Πέμπτη, 18 Μαρτίου 2021 17:11

Λαχνοοζώδης υμενίτιδα

Γράφτηκε από την
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

Χρήσιμες πληροφορίες για τη λαχνοοζώδη αρθροϋμενίτιδα ή υμενίτιδα

Λαχνοοζώδης αρθροϋμενίτιδα είναι η διηθητική πάθηση αγνώστου αιτιολογίας που προσβάλει αρθρώσεις επενδυμένες με υμένιο, έλυτρα των τενόντων ή θυλάκους. Εμφανίζεται με διάχυτες ή εντοπισμένες μορφές που έχουν σαφώς διαφορετική πρόγνωση

Επηρεαζόμενα συστήματα: Μυοσκελετικό

Επικρατέστερη ηλικία:

  • Η διάχυτη μορφή εμφανίζεται, συνήθως, στην 3η και 4η δεκαετία ζωής
  • Η εντοπισμένη μορφή είναι πιο συχνή στην 5η και 6η δεκαετία ζωής

Επικρατέστερο φύλο:

  • Διάχυτη μορφή: Άνδρες = Γυναίκες 
  • Εντοπισμένη μορφή: Γυναίκες > Άνδρες

ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΛΑΧΝΟΟΖΩΔΟΥΣ ΑΡΘΡΟΫΜΕΝΙΤΙΔΑΣ

Διάχυτη μορφή:

  • Ετερόπλευρη και μονοαρθρική, στο 80% προσβάλει το γόνατο, προσβάλει επίσης το ισχίο, τον αγκώνα και τον ώμο σε φθίνουσα συχνότητα
  • Ήπιος και προοδευτικός πόνος στην ενεχόμενη άρθρωση
  • Ιστορικό τραυματισμού (30% των περιπτώσεων)
  • Υποτροπιάζον οίδημα και ευαισθησία στην ψηλάφηση της ενεχόμενης άρθρωσης 
  • Αυξημένη θερμοκρασία του δέρματος πάνω από την ενεχόμενη άρθρωση

Εντοπισμένη μορφή:

  • Πιο συχνή στους τένοντες απ' ό,τι στις αρθρώσεις
  • Προσβάλει τους τένοντες χεριών και ποδιών συνήθως, σπάνια τον καρπό, τον αγκώνα ή μια μείζονα άρθρωση
  • Εμφανίζεται ως μια βραδέως μεγεθυνόμενη ανώδυνη μάζα
  • Πιο συχνή αιτία όγκου στο χέρι, μετά τα γάγγλια

Χρόνια φλεγμονώδης:

  • Σπάνια, μονοαρθρική εμφάνιση 

ΑΙΤΙΑ ΛΑΧΝΟΟΖΩΔΟΥΣ ΑΡΘΡΟΫΜΕΝΙΤΙΔΑΣ

Άγνωστα, πιθανώς πολλαπλές τοπικές αιμορραγίες 

ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΛΑΧΝΟΟΖΩΔΟΥΣ ΑΡΘΡΟΫΜΕΝΙΤΙΔΑΣ

ΔΙΑΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ 

Διάχυτη μορφή (αν το οίδημα των μαλακών μορίων είναι το κύριο εύρημα):

  • Ορογονίωμα, συχνά, αποτιτανούται
  • Αιμαγγείωμα του ορογόνου, συνήθως, συμβαίνει στην παιδική και συχνά σχετίζεται με δερματικό αιμαγγείωμα
  • Λίπωμα - ημίρρευστη πληρότητα στην ψηλάφηση και απουσία του οροαιματηρού υγρού στην αναρρόφηση
  • Σπάνια, μονοαρθρική εμφάνιση σε άλλες μορφές χρόνιας φλεγμονώδους αρθρίτιδας

Διάχυτη μορφή (αν πολλαπλές υποχόνδριες κύστεις στην ακτινογραφία είναι το κύριο εύρημα):

  • Εκφυλιστική πάθηση των αρθρώσεων: οι κύστεις εμφανίζονται μόνο στις επιφάνειες που δέχονται πιέσεις, ενώ οι κύστεις της λαχνοοζώδους αρθροϋμενίτιδας συμβαίνουν παντού στις αρθρώσεις. Οστεόφυτα είναι συχνά σε εκφυλιστική αρθρίτιδα, ενώ δεν υπάρχουν στη λαχνοοζώδη αρθροϋμενίτιδα
  • Φυματιώδης αρθρίτιδα, χαρακτηρίζεται από βαριά παραρθρική οστεοπόρωση 
  • Αρθροπάθεια από αμυλοειδές είναι συχνά συμμετρική και πιο συχνή στα άνω άκρα. Το ενδαρθρικό διάστημα διατηρείται 
  • Υμενώδης χονδρομάτωση με παρουσία διάσικτων αποτιτανώσεων κατά μήκος των παρυφών (στο 60-70% των περιπτώσεων)

Εντοπισμένη μορφή:

  • Γάγγλιο, περιέχει στην αναρρόφηση ημίρρευστο υγρό 
  • Οζίδια Dupuytren δε συνάπτονται με το έλυτρο του τένοντα και συνεπώς δεν κινείται με τον τένοντα

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ

Αναρρόφηση οροαιματηρού υγρού από άρθρωση, σε απουσία τραύματος, υποδηλώνει με μεγάλη πιθανότητα λαχνοοζώδη αρθροϋμενίτιδα (παρ' όλα αυτά το αρθρικό υγρό μπορεί να είναι καθαρό). Το αναρροφηθέν αρθρικό υγρό μπορεί να περιέχει υψηλή χοληστερόλη 

ΠΑΘΟΛΟΓΟΑΝΑΤΟΜΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ

Ο αρθρικός υμένας δείχνει εκβλάστηση λαχνών ή οζιδίων με υπορογόνια κυτταρική διήθηση από ινοβλάστες, λεμφοκύτταρα και αφρώδη κύτταρα (μακροφάγα που περιέχουν λίπος)

ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ

  • Η αξονική τομογραφία μπορεί να είναι χρήσιμη, αλλά η μαγνητική τομογραφία έχει την καλύτερη πιθανότητα να είναι διαγνωστική, λόγω της παρουσίας αιμοσιδηρίνης και λίπους μέσα στον μη φυσιολογικό ιστό που περιέχεται στην άρθρωση
  • Η ακτινογραφία δείχνει οίδημα των μαλακών μορίων της ενεχόμενης άρθρωσης. Υποχόνδριες κύστεις και διαβρώσεις εκ πιέσεως περιορίζονται κυρίως στο ισχίο. Χαρακτηριστική είναι η απουσία οστεοφύτων και παραρθρικής οστεοπόρωσης 

ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΕΣ ΜΕΘΟΔΟΙ

  • Η αρθροσκόπηση συνήθως αποκαλύπτει χαρακτηριστικές βλάβες του ορογόνου και επιτρέπει τη διαγνωστική βιοψία
  • Το αρθρογράφημα δεν είναι συνήθως διαγνωστικό
  • Ραδιοίσοτοπικές και υπερηχογραφικές μελέτες δεν είναι συνήθως διαγνωστικές

ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΛΑΧΝΟΟΖΩΔΟΥΣ ΑΡΘΡΟΫΜΕΝΙΤΙΔΑΣ

ΕΝΔΕΙΚΝΥΟΜΕΝΗ ΑΓΩΓΗ ΥΓΕΙΑΣ

Χειρουργική αντιμετώπιση, σε ενδονοσοκομειακό ή εξωτερικό ασθενή 

ΓΕΝΙΚΑ ΜΕΤΡΑ

Διάχυτη μορφή: ολική υμενεκτομή είναι η συνήθως συνιστούμενη αντιμετώπιση, αλλά έχει 25-40% ποσοστό υποτροπής. Ακτινοθεραπεία, μόνη ή σε συνδυασμό με υμενεκτομή έχει δοκιμασθεί με υψηλό ποσοστό υποτροπής επίσης, πρόσφατα έχουν δοκιμασθεί οι ενδαρθρικές ενέσεις ραδιοϊσοτόπων και ειδικότερα ύττριο-90 και δείχνουν να υπόσχονται πολλά, αλλά η εκτίμηση τους δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί 

Εντοπισμένη μορφή: τοπική εκτομή επιφέρει την ίαση

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ

Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται δύο φορές το χρόνο μετά τη θεραπεία διάχυτης μορφής με ιστορικό και κλινική εξέταση. Ακτινογραφίες κάθε χρόνο, ειδικότερα αν ενέχεται το ισχίο

ΠΙΘΑΝΕΣ ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ

Οστεοαρθρίτιδα, ειδικότερα στην άρθρωση του ισχίου

ΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΗ ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΓΝΩΣΗ 

  • Καλή στην εντοπισμένη μορφή 
  • Στη διάχυτη μορφή επηρεάζεται από συχνές υποτροπές της πάθησης, όπως και δυσλειτουργία της άρθρωσης 

Τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τις αρθρώσεις

Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τις αρθρώσεις

Joint Pain Caused by CAD

Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με το θεράποντα ιατρό

Διαβάστε, επίσης,

Κάνναβη και ρευματοειδής αρθρίτιδα

Σύνδρομο κροταφογναθικής άρθρωσης

Νευροεμβιομηχανική

Νεανική οστεοχόνδρωση ισχίου και πυέλου

Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος

Σύνδρομο Blau

Χονδροπάθεια της επιγονατίδας

Αποκαταστάσεις αθλητικών κακώσεων

www.emedi.gr

 

 

Διαβάστηκε 293 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 23 Μαρτίου 2021 19:54
Σαββούλα Μάλλιου Κριαρά

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Σχετικά Άρθρα

  • Χρήσιμες πληροφορίες για τη λεύκη Χρήσιμες πληροφορίες για τη λεύκη

    Λεύκη

    Λεύκη είναι επίκτητη, βραδέως εξελισσόμενη υπόχρωση του δέρματος σε μικρές ή μεγαλύτερες περιοχές, που οφείλεται σε εξαφάνιση των ενεργών μελανοκυττάρων 

    • Ο τύπος Α έχει μη δερμοτομική κατανομή και είναι διάσπαρτος. Αφορά το 75% των περιπτώσεων 
    • Ο τύπος Β έχει δερμοτομική ή τμηματική κατανομή. Αφορά το 25% των περιπτώσεων 

    Επηρεαζόμενα συστήματα: Δέρμα/Εξωκρινείς

    Γενετική: Αυτοσωματικός επικρατούντας χαρακτήρας με ποικίλη διεισδυτικότητα και έκφραση. Θετικό οικογενειακό ιστορικό στο 30% των αρρώστων 

    Επικρατέστερη ηλικία: Όλες οι ηλικίες: 50% έναρξη πριν την ηλικία των 20 χρόνων

    Επικρατέστερο φύλο: Άνδρες = Γυναίκες

    ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΛΕΥΚΗΣ

    • Υπόχρωση δέρματος
    • Κατά τόπους ηλιακά εγκαύματα
    • Κνησμός (10%)
    • Πρόωρο γκριζάρισμα (35%)
    • Φαινόμενο Koebner (πρόκληση από τραυματισμό)

    ΑΙΤΙΑ ΛΕΥΚΗΣ

    Η αιτιολογία δεν είναι σαφής. Αναφέρεται ανοσολογική αντίδραση απέναντι στα μελανοκύτταρα

    ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΛΕΥΚΗΣ

    • Θετικό οικογενειακό ιστορικό 
    • Αυτοάνοσα νοσήματα

    ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΛΕΥΚΗΣ

    ΔΙΑΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ 

    Κάθε διαταραχή με επίκτητη υπομελάγχρωση όπως ποικιλόχρους πιτυρίαση, λέπρα, ερυθηματώδης λύκος, πυριτίαση, ατοπική δερματίτιδα, αλφισμός, γυροειδής αλωπεκία, έκθεση σε χημικά (φαινόλες, αρσενικό, χλωροκίνη, υδροκινόνη), έκθεση σε στεροειδή, χρήση ρετινοϊκού οξέος, σκλήρυνση κατά πλάκας, νευροϊνωμάτωση, μελανοκυτταρικοί σπίλοι, υποχώρηση κακοήθους μελανώματος, νόσος του Addison, υποφυσισμός, υπερθυρεοειδισμός

    ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ

    Εξέταση ρουτίνας αίματος και ούρων είναι φυσιολογικές σε απουσία σχετικών διαταραχών 

    ΠΑΘΟΛΟΓΟΑΝΑΤΟΜΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ

    Πλήρης απουσία μελανοκυττάρων στη βιοψία δέρματος. Στο όριο μπορεί να παρατηρήσει κανείς λίγα λεμφοκύτταρα και μεγάλα μελανοκύτταρα με ανώμαλα μελανοσώματα

    ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΕΣ ΜΕΘΟΔΟΙ

    • Εξέταση των υπομελαγχρωστικών βλαβών με τη λυχνία του Wood κυρίως σε άτομα με ανοιχτή επιδερμίδα
    • Ξέσματα δέρματος σε παρασκεύασμα υδροξειδίου του καλίου εξετάζονται στο μικροσκόπιο για τον αποκλεισμό της ποικιλοχρόους πιτυρίασης 

    ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΛΕΥΚΗΣ

    ΕΝΔΕΙΚΝΥΟΜΕΝΗ ΑΓΩΓΗ ΥΓΕΙΑΣ

    Εξωτερικός ασθενής εκτός σπανίων περιπτώσεων δερματικών μοσχευμάτων 

    ΓΕΝΙΚΑ ΜΕΤΡΑ

    • Η έκθεση στον ήλιο τονίζει τη διαφορά μεταξύ φυσιολογικού και μη φυσιολογικού δέρματος και για αισθητικούς λόγους οι ασθενείς αποφεύγουν τον ήλιο 
    • Βαφές δέρματος και καλλυντικά μπορούν να χρησιμοποιηθούν για προστασία

    ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ

    Ενημερώνουμε τον ασθενή ότι σε απουσία αυτοάνοσων νοσημάτων, το πρόβλημα είναι καθαρά αισθητικό. Επιτυχής καλλυντική κάλυψη είναι συνήθως εύκολη

    character young woman showing vitiligo skin hair problem 1302 25079

    ΦΑΡΜΑΚΑ ΛΕΥΚΗΣ

    ΦΑΡΜΑΚΑ ΕΚΛΟΓΗΣ

    • Τμηματική λεύκη: ισχυρά τοπικά κορτικοστεροειδή όπως αλοιφή προπιονικής κλοβεταζόλης ή κλομπετασόλη προπιονική, 4 επαλείψεις την ημέρα για 2 μήνες. Η θεραπεία επαναλαμβάνεται μετά από διακοπή 1 με 4 μηνών. Εναλλακτικά χρησιμοποιούνται τοπικά ψωραλένια σε διάλυμα 1% σε συνδυασμό με έκθεση σε ακτινοβολία μεγάλου μήκους κύματος (UVA) για 90 λεπτά 
    • Διάσπαρτη λεύκη: από το στόμα ψωραλένια όπως τριμεθυλψωραλένη ή μεθοξυψωραλένη μεθοξαλίνη σε συνδυασμό με έκθεση σε UVA για διάστημα 12 με 24 μηνών. Εναλλακτικά, αποχρωματισμός του εναπομείναντος φυσιολογικού δέρματος με αλοιφή υδροκινόνης 

    Αντενδείξεις:

    • Απόλυτες αντενδείξεις στη χρήση ψωραλενίων: ιδιοσυγκρασιακή αντίδραση στα ψωραλένια, αντίδραση φωτοευαιασθησίας (όπως συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, αλφισμός, πορφυρία), διηθητικό πλακοκυτταρικό καρκίνωμα, μελάνωμα, αφακία
    • Σχετικές αντενδείξεις στη χρήση ψωραλενίων: καρδιακή νόσος, ηπατική δυσλειτουργία, πολλαπλά βασικοκυτταρικά καρκινώματα, προηγούμενη ραδιοθεραπεία, προηγούμενη θεραπεία με αρσενικό

    Προφυλάξεις:

    • Ατροφία του δέρματος και τηλαγγειεκτασίες από τη χρήση τοπικών στεροειδών, ιδιαίτερα στο πρόσωπο 
    • Προφύλαξη από πιθανή φωτοευαισθησία από την UVA 
    • Πιθανώς σοβαρά εγκαύματα με τη χρήση τοπικών ψωραλενίων 
    • Ψωραλένια σε συνδυασμό με UVA (PUVA) δε μπορεί να εφαρμοσθεί σε παιδιά κάτω των 12 χρόνων
    • Ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με PUVA πρέπει να παρακολουθούνται με οφθαλμολογική εξέταση για τον αποκλεισμό μελαγχρωστικής αμφιβληστροειδοπάθειας που συχνά σχετίζεται με τη λεύκη 

    Σημαντικές πιθανές αλληλεπιδράσεις: Άλλες ουσίες που προκαλούν φωτοευαιασθησία όπως τετρακυκλίνες και ρετινοϊκό οξύ  

    ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ

    Σε ασθενείς που λαμβάνουν PUVA, πλήρης έλεγχος ηπατικής και νεφρικής λειτουργίας, γενική αίματος και ΑΝΑ κάθε 6 μήνες 

    ΠΡΟΛΗΨΗ/ΑΠΟΦΥΓΗ

    Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, πρέπει να αποφεύγεται η υπερβολική έκθεση στον ήλιο 

    ΠΙΘΑΝΕΣ ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ

    • Φωτοτοξικές αντιδράσεις από ήπιες έως πολύ βαριές με PUVA
    • Ατροφία δέρματος και τηλαγγειεκτασίες με τοπικά στεροειδή 
    • Δερματίτιδα από επαφή μπορεί να επέλθει με χρήση παραγόντων αποχρωματισμού και κοσμητικών ουσιών

    ΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΗ ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΓΝΩΣΗ 

    • Μόνο στο 5% ο επαναχρωματισμός μπορεί να συμβεί αυτόματα 
    • Τα καλύτερα αποτελέσματα επιτυγχάνονται με PUVA θεραπεία, όπου στο 70% έχουμε επάνοδο της χρωστικής στην κεφαλή και στο λαιμό και λιγότερο στις άλλες περιοχές. ΜΙκρότερα ποσοστά ανταποκρίνονται σε τοπική θεραπεία 
    • 20% των περιπτώσεων δεν παρουσιάζουν καμία βελτίωση
    • Όταν επιτυγχάνεται επαναχρωματισμός, συνήθως παραμένει

    ΔΙΑΦΟΡΑ

    ΣΧΕΤΙΖΟΜΕΝΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ

    • Νόσος του Addison 
    • Γυροειδής αλωπεκία
    • Χρόνια βλεννογονοδερματική καντιντίαση 
    • Σακχαρώδης διαβήτης 
    • Υποπαραθυρεοειδισμός 
    • Μελάνωμα 
    • Καλοήθης αναιμία
    • Πολυαδενική αυτοάνοσος νόσος 
    • Διαταραχές θυρεοειδούς (υπερ- και υποθυρεοειδισμός) - 30% των ασθενών με λεύκη 
    • Ραγοειδίτιδα

    ΗΛΙΚΙΑΚΑ ΣΧΕΤΙΖΟΜΕΝΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ

    Παιδιατρικό: Η λεύκη της παιδικής ηλικίας αποτελεί μία συγκεκριμένη υποομάδα της λεύκης. Συχνότερος ο τύπος Β (τμηματική λεύκη). Μεγαλύτερη επίπτωση σε αυτοάνοσες και ενδοκρινικές διαταραχές. Φτωχή ανταπόκριση στην τοπική θεραπεία με PUVA και τοπικά στεροειδή μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν 

    ΚΥΗΣΗ

    Θεραπεία με τοπικά ή από του στόματος ψωραλένια στην κύηση 

    Τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τα δερματικά νοσήματα

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τα δερματικά νοσήματα

    ruxolitinib vitiligo drug treatment lede

     

    Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, θα επιλεγούν για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με το θεράποντα ιατρό.

    Διαβάστε, επίσης,

    Χρήσιμες πληροφορίες για τον ομαλό λειχήνα

    Χρήσιμες πληροφορίες για την ποικιλόχρους πιτυρίαση

    Λευκή πιτυρίαση

    Παρα-αμινοβενζοϊκό οξύ

    Μάθετε να αναγνωρίζετε τα εξανθήματα του δέρματος

    Οι απαραίτητες βιταμίνες για τη λεύκη

    Λεύκη

    Ποια ουσία πρέπει να περιέχουν τα αντηλιακά

    Κρέμα σώματος για ουλές και ραγάδες

    Οι επιπτώσεις της ηλιακής ακτινοβολίας στην υγεία

    www.emedi.gr

     

     

  • Δάγκειος πυρετός Δάγκειος πυρετός

    Χρήσιμες πληροφορίες για το δάγκειο πυρετό

    Δάγκειος πυρετός είναι οξεία, αυτοπεριοριζόμενη νόσος.

    Τα χαρακτηριστικά της περιλαμβάνουν:

    • Πυρετό
    • Ατονία
    • Κεφαλαλγία
    • Μυαλγίες
    • Εξάνθημα
    • Λεμφαδενοπάθεια
    • Λευκοπενία

    Ο δάγκειος πυρετός προκαλείται από τέσσερις, αντιγονικά συγγενείς, διαφορετικούς τύπους του δάγκειου ιού. Ενδημεί στις τροπικές και υποτροπικές περιοχές.

    Ο δάγκειος πυρετός ή αιμορραγικός πυρετός είναι μια τροπική ασθένεια που μεταδίδεται από τα κουνούπια και προκαλείται από τον ιό του δάγκειου πυρετού. Τα συμπτώματα αρχίζουν συνήθως τρεις έως δεκατέσσερις ημέρες μετά τη μόλυνση. Αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν υψηλό πυρετό, πονοκέφαλο, έμετο, πόνους στους μύες και τις αρθρώσεις και ένα χαρακτηριστικό δερματικό εξάνθημα. Η ανάρρωση διαρκεί γενικά δύο έως επτά ημέρες. Σε ένα μικρό ποσοστό περιπτώσεων, η ασθένεια εξελίσσεται σε πιο σοβαρό δάγκειο αιμορραγικό πυρετό, με αποτέλεσμα αιμορραγία, χαμηλά επίπεδα αιμοπεταλίων και διαρροή πλάσματος αίματος ή σοκ, όπου εμφανίζεται επικίνδυνα χαμηλή αρτηριακή πίεση. Ο δάγκειος πυρετός εξαπλώνεται από διάφορα είδη θηλυκών κουνουπιών του γένους Aedes, κυρίως Aedes aegypti. Ο ιός έχει πέντε ορότυπους, η μόλυνση με έναν τύπο συνήθως δίνει ισόβια ανοσία σε αυτόν τον τύπο, αλλά μόνο βραχυπρόθεσμη ανοσία στους άλλους. Επακόλουθη μόλυνση με διαφορετικό τύπο αυξάνει τον κίνδυνο σοβαρών επιπλοκών. Ένας αριθμός δοκιμών είναι διαθέσιμος για την επιβεβαίωση της διάγνωσης, συμπεριλαμβανομένης της ανίχνευσης αντισωμάτων στον ιό ή στο RNA του. Ένα εμβόλιο για τον δάγκειο πυρετό έχει εγκριθεί και είναι εμπορικά διαθέσιμο σε πολλές χώρες. Από το 2018, το εμβόλιο συνιστάται μόνο σε άτομα που έχουν μολυνθεί στο παρελθόν ή σε πληθυσμούς με υψηλό ποσοστό προηγούμενης μόλυνσης έως την ηλικία των εννέα ετών. Άλλες μέθοδοι πρόληψης περιλαμβάνουν τη μείωση των κουνουπιών και τον περιορισμό της έκθεσης στα τσιμπήματα. Αυτό μπορεί να γίνει αφαιρώντας ή καλύπτοντας το λιμνάζον νερό και φορώντας ρούχα που καλύπτουν μεγάλο μέρος του σώματος. Η θεραπεία του οξέος δάγκειου πυρετού είναι υποστηρικτική και περιλαμβάνει τη χορήγηση υγρών είτε από το στόμα είτε ενδοφλεβίως για ήπια ή μέτρια νόσο. Για πιο σοβαρές περιπτώσεις, μπορεί να απαιτηθεί μετάγγιση αίματος. Η παρακεταμόλη (ακεταμινοφένη) συνιστάται αντί των μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων (ΜΣΑΦ) για τη μείωση του πυρετού και την ανακούφιση από τον πόνο στον δάγκειο πυρετό λόγω αυξημένου κινδύνου αιμορραγίας από τη χρήση ΜΣΑΦ. 

    ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΔΑΓΚΕΙΟΥ ΠΥΡΕΤΟΥ

    Τυπικά, τα άτομα που έχουν μολυνθεί από τον ιό του δάγκειου πυρετού είναι ασυμπτωματικά (80%) ή έχουν μόνο ήπια συμπτώματα όπως πυρετό χωρίς επιπλοκές. Άλλοι έχουν πιο σοβαρή ασθένεια (5%) και σε μικρό ποσοστό είναι απειλητική για τη ζωή. Η περίοδος επώασης (χρόνος μεταξύ της έκθεσης και της έναρξης των συμπτωμάτων) κυμαίνεται από 3 έως 14 ημέρες, αλλά τις περισσότερες φορές είναι 4 έως 7 ημέρες. Επομένως, οι ταξιδιώτες που επιστρέφουν από ενδημικές περιοχές είναι απίθανο να έχουν δάγκειο πυρετό εάν τα συμπτώματα ξεκινήσουν περισσότερες από 14 ημέρες μετά την άφιξή τους στο σπίτι. Τα παιδιά συχνά εμφανίζουν συμπτώματα παρόμοια με εκείνα του κοινού κρυολογήματος και της γαστρεντερίτιδας (έμετος και διάρροια) και έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο σοβαρών επιπλοκών, αν και τα αρχικά συμπτώματα είναι γενικά ήπια αλλά περιλαμβάνουν υψηλό πυρετό.

    ΚΛΙΝΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΔΑΓΚΕΙΟΥ ΠΥΡΕΤΟΥ

    Τα χαρακτηριστικά συμπτώματα του δάγκειου πυρετού είναι αιφνίδιος πυρετός, πονοκέφαλος (που εντοπίζεται συνήθως πίσω από τα μάτια), πόνοι στους μυς και στις αρθρώσεις και ένα εξάνθημα.

    Η πορεία της λοίμωξης χωρίζεται σε τρεις φάσεις: εμπύρετη, κρίσιμη και ανάρρωση.

    Η εμπύρετη φάση περιλαμβάνει υψηλό πυρετό, δυνητικά πάνω από 40 °C και σχετίζεται με γενικευμένο πόνο και πονοκέφαλο. Αυτό συνήθως διαρκεί δύο έως επτά ημέρες. Μπορεί επίσης να εμφανιστεί ναυτία και έμετος. Ένα εξάνθημα εμφανίζεται στο 50-80% εκείνων με συμπτώματα την πρώτη ή τη δεύτερη ημέρα, καθώς και κοκκίνισμα του δέρματος ή αργότερα στην πορεία της νόσου (ημέρες 4-7), ως εξάνθημα που μοιάζει με ιλαρά. Ορισμένες πετέχειες (μικρές κόκκινες κηλίδες που δεν εξαφανίζονται όταν πιέζεται το δέρμα, οι οποίες προκαλούνται από σπασμένα τριχοειδή αγγεία) μπορεί να εμφανιστούν σε αυτό το σημείο, όπως και κάποια ήπια αιμορραγία από τους βλεννογόνους του στόματος και της μύτης. Ο πυρετός από μόνος του είναι κλασικά διφασικός, σταματάει και επιστρέφει για μία ή δύο ημέρες.

    Σε μερικούς ανθρώπους, η ασθένεια προχωρά στην κρίσιμη φάση καθώς ο πυρετός υποχωρεί. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, υπάρχει διαρροή πλάσματος από τα αιμοφόρα αγγεία (σύνδρομο διαφυγής τριχοειδών αγγείων), που συνήθως διαρκεί μία έως δύο ημέρες. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε συσσώρευση υγρού στο θώρακα και την κοιλιακή κοιλότητα καθώς και σε εξάντληση του υγρού από την κυκλοφορία και μειωμένη παροχή αίματος σε ζωτικά όργανα. Μπορεί επίσης να υπάρχει δυσλειτουργία οργάνων και σοβαρή αιμορραγία, τυπικά από τη γαστρεντερική οδό. Το σοκ (σύνδρομο δάγκειου σοκ) και η αιμορραγία (αιμορραγικός δάγκειος πυρετός) εμφανίζονται σε λιγότερο από το 5% όλων των περιπτώσεων δάγκειου πυρετού, ωστόσο, όσοι έχουν μολυνθεί προηγουμένως με άλλους ορότυπους του ιού του δάγκειου πυρετού (δευτερογενής λοίμωξη) βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο. Αυτή η κρίσιμη φάση, αν και σπάνια, εμφανίζεται σχετικά πιο συχνά σε παιδιά και νεαρούς ενήλικες.

    Η φάση ανάκαμψης εμφανίζεται στη συνέχεια, με την απορρόφηση του υγρού που έχει διαρρεύσει στην κυκλοφορία του αίματος. Αυτό συνήθως διαρκεί δύο έως τρεις ημέρες. Η βελτίωση είναι συχνά εντυπωσιακή και μπορεί να συνοδεύεται από έντονο κνησμό και αργό καρδιακό ρυθμό. Ένα άλλο εξάνθημα μπορεί να εμφανιστεί είτε ως κηλιδοβλατιδώδες είτε με αγγειίτιδα, το οποίο ακολουθείται από ξεφλούδισμα του δέρματος. Κατά τη διάρκεια αυτού του σταδίου, μπορεί να εμφανιστεί κατάσταση υπερφόρτωσης υγρών. Εάν επηρεάζει τον εγκέφαλο, μπορεί να προκαλέσει μειωμένο επίπεδο συνείδησης ή επιληπτικές κρίσεις. Το αίσθημα κόπωσης μπορεί να διαρκέσει για εβδομάδες στους ενήλικες.

    ΣΥΝΑΦΗ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΔΑΓΚΕΙΟΥ ΠΥΡΕΤΟΥ

    Ο δάγκειος πυρετός μπορεί περιστασιακά να επηρεάσει πολλά άλλα συστήματα του σώματος, είτε μεμονωμένα είτε μαζί με τα κλασικά συμπτώματα του δάγκειου πυρετού. Ένα μειωμένο επίπεδο συνείδησης εμφανίζεται στο 0,5-6% των σοβαρών περιπτώσεων, το οποίο αποδίδεται είτε σε φλεγμονή του εγκεφάλου από τον ιό είτε έμμεσα ως αποτέλεσμα βλάβης ζωτικών οργάνων, για παράδειγμα, του ήπατος. Άλλες νευρολογικές διαταραχές έχουν αναφερθεί στο πλαίσιο του δάγκειου πυρετού, όπως η εγκάρσια μυελίτιδα και το σύνδρομο Guillain-Barré. Η λοίμωξη της καρδιάς και η οξεία ηπατική ανεπάρκεια είναι από τις πιο σπάνιες επιπλοκές. Μια έγκυος γυναίκα που εμφανίζει δάγκειο πυρετό διατρέχει υψηλότερο κίνδυνο αποβολής, γέννησης με χαμηλό βάρος γέννησης και πρόωρου τοκετού.

    ΑΙΤΙΑ ΔΑΓΚΕΙΟΥ ΠΥΡΕΤΟΥ

    • Ενσιάμεσος ξενιστής ή κουνούπι Αηδής ο Αιγυπτιακός
    • Αρμποϊός ομάδας Β
    • Φλαβοϊός 

    Ο ιός του δάγκειου πυρετού είναι ένας ιός RNA της οικογένειας Flaviviridae, γένος Flavivirus. Άλλα μέλη του ίδιου γένους περιλαμβάνουν τον ιό του κίτρινου πυρετού, τον ιό του Δυτικού Νείλου, τον ιό Zika, τον ιό της εγκεφαλίτιδας. Τα περισσότερα από αυτά τα νοσήματα μεταδίδονται από αρθρόποδα (κουνούπια ή τσιμπούρια) και ως εκ τούτου αναφέρονται και ως αρμποϊοί (ιοί που μεταδίδονται από τα αρθρόποδα). Το γονιδίωμα του ιού του δάγκειου πυρετού (γενετικό υλικό) περιέχει περίπου 11.000 νουκλεοτιδικές βάσεις, οι οποίες κωδικοποιούν τους τρεις διαφορετικούς τύπους μορίων πρωτεΐνης (C, prM και E) που σχηματίζουν το σωματίδιο του ιού και επτά άλλα μη δομικά μόρια πρωτεΐνης (NS1, NS2a, NS2b , NS3, NS4a, NS4b, NS5) που βρίσκονται μόνο σε μολυσμένα κύτταρα-ξενιστές και απαιτούνται για την αναπαραγωγή του ιού. Υπάρχουν πέντε στελέχη του ιού, που ονομάζονται ορότυποι, από τα οποία τα τέσσερα πρώτα αναφέρονται ως DENV-1, DENV-2, DENV-3 και DENV-4. Ο πέμπτος τύπος ανακοινώθηκε το 2013. Οι διακρίσεις μεταξύ των οροτύπων βασίζονται στην αντιγονικότητά τους.

    ΜΕΤΑΔΟΣΗ ΔΑΓΚΕΙΟΥ ΠΥΡΕΤΟΥ

    Ο ιός του δάγκειου πυρετού μεταδίδεται κυρίως από τα κουνούπια Aedes, ιδιαίτερα το A. aegypti. Αυτά τα κουνούπια ζουν συνήθως ανάμεσα στα γεωγραφικά πλάτη 35° Βορρά και 35° Νότου κάτω από ένα υψόμετρο 1.000 μέτρων (3.300 πόδια). Τυπικά τα κουνούπια δαγκώνουν νωρίς το πρωί και το βράδυ, αλλά μπορεί να δαγκώνουν και έτσι να μεταδίδουν μόλυνση οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας. Άλλα είδη Aedes που μεταδίδουν τη νόσο περιλαμβάνουν τα A. albopictus, A. polynesiensis και A. scutellaris. Οι άνθρωποι είναι ο κύριος ξενιστής του ιού. Μια μόλυνση μπορεί να αποκτηθεί με ένα μόνο δάγκωμα. Ένα θηλυκό κουνούπι που παίρνει ένα γεύμα αίματος από ένα άτομο που έχει μολυνθεί με δάγκειο πυρετό, κατά την αρχική εμπύρετη περίοδο των 2 έως 10 ημερών, μολύνεται το ίδιο με τον ιό στα κύτταρα που καλύπτουν το έντερο του. Περίπου 8-10 ημέρες αργότερα, ο ιός εξαπλώνεται σε άλλους ιστούς, συμπεριλαμβανομένων των σιελογόνων αδένων του κουνουπιού και στη συνέχεια απελευθερώνεται στο σάλιο του. Ο ιός φαίνεται να μην έχει επιζήμια επίδραση στο κουνούπι, το οποίο παραμένει μολυσμένο εφ' όρου ζωής. Το Aedes aegypti συμμετέχει ιδιαίτερα, καθώς προτιμά να γεννά τα αυγά του σε τεχνητά δοχεία νερού, να ζει σε κοντινή απόσταση από τον άνθρωπο και να τρέφεται με ανθρώπους παρά με άλλα σπονδυλωτά. Ο δάγκειος πυρετός μπορεί επίσης να μεταδοθεί μέσω μολυσμένων προϊόντων αίματος και μέσω δωρεάς οργάνων. Σε χώρες όπως η Σιγκαπούρη, όπου ο δάγκειος πυρετός είναι ενδημικός, ο κίνδυνος εκτιμάται ότι είναι μεταξύ 1,6 και 6 ανά 10.000 μεταγγίσεις. Κάθετη μετάδοση (από τη μητέρα στο παιδί) κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή κατά τη γέννηση έχει αναφερθεί. Άλλοι τρόποι μετάδοσης από άτομο σε άτομο, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής μετάδοσης, έχουν επίσης αναφερθεί, αλλά είναι πολύ ασυνήθιστοι. Η γενετική παραλλαγή των ιών του δάγκειου πυρετού είναι συγκεκριμένη για την περιοχή, υποδηλώνοντας ότι η εγκατάσταση σε νέες περιοχές είναι σχετικά σπάνια, παρά το γεγονός ότι ο δάγκειος πυρετός εμφανίστηκε σε νέες περιοχές τις τελευταίες δεκαετίες.

    ΠΡΟΔΙΑΘΕΣΗ ΔΑΓΚΕΙΟΥ ΠΥΡΕΤΟΥ

    Η σοβαρή ασθένεια είναι πιο συχνή σε βρέφη και μικρά παιδιά, και σε αντίθεση με πολλές άλλες λοιμώξεις, είναι πιο συχνή σε παιδιά που τρέφονται σχετικά καλά. Άλλοι παράγοντες κινδύνου για σοβαρή νόσο περιλαμβάνουν το γυναικείο φύλο, τον υψηλό δείκτη μάζας σώματος και το ιικό φορτίο. Ενώ κάθε ορότυπος μπορεί να προκαλέσει όλο το φάσμα της νόσου, το στέλεχος του ιού είναι ένας παράγοντας κινδύνου. Η μόλυνση με έναν ορότυπο θεωρείται ότι παράγει δια βίου ανοσία σε αυτόν τον τύπο, αλλά μόνο βραχυπρόθεσμη προστασία έναντι των άλλων τριών. Ο κίνδυνος σοβαρής νόσου από δευτερογενή λοίμωξη αυξάνεται εάν κάποιος που είχε προηγουμένως εκτεθεί στον ορότυπο DENV-1 προσβληθεί από τον ορότυπο DENV-2 ή DENV-3 ή εάν κάποιος που είχε προηγουμένως εκτεθεί σε DENV-3 αποκτήσει DENV-2. Ο δάγκειος πυρετός μπορεί να είναι απειλητικός για τη ζωή σε άτομα με χρόνιες ασθένειες όπως ο διαβήτης και το άσθμα. Οι πολυμορφισμοί (φυσιολογικές παραλλαγές) σε συγκεκριμένα γονίδια έχουν συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο σοβαρών επιπλοκών του δάγγειου πυρετού. Παραδείγματα περιλαμβάνουν τα γονίδια που κωδικοποιούν τις πρωτεΐνες TNFa, τη λεκτίνη που δεσμεύει τη μαννάνη, το CTLA4, τον TGFβ, το DC-SIGN, τον PLCE1, και συγκεκριμένες μορφές αντιγόνου ανθρώπινων λευκοκυττάρων από παραλλαγές γονιδίων του HLA-B. Μια κοινή γενετική ανωμαλία, ειδικά στους Αφρικανούς, γνωστή ως ανεπάρκεια αφυδρογονάσης της 6-φωσφορικής γλυκόζης, φαίνεται να αυξάνει τον κίνδυνο. Οι πολυμορφισμοί στα γονίδια για τον υποδοχέα της βιταμίνης D και το FcγR φαίνεται να προσφέρουν προστασία έναντι σοβαρής νόσου στη δευτερογενή λοίμωξη από τον δάγκειο πυρετό.

    ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΔΑΓΚΕΙΟΥ ΠΥΡΕΤΟΥ

    Όταν ένα κουνούπι που μεταφέρει τον ιό του δάγκειου πυρετού δαγκώνει ένα άτομο, ο ιός εισέρχεται στο δέρμα μαζί με το σάλιο του κουνουπιού. Συνδέεται και εισέρχεται στα λευκά αιμοσφαίρια και αναπαράγεται μέσα στα κύτταρα ενώ αυτά κινούνται σε όλο το σώμα. Τα λευκά αιμοσφαίρια ανταποκρίνονται εκκρίνοντας πολλές πρωτεΐνες σηματοδότησης, όπως κυτοκίνες και ιντερφερόνες, οι οποίες είναι υπεύθυνες για πολλά από τα συμπτώματα, όπως ο πυρετός, τα συμπτώματα που μοιάζουν με γρίπη και οι έντονοι πόνοι. Σε σοβαρή λοίμωξη, η παραγωγή του ιού στο εσωτερικό του σώματος αυξάνεται σημαντικά και πολλά περισσότερα όργανα (όπως το ήπαρ και ο μυελός των οστών) μπορούν να επηρεαστούν. Το υγρό από την κυκλοφορία του αίματος διαρρέει μέσω του τοιχώματος των μικρών αιμοφόρων αγγείων στις κοιλότητες του σώματος λόγω της διαπερατότητας των τριχοειδών. Ως αποτέλεσμα, λιγότερο αίμα κυκλοφορεί στα αιμοφόρα αγγεία και η αρτηριακή πίεση γίνεται τόσο χαμηλή που δεν μπορεί να παρέχει επαρκή αίμα στα ζωτικά όργανα. Επιπλέον, η δυσλειτουργία του μυελού των οστών λόγω μόλυνσης των στρωματικών κυττάρων οδηγεί σε μειωμένο αριθμό αιμοπεταλίων, τα οποία είναι απαραίτητα για την αποτελεσματική πήξη του αίματος. Αυτό αυξάνει τον κίνδυνο αιμορραγίας, την άλλη σημαντική επιπλοκή του δάγκειου πυρετού.

    Αντιγραφή ιών

    Μόλις εισέλθει στο δέρμα, ο ιός του δάγκειου πυρετού συνδέεται με τα κύτταρα Langerhans (πληθυσμός δενδριτικών κυττάρων στο δέρμα που ανιχνεύουν παθογόνα). Ο ιός εισέρχεται στα κύτταρα μέσω της δέσμευσης μεταξύ των πρωτεϊνών του ιού και των πρωτεϊνών της μεμβράνης στο κύτταρο Langerhans, συγκεκριμένα, των λεκτινών τύπου C που ονομάζονται DC-SIGN, του υποδοχέα μαννόζης και του CLEC5A. Το DC-SIGN, ένας μη ειδικός υποδοχέας ξένου υλικού στα δενδριτικά κύτταρα, φαίνεται να είναι το κύριο σημείο εισόδου. Το δενδριτικό κύτταρο μετακινείται στον πλησιέστερο λεμφαδένα. Εν τω μεταξύ, το γονιδίωμα του ιού μεταφράζεται σε κυστίδια συνδεδεμένα με μεμβράνη στο ενδοπλασματικό δίκτυο του κυττάρου, όπου η συσκευή πρωτεϊνοσύνθεσης του κυττάρου παράγει νέες ιικές πρωτεΐνες που αντιγράφουν το ιικό RNA και αρχίζουν να σχηματίζουν ιικά σωματίδια. Τα ανώριμα σωματίδια του ιού μεταφέρονται στη συσκευή Golgi, το τμήμα του κυττάρου όπου μερικές από τις πρωτεΐνες λαμβάνουν τις απαραίτητες αλυσίδες σακχάρου (γλυκοπρωτεΐνες). Οι ώριμοι πλέον νέοι ιοί απελευθερώνονται με εξωκυττάρωση. Στη συνέχεια μπορούν να εισέλθουν σε άλλα λευκά αιμοσφαίρια, όπως μονοκύτταρα και μακροφάγα. Η αρχική αντίδραση των μολυσμένων κυττάρων είναι να παράγουν ιντερφερόνη, μια κυτοκίνη που εγείρει πολλές άμυνες έναντι της ιογενούς λοίμωξης μέσω του έμφυτου ανοσοποιητικού συστήματος αυξάνοντας την παραγωγή μιας μεγάλης ομάδας πρωτεϊνών με τη μεσολάβηση της οδού JAK-STAT. Ορισμένοι ορότυποι του ιού του δάγκειου πυρετού φαίνεται να έχουν μηχανισμούς για να επιβραδύνουν αυτή τη διαδικασία. Η ιντερφερόνη ενεργοποιεί επίσης το προσαρμοστικό ανοσοποιητικό σύστημα, το οποίο οδηγεί στη δημιουργία αντισωμάτων κατά του ιού καθώς και Τ κυττάρων που επιτίθενται άμεσα σε οποιοδήποτε κύτταρο που έχει μολυνθεί από τον ιό. Δημιουργούνται διάφορα αντισώματα. μερικές συνδέονται στενά με τις ιικές πρωτεΐνες και τις στοχεύουν για φαγοκυττάρωση (κατάποση από εξειδικευμένα κύτταρα και καταστροφή), αλλά κάποιες δεσμεύουν τον ιό λιγότερο καλά και φαίνεται αντίθετα να μεταφέρουν τον ιό σε ένα μέρος των φαγοκυττάρων όπου δεν καταστρέφεται αλλά μπορεί να αναπαραχθεί περαιτέρω. Σοβαρή ασθένεια συμβαίνει στην εξαρτώμενη από αντίσωμα ενίσχυση (ADE και τα αντισώματα συνδέονται τόσο με τα ιικά σωματίδια όσο και με τους υποδοχείς γάμμα Fc που εκφράζονται σε κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος, αυξάνοντας την πιθανότητα ότι οι ιοί θα μολύνουν αυτά τα κύτταρα.

    infection cycles of dengue fever

    Σοβαρή ασθένεια από δάγκειο πυρετό

    Στην εξαρτώμενη από αντίσωμα ενίσχυση (ADE), τα αντισώματα συνδέονται τόσο με τα ιικά σωματίδια όσο και με τους υποδοχείς γάμμα Fc που εκφράζονται σε κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος, αυξάνοντας την πιθανότητα ότι οι ιοί θα μολύνουν αυτά τα κύτταρα. Δεν είναι απολύτως σαφές γιατί η δευτερογενής μόλυνση με διαφορετικό στέλεχος του ιού του δάγκειου πυρετού θέτει τους ανθρώπους σε κίνδυνο για αιμορραγικό πυρετό και σύνδρομο δάγκιειου σοκ. Η πιο ευρέως αποδεκτή υπόθεση είναι αυτή της εξαρτώμενης από αντισώματα ενίσχυσης (ADE) και μπορεί να προκαλείται από κακή δέσμευση μη εξουδετερωτικών αντισωμάτων και παροχή σε λάθος διαμέρισμα λευκών αιμοσφαιρίων που έχουν καταπιεί τον ιό για καταστροφή. Υπάρχει η υποψία ότι η ADE δεν είναι ο μόνος μηχανισμός που κρύβεται πίσω από σοβαρές επιπλοκές που σχετίζονται με τον δάγκειο πυρετό, και διάφορες γραμμές έρευνας έχουν υπονοήσει έναν ρόλο για τα Τ κύτταρα και τους διαλυτούς παράγοντες όπως οι κυτοκίνες και το σύστημα συμπληρώματος. Η σοβαρή ασθένεια χαρακτηρίζεται από τα προβλήματα της διαπερατότητας των τριχοειδών και της διαταραχής πήξης του αίματος. Αυτές οι αλλαγές εμφανίζονται να σχετίζονται με μια διαταραγμένη κατάσταση του ενδοθηλιακού γλυκοκάλυκα, ο οποίος δρα ως μοριακό φίλτρο των συστατικών του αίματος. Τα τριχοειδή αγγεία που διαρρέουν (και η κρίσιμη φάση) πιστεύεται ότι προκαλούνται από μια απόκριση του ανοσοποιητικού συστήματος. Άλλες ενδιαφέρουσες διεργασίες περιλαμβάνουν μολυσμένα κύτταρα που γίνονται νεκρωτικά - τα οποία επηρεάζουν τόσο την πήξη όσο και την ινωδόλυση (τα αντίθετα συστήματα πήξης του αίματος και αποικοδόμησης θρόμβου) - και χαμηλά αιμοπετάλια στο αίμα, επίσης παράγοντας φυσιολογικής πήξης.

    ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΔΑΓΚΕΙΟΥ ΠΥΡΕΤΟΥ

    Προειδοποιητικά σημάδια:

    • Επιδείνωση του πόνου στην κοιλιά
    • Συνεχείς εμετοί
    • Διεύρυνση του ήπατος
    • Αιμορραγία του βλεννογόνου
    • Υψηλός αιματοκρίτης με χαμηλά αιμοπετάλια
    • Λήθαργος ή ανησυχία
    • Ορολογικές συλλογές

    Η διάγνωση του δάγκειου πυρετού συνήθως γίνεται κλινικά, με βάση τα αναφερόμενα συμπτώματα και τη φυσική εξέταση. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα σε ενδημικές περιοχές. Ωστόσο, η πρώιμη νόσος μπορεί να είναι δύσκολο να διαφοροποιηθεί από άλλες ιογενείς λοιμώξεις. Μια πιθανή διάγνωση βασίζεται στα ευρήματα του πυρετού συν δύο από τα ακόλουθα: ναυτία και έμετο, εξάνθημα, γενικευμένοι πόνοι, χαμηλός αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων, θετικό τεστ tourniquet test ή οποιοδήποτε προειδοποιητικό σημείο σε κάποιον που ζει σε ενδημική περιοχή. Τα προειδοποιητικά σημεία εμφανίζονται συνήθως πριν από την εμφάνιση σοβαρού δάγκειου πυρετού. Το τεστ τουρνικέ, το οποίο είναι ιδιαίτερα χρήσιμο σε περιβάλλοντα όπου δεν υπάρχουν άμεσα διαθέσιμες εργαστηριακές έρευνες, περιλαμβάνει την εφαρμογή περιχειρίδας αρτηριακής πίεσης μεταξύ της διαστολικής και της συστολικής πίεσης για πέντε λεπτά, ακολουθούμενη από την καταμέτρηση τυχόν πετεχειωδών αιμορραγιών. Ένας υψηλότερος αριθμός καθιστά τη διάγνωση του δάγκειου πυρετού πιο πιθανή με την αποκοπή να είναι μεγαλύτερη από 10 έως 20 ανά 6,25 cm2. Η διάγνωση θα πρέπει να εξετάζεται σε οποιονδήποτε αναπτύσσει πυρετό εντός δύο εβδομάδων από τη στιγμή που βρίσκεται στις τροπικές ή υποτροπικές περιοχές. Μπορεί να είναι δύσκολο να γίνει διάκριση του δάγκειου πυρετού και του chikungunya, μιας παρόμοιας ιογενούς λοίμωξης που έχει πολλά κοινά συμπτώματα και εμφανίζεται σε παρόμοια μέρη του κόσμου με τον δάγκειο πυρετό. Συχνά, πραγματοποιούνται έρευνες για τον αποκλεισμό άλλων καταστάσεων που προκαλούν παρόμοια συμπτώματα, όπως η ελονοσία, η λεπτοσπείρωση, ο ιογενής αιμορραγικός πυρετός, ο τυφοειδής πυρετός, η μηνιγγιτιδοκοκκική νόσος, η ιλαρά και η γρίπη. Ο πυρετός Ζίκα έχει επίσης παρόμοια συμπτώματα με τον δάγκειο πυρετό. Η πιο πρώιμη αλλαγή που μπορεί να ανιχνευθεί σε εργαστηριακές έρευνες είναι ο χαμηλός αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων, ο οποίος μπορεί στη συνέχεια να ακολουθηθεί από χαμηλά αιμοπετάλια και μεταβολική οξέωση. Ένα μέτρια αυξημένο επίπεδο αμινοτρανσφερασών (AST και ALT) από το ήπαρ συνδέεται συνήθως με χαμηλά αιμοπετάλια και λευκά αιμοσφαίρια. Σε σοβαρή νόσο, η διαρροή πλάσματος οδηγεί σε αιμοσυγκέντρωση (όπως υποδεικνύεται από έναν αυξανόμενο αιματοκρίτη) και υπολευκωματιναιμία. Οι υπεζωκοτικές συλλογές ή ο ασκίτης μπορούν να ανιχνευθούν με φυσική εξέταση όταν είναι μεγάλες, αλλά η επίδειξη υγρού στον υπέρηχο μπορεί να βοηθήσει στην πρώιμη αναγνώριση του συνδρόμου του δάγκειου σοκ. Μπορεί να γίνουν και υπέρηχοι. Το σύνδρομο δάγκειου σοκ υπάρχει εάν η παλμική πίεση πέσει σε ≤ 20 mm Hg μαζί με περιφερική αγγειακή κατάρρευση. Η περιφερική αγγειακή κατάρρευση προσδιορίζεται στα παιδιά μέσω καθυστερημένης αναπλήρωσης τριχοειδών, γρήγορου καρδιακού ρυθμού ή κρύων άκρων. 

    Εργαστηριακές εξετάσεις

    Η διάγνωση του δάγκειου πυρετού μπορεί να επιβεβαιωθεί με μικροβιολογικές εργαστηριακές εξετάσεις. Αυτό μπορεί να γίνει με απομόνωση ιού σε κυτταροκαλλιέργειες, ανίχνευση νουκλεϊκού οξέος με PCR, ανίχνευση ιικού αντιγόνου (όπως για το NS1) ή με ειδικά αντισώματα (ορολογία). Η απομόνωση ιού και η ανίχνευση νουκλεϊκού οξέος είναι πιο ακριβείς από την ανίχνευση αντιγόνου. Η ανίχνευση του NS1 κατά τη διάρκεια της εμπύρετης φάσης μιας πρωτοπαθούς λοίμωξης μπορεί να είναι μεγαλύτερη από 90% ευαίσθητη, ωστόσο είναι μόνο 60-80% σε επακόλουθες λοιμώξεις. Όλες οι εξετάσεις μπορεί να είναι αρνητικές στα αρχικά στάδια της νόσου. Η PCR και η ανίχνευση ιικού αντιγόνου είναι πιο ακριβείς τις πρώτες επτά ημέρες. Το 2012 εισήχθη μια δοκιμή PCR που μπορεί να εκτελεστεί σε εξοπλισμό που χρησιμοποιείται για τη διάγνωση της γρίπης. Αυτό είναι πιθανό να βελτιώσει την πρόσβαση στη διάγνωση που βασίζεται στην PCR. Αυτές οι εργαστηριακές εξετάσεις έχουν διαγνωστική αξία μόνο κατά την οξεία φάση της νόσου με εξαίρεση την ορολογική. Οι εξετάσεις για ειδικά αντισώματα για τον ιό του δάγκειου πυρετού, τύπους IgG και IgM, μπορούν να είναι χρήσιμες για την επιβεβαίωση της διάγνωσης στα μεταγενέστερα στάδια της λοίμωξης. Τόσο το IgG όσο και το IgM παράγονται μετά από 5-7 ημέρες. Τα υψηλότερα επίπεδα (τίτλοι) IgM ανιχνεύονται μετά από μια πρωτογενή μόλυνση, αλλά το IgM παράγεται επίσης σε επαναμόλυνση. Το IgM γίνεται μη ανιχνεύσιμο 30-90 ημέρες μετά την πρωτογενή μόλυνση, αλλά νωρίτερα μετά από επαναμολύνσεις. Το IgG, αντίθετα, παραμένει ανιχνεύσιμο για περισσότερα από 60 χρόνια και, ελλείψει συμπτωμάτων, είναι ένας χρήσιμος δείκτης παλαιότερης μόλυνσης. Μετά από μια πρωτογενή μόλυνση, η IgG φτάνει τα μέγιστα επίπεδα στο αίμα μετά από 14-21 ημέρες. Σε επακόλουθες επαναμολύνσεις, τα επίπεδα κορυφώνονται νωρίτερα και οι τίτλοι είναι συνήθως υψηλότεροι. Τόσο το IgG όσο και το IgM παρέχουν προστατευτική ανοσία στον μολυσματικό ορότυπο του ιού. Κατά τη δοκιμή για αντισώματα IgG και IgM μπορεί να υπάρχει διασταυρούμενη αντίδραση με άλλους φλαβοϊούς που μπορεί να οδηγήσει σε ψευδώς θετικό μετά από πρόσφατες λοιμώξεις ή εμβολιασμούς με τον ιό του κίτρινου πυρετού ή την ιαπωνική εγκεφαλίτιδα. Η ανίχνευση της IgG από μόνη της δεν θεωρείται διαγνωστική εκτός εάν συλλεχθούν δείγματα αίματος με διαφορά 14 ημερών και αν ανιχνευθεί μεγαλύτερη από τετραπλάσια αύξηση στα επίπεδα της ειδικής IgG. Σε ένα άτομο με συμπτώματα, η ανίχνευση IgM θεωρείται διαγνωστική. Ο σοβαρός δάγγειος πυρετός ορίζεται ως αυτός που σχετίζεται με σοβαρή αιμορραγία, σοβαρή δυσλειτουργία οργάνων ή σοβαρή διαρροή πλάσματος, ενώ όλες οι άλλες περιπτώσεις είναι μη επιπλεγμένες. Η ταξινόμηση του 1997 διαίρεσε τον δάγκειο πυρετό σε αδιαφοροποίητο πυρετό, δάγκειο πυρετό και δάγκειο αιμορραγικό πυρετό. Ο δάγκειος αιμορραγικός πυρετός υποδιαιρέθηκε περαιτέρω σε βαθμούς I–IV. Ο βαθμός Ι είναι η παρουσία μόνο μώλωπα ή θετικού τεστ τουρνικέ σε κάποιον με πυρετό, ο βαθμός ΙΙ είναι η παρουσία αυτόματης αιμορραγίας στο δέρμα και αλλού, ο βαθμός III είναι η κλινική ένδειξη σοκ και ο βαθμός IV είναι το σοκ τόσο σοβαρό που η αρτηριακή πίεση και ο παλμός δεν μπορούν να ανιχνευθούν. Οι βαθμοί III και IV αναφέρονται ως «σύνδρομο δάγκειου σοκ».

    ΠΡΟΛΗΨΗ ΔΑΓΚΕΙΟΥ ΠΥΡΕΤΟΥ

    Η πρόληψη εξαρτάται από τον έλεγχο και την προστασία από τα τσιμπήματα του κουνουπιού που το μεταδίδει.

    Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συνιστά ένα πρόγραμμα Ολοκληρωμένου Ελέγχου Φορέων που αποτελείται από πέντε στοιχεία:

    1. Συνηγορία, κοινωνική κινητοποίηση και νομοθεσία για τη διασφάλιση της ενίσχυσης των φορέων και των κοινοτήτων δημόσιας υγείας
    2. Συνεργασία μεταξύ του τομέα της υγείας και άλλων τομέων (δημόσιου και ιδιωτικού).
    3. Μια ολοκληρωμένη προσέγγιση για τον έλεγχο των ασθενειών για τη μεγιστοποίηση της χρήσης των πόρων.
    4. Τεκμηριωμένη λήψη αποφάσεων για τη διασφάλιση της κατάλληλης στόχευσης τυχόν παρεμβάσεων
    5. Δημιουργία ικανοτήτων για την εξασφάλιση επαρκούς ανταπόκρισης στην τοπική κατάσταση.

    Η κύρια μέθοδος ελέγχου του A. aegypti είναι η εξάλειψη. Αυτό γίνεται με την απαλλαγή από ανοιχτές πηγές νερού ή, αν αυτό δεν είναι δυνατό, με την προσθήκη εντομοκτόνων ή παραγόντων βιολογικού ελέγχου σε αυτές τις περιοχές. Ο γενικευμένος ψεκασμός με οργανοφωσφορικά ή πυρεθροειδή εντομοκτόνα, αν και μερικές φορές γίνεται, δε θεωρείται αποτελεσματικός. Η μείωση των ανοιχτών συλλογών νερού μέσω περιβαλλοντικής τροποποίησης είναι η προτιμώμενη μέθοδος ελέγχου, δεδομένων των ανησυχιών για τις αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία από τα εντομοκτόνα και τις μεγαλύτερες υλικοτεχνικές δυσκολίες με τους παράγοντες ελέγχου. Οι άνθρωποι μπορούν να αποτρέψουν τα τσιμπήματα κουνουπιών φορώντας ρούχα που καλύπτουν πλήρως το δέρμα, χρησιμοποιώντας κουνουπιέρες ενώ ξεκουράζονται ή/και την εφαρμογή εντομοαπωθητικού. Αν και αυτά τα μέτρα μπορούν να είναι αποτελεσματικά μέσα για τη μείωση του κινδύνου έκθεσης ενός ατόμου, ελάχιστα κάνουν όσον αφορά τον μετριασμό της συχνότητας των εστιών, που φαίνεται να αυξάνεται σε ορισμένες περιοχές, πιθανώς λόγω της αστικοποίησης που αυξάνει τον οικοτόπο του A. aegypti. Το φάσμα της νόσου φαίνεται επίσης να διευρύνεται πιθανώς λόγω της κλιματικής αλλαγής.

    Εμβόλιο

    Το 2016, ένα μερικώς αποτελεσματικό εμβόλιο για τον δάγκειο πυρετό έγινε διαθέσιμο στο εμπόριο στις Φιλιππίνες και την Ινδονησία. Έχει εγκριθεί για χρήση από το Μεξικό, τη Βραζιλία, το Ελ Σαλβαδόρ, την Κόστα Ρίκα, τη Σιγκαπούρη, την Παραγουάη, το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το εμβόλιο συνιστάται μόνο σε άτομα που είχαν προηγούμενη λοίμωξη από τον δάγκειο πυρετό ή σε πληθυσμούς όπου οι περισσότεροι (>80%) των ανθρώπων έχουν μολυνθεί από την ηλικία των 9 ετών. Σε εκείνους που δεν είχαν προηγούμενη λοίμωξη, υπάρχουν ενδείξεις ότι μπορεί να επιδεινώσει τις επόμενες λοιμώξεις. Για αυτόν τον λόγο το εμβόλιο δεν είναι κατάλληλο για ευρεία ανοσοποίηση, ακόμη και σε περιοχές όπου η ασθένεια είναι συχνή. Το εμβόλιο βασίζεται σε έναν εξασθενημένο συνδυασμό του ιού του κίτρινου πυρετού και καθενός από τους τέσσερις ορότυπους του δάγκειου πυρετού. Μελέτες για το εμβόλιο διαπίστωσαν ότι ήταν 66% αποτελεσματικό και απέτρεψε περισσότερο από το 80 έως 90% των σοβαρών περιπτώσεων. Δεδομένων των περιορισμών του τρέχοντος εμβολίου, η έρευνα για τα εμβόλια συνεχίζεται και μπορεί να ληφθεί υπόψη ο πέμπτος ορότυπος. Μία από τις ανησυχίες είναι ότι ένα εμβόλιο θα μπορούσε να αυξήσει τον κίνδυνο σοβαρής νόσου μέσω της ενίσχυσης που εξαρτάται από τα αντισώματα (ADE). 

    ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΔΑΓΚΕΙΟΥ ΠΥΡΕΤΟΥ

    Δεν υπάρχουν ειδικά αντιιικά φάρμακα για τον δάγκειο πυρετό. Ωστόσο, η διατήρηση της σωστής ισορροπίας υγρών είναι σημαντική. Η θεραπεία εξαρτάται από τα συμπτώματα. Όσοι μπορούν να πίνουν, ουρούν, δεν έχουν «προειδοποιητικά σημεία» και κατά τα άλλα είναι υγιείς μπορούν να αντιμετωπιστούν στο σπίτι με καθημερινή παρακολούθηση και θεραπεία ενυδάτωσης από το στόμα. Όσοι έχουν άλλα προβλήματα υγείας, έχουν «προειδοποιητικά σημεία» ή δεν μπορούν να διαχειριστούν την τακτική παρακολούθηση θα πρέπει να φροντίζονται στο νοσοκομείο. Σε άτομα με σοβαρό δάγκειο πυρετό θα πρέπει να παρέχεται φροντίδα σε περιοχή όπου υπάρχει πρόσβαση σε μονάδα εντατικής θεραπείας. Η ενδοφλέβια ενυδάτωση, εάν απαιτείται, συνήθως απαιτείται μόνο για μία ή δύο ημέρες. Σε παιδιά με καταπληξία λόγω δάγκειου πυρετού, μια ταχεία δόση 20 mL/kg είναι λογική. Ο ρυθμός χορήγησης υγρών στη συνέχεια τιτλοδοτείται σε παροχή ούρων 0,5–1 mL/kg/h, σταθερά ζωτικά σημεία και ομαλοποίηση του αιματοκρίτη. Συνιστάται η μικρότερη ποσότητα υγρών που απαιτείται για να επιτευχθεί αυτό. Οι επεμβατικές ιατρικές διαδικασίες, όπως η ρινογαστρική διασωλήνωση, οι ενδομυϊκές ενέσεις και οι αρτηριακές παρακεντήσεις αποφεύγονται, λόγω του κινδύνου αιμορραγίας. Η παρακεταμόλη (ακεταμινοφένη) χρησιμοποιείται για πυρετό και δυσφορία, ενώ τα ΜΣΑΦ όπως η ιβουπροφαίνη και η ασπιρίνη αποφεύγονται καθώς μπορεί να επιδεινώσουν τον κίνδυνο αιμορραγίας. Η μετάγγιση αίματος ξεκινά νωρίς σε άτομα που παρουσιάζουν ασταθή ζωτικά σημεία ενόψει ενός μειωμένου αιματοκρίτη, αντί να περιμένουν τη μείωση της συγκέντρωσης της αιμοσφαιρίνης σε κάποιο προκαθορισμένο επίπεδο «έναρξης μετάγγισης». Συνιστώνται συσκευασμένα ερυθρά αιμοσφαίρια ή πλήρες αίμα, ενώ τα αιμοπετάλια και το φρέσκο ​​κατεψυγμένο πλάσμα συνήθως όχι. Δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία για να καθοριστεί εάν τα κορτικοστεροειδή έχουν θετική ή αρνητική επίδραση στον δάγγειο πυρετό. Κατά τη διάρκεια της φάσης ανάκτησης η ενδοφλέβια χορήγηση υγρών διακόπτεται για να αποφευχθεί μια κατάσταση υπερφόρτωσης υγρών. Εάν παρουσιαστεί υπερφόρτωση υγρών και τα ζωτικά σημεία είναι σταθερά, η διακοπή περαιτέρω υγρών μπορεί να είναι το μόνο που χρειάζεται. Εάν ένα άτομο βρίσκεται εκτός της κρίσιμης φάσης, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ένα διουρητικό αγκύλης όπως η φουροσεμίδη για την αποβολή της περίσσειας υγρού από την κυκλοφορία.

    Η θεραπεία του δάγκειου πυρετού είναι:

    • Συμπτωματική 
    • Υποστηρικτική αν υπάρχουν αιμορραγίες

    Εκτός από τις προσπάθειες για τον έλεγχο της εξάπλωσης του κουνουπιού Aedes, υπάρχουν συνεχείς προσπάθειες για την ανάπτυξη αντιιικών φαρμάκων που θα χρησιμοποιηθούν για τη θεραπεία των κρίσεων του δάγκειου πυρετού και την πρόληψη σοβαρών επιπλοκών. Η ανακάλυψη της δομής των πρωτεϊνών του ιού μπορεί να βοηθήσει στην ανάπτυξη αποτελεσματικών φαρμάκων. Η πρώτη προσέγγιση είναι η αναστολή της ιικής εξαρτώμενης από RNA πολυμεράσης RNA (που κωδικοποιείται από το NS5), η οποία αντιγράφει το ιικό γενετικό υλικό, με ανάλογα νουκλεοσιδίων. Δεύτερον, μπορεί να είναι δυνατό να αναπτυχθούν ειδικοί αναστολείς της ιικής πρωτεάσης (που κωδικοποιείται από το NS3), που συνδέει τις ιικές πρωτεΐνες. Τέλος, μπορεί να είναι δυνατό να αναπτυχθούν αναστολείς εισόδου, οι οποίοι σταματούν την είσοδο του ιού στα κύτταρα, ή αναστολείς της διαδικασίας κάλυψης 5′, η οποία απαιτείται για την αναπαραγωγή του ιού. Το εκχύλισμα φύλλων παπάγιας είναι πολύ αποτελεσματικό για τη θεραπεία του δάγκειου πυρετού.

    ΠΡΟΓΝΩΣΗ ΔΑΓΚΕΙΟΥ ΠΥΡΕΤΟΥ

    Τα περισσότερα άτομα με δάγκειο πυρετό αναρρώνουν χωρίς συνεχόμενα προβλήματα. Ο κίνδυνος θανάτου μεταξύ των ατόμων με σοβαρό δάγκειο πυρετό είναι 0,8% έως 2,5% και με επαρκή θεραπεία είναι λιγότερο από 1%. Ωστόσο, όσοι αναπτύσσουν σημαντικά χαμηλή αρτηριακή πίεση μπορεί να έχουν ποσοστό θνησιμότητας έως και 26%. Ο κίνδυνος θανάτου σε παιδιά ηλικίας κάτω των πέντε ετών είναι τέσσερις φορές μεγαλύτερος από ό,τι σε παιδιά ηλικίας άνω των 10 ετών. Οι ηλικιωμένοι διατρέχουν επίσης υψηλότερο κίνδυνο κακής έκβασης.

    Τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τις λοιμώξεις

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα προϊόντα για τις λοιμώξεις 

    Dengue fear21

     

    Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με το θεράποντα ιατρό.

    Διαβάστε, επίσης,

    Τσικουνγκούνια

    Λεπτοσπείρωση

    Μη φοβάστε τον έμπολα

    Αιματέμεση

    Ο ιός του Έμπολα

    Μέτρα σε μεταδοτικά νοσήματα

    www.emedi.gr

     

  • Βουβωνικό κοκκίωμα Βουβωνικό κοκκίωμα

    Βουβωνικό κοκκίωμα ή αφροδίσιο κοκκίωμα ή νόσος Donovan

    Το βουβωνικό κοκκίωμα είναι μια βακτηριακή ασθένεια που προκαλείται από την Klebsiella granulomatis (παλαιότερα γνωστή ως Calymmatobacterium granulomatis) που χαρακτηρίζεται από έλκη των γεννητικών οργάνων. Είναι ενδημικό σε πολλές λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές. Είναι επίσης γνωστή ως ντονοβάνωση, βουβωνικό κοκκίωμα, βουβωνικό τροπικό κοκκίωμα, αφροδίσιο κοκκίωμα, αφροδίσιο κοκκίωμα βουβωνικής χώρας, λιποειδές έλκος στη βουβωνική χώρα, λοίμωξη βουβωνικού έλκους, ελκώδες κοκκίωμα και ελκώδες σκληρυντικό κοκκίωμα. Οι στοματικές εκδηλώσεις είναι, επίσης, αξιοσημείωτες. Οι βλάβες της στοματικής κοιλότητας είναι συνήθως δευτερογενείς σε ενεργές βλάβες των γεννητικών οργάνων.

    Τα ανώδυνα γεννητικά έλκη μπορεί να θεωρηθούν εσφαλμένα ως συφιλιδικά. Τα έλκη τελικά εξελίσσονται σε καταστροφή εσωτερικού και εξωτερικού ιστού, με εκτεταμένη διαρροή βλέννας και αίματος από τις αγγειακές βλάβες. Η καταστροφική φύση της ντονοβάνωσης αυξάνει επίσης τον κίνδυνο επιμόλυνσης από άλλα παθογόνα μικρόβια.

    sexual health 2

    ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΝΟΣΟΥ DONOVAN

    Μικροί, ανώδυνοι όζοι εμφανίζονται μετά από περίπου 10-40 ημέρες επαφής με τα βακτήρια.

    Αργότερα, τα οζίδια διαλύονται, δημιουργώντας ανοιχτές, σαρκώδεις βλάβες που στάζουν. Η μόλυνση εξαπλώνεται, ακρωτηριάζοντας το μολυσμένο ιστό. Η μόλυνση θα συνεχίσει να καταστρέφει τον ιστό μέχρι να αντιμετωπιστεί. Οι βλάβες εμφανίζονται στην περιοχή επαφής που συνήθως εντοπίζεται στον άξονα του πέους, στα χείλη αιδοίου ή στο περίνεο. Σπάνια, το κολπικό τοίχωμα ή ο τράχηλος μήτρας είναι το σημείο της βλάβης. Μπορεί να συμβεί και μερικός αυτοακρωτηριασμός του πέους. Μπορεί να συνυπάρχει λοίμωξη HIV.

    ΑΙΤΙΑ ΝΟΣΟΥ DONOVAN

    • Μεταδίδεται σεξουαλικά 
    • Galymmatobaterium granulomatous
    • Αυτοενοφθαλμισμός

    ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΝΟΣΟΥ DONOVAN

    Ο μικροοργανισμός εξαπλώνεται από τον έναν ξενιστή στον άλλο μέσω της επαφής με τις ανοιχτές πληγές.

    ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΝΟΣΟΥ DONOVAN

    Η διάγνωση βασίζεται στο σεξουαλικό ιστορικό του ασθενούς και στη φυσική εξέταση που αποκαλύπτει ένα ανώδυνο κόκκινο έλκος με χαρακτηριστική άκρη κοκκιώδους ιστού. Σε αντίθεση με τα συφιλιδικά έλκη, η βουβωνική λεμφαδενοπάθεια είναι γενικά ήπια ή απουσιάζει. Η βιοψία ιστού και η χρώση Wright-Giemsa χρησιμοποιούνται για να βοηθήσουν στη διάγνωση. Η παρουσία σωμάτων Donovan στο δείγμα ιστού επιβεβαιώνει τη ντονοβάνωση. Τα σώματα Donovan είναι ραβδοειδείς, ωοειδείς οργανισμοί που μπορούν να παρατηρηθούν στο κυτταρόπλασμα μονοπύρηνων φαγοκυττάρων ή ιστιοκυττάρων σε δείγματα ιστών από ασθενείς με βουβωνικό κοκκίωμα. Η PCR ή αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης είναι χρήσιμη.

    ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΝΟΣΟΥ DONOVAN

    Ένα κοκκίωμα είναι ένας οζώδης τύπος φλεγμονώδους αντίδρασης και η βουβωνική χώρα, συνήθως, εμπλέκεται σε αυτή τη μόλυνση. Η νόσος είναι κοινώς γνωστή ως ντονοβάνωση, μετά τα σώματα Donovan που φαίνονται στο μικροσκόπιο, τα οποία αποτελούν διαγνωστικό σημείο. Ο αιτιολογικός οργανισμός, Klebsiella granulomatis, ονομαζόταν Calymmatobacterium granulomatis και ορισμένες πηγές εξακολουθούν να χρησιμοποιούν αυτήν την ταξινόμηση. 

    ΠΡΟΛΗΨΗ ΝΟΣΟΥ DONOVAN

    Η ασθένεια αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά με αντιβιοτικά. Η χρήση προφυλακτικών, ο έλεγχος σεξουαλικά μεταδιδόμενων ασθενειών πριν από την έναρξη μιας σεξουαλικής σχέσης και η αποφυγή αυτών των σεξουαλικών επαφών είναι αποτελεσματικά προληπτικά μέτρα για τη ντονοβάνωση.

    sexual health 4

    ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΝΟΣΟΥ DONOVAN

    • Αντιβιοτικά

    Το συνιστώμενο σχήμα είναι αζιθρομυκίνη 1 γραμμάριο από του στόματος/iv μία φορά την εβδομάδα, εναλλακτικά δοξυκυκλίνη 100 mg από του στόματος δύο φορές την ημέρα ή σιπροφλοξασίνη 750 mg από του στόματος δύο φορές την ημέρα ή ερυθρομυκίνη 500 mg από του στόματος τέσσερις φορές την ημέρα ή τριμεθοπρίμη-σουλφαμεθοξαζόλη διπλής ισχύος (60 mg /800 mg) δισκίο από το στόμα δύο φορές την ημέρα. Όλα τα σχήματα αντιβιοτικών θα πρέπει να διαρκέσουν για τουλάχιστον 3 εβδομάδες και μέχρι να επουλωθούν πλήρως όλες οι βλάβες. Φυσιολογικά, η λοίμωξη θα αρχίσει να υποχωρεί εντός μιας εβδομάδας από τη θεραπεία, αλλά πρέπει να ακολουθηθεί η πλήρης περίοδος θεραπείας για να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα υποτροπής.

    Τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τις λοιμώξεις

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα προϊόντα για τις λοιμώξεις 

    sexual health 1

     

    Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με το θεράποντα ιατρό.

    Διαβάστε, επίσης,

    Χρήσιμες πληροφορίες για τη σύφιλη

    Ελμινθίαση

    Σύφιλη

    Μαλακό έλκος

    Ποια είναι τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα;

    www.emedi.gr

     

  • Εκκολπώματα Meckel Εκκολπώματα Meckel

    Χρήσιμες πληροφορίες για τα εκκολπώματα Meckel

    Εκκόλπωμα Meckel ή Μεκέλειος απόφυση είναι μια καλοήθης πάθηση του λεπτού εντέρου. Πρόκειται για εμβρυογενετικό κατάλοιπο, κατά τη διαδικασία σχηματισμού του λεπτού εντέρου. Εντοπίζεται στον τελικό ειλεό και περίπου 50 – 100εκ από την ειλεοτυφλική βαλβίδα (σημείο ένωσης λεπτού και παχέος εντέρου). Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα μικρό τυφλό τμήμα λεπτού εντέρου, που συνήθως δε δίνει συμπτώματα.

    Τα συμπτώματα της λοίμωξης μπορούν να μοιάζουν με αυτά της σκωληκοειδίτιδας.

    Συνήθης πορεία - οξεία, διαλείπουσα, χρόνια.

    Το εκκόλπωμα Meckel, ένα αληθινό συγγενές εκκόλπωμα, είναι μια ελαφριά διόγκωση στο λεπτό έντερο που υπάρχει κατά τη γέννηση και ένα υπολειπόμενο υπόλειμμα του ομφαλομεσεντερικού πόρου. Είναι η πιο κοινή δυσπλασία του γαστρεντερικού σωλήνα και είναι παρούσα σε περίπου 2% του πληθυσμού, με τους άνδρες να εμφανίζουν συχνότερα συμπτώματα.

    ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΕΚΚΟΛΠΩΜΑΤΟΣ MECKEL

    Η πλειοψηφία των ατόμων με εκκολπώματα Meckel είναι ασυμπτωματικά. Ένα ασυμπτωματικό εκκολπωματικό Meckel ονομάζεται σιωπηλό εκκόλπωμα Meckel. Εάν εμφανιστούν συμπτώματα, συνήθως εμφανίζονται πριν από την ηλικία των δύο ετών. Το πιο κοινό σύμπτωμα που εμφανίζεται είναι η ανώδυνη αιμορραγία από το ορθό, όπως μέλαινα κένωση, ακολουθούμενη από εντερική απόφραξη, και εγκολεασμό. Περιστασιακά, η εκκολπωματίτιδα του Meckel μπορεί να εμφανιστεί με όλα τα χαρακτηριστικά της οξείας σκωληκοειδίτιδας. Επίσης, υπάρχει έντονος πόνος στην επιγαστρική περιοχή μαζί με φούσκωμα και πόνο στον ομφαλό. Κατά καιρούς, τα συμπτώματα είναι τόσο επώδυνα που μπορεί να προκαλέσουν αϋπνία με οξύ πόνο αισθητό στην περιοχή του πρόσθιου εντέρου, συγκεκριμένα στην επιγάστριο και τον ομφαλό. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αιμορραγία εμφανίζεται χωρίς προειδοποίηση και μπορεί να σταματήσει αυτόματα. Τα συμπτώματα μπορεί να είναι εξαιρετικά επώδυνα, ως πόνος στο στομάχι που προκύπτει από τη μη κατανάλωση φαγητού ή τη δυσκοιλιότητα.

    ΑΙΤΙΑ ΕΚΚΟΛΠΩΜΑΤΟΣ MECKEL

    • Υποτυπώδη υπολείμματα του ομφαλομεσεντερικού πόρου

    ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ ΕΚΚΟΛΠΩΜΑΤΟΣ MECKEL

    Ο κίνδυνος δια βίου για ένα άτομο με εκκολπώματα Meckel να αναπτύξει ορισμένες επιπλοκές είναι περίπου 4-6%. Γαστρεντερική αιμορραγία, περιτονίτιδα ή εντερική απόφραξη μπορεί να εμφανιστεί στο 15–30% των συμπτωματικών ατόμων. Μόνο το 6,4% όλων των επιπλοκών απαιτούν χειρουργική θεραπεία και το εκκολπωματικό Meckel που δεν έχει θεραπευθεί έχει ποσοστό θνησιμότητας 2,5–15%

    Αιμορραγία εκκολπώματος

    Η αιμορραγία του εκκολπώματος είναι πιο συχνή σε μικρά παιδιά, ιδιαίτερα σε άνδρες ηλικίας κάτω των 2 ετών. Τα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν έντονο κόκκινο αίμα στα κόπρανα (αιματοχεσία), αδυναμία, ευαισθησία ή πόνο στην κοιλιά, ακόμη και αναιμία σε ορισμένες περιπτώσεις.

    Η αιμορραγία μπορεί να προκληθεί από:

    • Έκτοπο γαστρικό ή παγκρεατικό βλεννογόνο:
    1. Όπου το εκκόλπωμα περιέχει εμβρυϊκά υπολείμματα βλεννογόνου άλλων τύπων ιστών.
    2. Η έκκριση γαστρικού οξέος ή αλκαλικού παγκρεατικού χυμού από τον έκτοπο βλεννογόνο οδηγεί σε εξέλκωση στον παρακείμενο βλεννογόνο του ειλεού, δηλαδή πεπτικό ή παγκρεατικό έλκος.
    3. Μπορεί να προκληθεί πόνος, αιμορραγία ή διάτρηση του εντέρου στο εκκολπώματα.
    4. Η μηχανική διέγερση μπορεί επίσης να προκαλέσει διάβρωση και έλκος.
    • Η γαστρεντερική αιμορραγία μπορεί να είναι αυτοπεριοριζόμενη, αλλά η χρόνια αιμορραγία μπορεί να οδηγήσει σε σιδηροπενική αναιμία.

    Η εμφάνιση κοπράνων μπορεί να υποδεικνύει τη φύση της αιμορραγίας:

    • Πίσσα κόπρανα: Μεταβολή του αίματος που παράγεται από την αργή διέλευση του εντέρου λόγω μικρής αιμορραγίας στο ανώτερο γαστρεντερικό σωλήνα
    • Κόκκινα κόπρανα με αίμα: Γρήγορη αιμορραγία
    • Κόπρανα με ραβδώσεις αίματος: Πρωκτική ραγάδα
    • Κόπρανα σα ζελέ σταφίδας: Η ισχαιμία του εντέρου οδηγεί σε άφθονη παραγωγή βλέννας και μπορεί να υποδεικνύει ότι ένα μέρος του εντέρου έχει υποστεί εγκολεασμό

    Εκκολπωματίτιδα

    Η φλεγμονή του εκκολπώματος μπορεί να μιμηθεί τα συμπτώματα της σκωληκοειδίτιδας, δηλαδή, ευαισθησία στην περιομφαλική κοιλότητα και διαλείπουσα κράμπα κοιλιακό άλγος. Η διάτρηση του φλεγμονώδους εκκολπώματος μπορεί να οδηγήσει σε περιτονίτιδα. Η εκκολπωματίτιδα μπορεί επίσης να προκαλέσει συμφύσεις, οδηγώντας σε εντερική απόφραξη.

    Η εκκολπωματίτιδα μπορεί να προκληθεί από:

    • Συσχέτιση με τη μεσοεκκολπωματική ταινία που προσκολλάται στο άκρο του εκκολπώματος όπου έχει συμβεί στροφή, προκαλώντας φλεγμονή και ισχαιμία.
    • Πεπτικό έλκος που προκύπτει από έκτοπο γαστρικό βλεννογόνο του εκκολπώματος.
    • Μετά από διάτρηση από τραύμα ή κατάποση ξένου υλικού π.χ. κοτσάνι λαχανικών, σπόρων ή ψαριού/κόκκαλου κοτόπουλου που παγιδεύονται στο εκκολπώματα του Meckel.
    • Απόφραξη αυλού λόγω όγκων, κοπρόλιθων, ξένου σώματος, που προκαλεί στάση ή βακτηριακή μόλυνση.
    • Συσχέτιση με οξεία σκωληκοειδίτιδα.

    Εντερική απόφραξη

    Συμπτώματα: Έμετος, κοιλιακό άλγος και σοβαρή ή πλήρης δυσκοιλιότητα.

    • Τα υπολείμματα των αγγείων της ταινίας που συνδέουν το εκκολπώματα με τον ομφαλό μπορεί να σχηματίσουν μια ινώδη ή συστρεφόμενη ταινία, παγιδεύοντας το λεπτό έντερο και προκαλώντας απόφραξη. Ο εντοπισμένος περιομφαλικός πόνος μπορεί να εμφανιστεί στο δεξιό κάτω τεταρτημόριο (όπως η σκωληκοειδίτιδα).
    • «Εγκολεασμός»: όταν το εκκολπώματα του Meckel σχηματίζουν κήλη την κήλη Littré που αποφράσσει το έντερο.
    • Χρόνια εκκολπωματίτιδα που προκαλεί στένωση.
    • Στραγγαλισμός του εκκολπώματος στο αποφρακτικό τρήμα.
    • Οι όγκοι π.χ. καρκίνωμα: η άμεση εξάπλωση ενός αδενοκαρκινώματος που εμφανίζεται στο εκκολπώματα μπορεί να οδηγήσει σε απόφραξη.
    • Η λιθίαση, οι πέτρες που σχηματίζονται στα εκκολπώματα του Meckel μπορούν να προκαλέσουν:
    1. Εξώθηση στον τελικό ειλεό, οδηγώντας σε απόφραξη
    2. Προκαλούν τοπική φλεγμονή και εγκολεασμό
    • Το ίδιο το εκκόλπωμα ή ο όγκος μέσα σε αυτό μπορεί να προκαλέσει εγκολεασμό, για παράδειγμα, από τον ειλεό στο κόλον, προκαλώντας απόφραξη. Τα συμπτώματα αυτού περιλαμβάνουν τα κόπρανα σα ζελέ σταφίδας και ένα ψηλαφητό εξόγκωμα στο κάτω μέρος της κοιλιάς. Αυτό συμβαίνει όταν το εκκολπώματα αναστρέφεται στον αυλό του ειλεού, λόγω είτε:
    1. Ενεργός περισταλτικός μηχανισμός του εκκολπώματος που επιχειρεί να αφαιρέσει ερεθιστικούς παράγοντες
    2. Μια παθητική διαδικασία όπως η διέλευση τροφής

    maxresdefault 60

    Ομφαλικές ανωμαλίες

    Οι ανωμαλίες μεταξύ του εκκολπώματος και του ομφαλού μπορεί να περιλαμβάνουν την παρουσία ινώδους λώρου, κύστης, συριγγίου ή κόλπου, που οδηγεί σε:

    • Λοίμωξη ή αποφλοίωση του περιομφαλικού δέρματος, με αποτέλεσμα την εκκένωση
    • Επαναλαμβανόμενη μόλυνση και επούλωση 
    • Σχηματισμός αποστήματος στο κοιλιακό τοίχωμα
    • Ο ινώδης λώρος αυξάνει τον κίνδυνο σχηματισμού βολβού και εσωτερικής κήλης

    Όγκοι

    Οι όγκοι στο εκκολπώματα του Meckel μπορεί να προκαλέσουν αιμορραγία, οξύ κοιλιακό άλγος, γαστρεντερική απόφραξη, διάτρηση ή εγκολεασμό.

    Καλοήθεις όγκοι:

    • Λειομύωμα
    • Λίπωμα
    • Αγγειακό και νευρομυϊκό αμάρτωμα

    Κακοήθεις όγκοι:

    • Καρκινοειδή: πιο συχνά, 44%
    • Μεσεγχυματικοί όγκοι: Λειομυοσάρκωμα, περιφερικό νευρικό περίβλημα και στρωματικοί όγκοι γαστρεντερικού, 35%
    • Αδενοκαρκίνωμα, 16%
    • Δεσμοπλαστικός μικροκυτταρικός όγκος

    ΆΛΛΕΣ ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ

    • Εκκολπώματα μέσα σε εκκολπώματα Meckel (εκκολπώματα κόρης)
    • Πέτρες και  φυτικές ίνες στα εκκολπώματα του Meckel
    • Κυστεοεκκολπωματικό συρίγγιο

    ΠΑΘΟΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ

    Ο ομφαλομεσεντερικός πόρος φυσιολογικά συνδέει το εμβρυϊκό μέσο έντερο με τον σάκο του πόρου κοιλιακά, παρέχοντας θρεπτικά συστατικά στο μέσο έντερο κατά την εμβρυϊκή ανάπτυξη. Ο πόρος στενεύει προοδευτικά και εξαφανίζεται μεταξύ της 5ης και της 8ης εβδομάδας κύησης. Στο εκκόλπωμα του Meckel, το εγγύς τμήμα του αγωγού της ταινίας αποτυγχάνει να υποχωρήσει και να συσπειρωθεί και παραμένει ως υπόλειμμα μεταβλητού μήκους και θέσης. Το μονήρες εκκόλπωμα βρίσκεται στο αντιμεσεντερικό όριο του ειλεού (απέναντι από τη μεσεντέρια προσκόλληση) και εκτείνεται στον ομφάλιο λώρο του εμβρύου. Η αριστερή και η δεξιά αρτηρία προέρχονται από την πρωτόγονη ραχιαία αορτή και ταξιδεύουν με τον αγωγό της ταινίας. Η δεξιά γίνεται η άνω μεσεντέριος αρτηρία που τροφοδοτεί έναν τερματικό κλάδο στο εκκολπώματα, ενώ η αριστερή περιελίσσεται. Έχοντας τη δική του παροχή αίματος, το εκκόλπωμα του Meckel είναι ευαίσθητο σε απόφραξη ή μόλυνση. Το εκκόλπωμα του Meckel βρίσκεται στον περιφερικό ειλεό, συνήθως σε απόσταση 60–100 cm από την ειλεοτυφλική βαλβίδα. Αυτό το τυφλό τμήμα ή ο μικρός θύλακας έχει μήκος περίπου 3–6 cm και μπορεί να έχει μεγαλύτερη διάμετρο αυλού από αυτή του ειλεού. Λειτουργεί αντιμεσεντερικά και έχει τη δική του παροχή αίματος. Είναι ένα κατάλοιπο της σύνδεσης από τον σάκο του πόρου με το λεπτό έντερο που υπάρχει κατά την εμβρυϊκή ανάπτυξη. Είναι ένα αληθινό εκκόλπωμα, που αποτελείται και από τα 3 στρώματα του τοιχώματος του εντέρου που είναι ο βλεννογόνος, ο υποβλεννογόνος και ο μυϊκός ιστός. Δεδομένου ότι ο πόρος αποτελείται από πολυδύναμη κυτταρική επένδυση, το εκκόλπωμα του Meckel μπορεί να φιλοξενεί μη φυσιολογικούς ιστούς, που περιέχουν εμβρυϊκά υπολείμματα άλλων τύπων ιστών. Η νήστιδα, ο βλεννογόνος του δωδεκαδακτύλου ή οι αδένες του Brunner ανευρίσκονται το καθένα στο 2% των έκτοπων περιπτώσεων. Ετεροτοπική παρουσία γαστρικού βλεννογόνου και του παγκρεατικού ιστού παρατηρούνται στο 60% και στο 6% των περιπτώσεων αντίστοιχα. Ετεροτοπικό σημαίνει τη μετατόπιση ενός οργάνου από την κανονική ανατομική του θέση. Η φλεγμονή αυτού του εκκολπώματος του Meckel μπορεί να μιμείται τη σκωληκοειδίτιδα. Επομένως, κατά τη διάρκεια της σκωληκοειδεκτομής, ο ειλεός θα πρέπει να ελέγχεται για την παρουσία εκκολπώματος Meckel, εάν διαπιστωθεί ότι υπάρχει θα πρέπει να αφαιρεθεί μαζί.

    Ένας μνημονικός κανόνας για το εκκόλπωμα Meckel:

    • 2% (του πληθυσμού)
    • 60 εκατοστά  (κοντά στην ειλεοτυφλική βαλβίδα)
    • 5 εκατοστά (σε μήκος)
    • 2 τύποι κοινού έκτοπου ιστού (γαστρικός και παγκρεατικός)
    • Τα 2 έτη είναι η πιο συχνή ηλικία στην κλινική εμφάνιση
    • 2:1 αναλογία ανδρών:γυναικών

    Μπορεί επίσης να εμφανιστεί ως έμμεση κήλη, συνήθως στη δεξιά πλευρά, όπου είναι γνωστή ως "Κήλη του Littré". Μπορεί να συμβεί περίσφιξη ομφαλοκήλης σε εκκολπώματα Meckel και επιπλέον, μπορεί να προσκολληθεί στην περιοχή του ομφαλίου από τη λοίμωξη, με σχηματισμό κύστεως, ή να σχηματιστεί κι ένα συρίγγιο από κατά την κοπή του ομφάλιου λώρου. Μπορεί επίσης να εμφανιστεί συστροφή του εντέρου γύρω από τον εντερικό μίσχο, οδηγώντας σε απόφραξη, ισχαιμία και νέκρωση.

    ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΕΚΚΟΛΠΩΜΑΤΟΣ MECKEL

    Σπινθηρογράφημα με τεχνήτιο-99m (99mTc), που ονομάζεται, επίσης, και απεικόνιση Meckel, είναι η διαγνωστική εξέταση εκλογής για τη διάγνωση των εκκολπωμάτων του Meckel στα παιδιά. Αυτή η σάρωση ανιχνεύει τον γαστρικό βλεννογόνο. δεδομένου ότι περίπου το 50% των συμπτωματικών εκκολπωμάτων του Meckel έχουν έκτοπα γαστρικά ή παγκρεατικά κύτταρα που περιέχονται μέσα τους. Στα παιδιά, αυτή η σάρωση είναι εξαιρετικά ακριβής και μη επεμβατική, με 95% ειδικότητα και 85% ευαισθησία, ωστόσο, στους ενήλικες η εξέταση είναι μόνο 9% ειδική και 62% ευαίσθητη. Οι ασθενείς με αυτά τα λανθασμένα γαστρικά κύτταρα μπορεί να εμφανίσουν πεπτικά έλκη ως συνέπεια (καλύτερα να μη γίνεται). Επομένως, θα πρέπει να γίνουν και άλλες εξετάσεις όπως η κολονοσκόπηση και προληπτικός έλεγχος για αιμορραγικές διαταραχές και η αγγειογραφία μπορεί να βοηθήσει στον προσδιορισμό της θέσης και της σοβαρότητας της αιμορραγίας. Η κολονοσκόπηση μπορεί να είναι χρήσιμη για τον αποκλεισμό άλλων πηγών αιμορραγίας, αλλά δε χρησιμοποιείται ως εργαλείο διάγνωσης. Η αγγειογραφία μπορεί να εντοπίσει την αιμορραγία σε ασθενείς με εκκολπώματα Meckel. Το υπερηχογράφημα μπορεί να δείξει υπολείμματα ομφαλοεντερικού πόρου ή κύστεις. Η αξονική τομογραφία και η μαγνητική τομογραφία μπορεί να είναι χρήσιμα εργαλεία για την επίδειξη μιας δομής με τυφλό άκρο και φλεγμονή στη μέση της κοιλιακής κοιλότητας. Σε ασυμπτωματικούς ασθενείς, το εκκόλπωμα Meckel συχνά διαγιγνώσκεται ως τυχαίο εύρημα κατά τη διάρκεια της λαπαροσκόπησης ή της λαπαροτομίας.

    ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΕΚΚΟΛΠΩΜΑΤΟΣ MECKEL

    Η θεραπεία είναι χειρουργική, πιθανώς με λαπαροσκοπική εκτομή. Σε ασθενείς με αιμορραγία, περίσφιξη του εντέρου, διάτρηση του εντέρου ή απόφραξη του εντέρου, η θεραπεία περιλαμβάνει χειρουργική εκτομή του ίδιου του εκκολπώματος Meckel μαζί με το παρακείμενο τμήμα του εντέρου, και αυτή η διαδικασία ονομάζεται «εκτομή λεπτού εντέρου». Σε ασθενείς χωρίς καμία από τις προαναφερθείσες επιπλοκές, η θεραπεία περιλαμβάνει μόνο χειρουργική εκτομή του εκκολπώματος του Meckel και αυτή η διαδικασία ονομάζεται απλή εκκολπωματεκτομή. Σε ό,τι αφορά το ασυμπτωματικό εκκόλπωμα Meckel, ορισμένοι συνιστούν να διεξάγεται έρευνα για το εκκόλπωμα Meckel σε κάθε περίπτωση σκωληκοειδεκτομής/λαπαροτομής που γίνεται για οξεία κοιλία και, εάν βρεθεί, γίνεται εκκολπωματεκτομή ή εκτομή Meckel για να αποφευχθούν δευτερογενείς επιπλοκές.

    Τα καλύτερα συμπληρώματα διατροφής για το έντερο

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα καλύτερα συμπληρώματα διατροφής για το έντερο

    Meckels Diverticulum

     

    Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με τον θεράποντα ιατρό

    Διαβάστε, επίσης,

    Χρήσιμες πληροφορίες για το πεπτικό έλκος

    Ακτινολογικές εξετάσεις για έλεγχο του λεπτού εντέρου

    Πεπτικό έλκος

    www.emedi.gr

     

  • Δερμοειδής κύστη Δερμοειδής κύστη

    Χρήσιμες πληροφορίες για τις δερμοειδείς κύστεις

    Δερμοειδής κύστη

    Συνήθης πορεία - οξεία, χρόνια.

    Η δερμοειδής κύστη είναι ένα τεράτωμα κυστικής φύσης που περιέχει μια σειρά από αναπτυξιακά ώριμους, συμπαγείς ιστούς. Συχνά, αποτελείται από δέρμα, θύλακες τρίχας και ιδρωτοποιούς αδένες, ενώ άλλα συχνά συστατικά περιλαμβάνουν τρίχες, σμήγμα, αίμα, λίπος, οστά, νύχια, δόντια, μάτια, χόνδρο και ιστό θυρεοειδούς κ.ά. Καθώς οι δερμοειδείς κύστεις αναπτύσσονται αργά και περιέχουν ώριμο ιστό, αυτός ο τύπος κυστικού τερατώματος είναι σχεδόν πάντα καλοήθης. Σε εκείνες τις σπάνιες περιπτώσεις όπου η δερμοειδής κύστη είναι κακοήθης, συνήθως αναπτύσσεται ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα σε ενήλικες, ενώ τα βρέφη και τα παιδιά συνήθως παρουσιάζουν όγκο ενδοδερμικού κόλπου.

    ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ

    Λόγω της ταξινόμησής της, μια δερμοειδής κύστη μπορεί να εμφανιστεί οπουδήποτε ως τεράτωμα.

    Δερμοειδείς κύστεις του κόλπου και των ωοθηκών

    Οι ωοθήκες συνήθως αναπτύσσουν δομές που μοιάζουν με κύστεις που ονομάζονται ωοθυλάκια κάθε μήνα. Μόλις ένα ωάριο απελευθερωθεί από το ωοθυλάκιό του κατά τη διάρκεια της ωορρηξίας, τα ωοθυλάκια συνήθως ξεφουσκώνουν. Μερικές φορές υγρό συσσωρεύεται μέσα στο ωοθυλάκιο, σχηματίζοντας μια απλή (που περιέχει μόνο υγρό) κύστη. Η πλειοψηφία αυτών των λειτουργικών κύστεων υποχωρεί αυτόματα. Ενώ όλες οι κύστεις των ωοθηκών μπορεί να κυμαίνονται σε μέγεθος από πολύ μικρές έως αρκετά μεγάλες, οι δερμοειδείς κύστεις δεν ταξινομούνται ως λειτουργικές κύστεις. Οι δερμοειδείς κύστεις προέρχονται από πλήρως δυναμικά γεννητικά κύτταρα (τα οποία υπάρχουν κατά τη γέννηση) που διαφοροποιούνται ανώμαλα, αναπτύσσοντας χαρακτηριστικά ώριμων δερματικών κυττάρων. Υπάρχουν επιπλοκές, όπως συστροφή, ρήξη και μόλυνση, αν και η εμφάνισή τους είναι σπάνια. Οι δερμοειδείς κύστεις των ωοθηκών που είναι μεγαλύτερες παρουσιάζουν επιπλοκές που μπορεί να απαιτούν αφαίρεση είτε με λαπαροσκόπηση είτε με παραδοσιακή χειρουργική επέμβαση.

    Σπάνια, μια δερμοειδής κύστη μπορεί να αναπτυχθεί στον κόλπο.

    Περικογχικές δερμοειδείς κύστεις

    Οι δερμοειδείς κύστεις μπορεί να εμφανιστούν σε μικρά παιδιά, συχνά κοντά στην πλάγια όψη του φρυδιού (δεξί μέρος του δεξιού φρυδιού ή αριστερό μέρος του αριστερού φρυδιού). Ανάλογα με την αντιληπτή ποσότητα κινδύνου, μερικές φορές αφαιρούνται χειρουργικά ή απλώς διατηρούνται υπό παρακολούθηση. Μια φλεγμονώδης αντίδραση μπορεί να συμβεί εάν διαταραχθεί μια δερμοειδής κύστη και η κύστη μπορεί να επανεμφανιστεί εάν δεν αφαιρεθεί πλήρως. Μερικές φορές η πλήρης εκτομή δεν είναι πρακτική. Εάν εμφανιστούν δερμοειδείς κύστεις στην έσω όψη, η πιθανότητα εγκεφαλοκήλης γίνεται μεγαλύτερη και θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μεταξύ των διαφορικών διαγνώσεων. Άλλες περιοχές όπου μπορεί να εμφανιστεί μια δερμοειδής κύστη είναι ο εγκέφαλος, το όσχεο και ο φάρυγγας. Οι δερμοειδείς κύστεις αναπτύσσονται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Εμφανίζονται όταν τα κύτταρα του δέρματος και άλλοι ιστοί όπως τρίχες, ιδρωτοποιοί αδένες, αδένες λίπους ή λιπώδης ιστός παγιδεύονται στο δέρμα καθώς το μωρό μεγαλώνει στη μήτρα. Οι δερμοειδείς κύστεις υπάρχουν κατά τη γέννηση (συγγενείς) και είναι συχνές. Μπορεί να περάσουν μήνες ή χρόνια μέχρι να παρατηρηθεί μια δερμοειδής κύστη σε ένα παιδί επειδή οι κύστεις μεγαλώνουν αργά. Τα συμπτώματα της δερμοειδούς κύστης είναι ήσσονος σημασίας και οι κύστεις είναι συνήθως ανώδυνες. Δεν είναι επιβλαβή για την υγεία του παιδιού. Εάν μολυνθούν, πρέπει να αντιμετωπιστεί η μόλυνση και να αφαιρεθεί η κύστη. Είναι ευκολότερο να αφαιρεθούν οι κύστεις και να αποτραπούν οι ουλές εάν αφαιρεθούν πριν μολυνθούν.

    IMG 5757

    Δερμοειδείς κύστεις της σπονδυλικής στήλης

    Οι δερμοειδείς κύστεις της σπονδυλικής στήλης είναι καλοήθεις έκτοπες αναπτύξεις που πιστεύεται ότι είναι συνέπεια εμβρυολογικών σφαλμάτων κατά το κλείσιμο του νευρικού σωλήνα. Η αναφερόμενη εμφάνισή τους είναι εξαιρετικά σπάνια, καθώς αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 1% των όγκων του ενδομυελικού νωτιαίου μυελού. Οι δερμοειδείς κύστεις αφορούν συχνότερα την οσφυοϊερή περιοχή παρά τη θωρακική και εμφανίζονται εξωμυελικά την πρώτη δεκαετία της ζωής. Διάφορες υποθέσεις έχουν διατυπωθεί για να εξηγήσουν την παθογένεση των δερμοειδών κύστεων της σπονδυλικής στήλης, η προέλευση των οποίων μπορεί να είναι επίκτητη ή συγγενής.

    • Επίκτητες ή ιατρογενείς δερμοειδείς κύστεις μπορεί να προκύψουν από την εμφύτευση επιδερμικού ιστού στον υποσκληρίδιο χώρο, π.χ. δερματική έγκλειση της σπονδυλικής στήλης, κατά τη διάρκεια παρακέντησης με βελόνα.
    • Οι συγγενείς δερμοειδείς κύστεις, ωστόσο, πιστεύεται ότι προκύπτουν από κύτταρα των οποίων η θέση είναι σωστή αλλά δεν μπορούν να διαφοροποιηθούν στο σωστό κυτταρικό τύπο. Η ύπαρξη των δερματικών εξωδερμικών κυττάρων συμβαίνει νωρίς στην εμβρυϊκή ζωή και τα μετατοπισμένα πολυδύναμα κύτταρα εξελίσσονται σε δερμοειδείς κύστεις.

    Ανωμαλίες της σπονδυλικής στήλης, π.χ. ενδομυελικές δερμοειδείς κύστεις μπορεί να εμφανιστούν πιο συχνά στην οσφυοϊερή περιοχή (αρκετά συχνά στο επίπεδο του μυελού κώνου) και μπορεί να συνυπάρχουν με άλλες συγγενείς ανωμαλίες της σπονδυλικής στήλης, συμπεριλαμβανομένης της οπίσθιας δισχιδούς ράχης, όπως προσδιορίζεται από την απεικονειστική εξέταση.

    ΑΙΤΙΑ ΔΕΡΜΟΕΙΔΟΥΣ ΚΥΣΤΕΩΣ

    • Διασπασμένες τρίχες που αναπτύσσονται εσωτερικά 
    • Κοντόχονδρη σωματική διάπλαση 
    • Τραυματισμός 

    ΔΙΑΓΝΩΣΗ-ΔΙΑΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ

    Μια μικρή δερμοειδής κύστη στον κόκκυγα μπορεί να είναι δύσκολο να διαφοροδιαγνωσθεί από μια άλλη κύστη. Αυτό οφείλεται εν μέρει στο ότι και οι δύο μπορεί να είναι γεμάτες τρίχες. Η κύστη μπορεί να προκύψει από που απόφραξη. Οποιοδήποτε τεράτωμα κοντά στην επιφάνεια του σώματος μπορεί να αναπτύξει ένα συρίγγιο, ή ακόμα και ένα σύμπλεγμα από συρίγγια. 

    ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΔΕΡΜΟΕΙΔΟΥΣ ΚΥΣΤΕΩΣ

    • Παροχέτευση
    • Χειρουργική εξαίρεση

    Η θεραπεία της δερμοειδούς κύστης είναι η πλήρης χειρουργική αφαίρεση, κατά προτίμηση σε ένα κομμάτι και χωρίς διαρροή του περιεχομένου της κύστης. Η μαρσιποποίηση, μια χειρουργική τεχνική που χρησιμοποιείται συχνά για τη θεραπεία της κύστης του πυλώνα, είναι ακατάλληλη για την δερμοειδή κύστη λόγω του κινδύνου κακοήθειας. Η συσχέτιση των δερμοειδών κύστεων με την εγκυμοσύνη είναι δεδομένη. Συνήθως, υπάρχει το δίλημμα της στάθμισης των κινδύνων της χειρουργικής επέμβασης και της αναισθησίας έναντι των κινδύνων της μη θεραπείας της μάζας των εξαρτημάτων. Είναι πιο εφικτό να αντιμετωπιστούν οι αμφοτερόπλευρες δερμοειδείς κύστεις των ωοθηκών που ανακαλύπτονται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εάν μεγαλώσουν περισσότερο από 6 cm σε διάμετρο.

    Τα κατάλληλα προϊόντα για τις κύστεις

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα προϊόντα για τις κύστεις

     

    dermoid cyst on the ovary ovary infographics vector 9281091

    Διαβάστε, επίσης,

    Ορχικές κακοήθειες

    Κύστη θυρεογλωσσικού πόρου

    Θεραπεία των μη σεμινωματωδών όγκων εκ γεννητικών κυττάρων

    Χρήσιμες πληροφορίες για τους όγκους εκ γεννητικών κυττάρων

    Όγκοι ωοθηκών από γεννητικά κύτταρα

    Κύστη ωοθηκών

    Χολοστεάτωμα

    Χρήσιμες πληροφορίες για τους καλόγερους

    Κύστη κόκκυγος

    www.emedi.gr