινικές διόδους ή στο αυτί του ατόμου.

    Το εξάνθημα οφείλεται σε εξωτοξίνη, όχι στα βακτηρίδια Streptococcus και βρίσκεται σε περιοχές, όπου δεν υπάρχουν συμπτώματα. π.χ., η λοίμωξη μπορεί να είναι στον ρινοφάρυγγα, αλλά το εξάνθημα βρίσκεται συνήθως στην επιδερμίδα και τα επιφανειακά λεμφικά αγγεία.

    ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΕΡΥΣΙΠΕΛΑΤΟΣ

    •  Χειρουργικά τραύματα
    •  Πτυχώσεις δέρματος (κυρίως στη μύτη και στα αυτιά)
    •  Κάθε φλεγμαίνουσα δερματική περιοχή
    •  Τραυματικές κακώσεις/εκδορές
    •  Έλκη κνησμών/δερματίτιδα από στάση
    •  Χρόνιες νόσοι (διαβήτης, κακή θρέψη, νεφρωσικό σύνδρομο)
    •  Ανοσοκατασταλμένο ή εξασθενημένο άτομο

    erisypelas 3

    ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΕΡΥΣΙΠΕΛΑΤΟΣ

    ΔΙΑΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΕΡΥΣΙΠΕΛΑΤΟΣ

    Αυτή η ασθένεια είναι πιο συχνή στους ηλικιωμένους, τα βρέφη και τα παιδιά. Τα άτομα με ανοσολογική ανεπάρκεια, διαβήτη, αλκοολισμό, έλκη του δέρματος, μυκητιασικές λοιμώξεις και εξασθενημένη λεμφική παροχέτευση (π.χ. μετά από μαστεκτομή, πυελική χειρουργική επέμβαση κ.ά) διατρέχουν, επίσης, αυξημένο κίνδυνο. 

    • Ερισυπελοειδές (μικρή τοξικότητα)
    • Δερματίτιδα εξ επαφής (όχι πυρετός)
    • Αγγειονευρωτικό οίδημα (όχι πυρετός)
    • Οστρακιά (συνηθώς περισσότερο διάσπαρτο χωρίς οίδημα)
    • Λύκος ερυθηματώδης (προσώπου, μικρότερη θερμοκρασία, αντιπυρηνικά αντισώματα)
    • Πολυχονδρίτιδα (στο αυτί)
    • Δερματοφυτία
    • Φυματιώδης λέπρα
    • Έρπητας ζωστήρας
    • Αγγειοοίδημα
    • Νόσος του Lyme
    • Ουρική αρθρίτιδα
    • Σηπτική αρθρίτιδα
    • Σηπτική θυλακίτιδα
    • Αγγειίτιδα
    • Αλλεργική αντίδραση σε δάγκωμα εντόμου
    • Οξεία αντίδραση φαρμάκου
    • Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση
    • Διάχυτο φλεγμονώδες καρκίνωμα το στήθος

    Το Ερυσίπελας διαγιγνώσκεται, συνήθως, από τον κλινικό ιατρό εξετάζοντας το χαρακτηριστικό καλά οριοθετημένο εξάνθημα μετά από ιστορικό τραυματισμού. Το Ερυσίπελας μπορεί να διακριθεί από την κυτταρίτιδα με δύο συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: το υπερυψωμένο άκρο και τα αιχμηρά του όρια. Η ερυθρότητα στην κυτταρίτιδα δεν αυξάνεται και τα όριά της είναι σχετικά ακαθόριστα. Η έντονη ερυθρότητα του ερυσιπέλατος έχει περιγραφεί ως ένα τρίτο χαρακτηριστικό διαφοροποίησης. Το ερυσίπελας δεν επηρεάζει τον υποδόριο ιστό. Δεν απελευθερώνει πύον, μόνο ορό ή ορώδες υγρό. Το υποδόριο οίδημα μπορεί να οδηγήσει τον γιατρό σε εσφαλμένη διάγνωση κυτταρίτιδας.

    ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΕΡΥΣΙΠΕΛΑΤΟΣ

    •  Λευκοκυττάρωση (συνήθως > 15.000)
    •  Οι στρεπτόκοκκοι μπορούν να καλλιεργηθούν από εξίδρωμα ή από μη προσβεβλημένες περιοχές
    •  Τίτλοι αντιστρεπτολυσίνης (ASTO), στρεπτολυσίνης και αντι-DNAσης, ίσως, είναι υποβοηθητικά ευρήματα
    •  Καλλιέργειες αίματος
    •  Αυξημένη CRP

    ΠΑΘΟΛΟΓΟΑΝΑΤΟΜΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΕΡΥΣΙΠΕΛΑΤΟΣ

    •  Οίδημα
    •  Αγγειοδιαστολή και διευρυσμένα λεμφαγγεία
    •  Διήθηση από πολυμορφοπύρηνα λευκοκύτταρα, λεμφοκύτταρα και άλλα φλεγμονώδη κύτταρα
    •  Οίδημα ενδοθηλιακών κυττάρων
    •  Κόκκοι θετικοί κατά GRAM

    erisypelas 2

    ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΕΡΥΣΙΠΕΛΑΤΟΣ

    Ανάλογα με τη σοβαρότητα, η θεραπεία περιλαμβάνει είτε από του στόματος είτε ενδοφλέβια αντιβιοτικά, χρησιμοποιώντας πενικιλλίνη, κλινδαμυκίνη ή ερυθρομυκίνη. Ενώ τα συμπτώματα της ασθένειας υποχωρούν σε μία ή δύο ημέρες, το δέρμα μπορεί να χρειαστεί εβδομάδες για να επιστρέψει στο φυσιολογικό. Άλλα αντιβιοτικά,, όπως η oritavancin, dalbavancin και tedizolid χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία οξέων βακτηριακών λοιμώξεων του δέρματος. Λόγω του κινδύνου επαναμόλυνσης, προφυλακτικά αντιβιοτικά χρησιμοποιούνται μερικές φορές μετά την επίλυση της αρχικής κατάστασης.

    ΓΕΝΙΚΑ ΜΕΤΡΑ

    •  Συμπτωματική αντιμετώπιση πόνου και πυρετού
    •  Επαρκής πρόσληψη υγρών
    • Τοπική εφαρμογή κρύων επιθεμάτων

    ΦΑΡΜΑΚΑ ΕΡΥΣΙΠΕΛΑΤΟΣ

    ΦΑΡΜΑΚΟ(Α) ΕΚΛΟΓΗΣ

    •  Πενικιλλίνη για τουλάχιστον 10 ημέρες (βελτίωση σε 24-48 ώρες). Παιδιά: 25-50 mg/kg/ημέρα σε δόση ανά 6ωρο. Ενήλικες: 250-500 mg/δόση ανά 6ωρο
    •  Παρεντερικά αντιβιοτικά συνίστανται για βαριές ή επιπεπλεγμένες περιπτώσεις (1-2 εκατομμύρια μονάδες ανά 4-6 ώρες)
    •  Σε χρόνιες υποτροπιάζουσες λοιμώξεις μερικοί συγγραφείς συνιστούν χαμηλότερες δόσεις ημερησίως θεραπείας προφύλαξης/συντήρησης μετά την ύφεση της οξείας λοίμωξης

    Αντενδείξεις: Αλλεργία στην πενικιλλίνη

    ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΑ

    •  Ερυθρομυκίνη. Παιδιά: 30-40 mg/kg/ημέρα σε δόση ανά 6ωρο. Ενήλικες: 250 mg κάθε 6 ώρες 
    •  Κεφαλοσπορίνες

    ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΕΡΥΣΙΠΕΛΑΤΟΣ

    ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ

    Οι ασθενείς πρέπει να βρίσκονται υπό θεραπευτική αγωγή μέχρι όλα τα συμπτώματα και οι δερματικές εκδηλώσεις υποχωρήσουν

    ΠΡΟΛΗΨΗ/ΑΠΟΦΥΓΗ ΕΡΥΣΙΠΕΛΑΤΟΣ

    •  Συνέχιση της αντιβιοτικής αγωγής στις χρόνιες, υποτροπιαζουσες καταστάσεις
    •  Οι άνδρες που ξυρίζονται μέσα σε 5 ημέρες από την έκθυση ερισυπέλατος προσώπου έχουν κίνδυνο να υποτροπιάσουν
    •  Σε περιπτώσεις υποτροπής, έλεγχος για άλλες πιθανές πηγές στρεπτοκοκκικής λοίμωξης (π.χ. αμυγδαλές, κόλποι, δόντια, νύχια κλπ)

    ΠΙΘΑΝΕΣ ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ ΕΡΥΣΙΠΕΛΑΤΟΣ

    Η εξάπλωση της λοίμωξης σε άλλες περιοχές του σώματος μπορεί να συμβεί μέσω της κυκλοφορίας του αίματος (βακτηριαιμία), συμπεριλαμβανομένης της σηπτικής αρθρίτιδας. Η σπειραματονεφρίτιδα μπορεί να ακολουθήσει ένα επεισόδιο ερυσιπέλατος ή άλλης δερματικής λοίμωξης, αλλά όχι ρευματικού πυρετού.
    Επανάληψη της λοίμωξης: Το ερυσίπελας μπορεί να επαναληφθεί στο 18-30% των περιπτώσεων ακόμη και μετά από αντιβιοτική θεραπεία. Μια χρόνια κατάσταση επαναλαμβανόμενων λοιμώξεων από ερυσίπελα μπορεί να εμφανιστεί με αρκετούς παράγοντες προδιάθεσης, όπως ο αλκοολισμός, ο διαβήτης και το πόδι του αθλητή. Ένας άλλος παράγοντας προδιάθεσης είναι το χρόνιο δερματικό οίδημα, όπως μπορεί με τη σειρά του να προκαλείται από φλεβική ανεπάρκεια ή καρδιακή ανεπάρκεια. 

    • Βακτηριαιμία
    • Οστρακιά 
    • Πνευμονία
    • Αποστήματα
    • Εμβολή
    • Γάγγραινα
    • Μηνιγγίτιδα
    • Λεμφική βλάβη
    • Νεκρωτική περιτονίτιδα, κοινώς γνωστή ως βακτηριακή λοίμωξη "που τρώει σάρκες", είναι μια δυνητικά θανατηφόρα επιδείνωση της λοίμωξης, εάν εξαπλωθεί σε βαθύτερους ιστούς
    • Σηψαιμία
    • Θάνατος     

    ΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΗ ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΓΝΩΣΗ  ΕΡΥΣΙΠΕΛΑΤΟΣ

    •  Επαρκής θεραπεία έχει σαν αποτέλεσμα την πλήρη ύφεση
    •  Χρόνιο οίδημα/ουλές είναι πιθανό σε χρόνιες, υποτροπιάζουσες καταστάσεις
    •  Σπάνια μπορεί να συμβεί ελεφαντίαση σε χρόνιες υποτροπιάζουσες καταστάσεις
    •  Μη θεραπευθείσες περιπτώσεις μπορεί να υφεθούν αυτόματα
    • Σε ασθενείς υπό συστηματική θεραπεία με κορτικοστεροειδή μπορεί να είναι πιο δύσκολο να τεθεί η διάγνωση, επειδή, τα σημεία και συμπτώματα της λοίμωξης καλύπτονται από την αντιφλεγμονώδη δράση αυτών των φαρμάκων

    Τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τις λοιμώξεις

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τις λοιμώξεις

    erisypelas1

    Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με το θεράποντα ιατρό.

    Διαβάστε, επίσης,

    Μάθετε να αναγνωρίζετε τα εξανθήματα του δέρματος

    Πρόληψη και αντιμετώπιση λεμφοιδήματος

    Διαφορική διάγνωση κηλίδων του δέρματος

    www.emedi.gr

     

     

     

  • Διαφοροδιάγνωση λεμφαγγειακής καρκινωμάτωσης Διαφοροδιάγνωση λεμφαγγειακής καρκινωμάτωσης

    H λεμφαγγειακή καρκινωμάτωση είναι η φλεγμονή των λεμφικών αγγείων που προκαλείται από κακοήθεια

    Γράφει η 

    Δρ Σάββη Μάλλιου Κριαρά 

    Ειδικός Παθολόγος-Ογκολόγος, MD, PhD

    Ο καρκίνος του μαστού, ο καρκίνος του πνεύμονα, ο καρκίνος του στομάχου, ο καρκίνος του παγκρέατος και ο καρκίνος του προστάτη είναι οι πιο συνηθισμένοι όγκοι που οδηγούν σε λεμφαγγειίτιδα.

    Η λεμφαγγειακή καρκινωμάτωση παρουσιάζεται με γραμμές Kerley Β σε ακτινογραφία θώρακα. Έχουν μήκος 1-2 cm στην περιφέρεια του πνεύμονος. Είναι κάθετες στον υπεζωκότα και υπερβαίνουν τα όριά του. Παριστούν παχύνσεις υποπλευρίων ενδολοβιδιακών διαφραγμάτων και, συνήθως, αναγνωρίζονται στις βάσεις. Στις καρδιοπάθειες, οι γραμμές Β παριστούν διατεταμένα διαλοβιδιακά διαφραγμάτια, λόγω οιδήματός τους. Οι γραμμές Β είναι βραχύτερες των Α. Δεν φέρουν διακλαδώσεις, όπως οι Α, αλλά εμφανίζονται στην περιφέρεια των κάτω, ιδίως, πνευμονικών πεδίων. Εκτείνονται μέχρι τον υπεζωκότα και, φερόμενες οριζόντια, τέμνονται στον κατακόρυφα στον απεικονιζόμενο υπεζωκότα. Συνήθως, εξαφανίζονται μετά τη θεραπεία με διουρητικά. Μερικές φορές καθίστανται μόνιμες, οπότε στη διαφορική διάγνωση περιλαμβάνεται και η ίνωση του διάμεσου ιστού. Αναγνωρίζονται, επίσης, επί οξείας ηωσινοφιλικής πνευμονίας και πνευμονικής φλεβοαποφρακτικής νόσου.

    Η λεμφαγγειακή καρκινωμάτωση επηρεάζει, συχνότερα, άτομα ηλικίας 40-49 ετών.

    Ορισμένοι καρκίνοι εξαπλώνονται με το λεμφικό σύστημα (καρκίνος του τραχήλου της μήτρας, καρκίνος του παχέος εντέρου, καρκίνος του στομάχου, καρκίνος του μαστού, καρκίνος toy πνεύμονος, καρκίνος του παγκρέατος, καρκίνος του θυρεοειδούς, καρκίνος του λάρυγγα)

    Στις περισσότερες περιπτώσεις, η καρκινvμάτωση της λεμφαγγειίτιδας προκαλείται από τη διάδοση ενός όγκου με τα κύτταρά του κατά μήκος των λεμφικών αγγείων. Ωστόσο, σε περίπου 20 τοις εκατό των περιπτώσεων, η φλεγμονή των λεμφικών αγγείων (λεμφαγγειίτιδα) προκαλείται από έναν όγκο που εμποδίζει την αποστράγγιση των λεμφαδένων. Στον πνεύμονα, αυτό προκαλείται, συχνά, από μια κεντρικά τοποθετημένη μάζα που εμποδίζει τη λεμφική αποστράγγιση.

    Πρόγνωση καρκινωματώδους λεμφαγγειίτιδας

    Παλαιότερα η διάγνωση της καρκινωματώδους λεμφαγγειίτιδος σήμαινε ένα προσδόκιμο ζωής έξι μηνών. Ωστόσο, η θεραπεία έχει βελτιώσει την επιβίωση και οι ασθενείς συχνά επιβιώνουν τρία ή περισσότερα χρόνια ή και περισσότερο, ανάλογα με το είδος της θεραπείας που ακολουθούν.

    lemfo lung 3

    Διαφορική διάγνωση καρκινωματώδους λεμφαγγειίτιδας

    Είναι δύσκολη έως αδύνατη η διαφορική διάγνωση της καρκινωματώδους λεμφαγγειίτιδας

    Σαρκοείδωση

    Ιική πνευμονία

    Πνευμονικό οίδημα

    Πνευμονίτιδα από ακτινοβολία

    Λεμφοκυτταρική διάμεση πνευμονίτιδα 

    Πνευμονίτιδα από φάρμακα (χημειοθεραπευτικά φάρμακα, στοχευμένα φάρμακα και ανοσοθεραπευτικά φάρμακα κ.ά)

    Τα συμπτώματα των ακόλουθων διαταραχών μπορεί να είναι παρόμοια με αυτά της διάχυτης πνευμονικής λεμφαγγειιακής καρκινωμάτωσης.

    Μια μεγάλη ποικιλία καταστάσεων μπορεί να έχει συμπτώματα παρόμοια με αυτά που βρίσκονται σε άτομα με διάχυτη πνευμονική λεμφαγγειακή καρκινωμάτωση.

    Συγγενής πνευμονική λεμφαγγειεκτασία

    Λεμφαγγειολειομυομάτωση (πολλαπλασιασμός λεμφικών αγγείων)

    Αιμαγγειομάτωση (πολλαπλασιασμός αιμοφόρων αγγείων)

    Διάφορες διαταραχές που σχετίζονται με απώλεια οστού (οστεόλυση), όπως η νόσος Hadju-Cheney. Είναι σπάνιο νόσημα του συνδετικού ιστού, χαρακτηριζόμενο από παραμορφώσεις του κρανίου, ιδιόμορφο προσωπείο, οστεοπόρωση, πρόωρη απώλεια των οδόντων, χαλάρωση των αρθρώσεων, βραχυσωμία, οστεόλυση των τελικών φαλάγγων, απώλεια της ακοής, πνευμονική λεμφαγγειεκτασία και βράγχος της φωνής

    Διάφοροι όγκοι ή κακοήθειες, όπως το σχήματος Kaposi's αιμαγγειοθηλίωμα (kaposiform hemangioendothelioma) και το σάρκωμα πνεύμονα Kaposi's

    Η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια μπορεί, επίσης, να προκαλέσει παρόμοια συμπτώματα με αυτά που παρατηρούνται στην διάχυτη πνευμονική λεμφαγγειομάτωση. Τέτοιες διαταραχές είναι το άσθμα, η χρόνια αποφρακτική πνευμονική νόσος (ΧΑΠ), συμπεριλαμβανομένου του εμφυσήματος και της χρόνιας βρογχίτιδας και της διάμεσης πνευμονικής νόσου. Οι επαναλαμβανόμενες αναπνευστικές λοιμώξεις μπορούν, επίσης, να προκαλέσουν παρόμοια συμπτώματα. 

    Η νόσος του Gorham, η οποία είναι οστική ασθένεια, είναι μια σπάνια οστική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από οστική απώλεια (οστεολύσειε) και σχετίζεται με την υπερανάπτυξη (πολλαπλασιασμό) αιμοφόρων ή λεμφικών αγγείων. Τα προσβεβλημένα άτομα βιώνουν προοδευτική καταστροφή και απορρόφηση των οστών. Πολλά οστά μπορεί να εμπλακούν. Οι περιοχές που επηρεάζονται, συνήθως, από τη νόσο του Gorham περιλαμβάνουν τη λεκάνη, τον ώμο, τη σπονδυλική στήλη, τα πλευρά, τη σιαγόνα και το κρανίο. Μπορεί να εμφανιστεί πόνος και πρήξιμο στην πληγείσα περιοχή. Τα οστά που επηρεάζονται από τη νόσο του Gorham είναι επιρρεπή σε κατάγματα. Η σοβαρότητα της νόσου του Gorham μπορεί να ποικίλει από το ένα άτομο στο άλλο και μπορεί δυνητικά να προκαλέσει παραμορφώσεις και λειτουργική αναπηρία. Η ακριβής αιτία της νόσου του Gorham είναι άγνωστη.

    Πνευμονοκονίαση

    Πνευμονιοκονία άνθρακα

    Εξωγενής αλλεργική κυψελίτιδα (πνευμονίτιδα υπερευαισθησίας από φάρμακα και άλλες αιτίες)

    Πνευμονικό οίδημα

    Λέμφωμα

    Πνευμονική κυψελιδική πρωτεϊνοποίηση

    Πνευμονία από Pneumocystis jirovecii

    Αποφρακτική Βρογχιολίτιδα με Πνευμονία ή κρυπτογενής πνευμονία

    Πνευμονίτιδα από ακτινοβολία

    Λεμφοκυτταρική διάμεση πνευμονία

    Η πνευμονική εμβολή σε καρκίνο πνεύμονος και η λεμφαγγειακή καρκινομάτωση είναι εκδηλώσεις κακοήθειας, τελικού σταδίου που έχουν κακή πρόγνωση. 

    lemfo lung1

    Διαφορική διάγνωση λεμφαγγειακής καρκινομάτωσης απεικονιστικά

    1. Λεμφαγγειακή καρκινομάτωση: ακανόνιστη πάχυνση διαφράγματος, συνήθως εστιακή ή μονομερής, με λεμφαδενοπάθεια 50% και γνωστό καρκίνωμα.

    2. Καρδιογενές πνευμονικό οίδημα: αμφοτερόπλευρες ανωμαλίες, πλήρωση κυψελίδων, διογκωμένη καρδιά, ταχεία απόκριση στα διουρητικά, θαμβή ύαλος λόγω πλήρωσης κυψελίδων με υγρό, βαρυτική κατανομή του κυψελιδικού υγρού.

    3. Λεμφαγγειακή καρκινωμάτωση με ανάλογη αδενοπάθεια και πάχυνση του κεντρικού βρογχοαγγειακού διαμέσου.

    4. Κυψελιδική πρωτεϊνοποίηση: έντονα οριοθετημένα δευτερεύοντα λόβια με εξασθένιση υάλου σε αντίθεση με τους δευτερεύοντες λοβούς με φυσιολογικό αερισμό, υπέρθεση ενδιάμεσου και ενδοβλεβικού πάχους διαφράγματος.

    Οι συχνότερα ενοχοποιούμενοι για πρόκληση πνευμονικής τοξικότητας αντινεοπλασματικοί παράγοντες:

    - Αντιβιοτικά: Μπλεομυκίνη, Μιτομυκίνη

    - Αντιμεταβολίτες: Μεθοτρεξάτη, Γεμσιταμπίνη, Κυταραβίνη, Φλουνταραβίνη

    - Αλκυλιωτικοί παράγοντες: Κυκλοφωσφαμίδη, Βουσουλφάνη

    - Νιτροζουρίες: Καρμουστίνη, Λομουστίνη

    - Αλκαλοειδή της VINCA: Βινδεσίνη, Βινβλαστίνη, Βινορελβίνη

    - Ταξάνες: Πακλιταξέλη, Δοσιταξέρη

    - Διάφορα: Προκαρβαζίνη, Δοξορουβικίνη, Αναστολείς EGFR, Ρετινοϊκό οξύ

    - Βιολογικοί τροποποιητές: Ιντερλευκίνη, Ιντερφερόνη, G-CSF

    -Χημικά ανοσοθεραπευτικά φάρμακα

    Παράγοντες που αυξάνουν τη πνευμονική τοξικότητα των αντινεοπλασματικών φαρμάκων:

    - Μεγάλη ηλικία

    - Συνολική δόση του φαρμάκου

    - Συνδυασμός κυτταροτοξικών φαρμάκων

    - Ακτινοθεραπεία θώρακα

    - Προϋπάρχουσα πνευμονική νόσος

    - Οξυγονοθεραπεία με υψηλά μίγματα εισπνεόμενου οξυγόνου

    - Συγχορήγηση αιμοποιητικών αυξητικών παραγόντων ή κυτταροκινών

    Τα περισσότερα κυτταροτοξικά φάρμακα έχουν άμεση τοξική δράση στα επιθηλιακά κύτταρα του πνεύμονα και στο πνευμονικό ενδοθήλιο, μέσω οξειδωτικού, κυρίως, τύπου βλαβών. Οι βλάβες αυτές είναι αποτέλεσμα αυξημένης παραγωγής ελεύθερων ριζών οξυγόνου ή και διαταραχών των αντιοξειδωτικών μηχανισμών, που σχετίζονται, κυρίως, με τη δραστηριότητα ενζύμων με αντιοξειδωτική δράση, όπως η γλουταθειόνη και η δισμουτάση.

    Επιπλέον, η απενεργοποίηση του συστήματος των αντιπρωτεασών, που προκαλείται από διάφορα κυτταροτοξικά φάρμακα, όπως η μπλεομυκίνη και η κυκλοφωσφαμίδη, έχει ως αποτέλεσμα την αυξημένη τοξική δράση των πρωτεολυτικών ενζύμων στο πνευμονικό παρέγχυμα.

    Ένας άλλος πιθανός μηχανισμός δράσης συνδέεται με την υπερέκφραση των μορίων προσκόλλησης και την αυξημένη παραγωγή προφλεγμονωδών κυτταροκινών και αυξητικών παραγόντων, όπως ο TGF- β (Transforming growth factor), ο TNF- α (Tumor necrosis factor), η παραγόμενη από τα κυψελιδικά μακροφάγα ιντερφερόνη κ.λπ., που μέσω αλληλεπιδράσεων με τα λεμφοκύτταρα και τα ουδετερόφιλα, τα οποία όπως είναι γνωστό κατέχουν σημαντικό ρόλο στη διαδικασία της ίνωσης, οδηγούν τελικά στη διέγερση και τον αυξημένο πολλαπλασιασμό των ινοβλαστών, με επακόλουθη υπερβολική εναπόθεση κολλαγόνου και ανάπτυξη μη αναστρέψιμης πνευμονικής ίνωσης.

    Πιθανή, επίσης, είναι και η συμμετοχή ανοσολογικών παραγόντων, λόγω της ανοσοδιεγερτικής δράσης ορισμένων φαρμάκων, με αποτέλεσμα διαταραχές των CD4 και CD8 λεμφοκυττάρων.

    Τέλος, δεν έχει ακόμη πλήρως διευκρινισθεί ο ρόλος γονιδιακών διαταραχών, που σχετίζονται, κυρίως, με την έκφραση και λειτουργία των πρωτεϊνών του επιφανειοδραστικού παράγοντα ή και τη μεταβολική δράση ορισμένων ενζύμων και οι οποίες φαίνεται ότι προδιαθέτουν στην εμφάνιση της πνευμονικής τοξικότητας.

    Κυριότερες μορφές εμφάνισης της πνευμονικής τοξικότητας των αντινεοπλασματικών φαρμάκων:

    - Διάμεση πνευμονίτιδα – ίνωση

    - Πνευμονίτιδα εξ υπερευαισθησίας

    - Μη καρδιογενές πνευμονικό οίδημα

    - Διάχυτη κυψελιδική αιμορραγία

    - Πλευριτική συλλογή

    lemfo lung 2

    Διαφορική Διάγνωση πνευμονικής τοξικότητας:

    Ο αποκλεισμός άλλων παθήσεων, είναι ένα ιδιαίτερα σημαντικό βήμα στη διαγνωστική διερεύνηση των ασθενών αυτών και πρέπει, κυρίως, να περιλαμβάνει:

    - την επέκταση της βασικής νόσου, ιδιαίτερα τη λεμφαγγειακή διασπορά,

    - τις λοιμώξεις του αναπνευστικού, που είναι συχνές στους ασθενείς αυτούς λόγω της ανοσοκαταστολής και της συνήθους παρουσίας προδιαθεσικών παραγόντων,

    - τις μετακτινικές βλάβες του πνεύμονα και τέλος,

    - τις αιματολογικές διαταραχές, με αποτέλεσμα τη πνευμονική θρομβοεμβολή ή την αιμορραγική διάθεση.

    Συμπερασματικά, επισημαίνεται ότι η διάγνωση σε αυτές τις περιπτώσεις είναι, συνήθως, διάγνωση "εξ αποκλεισμού", καθώς τόσο η κλινική εικόνα, όσο και τα ακτινολογικά και ιστοπαθολογικά ευρήματα, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν είναι ειδικά.

    Στη διαγνωστική προσέγγιση λοιπόν των ασθενών αυτών προτείνονται ορισμένα διαγνωστικά κριτήρια που περιλαμβάνουν:

    - ιστορικό θεραπείας με το πιθανά ενοχοποιούμενο φάρμακο,

    - απεικονιστικά ευρήματα που δεν υπήρχαν σε προγενέστερο έλεγχο και που είναι συμβατά με τη πιθανολογούμενη νόσο,

    - ευρήματα στο βρογχοκυψελιδικό έκπλυμα ή/και την ιστοπαθολογική εξέταση, ενδεικτικά της πιθανολογούμενης νόσου,

    - αποκλεισμός οποιασδήποτε πνευμονικής νόσου, η οποία εμφανίζεται με ανάλογη κλινικο-ακτινολογική εικόνα.

    Πρέπει τέλος να αναφέρουμε ότι τα κυριότερα αντινεοπλασματικά φάρμακα ή ακόμη και έκδοχά τους, που ενοχοποιούνται για πρόκληση πνευμονικής τοξικότητας, ευθύνονται και για εμφανώς αλλεργικού τύπου αντιδράσεις που εκδηλώνονται κυρίως με βήχα, βρογχόσπασμο και οξεία δύσπνοια και μπορεί να συνοδεύονται από γενικευμένο ερύθημα, υπόταση κ.ά. 

    Το μοριακό προφίλ του όγκου είναι απαραίτητο και χρήσιμο εργαλείο για τη θεραπευτική σας απόφαση.

    Ζητείστε την εξέταση πριν κάνετε οποιαδήποτε θεραπεία. Η ζωή σας είναι πολύτιμη.

    Ζητήστε από την EMEDI πληροφορίες για το μοριακό προφίλ του όγκου.

    Μάθετε όλες τις πληροφορίες από τους συνεργάτες μας για την εξατομικευμένη θεραπεία του καρκίνου, πατώντας εδώ.

    Διαβάστε περισσότερα για την Σάββη Μάλλιου Κριαρά

    Τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τον καρκίνο

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τον καρκίνο

    lemfo lung 4

    Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με το θεράποντα ιατρό.

    Διαβάστε, επίσης,

    Ασκίτης

    Πώς μπορεί να αντιμετωπισθεί πιο αποτελεσματικά η περιτοναϊκή καρκινωμάτωση

    Σε ποιους ασθενείς πρέπει να γίνεται έλεγχος για φυματίωση

    Φυματιώδης περιτονίτιδα

    Η παθολογία του καρκίνου

    Καρκίνος μαστού

    Λεπτομηνιγγική καρκινωμάτωση

    Καρκίνος αγνώστου πρωτοπαθούς

    www.emedi.gr

     

     

     

     

  • Θρόμβωση των εν τω βάθει φλεβών Θρόμβωση των εν τω βάθει φλεβών

    Η εν τω βάθει φλεβική θρομβοφλεβίτιδα

     

    Η θρόμβωση των εν τω βάθει φλεβών είναι η δημιουργία ενός ή πολλαπλών θρόμβων αίματος μέσα στις εν τω βάθει φλέβες των άκρων ή της πυέλου συνοδευόμενη, συνήθως, από φλεγμονή του αγγειακού τοιχώματος. 

    Η μείζων κλινική συνέπεια είναι η εμβολή, συνήθως, πνευμονική που συχνά είναι απειλητική για τη ζωή.

    Επηρεάζεται το καρδιοαγγειακό σύστημα.

    Είναι συχνή νόσος, συμβαίνει, συνήθως, άνω των 40 ετών, εμφανίζεται συχνότερα στις γυναίκες με συχνότητα γυναίκες:άνδρες (1,2:1)

    Οι παιδιατρικοί ασθενείς με εν τω βάθει θρόμβωση και απουσία προηγούμενου τραυματισμού θα πρέπει να εξετάζονται για συγγενή διαταραχή της πηκτικότητας

    Οι θρομβώσεις στου ηλικιωμένους συμβαίνουν πιο συχνά, γιατί οι προδιαθεσικοί παράγοντες είναι πιο συχνοί

    Η κουμαδίνη αντενδείκνυται στην κύηση και πρέπει, αρχικά, να αντιμετωπίζονται με πλήρη δόση ηπαρίνης και μετά με υποδόρια ηπαρίνη, ξεκινώντας με 15.000 μονάδες, δυο φορές την ημέρα και στοχεύοντας τιμή PTT 1,5-2 αυτής του μάρτυρα

    Σχετιζόμενες καταστάσεις με την εν τω βάθει φλεφική θρομβοφλεβίτιδα

    Σύνδρομο Budd-Chiari ή θρόμβωση ηπατικών φλεβών

    Θρόμβωση νεφρικής φλέβας

    Ομοκυστινουρία

    Σύνδρομο αντιφωσφολιπιδικών αντισωμάτων

    deep vein 1

    Σημεία και συμπτώματα εν τω βάθει φλεβικής θρομβοφλεβίτιδας

    Πολλές περιπτώσεις είναι ασυμπτωματικές και διαγιγνώσκονται εκ των υστέρων μετά την εμβολή

    Πόνος του σκέλους (συχνά)

    Διόγκωση του σκέλους (συχνά)

    Σημείο Homan, δηλαδή πόνος του σκέλους κατά τη ραχιαία κάμψη του άκρου ποδός (συχνά)

    Ψηλαφητή ευαίσθητη χορδή στο προσβεβλημένο άκρο (σπάνια)

    Υψηλή θερμότητα του δέρματος πάνω από την περιοχή θρόμβωσης (σπάνια)

    Ερυθρότητα του δέρματος πάνω από την περιοχή θρόμβωσης (σπάνια)

    Πυρετός (σπάνια), εκτός από τη σηπτική θρομβοφλεβίτιδα

    Μη ευαίσθητη διόγκωση των παράπλευρων επιπολής φλεβών (σπάνια)

    Μαζικό οίδημα με κυάνωση και ισχαιμία ή κυανή επώδυνος φλεγμονή (σπάνια)

    Αίτια εν τω βάθει φλεβικής θρομβοφλεβίτιδας

    Φλεβική στάση

    Τραυματισμός του αγγειακού τοιχώματος

    Διαταραχές της πηκτικότητας

    deep vein 2

    Παράγοντες κινδύνου για εν τω βάθει φλεβική θρομβοφλεβίτιδα

    -Κλινικοί παράγοντες

    Τραύμα, ιδιαίτερα, κατάγματα μακρών οστών ή τραυματισμοί από σύγκρουση

    Εγχειρήσεις, κυρίως, στο ισχίο

    Παρατεταμένη ακινησία

    Κύηση, κυρίως, η λοχεία

    Καθετήρες κεντρικής φλέβας επί μακρόν

    Port-a-cath

    Χρήση αντισυλληπτικών από του στόματος

    Εξαιρετικά υψηλό υψόμετρο (πάνω από 4.500 μέτρα)

    -Παθολογικοί παράγοντες κινδύνου

    Καρκίνος

    Έλλειψη των πρωτεϊνών C και S, της αντιθρομβίνης ΙΙΙ και όλων των ενδογενών αντιπηκτικών

    Παρουσία αντισωμάτων κατά των φωσφολιπιδίων (γνωστά και ως αντιπηκτικό λύκου ή αντισώματα κατά της καρδιολιπίνης)

    Νεφρωσικό σύνδρομο

    Ιδιοπαθής πολυερυθραιμία

    Ομοκυστινουρία (σπάνια)

    Βακτηριαιμία του Campylobacter jejuni (πολύ σπάνια)

    Διαφορική διάγνωση εν τω βάθει φλεβικής θρομβοφλεβίτιδας

    Κυτταρίτιδα

    Ραγείσα ορογόνια κύστη (κύστη Baker)

    Λεμφοίδημα

    Εξωτερική συμπίεση της φλέβας από όγκο ή διογκωμένους λεμφαδένες

    Εργαστηριακά ευρήματα εν τω βάθει φλεβικής θρομβοφλεβίτιδας

    Πρωτείνη C

    Πρωτεϊνη S

    Αντιθρομβίνη ΙΙΙ

    Αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα

    Η ηπαρίνη και τα οιστρογόνα ελαττώνουν τα επίπεδα της αντιθρομβίνης ΙΙΙ

    Τα κουμαρινικά επηρεάζουν τη λειτουργικότητα των πρωτεϊνών C και S και συνεπώς αλλοιώνουν τις λειτουργικές μελέτες αυτών των πρωτεϊνών

    Η ίδια η θρόμβωση ελαττώνει τα επίπεδα της αντιθρομβίνης ΙΙΙ και η μέτρησή της πρέπει να γίνεται μετά το τέλος της θεραπείας

    Η σύφιλη και ο ερυθηματώδης λύκος σχετίζονται με αυξημένα αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα

    Ο θρόμβος αποτελείται, κυρίως, από ερυθρά αιμοσφαίρια, με μερικά αιμοπετάλια και ινική συνδεδεμένα με το τοίχωμα του αγγείου στο ένα άκρο, ενώ το κεντρικό άκρο επιπλέει ελεύθερα στον αυλό. Παρουσιάζονται ποικίλοι βαθμοί φλεγμονής του αγγειακού τοιχώματος

    D-dimers: Tα D-dimers είναι μέρη μιας πρωτεΐνης που βρίσκεται στο αίμα όταν διασπάται ένας θρόμβος με ινωδόλυση. Eάν βρεθεί η συγκέντρωσή της αυξημένη πάνω από ένα όριο σε αιματολογική εξέταση, είναι πιθανό ο ασθενής να έχει θρόμβο σε κάποια φλέβα.

    Απεικονιστικά ευρήματα εν τω βάθει φλεβικής θρομβοφλεβίτιδας

    Υπέρηχος φλεβών: Το triplex φλεβών μπορεί να ανιχνεύσει θρόμβους στις φλέβες, και επίσης να καθορίσει την ταχύτητα της κυκλοφορίας του αίματος σε μία φλέβα. Εάν ο ιατρός γνωρίζει ότι η ροή έχει επιβραδυνθεί, μπορεί να εντοπίσει τον θρόμβο εάν αυτός υπάρχει. Μια υπερηχογραφική εξέταση Doppler μπορεί να μας πει ποια είναι η ταχύτητα ροής του αίματος. Είναι μη επεμβατική μέθοδος, υψηλά ευαίσθητη και ειδική για θρόμβους της ιγνυακής και της μηριαίας. Στα μειονεκτήματα αναφέρονται η φτωχή ικανότητα διαπίστωσης θρόμβων της γαστροκνήμιας φλέβας, η υψηλή εξάρτηση του αποτελέσματος από τον εξεταστή και η αδυναμία διαφοροδιάγνωσης μεταξύ εξωτερικής συμπίεσης της φλέβας κι εσωτερικού θρόμβου.

    H μαγνητική τομογραφία (MRI) ή αξονική τομογραφία (CT) μπορεί να αποκαλύψουν θρόμβους, τυχαία.

    deep vein 4

    Θεραπεία εν τω βάθει φλεβικής θρομβοφλεβίτιδας

    Μπορεί να γίνει ενδοφλέβια αντιπηκτική αγωγή

    Ανάπαυση στο κρεβάτι. Απαιτείται ανάπαυση στο κρεβάτι για 1-5 ημέρες, έπειτα σταδιακή επάνοδος στη φυσική δραστηριότητα με αποφυγή παρατεταμένης ακινησίας

    Παρακολούθηση για εμβολικά επεισόδια

    Οι γυναίκες που λαμβάνουν από του στόματος αντισυλληπτικά πρέπει να ενημερωθούν για τους κινδύνους και τα συμπτώματα θρομβοεμβολικής νόσου

    Αποθάρρυνση της παρατεταμένης ακινησίας

    deep vein 9

    Φάρμακα εν τω βάθει φλεβικής θρομβοφλεβίτιδας

    Ο στόχος των ιατρών όταν αντιμετωπίζουν ασθενή με εν τω βάθει φλεβοθρόμβωση είναι να εμποδίσουν την αύξηση του θρόμβου, εμποδίζοντάς τον να αποκολληθεί και να φτάσει στους πνεύμονες και να προκαλέσει πνευμονική εμβολή, να προλάβουν την υποτροπή εν τω βάθει φλεβοθρόμβωσης και να ελαχιστοποιήσουν τον κίνδυνο άλλων επιπλοκών.

    -Αντιπηκτικά

    Τα φάρμακα αυτά προλαμβάνουν την διόγκωση του θρόμβου, καθώς και εμποδίζουν την αποκόλληση των θρόμβων και την πρόκληση πνευμονικής εμβολής.

    Υπάρχουν δύο τύποι αντιπηκτικών που χρησιμοποιούνται στην θεραπεία της εν τω βάθει φλεβικής θρομβοφλεβίτιδας: ηπαρίνη και βαρφαρίνη.

    Λόγω του άμεσου αποτελέσματος της ηπαρίνης, γίνεται μια σύντομη θεραπεία με ενέσεις που διαρκεί λιγότερο από μια εβδομάδα.

    Μια 3-μηνη ή 6-μηνη θεραπεία με δισκία βαρφαρίνης χορηγείται για αποφυγή υποτροπής της εν τω βάθει φλεβικής θρομβοφλεβίτιδας.

    Για αυτούς που εμφανίζουν επανειλημμένες υποτροπές εν τω βάθει φλεβικής θρομβοφλεβίτιδας η αντιπηκτική αγωγή χορηγείται στον ασθενή εφ’ όρου ζωής.

    Θεραπεία εφόδου: Ηπαρίνη 5.000-10.000 μονάδες ενδοφλέβια, που ακολουθείται από συνεχή έγχυση ενδοφλέβια σε ρυθμό 1000 μονάδες την ώρα. Η δοσολογία προσαρμόζεται ανάλογα με το χρόνο μερικής θρομβοπλαστίνης PTT, ώστε να επιτευχθούν επίπεδα PTT, περίπου διπλάσια αυτών του μάρτυρα.

    Θεραπεία συντήρησης: Βαρφαρίνη ή κουμαδίνη που ξεκινάει 1-5 ημέρεςμετά την έναρξη ηπαρίνης, με μια ημερήσια δόση 5-10 mg και προσαρμόζεται ανάλογα με το χρόνο προθρομβίνης ή PT, με στόχο μια τιμή 1,3-1,5 της τιμής του μάρτυρα. Ο ασθενής πρέπει να εξακολουθήσει να παίρνει την ηπαρίνη έως ότου επιτευχθεί αυτή η τιμή του PT.

    Απόλυτες αντενδείξεις: Βαριά ενεργός αιμορραγία, πρόσφατη νευροχερουργική επέμβαση τις τελευταίες 30 ημέρες, κύηση και προηγηθείσα αντίδραση στο φάρμακο

    Σχετικές αντενδείξεις: Πρόσφατη βαριά αιμορραγία, πρόσφατη χειρουργική επέμβαση, ιστορικό πεπτικού έλκους, πρόσφατη μη εμβολική αποπληξία

    Προφυλάξεις:

    Παρακολούθηση ασθενούς για σημεία εμβολής, περαιτέρω θρόμβωσης ή αιμορραγίας

    Κατά τη διάρκεια της αντιπηκτικής αγωγής πρέπει να αποφεύγονται οι ενδομυϊκές ενέσεις

    Παρακολουθούνται τα ούρα και τα κόπρανα για ίχνη αίματος

    Παρακολουθούνται, τακτικά, οι αιματολογικές παράμετροι

    Η ηπαρίνη μπορεί να προκαλέσει θρομβοπενία ή παράδοξη θρόμβωση με θρομβοπενία

    Αλληλεπιδράσεις αντιπηκτικών

    Παράγοντες που επιτείνουν ή ενείνουν την απάντηση στα από του στόματος αντιπηκτικά: Αλκοόλ, αλλοπουρινόλη, αμιοδαρόνη, αναβολικά στερεοειδή, ανδρογόνα, αντιμικροβιακά, σιμετιδίνη, υδρίτης της χλωράλης, δισουλφιράμη, μη στερεοειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, σουλφινοπυραζόνη, ταμοξιφαίνη, θυρεοειδικές ορμόνες, βιταμίνη Ε, ρανιτιδίνη, σαλικυλικά

    Παράγοντες που μειώνουν την απάντηση στα αντιπηκτικά: αμινογλουτεθιμίδη, αντιόξινα, βαρβιτουρικά, καρβαμαζεπίνη, χολεστυραμίνη, διουρητικά, γκριζεοφουλβίνη, ριφαμπικίνη, αντισυλληπτικά από του στόματος

    Το Eliquis (apixaban) έχει αποδειχθεί ασφαλέστερο από άλλα αντιπηκτικά σε πρόσφατη τυχαιοποιημένη διπλή, τυφλή, πολυκεντρική μελέτη σε  ασθενείς με οξεία φλεβική θρομβοεμβολική νόσο.

    Θρομβόλυση ονομάζεται η διάσπαση των θρόμβων.

    Φάρμακα που διασπούν θρόμβους λέγονται θρομβολυτικά. Οι ασθενείς με πιο σοβαρή εν τω βάθει φλεβική θρομβοφλεβίτιδα ή πνευμονική εμβολή μπορεί να χρειαστούν αγωγή με αυτά. Το TPA (ή ενεργοποιητής ιστικού πλασμινογόνου) είναι ένα παράδειγμα. Επειδή, υπάρχει κίνδυνος παρενεργειών –κυρίως αιμορραγιών- χρησιμοποιείται μόνο όταν κινδυνεύει η ζωή του ασθενούς.

    Οι θρομβολυτικοί παράγοντες είναι η ουροκινάση, η στρεπτοκινάση, ο ενεργοποιητής πλασμινογόνου ιστών και η ναττοκινάση. 

    Οι υποδόριες ενέσεις ηπαρίνης χαμηλού μοριακού βάρους χρησιμοποιούνται από τον ίδιο τον ασθενή στο σπίτι.

    -Φίλτρο κάτω κοίλης φλέβας 

    Είναι μια συσκευή σαν μικροσκοπική ομπρέλα που τοποθετείται στην φλέβα για να περισυλλέξει θρόμβους και να τους εμποδίσει να φτάσουν στους πνεύμονες, ενώ επιτρέπουν την συνέχιση της κυκλοφορίας. Τοποθετείται στην κάτω κοίλη, μια μεγάλη φλέβα. Αν αντενδείκνυνται τα αντιπηκτικά και τα θρομβολυτικά τοποθετείται στην κάτω κοίλη φλέβα ''ομπρέλα'' για να παγιδεύονται τα έμβολα πριν φτάσουν στους πνεύμονες

    -Αντιθρομβωτικές κάλτσες συμπίεσης

    Φοριούνται για να περιορίσουν τον πόνο στις γάμπες, το οίδημα και να προλάβουν την εμφάνιση ελκών. Οι κάλτσες μπορούν να προστατέψουν τον ασθενή από μεταθρομβωτικό σύνδρομο. Αυτό είναι μια μακροχρόνια επιπλοκή της εν τω βάθει φλεβικής θρομβοφλεβίτιδας που επηρεάζει το 20 με 50% των ασθενών. Οι ιστοί στην γάμπα καταστρέφονται και αυτό έχει σαν αποτέλεσμα πόνο, κνησμό, τον σχηματισμό ελκών, αποχρωματισμό του δέρματος και οίδημα.

    Ένας ασθενής με εν τω βάθει φλεβική θρομβοφλεβίτιδα πρέπει να φορά κάλτσες για τουλάχιστον 24 μήνες. Πρέπει να φοριούνται συνεχώς.

    Παρακολούθηση ασθενούς με εν τω βάθει φλεβική θρομβοφλεβίτιδα

    Απαιτούνται πολλές μετρήσεις του PTT την ημέρα όταν ο ασθενής λαμβάνει ενδοφλέβια ηπαρίνη, μέχρι τη σταθεροποίηση της δόσης. Τα αιμοπετάλια, επίσης, πρέπει να ελέγχονται και η ηπαρίνη διακόπτεται αν τα αιμοπετάλια πέσουν κάτω από 75.000.

    Σε θεραπεία με κουμαδίνη, χρειάζεται καθημερινός έλεγχος του PT, ώστε να επιτευχθεί η ζητούμενη τιμή κι έπειτα ο έλεγχος του PT γίνεται εβδομαδιαίως και σε σταθεροποιημένο ασθενή, μηνιαίως, γι όσο ο ασθενής συνεχίζει την αγωγή.

    Στο πρώτο επεισόδιο της θρόμβωσης, η θεραπεία διαρκεί 3-6 μήνες. Επακόλουθα επεισόδια έχουν διάρκεια αγωγής τουλάχιστον 1 έτος.

    Σεσημασμένη αιμορραγία, όπως αιματουρία ή γαστρεντερική αιμορραγία, πρέπει να διερευνώνται εξονυχιστικά, καθώς η αντιπηκτική αγωγή, συχνά, αποκαλύπτει μια προϋπάρχουσα εξεργασία, όπως καρκίνος, πεπτικό έλκος ή αρτηριοφλεβικές ανωμαλίες.

    deep vein 3

    Πρόληψη και αποφυγή εν τω βάθει φλεβικής θρομβοφλεβίτιδας

    Αποφυγή παρατεταμένης ακινησίας

    Αποφυγή χρήσης αντισυλληπτικών δισκίων

    Οι χειρουργημένοι ασθενείς απαιτούν ενεργό προφύλαξη, με χαμηλή δόση ηπαρίνης, με τη δόση προσαρμοσμένη, ώστε να έχετε μια ελάχιστη αύξηση του PTT, χαμηλές δόσεις κουμαδίνης ή καλύτερα υποδόρια ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους και διαλείπουσα μηχανική συμπίεση των κάτω άκρων

    deep vein 8

    Επιπλοκές εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης

    -Πνευμονική εμβολή (θανάσιμη στο 10-20% των περιπτώσεων)

    -Συστηματική εμβολή ή παράδοξη εμβολή, όταν υπάρχει αρτηριοφλεβική επικοινωνία

    -Χρόνια φλεβική ανεπάρκεια

    -Μεταφλεβιτιδικό σύνδρομο, δηλαδή πόνος και διόγκωση στο προσβεβλημένο άκρο, χωρίς, νέο σχηματισμό θρόμβου

    -Αιμορραγία προκληθείσα από την αγωγή

    -Ισχαιμία των μαλακών μορίων που σχετίζεται με μαζικό θρόμβο και πολύ υψηλές φλεβικές πιέσεις ή κυανή επώδυνος φλεγμονή που είναι σπάνια, αλλά, είναι επείγον χειρουργικό περιστατικό

    deep vein 6

    Πορεία και πρόγνωση εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης

    Περίπου 20% των αθεράπευτων κεντρικών, άνω της γαστροκνημίας, εν τω βάθει θρομβώσεων εξελίσσονται σε πνευμονική εμβολή και το 20% από αυτές είναι θανάσιμες. Με επιθετική αντιπηκτική αγωγή η θνησιμότητα ελαττώνεται 10 φορές.

    Η εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση που είναι περιορισμένη στη γαστροκνημία, πρακτικά, δεν προκαλεί ποτέ κλινικά ορατή πνευμονική εμβολή, οπότε δεν απαιτεί αντιπηκτική αγωγή. Παρόλα ταύτα οι εν τω βάθει θρομβώσεις της γαστροκνημίας μπορούν, μερικές φορές, να εξαπλωθούν στις κεντρικότερες φλέβες, γι΄αυτό η γνωστή ή πιθανή εν τω βάθει θρόμβωση της γαστροκνημίας πρέπει να παρακολουθείται με triplex φλεβών κάτω άκρων κάθε 5 ημέρες, για 10 ημέρες και να αντιμετωπίζεται επιθετικά, αν εξαπλωθεί προς τις ιγνυακές ή μηριαίες φλέβες.

    Τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για την πρόληψη και θεραπεία της εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για την εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση

    deep vein 7

    Διαβάστε, επίσης,

    Βαρφαρίνη

    Οξεία ηπατική ανεπάρκεια

    Χρήσιμες πληροφορίες για τη θρομβοφιλία

    D-dimers

    Κάκωση νωτιαίου μυελού

    Ρουτίνη

    Aντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο

    Πνευμονική εμβολή

    Πώς θα καταλάβετε ότι κάποιος έχει θρόμβωση στο πόδι

    Χρόνια φλεβική ανεπάρκεια

    Γιατί πρέπει να κινητοποιούνται γρήγορα οι χειρουργημένοι;

    www.emedi.gr

     

     

  • Ο καρκίνος θυρεοειδούς θεραπεύεται Ο καρκίνος θυρεοειδούς θεραπεύεται

    Θυρεοειδική κακοήθης νεοπλασία

     

    Γράφει η 

    Δρ Σάββη Μάλλιου Κριαρά 

    Ειδικός Παθολόγος-Ογκολόγος, MD, PhD

    Η θυρεοειδική κακοήθης νεοπλασία είναι η αυτόλογη ανάπτυξη θυρεοειδικών οζιδίων με τάση για μεταστάσεις.

    Ο καρκίνος θυρεοειδούς μπορεί να είναι πρωτοπαθής ή μεταστατικός

    -Θηλώδες καρκίνωμα θυρεοειδούς

    Αποτελεί το 70% των θυρεοειδικών όγκων. Σχετίζεται με την έκθεση στην ακτινοβολία. Ο όγκος περιέχει ψαμμώδη σωμάτια. Μεθίσταται μέσω της λεμφικής οδού.

    -Θυλακιώδες καρκίνωμα θυρεοειδούς

    Αποτελεί το 20% των θυρεοειδικών όγκων. Η επίπτωσή του ελαττώνεται με την εισαγωγή ιωδίου στη δίαιτα. Συμβαίνει, κυρίως, σε γυναίκες άνω των 40 ετών. Μεθίσταται αιματογενώς.

    -Καρκίνωμα θυρεοειδούς από κύτταρα του Hurthle

    Συνήθως, παρατηρείται σε ασθενείς άνω των 60 ετών. Είναι ακτινοανθεκτικό. Αποτελείται από διακριτά μεγάλα ηωσινόφιλα κύτταρα με άφθονα κυτταροπλασματικά μιτοχόνδρια.

    -Μυελώδες καρκίνωμα θυρεοειδούς

    Προέρχεται από τα παραθυλακιώδη κύτταρα, τα κύτταρα C. Αποτελεί το 5% όλων των θυρεοειδικών όγκων. Σχετίζεται με το σύνδρομο πολλαπλής ενδοκρινικής νεοπλασίας (Multiple endocrine neoplasia-MEN), τα οποία μπορεί να είναι οικογενή ή σποραδικά. Όταν είναι οικογενές είναι αυτοσωματικό επικρατές. Η καλσιτονίνη είναι χημικός του δείκτης.

    -Αναπλαστικό καρκίνωμα θυρεοειδούς

    Αποτελεί το 3% των θυρεοειδικών όγκων. Παρατηρείται, συνήθως, σε ηλικίες άνω των 60 ετών.

    -Άλλα καρκινώματα θυρεοειδούς

    Λέμφωμα θυρεοειδούς

    Σάρκωμα θυρεοειδούς

    Μεταστατικοί όγκοι (καρκίνος νεφρού, καρκίνος μαστού, καρκίνος πνεύμονα)

    Επηρεάζονται το ενδοκρινολογικό και το μεταβολικό σύνδρομο. Η επίπτωση του είναι 0,0051/100.000. Συνήθως, παρατηρείται σε ηλικία άνω των 40 ετών. Οι γυναίκες προσβάλλονται περισσότερο από τους άνδρες σε αναλογία 2,6:1. Στα παιδιά περισσότερο από 60% των θυρεοειδικών όζων είναι κακοήθεις. Ο κίνδυνος κακοήθειας αυξάνει μετά την ηλικία των 60 ετών

    thyroid cancer 1

    Σημεία και συμπτώματα καρκίνου θυρεοειδούς

    Μη ευαίσθητη, σκληρή,, συμφυόμενη τραχηλική μάζα, αλλά μπορεί να είναι και μαλακές και σκληρές μάζες

    Βράγχος φωνής

    Δυσφαγία

    Τραχηλική λεμφαδενοπάθεια

    Δύσπνοια

    Παράγοντες κινδύνου καρκίνου θυρεοειδούς

    Ακτινοβόληση του τραχήλου (6-200rads), θηλώδες καρκίνωμα

    Ιωδοπενία, θυλακιώδες καρκίνωμα

    Σύνδρομο ΜΕΝ, μυελώδες καρκίνωμα

    Προηγηθείσα μη ολική θυρεοειδεκτομή για κακοήθεια, αναπλαστικό καρκίνωμα

    Το μυελώδες καρκίνωμα σχετίζεται με φαιοχρωματοκύττωμα, υπερπαραθυρεοειδισμό, γαγγλιονεύρωμα του γαστρικού σωλήνα και νευρώματα των βλεννωδών μεμβρανών

    Διαφορική διάγνωση καρκίνου θυρεοειδούς

    Πολυοζώδης βρογχοκήλη

    Θυρεοειδικό αδένωμα

    Κύστη του θυρεογλωσσικού πόρου

    Θυρεοειδίτιδα

    Θυρεοειδική κύστη

    Έκτοπος θυρεοειδής

    thyroid cancer 3

    Διάγνωση καρκίνου θυρεοειδούς

    Δοκιμασίες θυρεοειδικής λειτουργίας: Είναι, συνήθως, φυσιολογικές.

    Παθολογοανατομικά ευρήματα

    Θηλώδες: ψαμμώδη σωμάτια και αναπλαστικές επιθηλιακές θηλές

    Θυλακιώδες: Αναπλαστικές επιθηλιακές σειρές με θυλάκια

    Κυττάρων Hurthle: Μεγάλα ηωσινόφιλα κύτταρα με κοκκιώδες κυτταρόπλασμα

    Μυελοειδές: Μεγάλα ποσά στρωμάτων αμυλοειδούς

    Αναπλαστικό: Μικροκυτταρικοί και γιγαντοκυτταρικοί αδιαφοροποίητοι όγκοι 

    Ειδικές δοκιμασίες

    Καλσιτονίνη για μυελοειδές (φυσιολογικά<300pg/ml)

    Θυρεοσφαιρίνη, ως μετεγχειρητικός καρκινικός δείκτης

    Μοριακό Προφίλ Του Όγκου και η σύνθεση του DNA όγκου (διπλοειδές περιεχόμενο βελτιώνει την πρόγνωση)

    Σπινθηρογράφημα θυρεοειδούς: οι ψυχροί όζοι είναι περισσότερο ύποπτοι για κακοήθεια

    Υπέρηχος θυρεοειδούς (η συμπαγής μάζα είναι περισσότερο ύποπτη για κακοήθεια)

    Μαγνητική τομογραφία

    Λαρυγγοσκόπηση σε υποψία παράλυσης των φωνητικών χορδών

    Καλύτερα να μη γίνεται βιοψία

    Καλύτερα να μη γίνεται σπινθηρογράφημα

    Καλύτερα να μη χορηγείται ραδιενεργό ιώδιο

    Παθολογοανατομικά ευρήματα σε περίπτωση χειρουργείου

    Θηλώδες: Ψαμμώδη σωμάτια, αναπλαστικές επιθηλιακές θηλές

    Θυλακιώδες: Αναπλαστικές επιθηλιακές σειρές με θυλάκια

    Κυττάρων Hurthle: Μεγάλα ηωσινόφιλα κύτταρα με κοκκιώδες κυτταρόπλασμα

    Μυελοειδές: Μεγάλα ποσά στρωμάτων αμυλοειδούς

    Αναπλαστικό: Μικροκυτταρικοί και γιγαντοκυτταρικοί αδιαφοροποίητοι όγκοι

    thyroid cancer 2

    Θεραπεία καρκίνου θυρεοειδούς

    Θηλώδες καρκίνωμα: Λοβεκτομή με ισθμεκτομή ή ολική θυρεοειδεκτομή. Καλύτερα να μην αφαιρούνται οι λεμφαδένες, όπως γίνεται τώρα

    Θυλακιώδες καρκίνωμα και καρκίνωμα των κυττάρων του Hurthle: Ολική θυρεοειδεκτομή. Καλύτερα να μην αφαιρούνται οι λεμφαδένες, όπως γίνεται τώρα

    Αναπλαστικό καρκίνωμα: Δυστυχώς, γίνεται επιθετική en block θυρεοειδεκτομή και απαιτείται τραχειοστομία. Πρέπει να αλλάξει αυτός ο χειρουργικός τρόπος αντιμετώπισης

    Αποφυγή ιωδοπενίας στη διατροφή. Πάντα να καταναλώνετε ιωδιούχο, ανεπεξέργαστο θαλασσινό αλάτι

    Φάρμακα για τον καρκίνο θυρεοειδούς

    Μετεγχειρητικά απαιτείται θεραπεία υποκατάστασης για να καταπιεσθούν τα επίπεδα TSH στον ορό: Λεβοθυροξίνη (Τ4) 100-200 mcg την ημέρα ή λιοθυρονίνη Τ3 50-100 mcg

    Τα κυριότερα φάρμακα με τα οποία αλληλεπιδρούν η λεβοθυροξίνη και η λιοθυρονίνη και δεν πρέπει να λαμβάνονται μαζί τους:

    Αμφεταμίνες

    Αντιπηκτικά

    Τρυκικλικά αντικαταθλιπτικά

    Αντιδιαβητικά φάρμακα

    Ασπιρίνη

    Βαρβιτουρικά

    Βήτα αδρενεργικοί αποκλειστές

    Χολεστυραμίνη

    Κολεστιπόλη

    Αντισυλληπτικά από του στόματος

    Δακτυλίτιδα

    Εφεδρίνη

    Οιστρογόνα

    Μεθυλφαινιδάτη

    Φαινυντοϊνη κ.ά!!!

    thyroid cancer 5

    Παρακολούθηση του ασθενούς με καρκίνο θυρεοειδούς

    Γίνεται σπινθηρογράφημα θυρεοειδούς στις 6 εβδομάδες και χορήγηση I131 για κάθε ορατή πρόσληψη

    Στους 6 μήνες κι έπειτα κάθε χρόνο, ο ασθενής κάνει σπινθηρογράφημα θυρεοειδούς και ακτινογραφία θώρακος

    Για το θηλώδες και θυλακιώδες ελέγχονται τα επίπεδα θυρεοσφαιρίνης ετησίως

    Το σπινθηρογράφημα θυρεοειδούς και τα επίπεδα θυρεοσφαιρίνης πρέπει να γίνονται με τον ασθενή σε υποθυρεοειδική κατάσταση, που επιτυγχάνεται με απόσυρση 6 εβδομάδων από τη λεβοθυροξίνη και 3 εβδομάδων από τη λιοθυρονίνη

    Καλύτερα να μη γίνεται σπινθηρογράφημα θυρεοειδούς!!!

    Καλύτερα να μη χορηγείται ραδιενεργό ιώδιο!!!

    thyroid cancer 6

    Πρόληψη καρκίνου θυρεοειδούς

    Δοκιμασία έγχυσης ασβεστίου ή διέγερσης με πενταγαστρίνη σε ασθενείς υψηλού κινδύνου για σύνδρομο ΜΕΝ

    Πορεία και πρόγνωση καρκίνου θυρεοειδούς

    Θηλώδες καρκίνωμα

    Συνολική θνησιμότητα 3-8%

    Θυλακιώδες καρκίνωμα

    Συνολική πενταετής επιβίωση 80%, δεκαετής επιβίωση 77%. Ιστολογικά μικροδιηθητικοί όγκοι έχουν ανάλογη πρόγνωση με το θηλώδες καρκίνωμα, ενώ μακροδιηθητικοί όγκοι έχουν πολύ χειρότερη πρόγνωση

    Καρκίνωμα κυττάρων Hurthle

    93% πενταετής επιβίωση και 83% συνολική επιβίωση. Σε μακροδιηθητικούς όγκους η επιβίωση είναι μικρότερη του 25%

    Μυελώδες καρκίνωμα

    Αν μη διογκωμένους λεμφαδένες η πενταετής επιβίωση είναι 90% και η δεκαετής επιβίωση 85%. Με διογκωμένους λεμφαδένες η πενταετής επιβίωση είναι 65% και η δεκαετής επιβίωση 40%

    Αναπλαστικό καρκίνωμα

    Δεν αναμένεται επιβίωση

    Το μοριακό προφίλ του όγκου είναι απαραίτητο και χρήσιμο εργαλείο για τη θεραπευτική σας απόφαση.

    Ζητείστε την εξέταση πριν κάνετε οποιαδήποτε θεραπεία. Η ζωή σας είναι πολύτιμη.

    Ζητήστε από την EMEDI πληροφορίες για το μοριακό προφίλ του όγκου.

    Μάθετε όλες τις πληροφορίες από τους συνεργάτες μας για την εξατομικευμένη θεραπεία του καρκίνου του θυρεοειδούς, πατώντας εδώ.

    Διαβάστε περισσότερα για την Σάββη Μάλλιου Κριαρά

    Τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για το θυρεοειδή σας

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για το θυρεοειδή σας

    thyroiditis 4

    Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με το θεράποντα ιατρό.

    Διαβάστε, επίσης,

    Πολύ χρήσιμες πληροφορίες για τη θυρεοειδίτιδα

    Τα κανναβινοειδή είναι οι προστάτες της ομοιόστασης και της υγείας

    Καινοτομίες για την πρόληψη και θεραπεία του καρκίνου

    Καρκίνος θυρεοειδούς και κάνναβη

    Μήπως έχετε ανεπάρκεια ιωδίου;

    Τι είναι η υπασβεστιαιμία

    Χρήσιμες πληροφορίες για τον καρκίνο θυρεοειδούς

    Διάγνωση καρκίνου θυρεοειδούς

    Θυρεοειδικές παθήσεις

    Καρκίνος θυρεοειδούς

    Όζοι του θυρεοειδούς

    Δηλητηρίαση από ακτινοβολία

    Φαιοχρωμοκύττωμα

    Καλσιτονίνη

    Βιοδείκτες στην ογκολογία

    Διογκωμένος κακοήθης λεμφαδένας τραχήλου