Τρίτη, 05 Νοεμβρίου 2013 22:53

Η τεχνική της ακρόασης των φυσημάτων στα παιδιά

Γράφτηκε από την
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

Aκρόαση της καρδιάς στα παιδιά

 

Τα βρέφη πρέπει να εξετάζονται σε οποιαδήποτε στάση μένουν ήρεμα.

Ο εξεταστής πρέπει πρώτα να ακροάται ολόκληρο τον καρδιακό κύκλο προσδιορίζοντας τον πρώτο τόνο (S1), τη συστολή, το δεύτερο τόνο (S2) και τη διαστολή. Ακολούθως πρέπει να ακροάται προσεκτικά οποιονδήποτε πρόσθετο ήχο ή φύσημα, συγκεντρώνοντας τόσο πολύ την προσοχή του σε αυτά, ώστε να μην ακούει τίποτε άλλο. Αυτή η τεχνική λέγεται ''διαχωρισμός'' και εφαρμόζεται σε κάθε εστία ακρόασης του προκαρδίου.

Ο πρώτος τόνος (S1), ο οποίος δημιουργείατια από τη σύγκλειση των κολποκοιλιακών βαλβίδων ακούγεται καλύτερα στο κατώτερο τμήμα του αριστερού στερνικού χείλους ή στην κορυφή της καρδιάς. Ο τόνος αυτός μπορεί να διχάζεται και το δεύτερο, χαμηλής έντασης στοιχείο, να αναγνωρίζεται καλύτερα στο κατώτερο τμήμα του αριστερού στερνικού χείλους.

Ο δεύτερος τόνος (S2) ο οποίος δημιουργείται από τη σύγκλειση των μηνοειδών βαλβίδων, ακούγεται καλύτερα στο 2ο αριστερό μεσοπλεύριο διάστημα. Κατά τη διάρκεια της εισπνοής η πλήρωση των δεξιών καρδιακών κοιλοήτων αυξάνει κι έτσι, αυξάνει ο χρόνος εξώθησης της δεξιάς κοιλίας, με αποτέλεσμα ο διχασμός μεταξύ του αορτικού και του πνευμονικού στοιχείου του δεύτερου τόνου να είναι ευρύτερος στην εισπνοή σε σύγκριση με την εκπνοή.

Διεύρυνση του διχασμού παρατηρείται σε περιπτώσεις υπερφόρτωσης της δεξιάς κοιλίας, όπως σε μεσοκολπική επικοινωνία, στη στένωση της πνευμονικής και στον αποκλεισμό του δεξιού σκέλους. Η ένταση του πνευμονικού στοιχείου του δεύτερου τόνου αυξάνει όταν αυξάνει η διαστολική πίεση και ελαττώνεται όταν η διαστολική πίεση στην πνευμονική αρτηρία είναι χαμηλή, όπως στη στένωση πνευμονικής. Όσο υψηλότερη είναι η διαστολική πίεση στην πνευμονική αρτηρία τόσο νωρίτερα  συγκλείεται η πνευμονική βαλβίδα. Έτσι σε πνευμονική υπέρταση, ο διχασμός είναι στενός ή μπορεί να μην ακούγεται, οπότε ο δεύτερος τόνος είναι μονήρης, όπως στην ατρησία της αορτικής ή πνευμονικής βαλβίδας.

Στη στένωση της αορτικής βαλβίδας, η συστολή της αριστερής κοιλίας μπορεί να παρατείνεται αρκετά, ώστε να καθυστερεί η σύγκλειση της βαλβίδας δημιουργώντας, έτσι, στενό διχασμό, μονήρη δεύτερο τόνο ή και παράδοξο διχασμό.

Παράδοξο διχασμό προκαλεί και ο προχωρημένος πλήρης αποκλεισμός του αριστερού σκέλους.

Ο τέταρτος καρδιακός τόνος ακούγεται καλύτερα με τον κώδωνα του στηθοσκοπίου στην κορυφή της καρδιάς και εντοπίζεται στο πρώτο 1/3 της διαστολής, ενώ ένας τρίτος τόνος, της δεξιάς κοιλίας, ακούγεται καλύτερα στο κατώτερο αριστερό στερνικό χείλος.

Ένας τέταρρτος καρδιακός τόνος που ακούγεται καλύτερα στο 3ο ή 4ο μεσοπλεύριο διάστημα και εντοπίζεται αμέσως πριν τον 1ο τόνο, μπορεί να αποτελεί σημείο ελάττωσης της ενδοτικότητας του μυοκαρδίου των κοιλιών.

Στην αρχή της συστολής ακούγονται ήχοι εξώθησης (κλικ) που οφείλονται στη διάταση της ανιούσας αορτής ή της πνευμονικής αρτηρίας. Οι ήχοι εξώθησης της πνευμονικής αρτηρίας ακούγονται καλύτερα στο ανώτερο τμήμα του αριστερού στερνικού χείλους και παρατηρούνται μέχρι και 0,08 δευτ. μετά τον πρώτο τόνο. Οι ήχοι αυτοί είναι εντονότεροι κατά την εκπνοή και είναι δυνατόν να εξαφανίζονται στην εισπνοή. Επειδή ο πρώτος τόνος στο ανώτερο τμήμα του αριστερού στερνικού χείλους έχει χαμηλότερη ένταση, ο φαινομενικός πρώτος τόνος που ακούγεται ηχηρός στο ανώτερο τμήμα του αριστερού στερνικού χείλους, ιδιαίτερα κατά την εκπνοή δεν είναι ο S1,  αλλά ήχος εξώθησης της πνευμονικής. Η στένωση της πνευμονικής βαλβίδας σχεδόν πάντοτε  συνοδεύεται από ήχο εξώθησης της πνευμονικής, ο οποίος συχνά συνοδεύει και την πνευμονική αγγειοπάθεια (πνευμονική αρτηριακή υπέρταση).

Οι αορτικοί ήχοι εξώθησης συνήθως διαχωρίζονται καλά από τον πρώτο τόνο, η έντασή τους δεν μεταβάλλεται κατά την αναπνοή και συνήθως ακούγονται καλά στην κορυφή (και μερικές φορές στο κατώτερο τμήμα του αριστερού στερνικού χείλους). Οι ήχοι αυτοί σχετίζονται με την ύπαρξη γνήσιας διγλώχινας αορτικής βαλβίδας, στένωσης της αορτικής βαλβίδας, κοινού αρηριακού κορμού και τετραλογίας Fallot με ατρησία πνευμονικής.

Τα φυσήματα περιγράφονται συνήθως με βάση την ένταση, τη χρονική θέση και τη συχνότητά τους.

Η ένταση ενός φυσήματος παρουσιάζει έξι διαβαθμίσεις:

1ου βαθμού φύσημα είναι μόλις ακουστό και μπορεί να απαιτήσει πολλούς καρδιακούς κύκλους για να εντοπιστεί

2ου βαθμού είναι ένα απαλό φύσημα που γίνεται αμέσως αντιληπτό

3ου βαθμού είναι ένα μετρίως δυνατό φύσημα που δεν συνοδεύεται από ροίζο

4ου βαθμού είναι ένα δυνατό φύσημα που συνοδεύεται από ροίζο

5ου βαθμού είναι ένα δυνατό φύσημα που μπορεί να ακουστεί με την άκρη του  στηθοσκοπίου να αγγίζει ελαφρά το θωρακικό τοίχωμα

6ου βαθμού είναι το φύσημα που μπορεί να ακουστεί και χωρίς στηθοσκόπιο

www.emedi.gr

 

Διαβάστηκε 1675 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 05 Νοεμβρίου 2013 23:38
Σαββούλα Μάλλιου Κριαρά

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Όγκος του Wilms Ειδικές Μαθησιακές Δυσκολίες »