Δευτέρα, 02 Δεκεμβρίου 2013 07:40

Ινοκυστική νόσος

Γράφτηκε από την
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(2 ψήφοι)

Η ινοκυστική νόσος ή κυστική ίνωση είναι κληρονομικό νόσημα

Η Ινοκυστική νόσος, ICD-10 E84, είναι το συχνότερο κληρονομικό νόσημα στη λευκή φυλή και κληρονομείται με τον υπολειπόμενο σωματικό χαρακτήρα.

Φαινοτυπικά χαρακτηρίζεται από δυσλειτουργία των εξωκρινών αδένων με κύριες εκδηλώσεις από το αναπνευστικό σύστημα, το πεπτικό και τους ιδρωτοποιούς αδένες.

Οι κύριες αυτές εκδηλώσεις αποδίδονται σε διαταραχές της διαμεμβρανικής διακίνησης ιόντων Na+ και Cl- με αποτέλεσμα τη δημιουργία παχύρρευστης βλέννης, η οποία οδηγεί σε αποφρακτική πνευμονοπάθεια, παγκρεατική δυσλειτουργία και δυσλειτουργία των ιδρωτοποιών αδένων.

Άτυπες μορφές της νόσου περιλαμβάνουν την ανδρική στειρότητα λόγω αμφοτερόπλευρης έλλειψης σπερματικού πόρου, τη χρόνια παγκρεατίτιδα και ορισμένες μορφές βρογχιοεκτασιών, ασθματικής βρογχίτιδας και χρόνιες πνευμονοπάθειες αδιευκρίνιστης αιτιολογίας.

Το γονίδιο το υπεύθυνο για τη νόσο εντοπίστηκε το 1986 σε τμήμα του μακρού σκέλους του χρωμοσώματος 7 (7q31). Η απομόνωση και λεπτομερής ανάλυση του γονιδίου, 3 χρόνια αργότερα (1989) απέδειξε ότι πρόκειται για γονίδιο σχετικά μεγάλου μεγέθους (250Kb) που περιλαμβάνει 27 κωδικοποιούσες περιοχές (εξόνια) και παράγει mRNA μεγέθους 6.5Kb.

Το πολυπεπτιδικό παράγωγο του γονιδίου ονομάζεται «ρυθμιστής διαμεμβρανικής διακίνησης ιόντων» (CFTR: Cystic Fibrosis Transmembrane Conductance Regulator) και αποτελείται από 1480 αμινοξέα. Αποτελεί κανάλι Cl- που ενεργοποιείται με την παρουσία cAMP και βρίσκεται στο πάνω τμήμα της μεμβράνης των αναπνευστικών και εκκριτικών επιθηλιακών κυττάρων.

Με τη λεπτομερή ανάλυση DNA ασθενών με Ινοκυστική νόσο έχουν ανιχνευθεί μέχρι σήμερα περισσότερες από 1000 μεταλλάξεις των οποίων η συχνότητα διαφέρει γεωγραφικά και πληθυσμιακά. Συνολικά 6 μεταλλάξεις συμπεριλαμβανομένης της συχνότερης F508del έχουν εντοπισθεί σε όλες τις πληθυσμιακές ομάδες. Η F508del χαρακτηρίζεται από έλλειμμα του αμινοξέος φαινυλαλανίνη στο κωδικώνιο 508 της πρωτεΐνης. Η συχνότητα της ανέρχεται στο 70% στο Βορειοευρωπαϊκό χώρο και 50-30% στη Νότια Ευρώπη.

Η μοριακή διαταραχή της νόσου στη χώρα μας παρουσιάζει μεγάλη ετερογένεια. 

Η διαδικασία της πρόληψης της νόσου με σκοπό τη μείωση της επίπτωσής της στο γενικό πληθυσμό βασίζεται στην αποκάλυψη των φορέων και την προγεννητική διάγνωση. Η προγεννητική διάγνωση γίνεται στα ζευγάρια που επιθυμούν κατόπιν λεπτομερούς ενημέρωσης για το νόσημα.


Ο ΠΟΥ έχει θεσπίσει κριτήρια που πρέπει κατ’ αρχήν να πληρούνται για οποιοδήποτε μονογονιδιακό νόσημα προκειμένου να εφαρμοσθούν προγράμματα δοκιμασιών διαλογής με μοριακές τεχνικές σε πληθυσμιακό επίπεδο.

Τα κριτήρια αυτά είναι τα εξής:

1.         Υψηλή συχνότητα φορέων στον πληθυσμό.

2.         Νόσος με σοβαρά και μακροχρόνια ιατρικά και κοινωνικά-οικονομικά προβλήματα

3.         Γνωστή η βιοχημική και μοριακή διαταραχή της νόσου με ταυτοποίηση και δυνατότητα ανίχνευσης τουλάχιστον του 90-95% των μεταλλάξεων σε δεδομένο πληθυσμό. Στο επίπεδο αυτό είναι δυνατή η εντόπιση του 80-90% των ζευγαριών που είναι και οι δύο φορείς και βρίσκονται σε κίνδυνο για τη γέννηση παιδιού με ινοκυστική νόσο

4.         Διαγνωστική μέθοδος σχετικά απλοποιημένη, χαμηλού κόστους και ταχεία

5.         Εύκολη πρόσβαση των ενδιαφερομένων σε εξειδικευμένα εργαστήρια και μονάδες γενετικής συμβουλευτικής

6.         Δυνατότητα παρέμβασης με ενημέρωση του κοινού, εφαρμογή προγεννητικής διάγνωσης και διακοπής της κύησης σε περίπτωση πάσχοντος εμβρύου.

7.         Ενδιαφέρον για εθελοντική συμμετοχή από τον πληθυσμό που εφαρμόζεται.


Με τα σημερινά δεδομένα στη χώρα μας ο ανιχνευτικός έλεγχος θα πρέπει να εφαρμοσθεί σε όλες τις ομάδες υψηλού κινδύνου που είναι οι εξής:

1.         Τα μέλη οικογενειών με ινοκυστική νόσο (cascade screening). Ο έλεγχος στις περιπτώσεις αυτές είναι απλός και οικονομικότερος επειδή αφορά την ανίχνευση συγκεκριμένης μετάλλαξης που καθορίζεται από τη μοριακή μελέτη των αρρώστων. Υπολογίζεται από ορισμένους συγγραφείς ότι εάν σε μία κοινωνική ομάδα ελεγχθούν όλοι οι συγγενείς των αρρώστων με ινοκυστική νόσο μέχρι τέταρτα ξαδέλφια, η ανίχνευση των φορέων στον πληθυσμό αυτό θα πλησίαζε το 100%.

2.         Στο άλλο μέλος του ζευγαριού που ο ένας είναι φορέας της νόσου.

3.         Σε άνδρες με στειρότητα λόγω έλλειψης του σπερματικού πόρου. Στα άτομα αυτά η παρουσία ινοκυστικής νόσου σε ετερόζυγη τουλάχιστον μορφή υπολογίζεται σε ποσοστό μεγαλύτερο του 70%.

4.         Σε άτομα με χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια της οποίας η παθογένεια δεν έχει διευκρινιστεί.


Σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό έντυπο The Lancet, μια επικίνδυνη λοίμωξη απαντάται όλο και συχνότερα στους πάσχοντες από κυστική ίνωση και μπορεί να εξαπλωθεί και μεταξύ των ασθενών,

Το βακτήριο Mycobacterium abscessus είναι υπεύθυνο...

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ειδικών, το 3-10% των πασχόντων από κυστική ίνωση στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ μολύνονται από το βακτήριο M.abscessus. Αν και δεν είναι γνωστό γιατί το βακτήριο (που είναι μακρινός συγγενής του βακτηρίου που προκαλεί τη φυματίωση) είναι πιθανότερο να μολύνει τη συγκεκριμένη ομάδα ασθενών, εικάζεται ότι ενδεχομένως να σχετίζεται με προβλήματα του ανοσοποιητικού συστήματος. 

Η κυστική ίνωση επηρεάζει τα εσωτερικά όργανα του σώματος, κυρίως τους πνεύμονες και το πεπτικό σύστημα, προκαλώντας τη συσσώρευση κολλώδους βλέννας, η οποία δυσχεραίνει την αναπνοή, αλλά και την πέψη των τροφών.

Οι επιστήμονες πιστεύουν λοιπόν ότι το βακτήριο M.abscessus προκαλεί βλάβες στους πνεύμονες, οι οποίες είναι εξαιρετικά δύσκολο να αντιμετωπιστούν στους ήδη επιβαρημένους ασθενείς με κυστική ίνωση, με αποτέλεσμα η θεραπεία να διαρκεί μήνες και να περιλαμβάνει τη χορήγηση τοξικών φαρμάκων. 

Μελετώντας το DNA σχεδόν 170 δειγμάτων του βακτηρίου, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι μπορεί όντως να μεταδοθεί μέσω του νερού και των απορριμμάτων, αλλά και από άτομο σε άτομο. 


Η θεραπεία του Mycobacterium abscessus

In vitro δεδομένα δείχνουν ότι δεν υπάρχει αποτελεσματικό σχήμα για την θεραπεία της πνευμονικής νόσου. Η νόσος του πνεύμονα θα πρέπει να θεωρείται μια χρόνια, αθεράπευτη μόλυνση.

-Περιορισμένη, εντοπισμένη εξωπνευμονική νόσος

  • Οι μακρολίδες είναι οι μόνες ενώσεις με αξιόπιστη ευαισθησία in vitro. Ωστόσο, η επαγόμενη αντίσταση στις μακρολίδες μπορεί εν μέρει να ευθύνεται για τα χαμηλά ποσοστά ανταπόκρισης.
  • Ζητήστε καλλιέργεια πτυέλων και αντιβιόγραμμα.
  • Πολλοί θεωρούν σήμερα, ότι είναι καλύτερα να χρησιμοποιείται θεραπεία συνδυασμού.
  • Κλαριθρομυκίνη (500 mg δύο φορές ημερησίως ΡΟ). Μπορεί να χορηγηθεί και ως μονοθεραπεία.
  • Αμικασίνη (10-15mg/kg/d IV) μπορεί να προστεθεί  ή 25mg/kg IV τρεις φορές την εβδομάδα. Η Αμικασίνη μπορεί να συνδυαστεί με υψηλή δόση κεφοξιτίνης (12g/d ) για δύο εβδομάδες μέχρι την κλινική βελτίωση, σε πιο σοβαρές περιπτώσεις.
  • Ιμιπενέμη 500mg IV κάθε 6-8h αντί για κεφοξιτίνη.

Η διάρκεια της θεραπείας εξαρτάται από την κλινική ανταπόκριση: συνήθως 4 μήνες. Σε οστεομυελίτιδα: 6 μήνες τουλάχιστον συνιστώνται.

Τυχόν μολυσμένα ξένα σώματα θα πρέπει να αφαιρεθούν χειρουργικά.

-Πνευμονική ή σοβαρή εξωπνευμονική νόσος

Συνδυασμένη θεραπεία πάντα συνιστάται:

Κλαριθρομυκίνη 500 mg ΡΟ δύο φορές ημερησίως συν αμικασίνη (15 mg/kg/d IV) συν είτε κεφοξιτίνη (2 γραμμάρια q 4 ώρες IV) ή ιμιπενέμη (1 γραμμάριο q 6 ώρες) IV.

Διάρκεια θεραπείας συνδυασμού τουλάχιστον 2-4 μήνες, αλλά η διάρκεια συχνά περιορίζεται από τις ανεπιθύμητες ενέργειες.

Συντήρηση: Μετά από ένα καλό αποτέλεσμα με τη θεραπεία συνδυασμού συνιστάται η μετάβαση στην κλαριθρομυκίνη 500 mg δύο φορές την ημέρα PO ή 1000mg XR μία φορά ημερησίως ή αζιθρομυκίνη 250 mg άπαξ ημερησίως POs επ 'αόριστον.

Άλλοι παράγοντες

  • Τιγκεκυκλίνη (Tigecycline) 100mg IV δόση εφόδου και  στη συνέχεια 50 mg IV κάθε 12 ώρες.
  • Linezolid 600 mg κάθε 12 ώρες PO είναι ένας δυνητικά χρήσιμος παράγοντας από το στόμα (σε συνδυασμό με την κλαριθρομυκίνη) Μερικοί κάνουν χρήση 600mg μία φορά την ημέρα για να μειώσουν τον κίνδυνο της τοξικότητας.
  • Clofazimine

Για ανθεκτική ή ανθεκτική στις μακρολίδες πνευμονοπάθεια πολλοί συστήνουν 1-2 μέρες την εβδομάδα χορήγηση παρεντερικής αντιβίωσης.

Διάρκεια θεραπείας: 6 μήνες για εξωπνευμονική νόσο και τουλάχιστον 12 μήνες για πνευμονική.

Συχνά δεν θεωρείται ιατρικά ιάσιμη πάθηση, αλλά  τα αντιβιοτικά περιορίζουν την διάδοση  της μόλυνσης.

www.emedi.gr

Βιβλιογραφία

  1. sciencedaily.com
  2. hopkinsguides.com

Διαβάστηκε 2259 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 14 Απριλίου 2016 09:36
Σαββούλα Μάλλιου Κριαρά

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.