Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013 14:54

Ουρολοίμωξη

Γράφτηκε από την
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(3 ψήφοι)

Κυστίτιδα, πυελονεφρίτιδα και ουρολοίμωξη

Η λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος, ICD - 10 N39.0, επίσης, γνωστή ως οξεία κυστίτιδα ή λοίμωξη της ουροδόχου κύστης είναι μια λοίμωξη που επηρεάζει μέρος του ουροποιητικού συστήματος.

Όταν επηρεάζει το κατώτερο ουροποιητικό σύστημα είναι γνωστή ως απλή κυστίτιδα (λοίμωξη της ουροδόχου κύστης) και όταν επηρεάζει το ανώτερο ουροποιητικό είναι γνωστή ως πυελονεφρίτιδα (λοίμωξη των νεφρών).

Συμπτώματα της κυστίτιδας είναι η επώδυνη ούρηση, η συχνή ούρηση ή η επιτακτική ανάγκη για ούρηση, ενώ στην πυελονεφρίτιδα υπάρχει και πυρετός και πόνος στα πλευρά πέραν των συμπτωμάτων του κατώτερου ουροποιητικού.

Στους ηλικιωμένους και τα πολύ μικρά παιδιά, τα συμπτώματα μπορεί να είναι ασαφή ή μη ειδικά.

Η κύρια αιτία και των δύο τύπων είναι η Escherichia coli, ωστόσο και άλλα βακτήρια, ιοί ή μύκητες μπορεί σπάνια να είναι η αιτία.

Οι λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος εμφανίζονται πιο συχνά στις γυναίκες από τους άνδρες, με το ήμισυ των γυναικών να έχουν τουλάχιστον μία λοίμωξη  του ουροποιητικού κάποια στιγμή στη ζωή τους. Οι υποτροπές είναι συχνές.

Οι παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνουν τη γυναικεία ανατομία, τη σεξουαλική επαφή και το οικογενειακό ιστορικό.

Η πυελονεφρίτιδα ακολουθεί, συνήθως, μια λοίμωξη της ουροδόχου κύστης, αλλά μπορεί επίσης να προκληθεί από μια λοίμωξη μέσω του αίματος.

Η Διάγνωση σε νέες υγιείς γυναίκες μπορεί να γίνει με βάση τα συμπτώματα και μόνο. Στους ασθενείς με ασαφή συμπτώματα, η διάγνωση μπορεί να είναι δύσκολη επειδή τα βακτήρια μπορεί να υπάρχουν χωρίς να υπάρχει κάποια λοίμωξη. Σε περίπλοκες περιπτώσεις ή εάν η θεραπεία έχει αποτύχει, μια καλλιέργεια ούρων και ένα αντιβιόγραμμα μπορεί να είναι χρήσιμα. Στους ασθενείς με συχνές λοιμώξεις, αντιβιοτικά σε χαμηλή δόση λαμβάνονται προληπτικά.

Σε απλές περιπτώσεις, οι λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος αντιμετωπίζονται εύκολα με αντιβιοτικά αν και η αντίσταση σε πολλά από τα αντιβιοτικά που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία των ουρολοιμώξεων αυξάνεται.Σε περίπλοκες περιπτώσεις, μπορεί να χρειαστούν περισσότερα αντιβιοτικά από το στόμα ή ενδοφλέβια αντιβιοτικά, και εάν τα συμπτώματα δεν έχουν βελτιωθεί σε δύο ή τρεις ημέρες, περαιτέρω διαγνωστικές εξετάσεις μπορεί να είναι απαραίτητες (για τυχόν απόφραξη από πέτρες).


Επιδημιολογία

Στις γυναίκες, οι λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος είναι η πιο συχνή μορφή βακτηριακής λοίμωξης σε ποσοστό 10 % σε ετήσια βάση. Συμβαίνουν συχνότερα μεταξύ 16 και 35 ετών και το 60 % έχει μια μόλυνση σε κάποιο σημείο στη ζωή τους. Οι υποτροπές είναι συχνές, με σχεδόν το ήμισυ των αρρώστων να παθαίνουν μια δεύτερη μόλυνση μέσα σε ένα χρόνο. Λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος συμβαίνουν τέσσερις φορές πιο συχνά στις γυναίκες από τους άνδρες. Η πυελονεφρίτιδα εμφανίζεται 20-30 φορές λιγότερο συχνά. Είναι η πιο κοινή αιτία νοσοκομειακών λοιμώξεων που αντιπροσωπεύουν περίπου το 40 %. Η ασυμπτωματική βακτηριουρία αυξάνεται με την ηλικία από δύο έως επτά τοις εκατό στις γυναίκες στην αναπαραγωγική ηλικία σε 50 % σε ηλικιωμένες γυναίκες, ενώ οι ασυμπτωματικές βακτηριουρίες μεταξύ των ανδρών άνω των 75 ετών είναι 7 - 10 %.

Οι λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος μπορεί να επηρεάσουν το 10% των παιδιών. Μεταξύ των παιδιών οι λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος είναι συχνές σε αγόρια χωρίς περιτομή σε ηλικία τριών μηνών που ακολουθείται και ακολουθούν τα κορίτσι που είνα μικρότερα των τριών ετών. Η επίπτωση στα παιδιά κυμαίνεται από 2-20% από τη γέννηση έως την ηλικία 2 ετών.


Σημεία και συμπτώματα
Η λοίμωξη του κατώτερου ουροποιητικού συστήματος είναι η κυστίτιδα

Τα πιο συχνά συμπτώματα είναι το κάψιμο κατά την ούρηση ή η συχνή ούρηση ή η επιτακτική ανάγκη για ούρηση, με  απουσία κολπικών εκκρίσεων και μεγάλο πόνο. Αυτά τα συμπτώματα μπορεί να είναι ήπια έως σοβαρά και σε υγιείς γυναίκες διαρκούν κατά μέσο όρο έξι ημέρες.Επίσης, κάποιος πόνος πάνω από το ηβικό οστό ή στο κάτω μέρος της πλάτης μπορεί να υπάρχουν.

Οι άνθρωποι που βιώνουν μια λοίμωξη του ανώτερου ουροποιητικού συστήματος ή πυελονεφρίτιδα, μπορεί να εμφανίσουν πόνο στα πλευρά, πυρετό ή ναυτία και έμετο εκτός από τα κλασικά συμπτώματα της λοίμωξης του κατώτερου ουροποιητικού συστήματος. Σπάνια τα ούρα μπορεί να είναι αιματηρά ή να περιέχουν ορατό πύο (πυουρία).

Παιδιά

Σε μικρά παιδιά, το μόνο σύμπτωμα μιας λοίμωξης του ουροποιητικού συστήματος μπορεί να είναι Ο πυρετός. Λόγω της έλλειψης εμφανών συμπτωμάτων, όταν τα κορίτσια είναι κάτω από την ηλικία των δύο ή τα αγόρια λιγότερο από ένα έτος και παρουσιάζουν πυρετό, μια καλλιέργεια ούρων συνιστάται.

Τα βρέφη μπορούν να έχουν έμετο, να  κοιμούνται περισσότερο, ή να δείχνουν σημάδια ίκτερου. Σε μεγαλύτερα παιδιά, μπορεί να εμφανιστεί ακράτεια ούρων (απώλεια ελέγχου της ουροδόχου κύστης).

Ηλικιωμένοι

Συμπτώματα του ουροποιητικού συστήματος δεν υπάρχουν, συνήθως, σε ηλικιωμένους. Τα συμπτώματα μπορεί να είναι ασαφή με ακράτεια, αλλαγή της νοητικής κατάστασης, ή κόπωση, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστεί με σηψαιμία, δηλαδή λοίμωξη του αίματος. Η διάγνωση μπορεί να περιπλέκεται από το γεγονός ότι πολλοί ηλικιωμένοι άνθρωποι έχουν προϋπάρχοντα ακράτεια ή άνοια.


Αίτια ουρολοιμώξεων

Η Ε. coli είναι η αιτία του 80-85 % των λοιμώξεων του ουροποιητικού συστήματος, ενώ ο Staphylococcus saprophyticus είναι η αιτία στο 5-10%. Σπάνια μπορεί να οφείλονται σε ιογενείς ή μυκητιασικές λοιμώξεις.

Άλλες βακτηριακές αιτίες περιλαμβάνουν: Klebsiella, Proteus, Pseudomonas, και Enterobacter. Αυτές είναι σπάνιες και συνήθως, σχετίζονται με ανωμαλίες του ουροποιητικού συστήματος ή με καθετηριασμό της ουροδόχου κύστεως. Οι λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος που προκαλούνται από Staphylococcus aureus, συνήθως, γίνονται μέσω αίματος.

Σε νεαρές σεξουαλικά ενεργές γυναίκες, η σεξουαλική δραστηριότητα είναι η αιτία του 75-90 % των λοιμώξεων της ουροδόχου κύστης, με τον κίνδυνο της μόλυνσης να σχετίζεται με τη συχνότητα του σεξ. Ο όρος ''κυστίτιδα του μήνα του μέλιτος" αναφέρεται σε αυτό το φαινόμενο των συχνών ουρολοιμώξεων κατά τα πρώτα στάδια του γάμου. Η χρήση σπερματοκτόνων, ανεξάρτητα από τη συχνότητα της σεξουαλικής δραστηριότητας, αυξάνει τον κίνδυνο των ουρολοιμώξεων.

Σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, η σεξουαλική δραστηριότητα δεν επηρεάζει τον κίνδυνο εμφάνισης μια ουρολοίμωξης.

Οι γυναίκες είναι πιο επιρρεπείς σε ουρολοιμώξεις από τους άνδρες, επειδή η ουρήθρα τους είναι πολύ μικρότερη και πιο κοντά στο πρωκτό. Καθώς τα επίπεδα οιστρογόνων μιας γυναίκας μειώνονται με την εμμηνόπαυση, ο κίνδυνος της για λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος αυξάνεται λόγω της απώλειας της προστατευτικής κολπικής χλωρίδας.

Αίτια που προκαλούν κυστίτιδα στις γυναίκες

  • Η χρήση αντισύλληψης (σπιράλ, διάφραγμα, σπερματοκτόνων κ.α.) πολλαπλασιάζει τον κίνδυνο εμφάνισης ουρολοίμωξης.
  • Η χρήση προφυλακτικών, που λόγω των λιπαντικών ουσιών που έχουν, μπορεί να ερεθίσει τον κόλπο και να τον κάνει πιο ευάλωτο στις λοιμώξεις, ή να έχουν αλλεργία στο υλικό, από το οποίο είναι κατασκευασμένο το προφυλακτικό.
  • Το μπάνιο (αφρόλουτρο) μέσα στην μπανιέρα.
  • Η συχνή χρήση ειδικών σαπουνιών για τις ευαίσθητες περιοχές.
  • Η κακή χρήση πετσετών και καθισμάτων σε παραλίες, γυμναστήρια ή σε χώρους που δεν είναι εφικτή η διατήρηση της σωστής υγιεινής και καθαριότητας.
  • Η έλλειψη καθημερινής προσωπικής υγιεινής και καθαριότητας στην περιγεννητική περιοχή.
  • Ο λάθος τρόπος καθαρισμού του πρωκτού, θα πρέπει να γίνεται από μπροστά προς τα πίσω και όχι αντίθετα γιατί αλλιώς μεταφέρονται τα βακτήρια που υπάρχουν στον γαστρεντερικό σωλήνα (E. coli) στην περιοχή της ουρήθρας.
  • Η καθημερινή χρήση σερβιέτας και η κακή χρήση ταμπόν (η αλλαγή του ταμπόν θα πρέπει να είναι συχνή).
  • Η έλλειψη ή η κακή καθαριότητα του ρουχισμού μας (συνεχής χρήση του είδη φορεμένου εσώρουχου, καλσόν κλπ.).
  • Η χρήση συνθετικών εσωρούχων και στενών ρούχων που κρατούν την υγρασία και δημιουργούν το κατάλληλο περιβάλλον για την ανάπτυξη βακτηριδίων.
  • Η κακή συνήθεια που έχουν πολλές γυναίκες, λόγω έλλειψης ή βρώμικης τουαλέτας στον χώρο που βρίσκονται, να αναστέλλουν την ούρηση με αποτέλεσμα να αναπτύσσονται μικρόβια μέσα στην ουροδόχο κύστη.
  • Η ξαφνική αύξηση της σεξουαλικής δραστηριότητας.
  • Η συχνή αλλαγή ερωτικού συντρόφου.
  • Η σεξουαλική επαφή από τον πρωκτό.

Ο καθετηριασμός ουροδόχου κύστεως αυξάνει τον κίνδυνο για λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος. Ο κίνδυνος βακτηριουρίας (βακτήρια στα ούρα) είναι τρία έως έξι τοις εκατό ανά ημέρα και τα προφυλακτικά αντιβιοτικά δεν είναι αποτελεσματικά στη μείωση των συμπτωματικών λοιμώξεων. Ο κίνδυνος μιας μόλυνσης μπορεί να μειωθεί κατά τον καθετηριασμό, με το να γίνεται αυτός μόνο όταν είναι απαραίτητος, χρησιμοποιώντας άσηπτη τεχνική για την εισαγωγή του και διατήρηση της κλειστής παροχέτευσης του καθετήρα.

Μια οικογενειακή προδιάθεση για λοιμώξεις της ουροδόχου κύστης μπορεί να υπάρχει. Άλλοι παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνουν το διαβήτη, την περιτομή, την υπερτροφία προστάτη και άλλες ανατομικές, λειτουργικές, ή μεταβολικές ανωμαλίες.

Στα παιδιά οι ουρολοιμώξεις συνδέονται με κυστεοουρητηρική παλινδρόμηση (που είναι η ανώμαλη κίνηση των ούρων από την ουροδόχο κύστη στους ουρητήρες ή τα νεφρά), και η δυσκοιλιότητα.

Άτομα με βλάβη του νωτιαίου μυελού είναι σε αυξημένο κίνδυνο για λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος, εν μέρει λόγω της χρόνιας χρήσης του καθετήρα, και εν μέρει λόγω της δυσλειτουργίας της  κένωσης. Είναι η πιο συχνή αιτία της μόλυνσης στον πληθυσμό αυτό, καθώς και η πιο συχνή αιτία νοσηλείας. Η χρήση χυμού cranberry ή το συμπλήρωμα διατροφής μούρων φαίνεται να είναι αναποτελεσματικό για την πρόληψη και τη θεραπεία των ουρολοιμώξεων σε αυτό τον πληθυσμό.


Παθογένεια

Τα βακτήρια που προκαλούν λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος τυπικά εισέρχονται στην ουροδόχο κύστη μέσω της ουρήθρας. Ωστόσο, η μόλυνση μπορεί, επίσης, να γίνει μέσω του αίματος ή της λέμφου. Πιστεύεται ότι τα βακτηρίδια, συνήθως μεταδίδονται στην ουρήθρα από το έντερο, με τις γυναίκες να είναι σε μεγαλύτερο κίνδυνο λόγω της ανατομίας τους . Μετά την είσοδο στην ουροδόχο κύστη του Ε. Coli, αυτό προσκολλάται στο τοίχωμα της ουροδόχου κύστης και σχηματίζει ένα βιοφίλμ που αντιστέκεται στη ανοσολογική απόκριση του οργανισμού.


Διάγνωση

Πολλαπλοί βάκιλλοι (ραβδόμορφα βακτηρίδια) εμφανίζονται μεταξύ των λευκών αιμοσφαιρίων στα ούρα στο μικροσκόπιο. Οι αλλαγές αυτές είναι ενδεικτικές μολύνσεως του ουροποιητικού συστήματος.

Σε απλές περιπτώσεις, η διάγνωση μπορεί να γίνει, όπως και η θεραπεία με βάση τα συμπτώματα και μόνο, χωρίς περαιτέρω εργαστηριακή επιβεβαίωση.

Σε περίπλοκες ή αμφισβητήσιμες περιπτώσεις, μπορεί να είναι χρήσιμο να επιβεβαιωθεί η διάγνωση μέσω ούρων, όπως ο έλεγχος για νιτρώδη, λευκά αιμοσφαίρια (λευκοκύτταρα), ή λευκοκυτταρική εστεράση.

Η γενική ούρων διερευνά την παρουσία ερυθρών αιμοσφαιρίων, λευκών αιμοσφαιρίων ή βακτηρίων.

Η ουροκαλλιέργεια θεωρείται θετική εάν παρουσιάζει μια βακτηριακή μέτρηση αποικιών μεγαλύτερη από ή ίση με 103 μονάδες σχηματισμού αποικιών ανά mL.

Το τεστ ευαισθησίας στα αντιβιοτικά μπορεί, επίσης, να γίνει για να επιλεγεί η κατάλληλη αντιβιοτική θεραπεία.

Ωστόσο, και οι γυναίκες με αρνητικές καλλιέργειες μπορεί να θεραπευθούν με την κατάλληλη αντιβιοτική θεραπεία.

Δεδομένου, ότι τα συμπτώματα μπορεί να είναι ασαφή και οι  δοκιμές μη αξιόπιστες για λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος, η διάγνωση μπορεί να είναι δύσκολη, κυρίως, για τους ηλικιωμένους.


Ταξινόμηση

Μια λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος μπορεί να περιλαμβάνει μόνο το κατώτερο ουροποιητικό σύστημα, δηλαδή κυστίτιδα ή μπορεί να περιλαμβάνει το ανώτερο ουροποιητικό και είναι γνωστή ως πυελονεφρίτιδα. Αν τα ούρα περιέχουν σημαντικά βακτήρια, αλλά δεν υπάρχουν συμπτώματα, η κατάσταση είναι γνωστή ως ασυμπτωματική βακτηριουρία.

Εάν μια λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος περιλαμβάνει την άνω ουροποιητική οδό, και το άτομο έχει σακχαρώδη διαβήτη, είναι έγκυος, είναι άντρας, ή ανοσοκατασταλμένος, θεωρείται επιπλεγμένη ουρολοίμωξη.

Σε αντίθετη περίπτωση, αν μια γυναίκα είναι υγιής και πριν από την εμμηνόπαυση θεωρείται απλή ουρολοίμωξη.

Στα παιδιά, όταν μια λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος σχετίζεται με πυρετό, θεωρείται ότι είναι μια λοίμωξη του ανώτερου ουροποιητικού.Για να γίνει η διάγνωση ουρολοίμωξης στα παιδιά, μια θετική καλλιέργεια ούρων είναι απαραίτητη. Η επιμόλυνση λαμβάνεται υπόψη ανάλογα με τη μέθοδο συλλογής που χρησιμοποιείται, έτσι μια τιμή μεγαλύτερη από 105 CFU/mL χρησιμοποιείται ως θετική για την λήψη δείγματος με τη φυσιολογική οδό, 104 CFU/mL χρησιμοποιείται για δείγματα που λαμβάνονται με ουροκαθετήρα και 102 CFU/mL για την υπερηβική παρακέντηση (ένα δείγμα που λαμβάνεται άμεσα από την κύστη με μία βελόνη).

Στα παιδιά κάτω από 2 ετών που είχαν ήδη μια λοίμωξη ουροποιητικού πρέπει να γίνεται και νεφρικό υπερηχογράφημα και κυστεοουρηθρογράφημα (παρατηρώντας την ουρήθρα ενός ατόμου και την ουροδόχου κύστη σε πραγματικό χρόνο με ακτίνες Χ κατά την ούρηση), αν και η εξέταση γίνεται σπάνια σε βρέφη έξι μηνών ή που έχουν ασυνήθη ευρήματα.


Διαφορική διάγνωση

  • Σε γυναίκες με τραχηλίτιδα (φλεγμονή του τραχήλου της μήτρας) ή κολπίτιδα (φλεγμονή του κόλπου) και στους νεαρούς άνδρες με λοίμωξη από trachomatis Chlamydia ή λοίμωξη Neisseria gonorrheae.
  • Η κολπίτιδα μπορεί, επίσης, να οφείλεται σε μια μόλυνση ζύμης.
  • Η διάμεση κυστίτιδα (χρόνιος πόνος στην ουροδόχο κύστη) συμβαίνει σε πολλαπλά επεισόδια ουρολοιμώξεων,  αλλά οι καλλιέργειες ούρων παραμένουν αρνητικές και δεν βελτιώνονται με αντιβιοτικά.
  • Η προστατίτιδα (φλεγμονή του προστάτη), πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στη διαφορική διάγνωση.
  • Αιμορραγική κυστίτιδα με αίμα στα ούρα, μπορεί να εμφανιστεί σε μια σειρά από αιτίες όπως οι εξής: λοιμώξεις, ακτινοθεραπεία, υποκείμενο καρκίνο, φάρμακα και τοξίνες. Το φάρμακα που, συνήθως, προκαλεί αυτό το πρόβλημα είναι η κυκλοφωσφαμίδη σε ποσοστό 40 %.
  • Η ηωσινοφιλική κυστίτιδα είναι μια σπάνια κατάσταση όπου ηωσινόφιλα υπάρχουν στο τοίχωμα της ουροδόχου κύστης. Τα σημεία και τα συμπτώματα είναι παρόμοια με της ουρολοίμωξης και μπορεί να συνδέεται με τροφικές αλλεργίες, λοιμώξεις, και τα φάρμακα.

Πρόληψη ουρολοιμώξεων

  • Ούρηση αμέσως μετά τη συνουσία
  • Χρήση βαμβακερών εσωρούχων
  • Καλή ατομική υγιεινή που χρησιμοποιούνται μετά την ούρηση ή την αφόδευση
  • Αποφυγή χρήσης ταμπόν και douching 
  • Αποφυγή σπερματοκτόνων ή διαφράγματος ως μέθοδος αντισύλληψης. Η χρήση προφυλακτικού χωρίς σπερματοκτόνο δεν αυξάνει τον κίνδυνο μόλυνσης
  • Φάρμακα: Για εκείνους με υποτροπιάζουσες λοιμώξεις, μια παρατεταμένη χορήγηση αντιβιοτικών είναι απαραίτητη. Φάρμακα που χρησιμοποιούνται συχνά περιλαμβάνουν την νιτροφουραντοϊνη και τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη. Η μεθεναμίνη είναι ένας άλλος παράγοντας που χρησιμοποιείται συχνά για το σκοπό αυτό, όπως στην κυστίτιδα, όπου η οξύτητα είναι χαμηλή και παράγει φορμαλδεΰδη με την οποία δεν αναπτύσσεται αντίσταση: 

-Στις περιπτώσεις που οι λοιμώξεις σχετίζονται με την σεξουαλική επαφή, στη συνέχεια η λήψη αντιβιοτικών μπορεί να είναι χρήσιμη.

-Στις μεταεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, η τοπική χρήση κολπικών οιστρογόνων με τοπικές κρέμες βοηθούν, αλλά όχι τα κολπικά υπόθετα. Τα αντιβιοτικά χαμηλής δόσης είναι προτιμότερα. Η χορήγηση για μικρό χρονικό διάστημα αντιβιοτικών μετά από καθετηριασμό μειώνει τον επακόλουθο κίνδυνο μιας μόλυνσης της ουροδόχου κύστης.

-Στα παιδιά τα προληπτικά αντιβιοτικά δεν μειώνουν τις λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος. Ωστόσο, οι υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις, δημιουργούν  νεφρικά προβλήματα στο (0,33 %) των παιδιών όταν θα φθάσουν στην ενήλικη ζωή.

Το cranberry (χυμός ή κάψουλες ) μπορεί να μειώσει τον αριθμό των ουρολοιμώξεων στα άτομα με συχνές υποτροπές.

Τα ενδοκολπικά προβιοτικά είναι, συνήθως, ευεργετικά, στις γυναίκες.


Θεραπεία

Η θεραπεία γίνεται με αντιβιοτικά. Φαιναζοπυριδίνη προβλέπεται κατά τις πρώτες ημέρες εκτός από τα αντιβιοτικά για να βοηθήσει, ωστόσο, δεν συνιστάται, λόγω του ότι έχει αυξημένο κίνδυνο για μεθαιμοσφαιριναιμία (υψηλότερο από το κανονικό επίπεδο μεθαιμοσφαιρίνης στο αίμα). Η ακεταμινοφαίνη (παρακεταμόλη) μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον πυρετό.

Κυστίτιδες

Μη επιπλεγμένες λοιμώξεις μπορεί να διαγνωστούν και να αντιμετωπιστούν με βάση τα συμπτώματα και μόνο.

Από του στόματος αντιβιοτικά, όπως η τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη (TMP/SMX), οι κεφαλοσπορίνες, η νιτροφουραντοϊνη ή μια φλουοροκινολόνη είναι αποτελεσματικές. Μια τριήμερη θεραπεία με τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη ή μια φλουοροκινολόνη είναι συνήθως επαρκείς, ενώ η nitrofurantoin απαιτεί 5-7 ημέρες, για την κυστίτιδα. Τα συμπτώματα θα πρέπει να βελτιωθούν μέσα σε 36 ώρες. 

Περίπου το 50 % θα ανακάμψουν χωρίς θεραπεία μέσα σε λίγες ημέρες ή εβδομάδες.

Η αμοξικιλλίνη με κλαβουλανικό φαίνεται λιγότερο αποτελεσματική από ό, τι άλλες επιλογές. Κάποια αντίσταση έχει αναπτυχθεί σε όλα αυτά τα φάρμακα που σχετίζεται με την ευρεία χρήση τους. Για απλές ουρολοιμώξεις, τα παιδιά συχνά ανταποκρίνονται σε μια τριήμερη χορήγηση αντιβιοτικών.

Πυελονεφρίτιδες
Η πυελονεφρίτιδα αντιμετωπίζεται πιο επιθετικά από ό, τι μια απλή λοίμωξη της ουροδόχου κύστης χρησιμοποιώντας είτε μια πιο μακρά χορήγηση αντιβιοτικών από το στόμα ή ενδοφλέβια αντιβιοτικά. Επτά ημέρες της φθοριοκινολόνης από το στόμα, όπως η σιπροφλοξασίνη χρησιμοποιείται, συνήθως. Εάν υπάρχει αντίσταση χορηγείται κεφτριαξόνη ενδοφλέβια ή ενδομυϊκά. Η τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη ή η αμοξικιλλίνη/κλαβουλανικό από το στόμα για 14 ημέρες είναι μια άλλη λογική επιλογή.

Σε όσους παρουσιάζουν πιο σοβαρά συμπτώματα, μπορεί να χρειαστεί εισαγωγή σε νοσοκομείο. Απόφραξη ουροφόρων οδών από πέτρα στα νεφρά μπορεί να υποπτευθεί εάν τα συμπτώματα δεν βελτιώνονται μετά από δύο ή τρεις ημέρες θεραπείας.


Εγκυμοσύνη και ουρολοίμωξη

Οι λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος έχουν αυξημένο κίνδυνο λοιμώξεων των νεφρών. Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, τα υψηλά επίπεδα προγεστερόνης μειώνουν τον μυϊκό τόνο των ουρητήρων και της ουροδόχου κύστης και υπάρχει κίνδυνος κυστεοουρητηρικής παλινδρόμησης. Ενώ οι έγκυες γυναίκες δεν έχουν αυξημένο κίνδυνο ασυμπτωματικής βακτηριουρίας, αν συμβεί βακτηριουρία έχουν κίνδυνο 25-40 % για λοίμωξη των νεφρών. Έτσι, αν η εξέταση ούρων δείχνει σημάδια μιας μόλυνσης, ακόμη και εν απουσία των συμπτωμάτων - συνιστάται θεραπεία. Κεφαλεξίνη ή νιτροφουραντοίνη χρησιμοποιούνται, συνήθως, επειδή γενικά θεωρούνται ασφαλή κατά την εγκυμοσύνη. Μια λοίμωξη των νεφρών κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί να οδηγήσει σε πρόωρο τοκετό ή προεκλαμψία (μια κατάσταση με υψηλή πίεση του αίματος και νεφρική δυσλειτουργία κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης που μπορεί να οδηγήσει σε σπασμούς).

Διαβάστε, επίσης,

Κυστεοουρητηρική παλινδρόμηση

Χρόνια ουρολοίμωξη

Οξεία πυελονεφρίτιδα

Ακράτεια ούρων

Αιματουρία

www.emedi.gr

Διαβάστηκε 9366 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013 17:33
Σαββούλα Μάλλιου Κριαρά

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Κυστεοσκόπηση Νεφρολιθίαση »