Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2014 09:12

Ανάπτυξη κακοήθειας μετά από μεταμόσχευση οργάνων

Γράφτηκε από την
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(3 ψήφοι)

Η ανοσοκαταστολή στους μεταμοσχευμένους αυξάνει τις πιθανότητες για κάποια κακοήθεια

Γράφουν ο

& η
Η χρόνια χρήση ανοσοκατασταλτικών παραγόντων για την πρόληψη της απόρριψης αλλογενούς μεταμόσχευσης αυξάνει τον μακροπρόθεσμο κίνδυνο κακοήθειας.

Επιδημιολογία                                                                                          
Μεταξύ των νεοπλασμάτων για τα οποία αυξάνει ο κίνδυνος μετά τις μεταμοσχεύσεις συμπαγών οργάνων είναι ο καρκίνος του δέρματος, κυρίως, εκ πλακωδών κυττάρων (SCC), αλλά και εκ βασικών κυττάρων (BCC), τα μελανώματα, ο καρκίνος κυττάρων Merkel, τα μη-Hodgkin και Hodgkin λεμφώματα, το σάρκωμα Kaposi (KS), τα in situ καρκινώματα του τραχήλου της μήτρας, οι πρωκτογεννετικοί καρκίνοι, τα καρκινώματα νεφρών (RCC), ο καρκίνος του φάρυγγα, του λάρυγγα, της στοματικής κοιλότητας, το ηπατοκυτταρικό καρκινώμα (HCC), μόνο σε συνδυασμό με την ηπατίτιδα Β ή C1, και μια ποικιλία από σαρκώματα1-10.

Αντίθετα, η επίπτωση των συμπαγών όγκων (πνεύμονα, προστάτη, παχέος εντέρου, και διηθητικού μήτρας (invasive uterine carcinomas) είναι μέτρια11-13. Η συχνότητα εμφάνισης καρκίνου του μαστού μειώθηκε κατά 25 έως 30 τοις εκατό σε μία μελέτη14, παρόλο που αυτό δεν παρατηρήθηκε σε άλλες μελέτες 9,12,13.

Η μεγαλύτερη εμπειρία όσον αφορά τη σχετική συχνότητα και το είδος της κακοήθειας προέρχεται από την ανάλυση των αποτελεσμάτων μιας μεγάλης μελέτης με περισσότερους  από 35.000  αποδέκτες νεφρικού μοσχεύματος13.

Σε σύγκριση με το γενικό πληθυσμό, οι εξής όγκοι είχαν υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης:

Είκοσι φορές αύξηση της συχνότητας των καρκίνων του δέρματος (όχι μελάνωμα), σαρκώματος Kaposi, και μη-Hodgkin λεμφωμάτων δεκαπέντε φορές αύξηση των καρκίνων νεφρού, πενταπλάσια αύξηση του μελανώματος, της λευχαιμίας, και του  καρκίνου ήπατος και χοληφόρων, του τραχήλου της μήτρας και του αιδοιοκολπικού καρκίνου, τριπλάσια αύξηση του καρκίνου των όρχεων και του καρκίνου της ουροδόχου κύστης, διπλάσια αύξηση των κοινών όγκων, συμπεριλαμβανομένων του παχέος εντέρου, του πνεύμονα, του προστάτη, του στομάχου, του οισοφάγου, του παγκρέατος, των ωοθηκών και του μαστού. Παρόμοια αυξημένη συχνότητα παρατηρήθηκε σε μια μετα-ανάλυση  από πέντε μελέτες στην Ευρώπη, τον Καναδά και την Αυστραλία15.
Οι μεταναλύσεις έχουν δείξει ότι οι κακοήθειες είναι περίπου δύο έως τέσσερις φορές πιο συχνές  σε μεταμόσχευση καρδιάς συγκριτικά με τους αποδέκτες νεφρικού μοσχεύματος16-20. Μια έκθεση του 2005 της Διεθνούς Εταιρείας Μεταμοσχεύσεων Καρδιάς και Πνευμόνων  υπολόγισε ότι ο γενικός κίνδυνος κακοήθειας είναι 26 τοις εκατό μετά από οκτώ χρόνια, και το 18 τοις εκατό οφείλεται στον καρκίνο του δέρματος21. Ο αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου στους λήπτες καρδιακού μοσχεύματος θεωρείται ότι οφείλεται  στον μεγαλύτερο βαθμό ανοσοκαταστολής που απαιτείται.
Η συχνότητα εμφάνισης δεύτερου πρωτοπαθούς καρκίνου φαίνεται να είναι παρόμοια με εκείνη της πρώτης κακοήθειας μεταξύ των μεταμοσχευμένων ασθενών. Μια μελέτη με 7634 λήπτες μοσχευμάτων (νεφρού, ήπατος, πνευμόνων και καρδιάς) δεν ανέδειξε διαφορά στα ποσοστά της πρώτης και της δεύτερης πρωτοπαθούς κακοήθειας 22. Το καρκίνωμα εκ πλακωδών κυττάρων  είναι ιδιαίτερα συχνό23.


Κλινικά χαρακτηριστικά

Κατά την εξέταση όλων των καρκίνων, η μέση ηλικία κατά τη διάγνωση είναι περίπου τα 40 έτη, και η μέση εμφάνιση είναι περίπου τρία έως πέντε έτη μετά τη μεταμόσχευση1,14,24.

Συχνότητα των NHL σε λήπτες μοσχευμάτων Ετήσια συχνότητα των μη-Hodgkin λεμφωμάτων (NHL) μετά από μεταμόσχευση καρδιάς και  νεφρού με την πάροδο του χρόνου. Ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος σε υψηλότερο βαθμό ανοσοκαταστολής: κατά το πρώτο έτος και σε λήπτες μοσχευμάτων καρδιάς. Δεδομένααπό Opelz, G, Henderson, R, for the Collaborative Transplant Study, Lancet 1993; 342:1514.

Ωστόσο, ο μέσος χρόνος για την παρουσίαση συγκεκριμένων νεοπλασμάτων εμφανίζεται σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα από τη μεταμόσχευση:

-το σάρκωμα KS 13-21 μήνες μετά25,

-τα λεμφώματα 32 μήνες μετά αν και η συχνότητα εμφάνισης είναι υψηλότερη κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους, όταν ο κίνδυνος των ιογενών λοιμώξεων και ο βαθμό της ανοσοκαταστολής είναι πιο έντονη.-οι επιθηλιακοί καρκίνοι (συμπεριλαμβανομένου του δέρματος) 69 μήνες μετά,

-οι καρκίνοι της πρωκτογεννετικής περιοχής 84-112 μήνες μετά25. Η λανθάνουσα περίοδος είναι ακόμη μεγαλύτερη σε παιδιά που έλαβαν μοσχεύματα, στα οποία οι βλάβες συχνά αναπτύσσονται κατά τη διάρκεια της ενήλικης ζωής (το μέσο διάστημα μετά τη μεταμόσχευση ήταν 142 μήνες για καρκινώματα του αιδοίου και περινέου σε μία μελέτη26).


Καρκίνοι του δέρματος

Οι πιο συχνές μορφές καρκίνου μετά τη μεταμόσχευση είναι εκείνες που αφορούν το δέρμα (συμπεριλαμβανομένων των χειλέων)4,6,10. Το χρονικό διάστημα μεταξύ της μεταμόσχευσης και της διάγνωσης του καρκίνου του δέρματος εξαρτάται από την ηλικία μεταμόσχευσης. Σε δύο ξεχωριστές μελέτες, είναι κατά μέσο όρο τα οκτώ χρόνια για ασθενείς που μεταμοσχεύονται σε ηλικία περίπου 40 ετών, και τα τρία έτη για αυτούς που μεταμοσχεύονται μετά την ηλικία των 60 ετών27,28.
Οι Καρκίνοι του δέρματος που αναπτύσσονται σε λήπτες μοσχευμάτων διαφέρουν κατά πολύ από αυτούς  του γενικού πληθυσμού29 .

Το ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα [SCC] είναι πιο συχνό από το βασικοκυτταρικό [BCC] σε μεταμοσχευθέντες ασθενείς, σε αντίθεση με τον κοινό πληθυσμό, όπου η αναλογία των BCC:SCC  είναι 4:11,25. Τα SCCs εμφανίζονται 65-250 φορές πιο συχνά απ’ ότι στο γενικό πληθυσμό, ενώ η συχνότητα των BCCs αυξάνεται περίπου 10 φορές18,30,31. Οι βλάβες αναπτύσσονται σε μικρότερη ηλικία και εμφανίζονται σε πολλαπλά σημεία32. Τα SCCs σχετίζονται συνήθως με πολλαπλά κονδυλώματα, με προκαρκινωματώδεις υπερκερατώσεις, με νόσο του Bowen (πλακώδες καρκίνωμα in situ), και/ή κερατοακανθώματα και η εμφάνισή τους μπορεί να είναι παραπλανητική25,33. Επειδή, ιστολογικά δεν μπορεί να γίνει αξιόπιστα διάκριση μεταξύ των δύο οντοτήτων, το κερατοακάνθωμα σε έναν αποδέκτη μοσχεύματος πρέπει να θεωρείται ισοδύναμο του SCC και να αντιμετωπίζεται αναλόγως. Τα SCCs και BCCs είναι πιο επιθετικοί καρκίνοι και είναι πιο πιθανό να επανεμφανιστούν μετά την εκτομή34-36. Άλλοι συμπαγείς όγκοι είναι, επίσης, πιο επιθετικοί σε λήπτες μοσχεύματος. Για ασαφείς λόγους, δευτεροπαθείς καρκίνοι του δέρματος είναι εξαιρετικά σπάνιες σε Ιάπωνες ασθενείς37 .

Ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα

Μελάνωμα

Η συχνότητα εμφάνισης μελανώματος είναι επίσης αυξημένη σε λήπτες μοσχευμάτων2,38. Σε μια μελέτη με περίπου 90.000 αποδέκτες νεφρικού μοσχεύματος, 246 περιπτώσεις μελανώματος εντοπίστηκαν38. Ο προσαρμοσμένος για την ηλικία κίνδυνος ήταν 3,6 φορές μεγαλύτερος από ότι στο γενικό πληθυσμό.
Τα αποτελέσματα είναι σε μεγάλο βαθμό ίδια με αυτά που παρατηρούνται σε μη  μεταμοσχευμένους39,40. Μια αναδρομική μελέτη με 23 ασθενείς οι οποίοι ανέπτυξαν  μελάνωμα μετά από μεταμόσχευση οργάνων έδειξε ότι τα αποτελέσματα σε αυτόν τον πληθυσμό ήταν παρόμοια με αυτά που παρατηρούνται σε μη ανοσοκατασταλμένους ασθενείς.που αναπτύσσουν μελάνωμα40.

Mελάνωμα

Merkel καρκίνωμα

Merkel καρκίνωμα είναι ένας νευροενδοκρινικός καρκίνος του δέρματος, είναι πιο συχνός μετά από μεταμόσχευση και αναπτύσσεται κατά μέσο όρο 7,5 χρόνια μετά29,41. Είναι πιο συχνό στους άνδρες, και αναπτύσσεται σε μικρότερη ηλικία (53 έτη) από ό, τι στο γενικό πληθυσμό41. Το χαρακτηριστικό είναι η εμφάνιση ενός ασυμπτωματικού όζου στο κεφάλι ή στο λαιμό ή στα χέρια.

Ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα του οφθαλμού

Η συχνότητα των SCC του οφθαλμού είναι μεγάλη σε ασθενείς με ανοσοκαταστολή και οφείλεται σε λοίμωξη από τον ιό HIV. Ομοίως, η συχνότητα εμφάνισης αυτής της κακοήθειας αναφέρθηκε ότι είναι περίπου 20 φορές υψηλότερη σε μια μελέτη με αποδέκτες νεφρικού μοσχεύματος στην Αυστραλία σε σύγκριση με τους μη ανοσοκατασταλμένους42.

Ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα του οφθαλμού


Πρωκτογεννετικοί καρκίνοι

Είναι οι καρκίνοι που αφορούν την πρωκτογεννετική περιοχή (δηλαδή τον πρωκτό, το αιδοίο, την περιπρωκτική περιοχή, το πέος, το όσχεο, ή το περίνεο) με ποσοστό 2-3 τοις εκατό των καρκίνων σε λήπτες μοσχευμάτων4,12,43. Οι βλάβες τείνουν να είναι πολλαπλές και εκτεταμένες, ιδιαίτερα στις γυναίκες, το ένα τρίτο των οποίων έχουν μαζί και καρκίνο του τραχήλου της μήτρας. Κλινικά, οι βλάβες αυτές εμφανίζονται συχνά ως μελαγχρωματικές βλατιδώδεις βλάβες, αλλά μπορεί να μοιάζουν και με κονδυλώματα των γεννητικών οργάνων.

Πρωκτογεννετικοί καρκίνοι


Καρκίνος του πνεύμονα

Η συχνότητα του καρκίνου του πνεύμονα είναι αυξημένη ιδιαίτερα στους λήπτες των μοσχευμάτων καρδιάς και πνευμόνων44-47.
Οι μεταμοσχεύσεις πνευμόνων διενεργούνται συχνά σε ασθενείς με χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια που οφείλεται στο κάπνισμα. Έτσι η συχνότητα του καρκίνου ήδη είναι αυξημένη και συχνά ο καρκίνος αναπτύσσεται στον εναπομείναντα  πνεύμονα μετά την μεταμόσχευση πνεύμονα48. Για παράδειγμα, σε μια μελέτη με 520 μεταμοσχεύσεις πνευμόνων που έγιναν σε ένα μόνο κέντρο μέσα σε 17 χρόνια, 12 ασθενείς εμφάνισαν  καρκίνο του πνεύμονα και οι 11 από αυτούς τον ανέπτυξαν στον εναπομείναντα  πνεύμονα47.


Σάρκωμα Kaposi

Οι περισσότερες περιπτώσεις KS μετά τη μεταμόσχευση συμβαίνουν σε άτομα της Μεσογείου, με εβραϊκή, αραβική, της Καραϊβικής, ή αφρικανικής καταγωγής49 . Αυτό αποτελεί συνάρτηση της γεωγραφικής κατανομής των ανθρώπινων ερπητοϊών 8 (HHV-8, επίσης γνωστό ως KS-σχετιζόμενο με ερπητοϊό ή KSHV). Η αναλογία άρρενες προς θήλεα είναι 3,3:1, και η μέση ηλικία κατά τη διάγνωση είναι τα 43 έτη, μικρότερη από ό, τι στους ασθενείς με κλασικό KS50,51.
Η κλινική εικόνα είναι παρόμοια με εκείνη των κλασικών KS κι εκδηλώνεται με αγγειωματώδεις βλάβες στα πόδια που προκαλούν λεμφοίδημα. Αν και η συχνότητα ποικίλλει ανάλογα με τον πληθυσμό, περίπου ενενήντα τοις εκατό των ασθενών έχουν δερματική και/ή βλάβη του βλεννογόνου, ενώ 10 τοις εκατό έχουν νόσο που περιορίζεται στα σπλάχνα52,53. Για ασαφείς λόγους η σπλαχνική συμμετοχή είναι λιγότερο συχνή σε ασθενείς με νεφρικό μόσχευμα σε σύγκριση με το ήπαρ ή  με τα μοσχεύματα της καρδιάς (25-30 έναντι 50 τοις εκατό). Τουλάχιστον εν μέρει, λόγω αυτού, οι ασθενείς που αναπτύσσουν KS μετά από μία μεταμόσχευση ήπατος ή καρδιάς έχουν μικρότερη επιβίωση από αυτούς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση νεφρού52,54.


Λεμφοϋπερπλαστικές διαταραχές

Η πλειοψηφία των κακοήθων λεμφοϋπερπλαστικών διαταραχών που συμβαίνουν μετά τη μεταμόσχευση συμπαγών οργάνων είναι  Β-κυττάρων, συνήθως μη-Hodgkin λέμφωμα. Σε μια μελέτη που προέρχεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες Νεφρική 66.159 ασθενείς με μεταμόσχευση νεφρού, κακοήθη λεμφοϋπερπλαστική διαταραχή ανέπτυξαν 1169 (1,8 τοις εκατό)55. Από το σύνολο αυτό, 70, 14, 11, και 5 τοις εκατό είχαν διαγνωσθεί ως μη-Hodgkin λέμφωμα, πολλαπλό μυέλωμα, λεμφογενή λευχαιμία και  Hodgkin λέμφωμα, αντίστοιχα.
Έχουν περιγραφεί και Τ- λεμφοϋπερπλαστικές διαταραχές, αλλά, είναι σπάνιες.

Λεμφοϋπερπλαστικές διαταραχές


Άλλα σαρκώματα

Δερματικά σαρκώματα, εκτός από KS που περιγράφονται σε λήπτες μοσχεύματος25,56 . Ωστόσο, ο μικρός αριθμός των αναφερόμενων περιπτώσεων αποκλείει οποιαδήποτε συμπεράσματα σχετικά με το αν τη συχνότητα εμφάνισής τους αυξάνεται σημαντικά μετά από μεταμόσχευση οργάνων.


Παθογένεια

Διάφοροι παράγοντες έχουν συνδεθεί με την αύξηση της συχνότητας των δευτεροπαθών κακοηθειών στους λήπτες μοσχευμάτων, συμπεριλαμβανομένης της έκθεσης στον ήλιο, της έκτασης και της διάρκειας της ανοσοκαταστολής, της ταυτόχρονης ιογενούς λοίμωξης. Επίσης παρατηρείται  και σε ασθενείς που υποβάλλονται σε μεταμόσχευση νεφρού και έκαναν αιμοκάθαρση πριν την μεταμόσχευση. Σε σπάνιες περιπτώσεις έχει παρατηρηθεί κακοήθεια  μεταμοσχευμένων από το δότη.


Καρκίνος του δέρματος-Η έκθεση σε υπεριώδη ακτινοβολία

Φαίνεται να αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου για  τους καρκίνους του δέρματος που εμφανίζονται μετά από μεταμόσχευση, που συχνά παρατηρούνται σε περιοχές με μεγάλη ηλιοφάνεια31,57. Η μεγαλύτερη συχνότητα  καρκινωμάτων του δέρματος παρατηρείται σε λήπτες μοσχευμάτων με ιστορικό υψηλής έκθεσης στον ήλιο (τόσο πριν όσο και μετά την μεταμόσχευση), και οι οποίοι κατοικούν σε χώρες που βρίσκονται πιο κοντά στον ισημερινό. Σε παγκόσμιο επίπεδο, την υψηλότερη συχνότητα καρκινωμάτων του δέρματος μετά από μεταμόσχευση την έχουν στην Αυστραλία και ξεκινά  από 7 τοις εκατό ετησίως μετά το πρώτο έτος της ανοσοκατασταλτικής θεραπείας έως 82 τοις εκατό μετά από 20 χρόνια58 . Σε μια μελέτη σύγκρισης, οι αθροιστικές συχνότητες εμφάνισης καρκίνου του δέρματος σε 5 και 10 χρόνια μετά τη μεταμόσχευση νεφρού ήταν 23 και 45 τοις εκατό στην Αυστραλία, σε σύγκριση με το 6 και 17 τοις εκατό στην Ιταλία, αντίστοιχα59. Το Cincinnati Transplant Tumor Registry αναφέρει ότι σε πάνω από 5000 μεταμοσχευμένους ασθενείς, κακοήθεια αναπτύχθηκε σε 37 τοις εκατό των περιπτώσεων1,11,12. Μια ακόμη μικρότερη συχνότητα (περίπου 20 τοις εκατό) αναφέρθηκε σε μια Καναδική μελέτη με 523 ασθενείς60.
Ωστόσο, ορισμένα στοιχεία δείχνουν ότι οι ασθενείς από ορισμένες περιοχές με μικρότερη έκθεση στον ήλιο έχουν επίσης αυξημένη συχνότητα εμφάνισης καρκίνου του δέρματος. Ως παράδειγμα, η συνολική εμφάνιση του καρκίνου του δέρματος ήταν 61 τοις εκατό σε 20 χρόνια μετά τη μεταμόσχευση σε μια μελέτη από την Αγγλία61. Η συχνότητα αυτή είναι παρόμοια με αυτή που αναφέρθηκε σε περιοχές με σημαντικά μεγαλύτερη έκθεση στον ήλιο.


Το είδος, η έκταση και η διάρκεια της ανοσοκατασταλτικής θεραπείας

Με την εξαίρεση την αντιλεμφοκυτταρική θεραπεία (όπως, με αντιλεμφοκυτταρικά αντισώματα OKT3 ή αντιλεμφοκυτταρικό ορό), η οποία προδιαθέτει ειδικά για μετα-μεταμοσχευτικές  λεμφοϋπερπλαστικές διαταραχές που προκαλούνται από τον Epstein-Barr ιό, δεν υπάρχει πειστική κλινική απόδειξη ότι ένας συγκεκριμένος ανοσοκατασταλτικός παράγοντας προκαλεί ένα συγκεκριμένο είδος δευτερογενούς καρκίνου. Μάλλον, είναι ο συνολικός βαθμός της εν εξελίξει ανοσοκαταστολής που αυξάνει τον κίνδυνο κακοήθειας μετά τη μεταμόσχευση, όπως αποδεικνύεται από τα εξής: Ο βαθμός της ανοσοκαταστολής, όπως εκτιμάται από τα CD4, συσχετίζεται με τον κίνδυνο καρκίνου του δέρματος σε μια προοπτική μελέτη με 150  αποδέκτες νεφρικού μοσχεύματος62. Ο αριθμός των CD4 κυττάρων ήταν σημαντικά χαμηλότερος σε αυτούς που εμφάνισαν καρκίνο του δέρματος κατά τη διάρκεια ενός έτους παρακολούθησης σε σύγκριση με αυτούς που δεν ανέπτυξαν καρκίνο αντίστοιχα62. Η απόρριψη του μοσχεύματος κατά το πρώτο έτος μετά τη μεταμόσχευση αυξάνει την πιθανότητα ανάπτυξης μιας δευτεροπαθούς κακοήθειας, πιθανόν λόγω του μεγαλύτερου βαθμού ανοσοκαταστολής που απαιτείται63. Σε μια προοπτική μελέτη, 231 αποδέκτες νεφρικού αλλομοσχεύματος  μετά από 12 μήνες ανοσοκατασταλτική θεραπεία, ορίστηκαν τυχαιοποιημένα  να λαμβάνουν κυκλοσπορίνη σε δόση με απόδοση συγκεντρώσεων στο αίμα στο χαμηλότερο σημείο μεταξύ 75 με 125 ng / mL (ομάδα χαμηλής δόσης), ή με δόση με απόδοση στο αίμα στο σημείο μεταξύ 150 με 250 ng / mL (κανονική ομάδα δόσης)64. Μετά από  66 μήνες παρακολούθησης, οι ασθενείς που έπαιρναν το χαμηλό σχήμα δόσης κυκλοσπορίνης είχαν σημαντικά χαμηλότερη συχνότητα εμφάνισης όλων των δευτεροπαθών καρκίνων  (23 έναντι 37), και ιδίως καρκίνων του δέρματος (17 έναντι 26).


Μεταμόσχευση καρδιάς

Η μεταμόσχευση καρδιάς σε σχέση με τη νεφρική μεταμόσχευση απαιτεί υψηλότερο επίπεδο ανοσοκαταστολής, λόγω του μεγαλύτερου κινδύνου θανάτου που συνδέεται με την απόρριψη των οργάνων. Η σχέση ανάμεσα στα αυξημένα επίπεδα της ανοσοκαταστολής και της πιθανότητας κακοήθειας μπορεί να φανεί από τα ακόλουθα στοιχεία: Σε μια μελέτη με περισσότερες από 50.000 μεταμοσχεύσεις νεφρού και καρδιάς σε κέντρα στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, η συχνότητα εμφάνισης της μετα-μεταμοσχευτικής λεμφοϋπερπλαστικής νόσου (PTLD) ήταν υψηλότερη κατά το πρώτο έτος, της πιο έντονης ανοσοκαταστολής και μειώθηκε κατά περίπου 80 τοις εκατό στη συνέχεια (δείτε σχήμα 1)16. Η συχνότητα εμφάνισης ήταν σημαντικά μεγαλύτερη σε λήπτες μοσχευμάτων καρδιάς, η διαπίστωση συνάδει με το μεγαλύτερο βαθμό ανοσοκαταστολής σε αυτούς τους ασθενείς.
Μεταξύ των ασθενών που ανέπτυξαν PTLD, οι αποδέκτες νεφρικού μοσχεύματος ήταν πολύ πιο πιθανό να αναπτύξουν νεφρικό λέμφωμα (14,2 έναντι 0,7 τοις εκατό σε λήπτες μοσχευμάτων καρδιάς), ενώ οι λήπτες μοσχευμάτων καρδιάς είχαν περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν λέμφωμα στην καρδιά ή τους πνεύμονες κυρίως (17,9 έναντι 6,8 τοις εκατό σε αποδέκτες νεφρικού μοσχεύματος). Τα ευρήματα αυτά είναι σύμφωνα με την υπόθεση ότι η τοπική ανοσολογική αντίδραση κατά του μοσχεύματος μπορεί να είναι ένας από τους παράγοντες εξαλλαγής σε κακοήθεια.
Άλλες μελέτες έχουν επιβεβαιώσει ότι ο κίνδυνος καρδιακής PTLD μετά τη μεταμόσχευση φαίνεται να είναι μεγαλύτερη από ό, τι μετά από μεταμόσχευση νεφρού, αλλά λιγότερο από  ότι μετά από μεταμόσχευση πνεύμονα16,65. Ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε μεταμόσχευση και βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο για PTLD είναι αυτοί που αντιμετωπίζονται με  κυκλοσπορίνη και αζαθειοπρίνη ή με πολυκλωνικούς (αντιλεμφοκυτταρικούς ορούς) ή μονοκλωνικά αντιλεμφοκυτταρικά αντισώματα (OKT3)  αντισώματα. Σε OKT3 τόσο η δόση και η διάρκεια της θεραπείας είναι σημαντικές69.


Αναστολείς καλσινευρίνης

Το συνολικό επίπεδο της ανοσοκαταστολής, φαίνεται να είναι ο κύριος παράγοντας που αυξάνει τον κίνδυνο κακοήθειας μετά την μεταμόσχευση70. Ωστόσο, λίγα στοιχεία από πειράματα σε ζώα δείχνουν ότι η ίδια η κυκλοσπορίνη μπορεί να προωθήσει την εξέλιξη του καρκίνου, κυρίως μέσω της παραγωγής του μετατρεπτικού αυξητικού παράγοντα-β (TGF-b). In vitro, η κυκλοσπορίνη προκαλεί διηθητική συμπεριφορά των μη μετατρεπτικών κυττάρων σε συνδυασμό με  μορφολογικές αλλαγές. Επιπροσθέτως, η χορήγηση κυκλοσπορίνης προωθεί την ανάπτυξη όγκων σε ζώα με ανοσοανεπάρκεια71. Τόσο η in vitro και in vivo αλλαγές αναχαιτίστηκαν από τη χορήγηση των αντι-TGF-Β αντισωμάτων.
Η αύξηση της αγγειογένεσης οφείλεται στην αυξημένη έκφραση του αγγειακού ενδοθηλιακού αυξητικού παράγοντα που έχει αναφερθεί με τη χορήγηση της κυκλοσπορίνης 72-74. Μια άλλη σημαντική κυτταροκίνη  με αυξημένα επίπεδα είναι η ιντερλευκίνη-6, η οποία μπορεί να προάγει την ανάπτυξη EBV- B κυττάρων74.
Δεδομένα από μια μελέτη δείχνουν ότι η χρήση του tacrolimus αυξάνει τον κίνδυνο κακοήθειας μετά από μεταμόσχευση νεφρού75 . Το tacrolimus φαίνεται να αυξάνει τα TGF-Β επίπεδα76, που συνδέονται και με την ανάπτυξη κακοήθειας στη χορήγηση  κυκλοσπορίνης.


Αζαθειοπρίνη

Παρά το γεγονός ότι το συνολικό επίπεδο της ανοσοκαταστολής είναι ο κύριος παράγοντας για τον κίνδυνο κακοήθειας μετά την μεταμόσχευση, η χρήση της αζαθειοπρίνης έχει κι αυτή συσχετισθεί με νεοπλασματική ανάπτυξη μετά τη μεταμόσχευση και κυρίως με δερματικά καρκινώματα εκ πλακωδών κυττάρων70. Ο μηχανισμός δράσης είναι  μέσω παρεμβολής στο  DNA  με  αναστολή της επισκευής και επαγωγή των ελαττωματικών κωδικονίων77.


Sirolimus

Ορισμένα στοιχεία δείχνουν ότι το sirolimus, είναι ένας αναστολέας της rapamycin των θηλαστικών (mTOR) και καταστέλλει την ανάπτυξη και εξάπλωση των όγκων σε ποικίλα πειραματικά μοντέλα ζώων72,74,78. Πιθανοί μηχανισμοί δράσης περιλαμβάνουν την αναστολή της P70 S6K (μειώνοντας έτσι τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων), την έκκριση της IL-10 (μείωση του όγκου των κυττάρων Jak/stats ) και την ενέργεια των κυκλινών (μπλοκάροντας τη δραστηριότητα του κυτταρικού κύκλου). Η λεμφοαγγειογένεση φαίνεται να εμποδίζεται μέσω της διαταραγμένης σηματοδότησης των αγγειακών ενδοθηλιακών αυξητικών παραγόντων Α και C79.
Στους ανθρώπους, τα στοιχεία δείχνουν επίσης ότι το sirolimus, σε σύγκριση με άλλα ανοσοκατασταλτικά φάρμακα, μπορεί έχει μειωμένο κίνδυνο κακοήθειας74,80-86. Στην Rapamune Maintenance Regimen Μελέτη, ο σχετικός κίνδυνος κακοήθειας αξιολογήθηκε μεταξύ των ασθενών που τυχαιοποιήθηκαν να παραμείνουν στην θεραπεία με sirolimus/κυκλοσπορίνη/πρεδνιζόνη έναντι εκείνων στους οποίους έγινε διακοπή της κυκλοσπορίνης και αύξηση των επιπέδων sirolimus80. Σε πέντε χρόνια, οι εκτιμήσεις για εμφάνιση μη δερματικού καρκίνου ήταν σημαντικά χαμηλότερη στην ομάδα που αποσύρθηκε η κυκλοσπορίνη  (4,0 έναντι 9,6 τοις εκατό). Παρόμοιος μειωμένος κίνδυνος παρατηρήθηκε και για τις κακοήθειες του δέρματος. Μεταξύ 1295 ασθενών που συμμετείχαν σε μια διπλά τυφλή μελέτη, η επίπτωση του καρκίνου, ιδιαίτερα του καρκίνου του δέρματος, ήταν χαμηλότερη σε ασθενείς που έπαιρναν sirolimus81. Μια μελέτη με 33.249 λήπτες μοσχευμάτων νεκρού δότη ανέφερε ότι ο σχετικός κίνδυνος για καρκίνο de novo με sirolimus / everolimus ήταν 0,44 (CI 95% των 0,24 με 0,82)82. Τα συνολικά ποσοστά εμφάνισης κακοήθειας de novo ήταν 0,6, 0,6 και 1,8 τοις εκατό με sirolimus/everolimus μόνο, sirolimus/everolimus συν κυκλοσπορίνη/tacrolimus, και κυκλοσπορίνη/tacrolimus, αντίστοιχα.
Επιπλέον, η αντικατάσταση της κυκλοσπορίνης με sirolimus σε αποδέκτες νεφρικού μοσχεύματος έχει συσχετισθεί με πλήρη υποχώρηση του σαρκώματος Kaposi84,87,88. Το sirolimus αντικατέστησε την κυκλοσπορίνη σε μία μελέτη με 15 ασθενείς με μεταμόσχευση νεφρού με σάρκωμα Kaposi87. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την εξαφάνιση των βλαβών σε όλους τους ασθενείς σε τρεις μήνες κι επιπλέον επεισόδια οξείας απόρριψης και μείωση της νεφρικής λειτουργίας, δεν παρατηρήθηκαν. Στις βιοψίες του δέρματος, διαπιστώθηκε ότι οι Kaposi βλάβες  έχουν αυξημένα επίπεδα του VEGF, Flk-1/KDR και φωσφορυλιωμένου Akt και p70S6, τα οποία μόρια στοχεύονται από το sirolimus. Αυτό υποδηλώνει ότι η υποχώρηση αυτή οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην άμεση αναστολή του σαρκώματος από το sirolimus παρά στην διακοπή της κυκλοσπορίνης89.
Λόγω αυτών των παρατηρήσεων που δημοσιεύθηκαν, ορισμένοι κλινικοί χρησιμοποίησαν  τον συνδυασμό του sirolimus (επίπεδα του στόχου 5 έως 8 ng / mL) συν τα κορτικοστεροειδή σε λήπτες μοσχεύματος νεφρού με κακοήθη νόσο, είτε σε ύφεση είτε υπό θεραπεία90. Περαιτέρω μελέτες  είναι αναγκαίες για να κατανοήσουμε καλύτερα τις επιπτώσεις του sirolimus στην κακοήθεια74.         


Mycophenolate mofetil

Το mycophenolate mofetil βλάπτει τη λειτουργία των λεμφοκυττάρων με μπλοκάρισμα της βιοσύνθεσης της πουρίνης μέσω αναστολής του ενζύμου αφυδρογονάση της μονοφωσφορικής ινοσίνης. Ορισμένες κακοήθειες, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων συμπαγών όγκων έχουν μεγάλες αυξήσεις του ενζύμου αυτού, γεγονός που υποδηλώνει ότι το mycophenolate mofetil μπορεί να έχει κάποια αντιπολλαπλασιαστική ιδιότητα70,91.
Ορισμένες πληθυσμιακές μελέτες δείχνουν, επίσης, ότι ο κίνδυνος ανάπτυξης κακοήθειας δεν είναι υψηλότερος με τη χορήγηση mycophenolate mofetil, και μπορεί όντως να σχετίζεται με μειωμένο κίνδυνο70,92,93. Σε μια μελέτη χρησιμοποιώντας δεδομένα από δύο μεγάλα μητρώα, υπήρχε μια μη σημαντική τάση προς μειωμένο κίνδυνο κακοήθειας με μυκοφαινολάτη έναντι της θεραπείας χωρίς μυκοφαινολάτη92.
Ένας βασικός μηχανισμός για το χαμηλότερο κίνδυνο κακοήθειας με mycophenolate mofetil, , μπορεί να οφείλεται στη μειωμένη συχνότητα εμφάνισης οξείας απόρριψης. Αυτό οδηγεί σε μείωση της ανάγκης για αυξημένες δόσεις ανοσοκατασταλτικών παραγόντων.


Συνυπάρχουσα ιογενής λοίμωξη

Τουλάχιστον τέσσερις ιοί μπορούν να θεωρηθούν καρκινογόνοι σε  μεταμοσχευμένους ασθενείς: Ο Epstein-Barr virus (EBV), ο HHV-8, ο ιός των ανθρωπίνων θηλωμάτων (HPV), και ο polyomavirus κυττάρων Merkel (MCV).

-Τα EBV - λεμφώματα είναι από τις πιο συχνές επιπλοκές της μεταμόσχευσης. Πολλά σχετίζονται με τη λοίμωξη EBV.

-KS και HHV 8. 

Η παρουσία του HHV-8 στον καρκινικό ιστό έχει αναγνωριστεί σε όλες τις μορφές KS (σάρκωμα Kaposi): κλασσικό KS, ενδημικό KS, KS AIDS, και KS μετά από μεταμόσχευση, με ορολογική ένδειξη λοίμωξης επίσης κοινή94,95: Η μελέτη με αποδέκτες νεφρικού μοσχεύματος από τη Σαουδική Αραβία, στην οποία η συχνότητα εμφάνισης του KS είναι περίπου 10 φορές υψηλότερη από ότι σε ασθενείς από τις δυτικές χώρες, βρήκε μια σημαντικά υψηλότερη συχνότητα των συγκεκριμένων αντι-HHV -8 αντισωμάτων σε ασθενείς με KS, σε σύγκριση με εκείνους που δεν είχαν (92 έναντι 28 τοις εκατό)96. Από τους 400 αποδέκτες νεφρικού μοσχεύματος, 32 είχαν αντισώματα HHV-8 κατά το χρόνο της μεταμόσχευσης97. Τρία χρόνια μετά την επέμβαση, 28 τοις εκατό των θετικών με αντισώματα ασθενών είχαν αναπτύξει KS, σε σύγκριση με τις περιπτώσεις ασθενών που δεν είχαν θετικά αντισώματα. Υπάρχουν πειστικά στοιχεία της μετάδοσης του HHV-8 από το δότη σε νεφρική και καρδιακή μεταμόσχευση31,98-100. Δεν είναι μόνο ο ιός που μεταδίδεται, αλλά όπως φαίνεται από μια  τουλάχιστον μελέτη και  τα κύτταρα του όγκου μεταδίδονται (5 ή 8%) που προέρχονται από τον δότη.
Η HHV-8 λοίμωξη είναι αναγκαία αλλά δεν επαρκεί για την ανάπτυξη του KS. Η  μεταμόσχευση ως ανοσολογική δυσλειτουργία είναι σημαντικός συμπαράγοντας.
Η προμεταμοσχευτική ανίχνευση αντισωμάτων φαίνεται να είναι χρήσιμη για τον εντοπισμό των ασθενών υψηλού κινδύνου, ιδίως σε περιοχές με υψηλή οροεπιπολασμού.


Πλακώδες καρκίνωμα του δέρματος και HPV

Διάφοροι υπότυποι του HPV μπορεί να ανιχνευθούν σε καλοήθεις, προκαρκινωματώδεις και κακοήθεις δερματικές βλάβες στους αποδέκτες  οργάνου και μπορεί πολλοί υπότυποι ν’ ανιχνευθούν  σε μια και μόνο βλάβη101,102. Ο HPV DNA μπορεί να ανιχνευθεί σε 65 με 90 τοις εκατό των καρκίνων του δέρματος που αναπτύσσεται σε λήπτες μοσχευμάτων103-105. Επιπλέον δευτεροπαθή  SCCs συνδέονται συχνά με κονδυλώματα και μπορεί να έχουν ιστολογικά χαρακτηριστικά της HPV λοίμωξης106. Τα ποσοστά ανίχνευσης του HPV σε κλινικά φυσιολογικό εκτεθειμένο δέρμα στον ήλιο είναι υψηλότερα για τους λήπτες μοσχευμάτων με  καρκίνο του δέρματος από ότι σ’ αυτούς  που δεν έχουν καρκίνο του δέρματος, που μπορεί να σημαίνει ότι αυτοί οι ασθενείς μπορεί να έχουν εμμένουσα λοίμωξη από HPV που προδιαθέτει για ογκογένεση107.
Παρά τα στοιχεία αυτά, μια καθαρά αιτιολογική σχέση ανάμεσα στον HPV και στη δευτεροπαθή ανάπτυξη καρκίνων του δέρματος στους μεταμοσχευμένους ασθενείς δεν έχει αποδειχθεί. Ο HPV είναι συχνά παρών στα τριχοθυλάκια του φυσιολογικού δέρματος στους  λήπτες μοσχευμάτων101. Επιπλέον, μακροχρόνια παρουσία κονδυλωμάτων σε αυτούς τους ασθενείς δεν οδηγεί απαραίτητα σε καρκίνο του δέρματος. Αν συγκρίνουμε τους λήπτες μοσχευμάτων που έχουν και δεν έχουν  καρκίνο του δέρματος, έχει φανεί  ένας εξίσου υψηλός επιπολασμός του HPV DNA σε υπερκερατωτικές βλάβες του δέρματος και στις δύο ομάδες των ασθενών, και παρόμοιο ποσοστό ανίχνευσης  της HPV λοίμωξης σε υπερκερατωτικά θηλώματα, ακτινικές κερατώσεις, και SCCs108.


Merkel  καρκίνωμα και MCV

O Merkel polyomavirus  πιστεύεται ότι είναι ένας συμβάλλοντας παράγοντας για την ανάπτυξη κακοήθειας MCC.


Διαβίβαση κακοηθών κυττάρων από τον δότη

Μετάδοση των κακοηθών κυττάρων από τον δότη, είναι σπάνια, αλλά μπορεί να οδηγήσει σε μεταστατικό καρκίνο στον  ανοσοκατασταλμένο λήπτη2,109-114. Σε μια έρευνα ενός κέντρου νεφρικής μεταμόσχευσης, ο κίνδυνος  μετάδοσης κακοήθειας από  τον δότη, καθώς και η μετάδοση του καρκίνου, ήταν 1,3 και 0,2 τοις εκατό, αντίστοιχα110.
Αυτό φαίνεται επίσης και από μια μελέτη του Cincinnati Tumor Registry που περιελάμβανε 22 ασθενείς που έλαβαν την καρδιά του δότη και/ή τους πνεύμονες, από  ασθενείς που είχαν ιστορικό κακοήθειας. Κακοήθεις όγκοι στη συνέχεια αναπτύχθηκαν σε 45 τοις εκατό των μεταμοσχευμένων114. Σχεδόν όλοι οι όγκοι  πιστεύεται ότι αναπτύχθηκαν λόγω της παρουσίας των κρυμμένων κακοηθών κυττάρων στο μεταμοσχευμένο οργάνο.
Ο κίνδυνος ακούσιας μεταμόσχευσης των κακοηθών κυττάρων φαίνεται να εξαρτάται από το είδος και την έκταση του καρκίνου του δότη. Στο Cincinnati Tumor Registry αν και ο αριθμός των ασθενών  ήταν μικρός, οι συγγραφείς κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ένα ιστορικό καρκίνου των νεφρικών κυττάρων χωρίς διήθηση της κάψας φάνηκε να είναι ασφαλής, αλλά όχι όταν υπήρχε αγγειακή διήθηση. Δεν παρατηρήθηκε μετάδοση κακοήθειας σε όγκους του Κεντρικού Νευρικού συστήματος (CNS όγκους), με εξαίρεση ένα μυελοβλάστωμα. Αντίθετα, το ιστορικό μελανώματος ή χοριοκαρκινώματος συνδέθηκε με υψηλά ποσοστά μετάδοσης και μεγάλη θνησιμότητα.
Μια ποικιλία κακοηθειών έχουν τεκμηριωθεί ότι μεταβιβάζονται συμπεριλαμβανομένων του μελανώματος,  του καρκίνου του πνεύμονα, του μαστού, του παχέος εντέρου, του ορθού, και του νεφρού, το σάρκωμα Kaposi και το πολύμορφο γλοιοβλάστωμα. Σε μία ανασκόπηση, κακοήθεια αναπτύχθηκε σε 78 από 142 (45 τοις εκατό) των ασθενών που έλαβαν πτωματικό μόσχευμα από δότη και στη συνέχεια διαπιστώθηκε ότι υπάρχει όγκος. Μεταστατική νόσος εμφανίστηκε σε 36, ενώ  πλήρης ύφεση παρατηρήθηκε σε 9 από τους 20 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με διακοπή της ανοσοκαταστολής με ή χωρίς εκτομή του νεφρικού μοσχεύματος. Συγκριτικά η μετάδοση του καρκίνου του δέρματος μη μαλανωματώδους και μερικών όγκων του κεντρικού νευρικού συστήματος φαίνεται να είναι σπάνια και ο κίνδυνος φαίνεται πολύ χαμηλός σε δότες που είχαν στο παρελθόν ιστορικό καρκίνου, αλλά δεν υπάρχει απόδειξη για ενεργή νόσο115.


RCCs σε αποδέκτες νεφρικού μοσχεύματος

Οι αποδέκτες νεφρικού μοσχεύματος διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να αναπτύξουν καρκίνωμα  νεφρού, ιδίως αν αυτοί έχουν υποβληθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα σε αιμοκάθαρση116,117. Η συχνότητα εμφάνισης είναι περίπου 100 φορές μεγαλύτερη από ότι στο γενικό πληθυσμό118,119. Η αιτία δεν είναι γνωστή. Μπορεί να οφείλεται εν μέρει σε  παράγοντες της προχωρημένης νεφρικής ανεπάρκειας που  οδηγεί σε σωληνοειδή υπερπλασία, σχηματισμό κύστεων και σε ορισμένες περιπτώσεις κακοήθη μετασχηματισμό.


Κακοήθειες του ουροποιητικού συστήματος

Αυξημένος κίνδυνος ανάπτυξης νεοπλασμάτων του ουροποιητικού συστήματος έχει παρατηρηθεί σε ασθενείς με ιστορικό νεφροπάθειας εξ αναλγητικών, σε παρατεταμένη έκθεση σε κυκλοφωσφαμίδη και σε νεφροπάθεια από κινέζικα βότανα6,120,121.


Υποτροπιάζουσες κακοήθειες

Οι ασθενείς με ιστορικό κακοήθειας πριν από τη μεταμόσχευση μπορεί να εμφανίσουν υποτροπές της νόσου.


 

SCREENING ΚΑΡΚΙΝΟΥ

Η ικανότητα για την πρόληψη και την ανίχνευση κακοηθειών συμπαγών οργάνων στο όργανο  της μεταμόσχευσης, ιδιαίτερα σε πρώιμα στάδια, εξαρτάται από τις περιοδικές εξετάσεις ελέγχου και την αυστηρή τήρηση των μέτρων προφύλαξης. Οι κατευθυντήριες γραμμές της Committee of the American Society of Transplantation για τον προσυμπτωματικό έλεγχο του καρκίνου σε ασθενείς με μεταμόσχευση νεφρού δημοσιεύτηκαν122. Οι συστάσεις αυτές συνοψίζονται στον πίνακα 2 (δείτε τον πίνακα 2).

Πίνακας 2
Προτεινόμενες κατευθυντήριες γραμμές για τον προσυμπτωματικό έλεγχο του καρκίνου σε ασθενείς που υποβάλλονται σε μεταμόσχευση συμπαγών οργάνων

  • Καρκίνος του μαστού:

Γυναίκες 50-69 ετών: Ετήσιος προσυμπτωματικός έλεγχος με μαστογραφία και κλινική εξέταση του μαστού.

Γυναίκες 40-49 ετών: Το όφελος  είναι μικρότερο για προσυμπτωματικός έλεγχο με μαστογραφία και κλινική εξέταση του μαστού και θα πρέπει να το κρίνει ο ιατρός σε συνεννόηση με την ασθενή.

Γυναίκες 70 ετών: ο ετήσιος έλεγχος είναι κατάλληλος αν εκτιμάται ότι το προσδόκιμο επιβίωσης είναι 8 χρόνια.

  • Καρκίνος του δέρματος:

Αυτοεξέταση του δέρματος κάθε μήνα.

Εξέταση του δέρματος από ιατρό ετησίως, με έγκαιρη παραπομπή σε ύποπτες βλάβες.

  • Καρκίνος του τραχήλου της μήτρας:

 Όλες οι γυναίκες από 18 ετών και τα σεξουαλικά ενεργά κορίτσια που είναι μικρότερα των 18 ετών πρέπει να υποβάλλονται σε ετήσια εξέταση της πυέλου και τεστ Παπανικολάου.

  • Πρωκτογεννετικός καρκίνος:

Ετήσια φυσική εξέταση της πρωκτογεννετικής περιοχής, συμπεριλαμβανομένης της πυελικής εξέταση και των κυτταρολογικών εξετάσεων για τις γυναίκες.

Υπάρχουν ανεπαρκή αποδεικτικά στοιχεία για τη σύσταση πρωκτοσκόπησης και τις βιοψίες πρωκτού.

  • KS/άλλα σαρκώματα:

Εξέταση του δέρματος, των επιπεφυκότων και της στοματοφαρυγγικής κοιλότητας ετησίως. Ασθενείς που διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο (εθνικότητα, γεωγραφική περιοχή  κατοικίας ή ορολογική θετικότητα για HHV) μπορούν να επωφεληθούν από την πιο συχνή παρακολούθηση.

  • Καρκίνος του προστάτη:

Ετήσια εξέταση του προστάτη με δακτυλική εξέταση του ορθού και έλεγχος του PSA συνιστάται για τους άνδρες ηλικίας 50 ετών, εάν υπολογιστεί το προσδόκιμο ζωής τους είναι τουλάχιστον τα 10 έτη. Αν υπάρχει θετικό οικογενειακό ιστορικό ή ανήκει στην αφρικανική αμερικανική φυλή, μπορεί να αρχίσει ο ετήσιος έλεγχος νωρίτερα (π.χ., ηλικία 45).

  • Καρκίνος του παχέος εντέρου:

Ξεκινάει ο έλεγχος του παχέος εντέρου σε ηλικία 50 με ετήσια εξέταση κοπράνων για ύπαρξη αίματος (FOBT) και είτε σιγοειδοσκόπηση κάθε 5 χρόνια ή κολονοσκόπηση κάθε 10 χρόνια. Πιο συχνός έλεγχος μπορεί να δικαιολογείται για αυτούς που διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο.

  • PTLD (Μεταμεταμοσχευτική λεμφοϋπερπλαστική νόσος)

Ιστορικό και κλινική εξέταση κάθε 3 μήνες, ιδιαίτερα κατά το πρώτο έτος μετά την μεταμόσχευση. Ασθενείς που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο PTLND μπορούν να επωφεληθούν από συχνότερους ελέγχους.

Διαβάστε, επίσης,

Λεμφοϋπερπλαστικές διαταραχές μετά από μεταμόσχευση συμπαγών οργάνων

Διάγνωση λεμφοϋπερπλαστικών διαταραχών σε μεταμοσχευμένους

  • Καρκίνος του πνεύμονα:

Δεν συνιστάται

  • Ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα (HCC):

Για ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β ή C και κίρρωση,γίνεται έλεγχος της (AFP) ορού και υπερηχογράφημα ήπατος κάθε 6 έως 12 μήνες.

  • Καρκίνος του νεφρού:

Screening μέσω κυτταρολογικών ή ακτινολογικών εξετάσεων δεν συνιστάται, εκτός ίσως για τους ασθενείς με ιστορικό κατάχρησης αναλγητικών.

Επεξηγήσεις

KS: σάρκωμα Kaposi PSA: προστατικό ειδικό αντιγόνο HHV-8: ανθρώπινος ερπητοϊός 8 FOBT:  δοκιμή αίματος στα κόπρανα  PTLD: μεταμοσχευτική λεμφοϋπερπλαστική διαταραχή HCC: ηπατοκυτταρικό καρκίνο.
Τροποποιημένο από Kasiske, BL, et al. J Am Soc Nephrol 2000 11: S1.


Ειδικά ζητήματα σχετικά με τον έλεγχο του καρκίνου122,123.

  • Καρκίνος του δέρματος

Ετήσια εξέταση του δέρματος από έναν δερματολόγο συνιστάται, με πιο συχνές επισκέψεις σε ασθενείς υψηλού κινδύνου6. Μολονότι οι συστάσεις περιλαμβάνουν συχνές επισκέψεις σε δερματολόγο, αυτή και άλλες συμβουλές σχετικά με τα προληπτικά μέτρα δεν είναι αποδεκτές καθολικά29,124,125. Σε μια έρευνα με 122 ασθενείς στους οποίους η μεταμόσχευση νεφρού είχε πραγματοποιηθεί περίπου πριν τρία χρόνια, μόνο το 14 τοις εκατό είχε επισκεφθεί δερματολόγο126.

  • KS και άλλα σαρκώματα

Ετήσια εξέταση του δέρματος και των βλεννογόνων, συνιστάται, αλλά οι ασθενείς υψηλού κινδύνου, λόγω εθνικότητας (Άραβες, Έλληνες, Ιταλοί, Εβραϊοι), ή λόγω γεωγραφικής θέσης (Αφρική, Μέση Ανατολή) ή λόγω ορολογικής απόδειξης του HHV - 8 μπορεί να επωφεληθούν από συχνότερους ελέγχους6.

  • Νεφρικό καρκίνωμα

Η ανάπτυξη νεφρικού καρκινώματος είναι κύριο πρόβλημα σε νεφρική μεταμόσχευση, με τις περισσότερες μορφές καρκίνου  ν’ αναπτύσσονται  στο μητρικό νεφρό παρά στο νεφρικό αλλομόσχευμα. Δεδομένου ότι η κυτταρολογική εξέταση των ούρων είναι αναξιόπιστη για το μη λειτουργικό μητρικό νεφρό, το υπερηχογράφημα ή η CT  έχει προταθεί για τη συνήθη παρακολούθηση. Με βάση του ότι ο ρυθμός ανάπτυξης είναι μικρότερος από 1 εκ. ετησίως, και του ότι οι όγκοι κάτω των 3 cm σε μέγεθος περιορίζονται συνήθως στο νεφρό, έχει προταθεί η διενέργεια των εξετάσεων κάθε τρία χρόνια για την ανίχνευση πρώιμων σταδίων νεφρικού καρκίνου(RCC)118. Άλλοι βέβαια προτείνουν ετήσιες εξετάσεις απεικόνισης.
Υπάρχουν, επίσης, μερικές ενδείξεις ότι το καρκίνωμα των νεφρών είναι συχνότερο μεταξύ των  μεταμοσχευμένων αποδεκτών νεφρού, ιδιαίτερα σε εκείνους με επίκτητη κυστική νόσο των νεφρών (ACKD). Για ορισμένους κλινικούς ιατρούς, αυτό υποδηλώνει ότι ακόμα πιο λεπτομερής εξέταση μπορεί να επιβληθεί σε ορισμένους ασθενείς. Ως παράδειγμα, σε μια προοπτική μελέτη, έγινε  υπερηχογράφημα νεφρών σε 561 ασθενείς, εκ των οποίων οι 129 είχαν ACKD127. Νεοδιαγνωσθέντας καρκίνος νεφρού βρέθηκε σε οκτώ ασθενείς (1,5 τοις εκατό) και οι επτά είχαν επίκτητη κυστική νόσο των νεφρών (ACKD). Από όλη την ομάδα των ασθενών, 19 επιπλέον ασθενείς είχαν ένα προηγούμενο ιστορικό νεφρικής κακοήθειας και οι 18 της εν λόγω ομάδας είχε ACKD. Έτσι, η επίπτωση νεφρικού καρκίνου ήταν 4,8 τοις εκατό σε ολόκληρη την ομάδα και 19,4 τοις εκατό μεταξύ εκείνων με ACKD.
Με βάση αυτές τις διαπιστώσεις, οι συγγραφείς συνιστούν την ακόλουθη προσέγγιση ελέγχου που ποικίλλει ανάλογα με την παρουσία του ACKD και τα ακτινολογικά χαρακτηριστικά των κύστεων στο μητρικό νεφρό127,128:

-Ανεξάρτητα από το ACKD, όλοι οι ασθενείς με μεταμόσχευση θα πρέπει, το ελάχιστο, να υποβάλλονται σε υπερηχογράφημα του μητρικού νεφρού μία φορά το χρόνο.

-Ασθενείς με ACKD και Bosniak κατηγορίας Ι ή ΙΙ κύστεις πρέπει να υφίστανται σε νεφρικό υπερηχογράφημα δύο φορές το χρόνο και αξονική τομογραφία για τη σταδιοποίηση των βλαβών.

-Ασθενείς με ACKD και Bosniak  κατηγορία IIF κύστεις πρέπει να υφίστανται νεφρικό υπερηχογραφημα τέσσερις φορές το χρόνο και ετήσια αξονική τομογραφία ή MRΙ. -Νεφρεκτομή και αξονική τομογραφία για βλάβες που προοδεύουν θα πρέπει να εκτελείται ακόμη και αν κατηγορίας ΙΙΙ και IV κύστεις δεν έχουν αναπτυχθεί.

-Ασθενείς με ACKD και Bosniak  κατηγορία ΙΙΙ ή IV κύστεις πρέπει να υποβάλλονται σε νεφρεκτομή (βλέπε πίνακα 3)

Πίνακας 3.
Bosniak ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ των νεφρικών κύστεων

Με βάση τα μορφολογικά χαρακτηριστικά της αξονικής τομογραφίας οι κύστεις νεφρών ταξινομούνται σε κάθε μια από τις από τις πέντε διαφορετικές κατηγορίες. Οι κατηγορίες ΙΙΙ και IV συνδέονται με κακοήθη νόσο, σε ποσοστό 40 με 90 τοις εκατό, ενώ οι κατηγορίες Ι, ΙΙ, και IIF, είναι συνήθως καλοήθεις διαδικασίες:

Κατηγορία Ι - Αυτή είναι μια καλοήθης απλή κύστη με ένα λεπτό τοίχο χωρίς διαφράγματα, αποτιτανώσεις, ή στερεά συστατικά. Έχει την πυκνότητα του νερού.

Κατηγορία II - Αυτή είναι καλοήθης κυστική βλάβη που μπορεί να έχει λίγα λεπτά διαφράγματα. Στο τοίχωμα ή στα διαφράγματα μπορεί να υπάρχει  ασβεστοποίηση. Αυτές οι κύστεις είναι συνήθως λιγότερο από 3 εκατοστά σε διάμετρο και με σαφή όρια.

IIF Κατηγορία - Οι κύστεις αυτές, οι οποίες είναι γενικά με σαφή όρια, είναι κατηγορία πιο περίπλοκη από την κατηγορία ΙΙ, αλλά σε μικρότερο βαθμό από ό, τι κατηγορία III. Μπορούν να έχουν πολλαπλά λεπτά διαφράγματα ή  ομαλή πάχυνση των διαφραγμάτων ή  του τοιχώματος, η οποία μπορεί να περιέχει και ασβεστοποίηση και μπορεί επίσης να είναι παχιά και οζώδης. Αυτή η κατηγορία περιλαμβάνει κύστεις με πάνω από 3 cm  διάμετρο. Αυτές οι κύστεις απαιτούν συνέχεια  εξακρίβωση ότι είναι δεν είναι κακοήθεις.

Κατηγορία III - Αυτά είναι κυστικές μάζες που έχουν συμπυκνωμένα ανώμαλα ή λεία τοιχώματα ή διαφράγματα. Περίπου 40 με 60 τοις εκατό είναι κακοήθεις (κυστικό καρκίνωμα νεφρών). Το υπόλοιπο ποσοστό, είναι αιμορραγικές κύστεις,  χρόνια λοίμωξη, και πολυκυστική κυστική νόσος νεφρών και είναι καλοήθεις.

Κατηγορία IV - Αυτές οι βλάβες (85 έως 100 τοις εκατό  είναι κακοήθεις) έχουν όλα τα χαρακτηριστικά της κατηγορίας ΙΙΙ καθώς και κύστεις με απεικόνιση όπως των μαλακών ιστών, ανεξάρτητα  από το τοίχωμα ή τα διαφραγμάτια.

Ωστόσο, δεν υπάρχουν δεδομένα για τον προσδιορισμό της σχέσης κόστους-αποτελεσματικότητας αυτών των στρατηγικών ελέγχου στους αποδέκτες νεφρικού μοσχεύματος. CT και  MRΙ μπορεί να είναι πιο ευαίσθητα για την έγκαιρη διάγνωση. Έλεγχος ρουτίνας, δεν συνιστάται επί του παρόντος122.                                                                    

Λόγω του σημαντικά αυξημένου κίνδυνου καρκινώματος των νεφρών, η προσέγγισή μας είναι η παρακολούθηση για μικροσκοπική ή μακροσκοπική αιματουρία μετά τη μεταμόσχευση με ουρολογικές  εξετάσεις κάθε τρεις έως έξι μήνες. Αν αυτή είναι θετική, γίνεται κυτταρολογική εξέταση ούρων (που επαναλαμβάνεται τρεις φορές), ένα υπερηχογράφημα των νεφρών  και της ουροδόχου κύστης, μια πολυμεράση ούρων αλυσιδωτή αντίδραση (PCR) για τον (polyomavirus) και  ειδικό προστατικό αντιγόνο (σε άνδρες ασθενείς).
Η ευαισθησία και η εξειδίκευση αυτών των εξετάσεων για την ανίχνευση νεφρικών καρκινικών κυττάρων είναι άγνωστη.

  • Κακοήθεια του ουροποιητικού συστήματος

Ένας αυξημένος κίνδυνος ανάπτυξης νεοπλασμάτων του ουροποιητικού συστήματος έχει παρατηρηθεί σε ασθενείς με ιστορικό παρατεταμένης έκθεσης σε κυκλοφωσφαμίδη, νεφροπάθεια από αναλγητικά και νεφροπάθεια και προκαλείται από κινέζικα βότανα6.
Ετήσια εξέταση για μικροσκοπική αιματουρία ενδείκνυται σε ασθενείς που στο παρελθόν έκαναν παρατεταμένη θεραπεία με κυκλοφωσφαμίδη λόγω του κινδύνου για καρκίνο της ουροδόχου κύστης. Ασθενείς με μικροσκοπική αιματουρία  πρέπει να υποβάλλονται σε κυστεοσκόπηση και σε κυτταρολογική εξέταση των ούρων. 

  • Ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα

Η (AFP) α-εμβρυϊκή σφαιρίνη ορού και το υπερηχογράφημα άνω κοιλίας  θα πρέπει να γίνεται κάθε 6 με 12 μήνες σε λήπτες μοσχευμάτων με ιστορικό ιογενούς ηπατίτιδας  Β ή C που έχει εξελιχθεί σε κίρρωση122 . Η (AFP) έχει χαμηλή ευαισθησία για την ανίχνευση του ηπατοκυτταρικού καρκινώματος (HCC) (μεταξύ 20 έως 60 τοις εκατό), αλλά υψηλή εξειδίκευση (μεγαλύτερη του 90 τοις εκατό)129. Συγκριτικά, το υπερηχογράφημα ήπατος είναι πιο ευαίσθητο από την άλφα-φετοπρωτεΐνη στον ορό (άνω των 80 με 85 τοις εκατό για την ανίχνευση βλαβών από 1 έως 5 cm). Ύποπτες αλλοιώσεις πρέπει να αξιολογούνται με  ενισχυμένη CT.

  • Καρκίνος του παχέος εντέρου

 Η συχνότητα εμφάνισης του καρκίνου του παχέος εντέρου δεν αυξάνεται αμέσως μετά τη μεταμόσχευση, αλλά μπορεί να αυξηθεί μετά τα πρώτα 10 χρόνια σε αποδέκτες νεφρικού μοσχεύματος. Γι’ αυτό συνιστάται κολοσκόπηση άνω των 50 ετών και μετά κάθε 5 ή 10 έτη ή ετήσια εξέταση κοπράνων για αίμα συν σιγοειδοσκόπηση κάθε πέντε χρόνια122. Οι ασθενείς που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο χρειάζονται συχνότερη εξέταση.

  • Καρκίνος του πνεύμονα

Αν και ο κίνδυνος καρκίνου των πνευμόνων είναι αυξημένος, το όφελος της εξέτασης για τον καρκίνο του πνεύμονα στους καπνιστές είναι άγνωστο και δεν έχει μελετηθεί άμεσα σε λήπτες μοσχευμάτων. Ακτινολογικά εντοπίστηκαν οζίδια που είναι πιθανόν μετά μεταμόσχευση πνευμόνων και καρδιάς- πνευμόνων να αντιπροσωπεύουν μόλυνση παρά κακοήθεια130,131. Σε μια μελέτη με 159 ασθενείς  βλάβες βρέθηκαν σε 9 τοις εκατό των περιπτώσεων που υποβλήθηκαν σε ακτινογραφίες130.

  • Καρκίνος πρωκτού

Λόγω της αυξημένης συχνότητας του καρκίνου του πρωκτού, έλεγχος θα πρέπει να γίνεται και στα δύο φύλα.

  • Γυναικολογικές κακοήθειες

Γυναικολογική εξέταση πρέπει να γίνεται σε ετήσια βάση για τον εντοπισμό καρκίνου του αιδοίου, του περινέου και της μήτρας6.


ΠΡΟΛΗΨΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ

Η προσέγγιση αρχίζει με γενικά προληπτικά μέτρα σε μεταμοσχευμένους ασθενείς. Συγκεκριμένα κάθε υπέρβαση στην ανοσοκαταστολή ή στα αντιλεμφοκυτταρικά φάρμακα πρέπει να αποφεύγεται. Η προσεκτική εξέταση του ασθενούς και δότη πριν από τη μεταμόσχευση μπορεί να βοηθήσει στον εντοπισμό μιας υποκείμενης προϋπάρχουσας κακοήθειας.

  • Μείωση της ανοσοκατασταλτικής θεραπείας

Μείωση ή διακοπή της ανοσοκατασταλτικής θεραπεία είναι χρήσιμη κυρίως για ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση νεφρού, δεδομένου ότι η  απόρριψη του μοσχεύματος δεν είναι ένα μοιραίο γεγονός σε αυτούς τους ασθενείς. Τα μέτρα αυτά μπορεί να οδηγήσουν σε υποχώρηση του όγκου σε ορισμένες περιπτώσεις λεμφώματος, ορισμένων μορφών καρκίνου του δέρματος και KS, όπου η μείωση του αναστολέα της καλσινευρίνης μπορεί να είναι ιδιαίτερα σημαντική11,12,132,133.
Παρά του ότι οι αναστολείς καλσινευρίνης συνδέονται με αυξημένα TGF-β επίπεδα κι έτσι αυξημένο κίνδυνο  κακοήθειας, πρώτη προσέγγισή μας όταν  εμφανίζεται κακοήθεια μετά την μεταμόσχευση, είναι η κατάργηση του αντι-μεταβολίτη. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η απόρριψη είναι λιγότερο πιθανό να συμβεί με διπλή θεραπεία με έναν αναστολέα της καλσινευρίνης- πρεδνιζόνης παρά με το συνδυασμό του αντι-μεταβολίτη-πρεδνιζόνης. Μια εξαίρεση που γίνεται σε αυτό είναι σε  HLA λήπτες μοσχευμάτων 0-HLA ή 0-B, 0-DR, που ο κίνδυνος της απόρριψης είναι χαμηλός με το συνδυασμό  αντιμεταβολίτη-πρεδνιζόνης. Ο συνδυασμός αυτός προστατεύει από την νεφροτοξικότητα και την κακοήθεια που συνδέεται με τον αναστολέα της καλσινευρίνης.

  • Καρκίνοι του δέρματος

Όσον αφορά την πρόληψη των καρκίνων του δέρματος σε γενικές γραμμές, η έκθεση στον ήλιο θα πρέπει να περιορίζεται και συνιστάται η χρήση των αντηλιακών και προστατευτικών ενδυμάτων. Οι ασθενείς πρέπει επίσης να εξετάζονται τακτικά (τόσο με την αυτοεξέταση όσο και από τον  γιατρό) και κάθε προκαρκινωματώδης αλλοίωση πρέπει να αντιμετωπίζεται122.

Η  αζαθειοπρίνη προκαλεί ευαισθητοποίηση του δέρματος στο ηλιακό φως και  μπορεί ν’ αυξήσει τον κίνδυνο της δερματικής κακοήθειας  στον ήλιο14. Όταν μια δερματική βλάβη έχει αναπτυχθεί, όμως, δεν υπάρχει καμία απόδειξη του οφέλους από τη διακοπή της αζαθειοπρίνης. Παρ 'όλα αυτά, σε επαναλαμβανόμενες επιθετικές μορφές καρκίνου του δέρματος, γίνεται διακοπή της αζαθειοπρίνης και χορηγείται κυκλοσπορίνη-πρεδνιζόνη.
Η συγκεκριμένη διαχείριση των καρκίνων του δέρματος σε λήπτες μοσχευμάτων ποικίλει ανάλογα με τον τύπο της αλλοίωσης και την έκτασή της.

  • SCC-Ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα του δέρματος

Τα τοπικά ρετινοειδή μόνα τους ή σε συνδυασμό με χαμηλές δόσεις  συστηματικών ρετινοειδών μπορεί να είναι αποτελεσματικά για τη θεραπεία των προκαρκινωματωδών βλαβών134,135. Ωστόσο, μόνο περιορισμένα δεδομένα είναι διαθέσιμα.
Αν και η συστηματική χορήγηση των ρετινοειδών (π.χ., ακιτρετίνη κ.ά) μπορεί να μειώσει τις ακτινικές υπερκερατώσεις και να εμποδίσει την ανάπτυξη  νέων δυσπλαστικών βλαβών σε λήπτες μοσχευμάτων136-140, διακόπτονται  συχνά λόγω των ανεπιθύμητων ενεργειών τους (βλεννογονοδερματική ξηροδερμία, κνησμός, αρθραλγίες, υπερλιπιδαιμία). Οι βλάβες τείνουν να επανεμφανίζονται ταχύτατα μετά τη διακοπή της θεραπείας139.
Επιφανειακοί όγκοι μπορούν να αντιμετωπισθούν με κρυοθεραπεία ή ηλεκτροκαυτηρίαση και απόξεση, ενώ εν τω βάθει καρκίνοι απαιτούν εκτομή με ασφαλή χειρουργικά όρια. Πιο επιθετική τοπική θεραπεία είναι δικαιολογημένη για το διηθητικό SCCs δεδομένου ότι έχει σχετικά υψηλότερο κίνδυνο υποτροπής  μετάστασης. Κατευθυντήριες γραμμές για τα όρια της εκτομής για SCCs σε λήπτες μοσχευμάτων, δεν έχουν τεκμηριωθεί. Για το λόγο αυτό, Mohs μικροχειρουργική χειρουργική επέμβαση συνιστάται συνήθως για αυτούς τους όγκους, ιδίως αυτούς της κεφαλής, διαμέτρου μεγαλύτερης των 2 cm, και ταχεία ανάπτυξη.
Μετάσταση στους λεμφαδένες  μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με λεμφαδενεκτομή. Συμπληρωματική θεραπεία με ακτινοβολία και συστηματική χημειοθεραπεία ή ανοσοθεραπεία δεν είναι γενικά επωφελής.
Πολλές αναφορές υποστηρίζουν, επίσης, την αποτελεσματικότητα των ανοσοποιητικών τροποποιητών (imiquimod-Aldara) για επιφανειακά BCC και SCCς. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια αυτού του παράγοντα σε μεταμοσχευμένους ασθενείς δεν έχει εκτιμηθεί επαρκώς σε κλινικές δοκιμές141,142.

  • BCC

Η διαχείριση των μεταμοσχευμένων  με BCC είναι παρόμοια με εκείνη των ασθενών που δεν είναι ανοσοκατεσταλμένοι. Εκτός από τη συνήθη διαχείριση, ιστορικό  BCC θα πρέπει να οδηγεί σε άμεση μείωση της ανοσοκαταστολής, αν είναι δυνατόν.

  • Merkel  όγκοι

Απομακρυσμένες μεταστάσεις ενδέχεται να εξασθενήσουν με την προσωρινή διακοπή της κυκλοσπορίνης 143. Αλλιώς, η διαχείριση των καρκίνων Merkel  μεταμοσχευμένων είναι παρόμοια με εκείνη των μη ανοσοκατασταλμένων. Ωστόσο, η γενική πρόγνωση είναι φτωχότερη στους μεταμοσχευθέντες ασθενείς, σε σύγκριση με εκείνους που δεν είναι σε ανοσοκαταστολή (διετής επιβίωση  44 έναντι 65-75 τοις εκατό, αντίστοιχα)29.

  • Μελανώματα

Μαζί με τη μείωση του επιπέδου της ανοσοκαταστολής 25, τυπική θεραπεία είναι η ευρεία τοπική εκτομή, με ή χωρίς αφαίρεση φρουρού λεμφαδένα.

  • Σάρκωμα Kaposi

Τα KS μπορεί να ανταποκριθούν σε μείωση ή διακοπή της ανοσοκατασταλτικής αγωγής και αυτό πρέπει να είναι η πρώτη θεραπευτική επιλογή25. Μεταξύ των ασθενών που περιλαμβάνονται στο  Cincinnati registry, για παράδειγμα, μείωση της ανοσοκατασταλτικής θεραπείας σχετιζόταν με την εξαφάνιση του KS σε 17 και 16 τοις εκατό των ασθενών με νόσο βλεννογονοδερματική και σπλαχνική, αντίστοιχα56,132 . Επιπλέον, η υποκατάσταση της κυκλοσπορίνης με sirolimus σε συνολικά 17 αποδέκτες νεφρικού μοσχεύματος έχει συσχετισθεί με πλήρη υποχώρηση του σαρκώματος Kaposi84,89. Λαμβάνοντας υπόψη αυτά τα αποτελέσματα, συνιστούμε να μετατραπεί η θεραπεία με αναστολέα της καλσινευρίνης σε sirolimus (σιρόλιμους), εάν δεν υπάρχουν αντενδείξεις για τη στρατηγική αυτή.
Πρόσθετες επιλογές θεραπείας, οι οποίες μπορεί να απαιτούνται είναι παρόμοιες με εκείνες που λαμβάνονται υπόψη για ασθενείς που δεν είναι σε ανοσοκαταστολή.

  • Πρωκτογεννετικοί καρκίνοι

Οι πρωκτογεννετικοί καρκίνοι μπορεί να αντιμετωπιστούν με λέιζερ, ηλεκτροκαυτηρίαση, ή  φθοριοουρακίλη. Επίσης, ο ανοσοποιητικός τροποποιητής  (imiquimod-Aldara), που είναι διαθέσιμος για τη θεραπεία των κονδυλωμάτων, δεν έχει μελετηθεί συστηματικά σε λήπτες μοσχευμάτων. Η σταδιακή μείωση της ανοσοκατασταλτικής αγωγής είναι επωφελής και μπορεί να οδηγήσει σε επίλυση των in situ καρκινωμάτων 144.
Διηθητικοί όγκοι απαιτούν ευρεία τοπική εκτομή (ριζική αιδοιεκτομή) π.χ., με βουβωνικό λεμφαδενικό καθαρισμό για όγκους μεγαλύτερους από 1 χιλιοστό πάχος, και συμπληρωματική θεραπεία σε επιλεγμένους ασθενείς.

  • Άλλοι συμπαγείς όγκοι

Οι σπλαγχνικές κακοήθειες αντιμετωπίζονται με τη συνήθη χειρουργική, ακτινοθεραπευτική, ή χημειοθεραπευτική παρέμβαση, χωρίς να υπάρχουν ουσιαστικά οφέλη. Αν η χημειοθεραπεία ζητηθεί από τον ασθενή, η αζαθειοπρίνη θα πρέπει να διακόπτεται για να αποφευχθεί η πρόσθετη μυελοκαταστολή 11. Δεν αποτελεί έκπληξη ότι η πορεία αυτών των κακοηθειών  είναι πιο επιθετική σε λήπτες μοσχευμάτων, και η έκβαση καθορίζεται, κυρίως, από το στάδιο στο οποίο ανακαλύφθηκε ο όγκος.

Το καρκίνωμα in situ μπορεί να θεραπευτεί χειρουργικά όπως και στους υπόλοιπους μη ανοσοκατασταλμένους ασθενείς113. Αντίθετα, το αποτέλεσμα είναι φτωχό σε προχωρημένες κακοήθειες, με την πλειονότητα των ασθενών να πεθαίνουν μέσα σε ένα με δύο μήνες145

  • Κακοήθειες που προέρχονται από το δότη

Εάν η αξιολόγηση του όγκου αποκαλύψει ότι ο όγκος είναι από τον δότη, η μείωση της ανοσοκαταστολής μπορεί θεωρητικά να οδηγήσει σε απόρριψη του όγκου. Αν και αυτό αποδείχθηκε αποτελεσματικό σε μεταμεταμοσχευτικές λεμφοϋπερπλαστικές διαταραχές, υπάρχουν λίγες ενδείξεις ότι αυτό είναι αποτελεσματικό σε άλλους όγκους51.
Ορισμένες επιλογές είναι διαθέσιμες για τη διαχείριση του καρκινώματος νεφρών που προκύπτει από μεταμοσχευμένο νεφρό117,146. Σ’ εκείνους που δεν έχουν μεταστατική νόσο, η νεφρική μεταμόσχευση μπορεί να είναι θεραπευτική, αν και  επιστροφή στην αιμοκάθαρση απαιτείται. Μερικοί έχουν προτείνει ότι πρέπει να εξεταστεί και η μερική νεφρεκτομή σε μη μεταστατικό καρκίνωμα νεφρών που είναι μικρότερο από τέσσερα εκατοστά σε μέγεθος και βρίσκεται περιφερικά117,147 Αυτή η προσέγγιση έχει αναφερθεί μέχρι σήμερα μόνο σε λίγες περιπτώσεις147. Η μεταστατική νόσος πρέπει να αντιμετωπίζεται με τη διακοπή της ανοσοκαταστολής,τη νεφρεκτομή του μεταμοσχευμένου νεφρού και την ανοσολογική θεραπεία117.


ΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΣΗ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΠΡΟΫΠΑΡΧΟΥΣΑ ΚΑΚΟΗΘΕΙΑ

Ένα ξεχωριστό ζήτημα είναι η μεταμόσχευση σε ασθενείς με ιστορικό προηγούμενης κακοήθειας6. Μία μελέτη διαπίστωσε συνολικό ποσοστό υποτροπής των 22 και 27 τοις εκατό με τη θεραπεία πριν και μετά τη μεταμόσχευση, αντίστοιχα148.

Υπάρχει, ωστόσο, μια σημαντική μεταβλητότητα στην πιθανότητα υποτροπής ανάλογα με το είδος όγκου που καθορίζει  και τις συστάσεις για τους ασθενείς με προϋπάρχοντες όγκους149,150: Οι υποτροπές ήταν από 0 έως 10 τοις εκατό μεταξύ των ασθενών με εντοπισμένο καρκίνωμα νεφρών, όρχεων,  τραχήλου της μήτρας, καρκίνου θυρεοειδούς, και λεμφώματα (συμπεριλαμβανομένου του Hodgkin και μη-Hodgkin)150. Ένα υψηλότερο ποσοστό υποτροπής (11 έως 25 τοις εκατό) αναφέρθηκε για τους ασθενείς με όγκο Wilms, καθώς και για καρκινώματα της μήτρας, του παχέος εντέρου, του προστάτη και του μαστού. Το υψηλότερο ποσοστό υποτροπής (πάνω από 25 τοις εκατό) καταγράφηκε σε ασθενείς με καρκίνωμα της ουροδόχου κύστης, προχωρημένο καρκίνωμα νεφρών, σαρκώματα, μυελώματα, μελανώματα και άλλους καρκίνους του δέρματος εκτός από μελανώματα.
Η μεταμόσχευση ήπατος έχει χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία του ηπατοκυτταρικού καρκινώματος όταν νόσος εντοπίζεται στο ήπαρ. Επιπλέον, η μεταμόσχευση νεφρού έχει χρησιμοποιηθεί σε ασθενείς με von Hippel-Lindau νόσο και αμφοτερόπλευρα νεφρικά καρκινώματα.

Συστάσεις: To αντίκτυπο ενός  ιστορικού  κακοήθειας των ασθενών στη διαχείριση καθορίζεται από τη διαθεσιμότητα των εναλλακτικών προσεγγίσεων διαχείρισης.

  • Μεταμόσχευση νεφρού Δεν απαιτείται περίοδος αναμονής για τη μεταμόσχευση σε  όγκους χαμηλού κινδύνου, όπως σε τυχαία ανακάλυψη νεφρικού καρκινώματος, καρκινώματος in situ, πρωτοπαθούς βασικοκυτταρικού καρκινώματος του δέρματος151 και χαμηλής κακοήθειας  καρκίνου της ουροδόχου κύστης6. Η μεταμόσχευση πρέπει να καθυστερήσει για τουλάχιστον πέντε έτη, σε όγκους που ενέχουν υψηλό κίνδυνο υποτροπής μετά τη μεταμόσχευση: όπως στο μελάνωμα (μερικοί προτείνουν 10 έτη151), στον καρκίνο του μαστού και του παχέος εντέρου2. Η μεταμόσχευση πρέπει να καθυστερήσει για περίπου δύο χρόνια  στους περισσότερους υπόλοιπους όγκους6.
  • Μεταμόσχευση καρδιάς  Λιγότερα είναι γνωστά για τα αποτελέσματα της μεταμόσχευσης καρδιάς σε ασθενείς με ιστορικό κακοήθειας, καθιστώντας την ανάπτυξη κατευθυντήριων γραμμών ή συγκεκριμένων συστάσεων πιο δύσκολη. Σε μία έκθεση, για παράδειγμα, αξιολογείται η πορεία  επτά ασθενών με ιστορικό κακοήθειας, έξι από τους οποίους είχαν λεμφοϋπερπλαστική διαταραχή152 . Στα δύο χρόνια, μόνο ένας ασθενής είχε υποτροπή της κακοήθειας. Μια άλλη μελέτη εξετάζει  34 ασθενείς με ιστορικό Hodgkin λέμφωμα ή μη-Hodgkin λέμφωμα οι οποίοι δεν είχαν τη νόσο κατά μέσο όρο 15 χρόνια πριν από τη μεταμόσχευση, και παρακολουθήθηκαν κατά μέσο όρο 50 μήνες μετά τη μεταμόσχευση153. Τα 1, 5, και 10-ετή ποσοστά επιβίωσης ήταν 77, 64, και 50 τοις εκατό, αντίστοιχα. Μόνο η σπληνεκτομή σε ασθενείς με προηγούμενη Hodgkin λέμφωμα αναγνωρίζεται ως ο μόνος ανεξάρτητος παράγοντας κινδύνου για τη θνησιμότητα μετά τη μεταμόσχευση (σχετικός κίνδυνος 6,2). Παρά την περιορισμένη εμπειρία φαίνεται ότι οι ασθενείς που θεραπεύθηκαν από  προϋπάρχοντα καρκίνο μπορεί να είναι υποψήφιοι για μεταμόσχευση καρδιάς. Προσοχή πρέπει να γίνεται εξατομικευμένα, ωστόσο, δεδομένου ότι στη μελέτη οι ασθενείς είχαν σχετικά σύντομο διάστημα παρακολούθησης. Η σημασία της διεξοδικής έρευνας για  καρκίνο πριν από τη μεταμόσχευση σε ασθενείς με προηγούμενο ιστορικό καρκίνου, κυρίως, ηλικιωμένους ασθενείς, δεν πρέπει να υποεκτιμάται. Καρδιακή μεταμόσχευση έχει, επίσης, χρησιμοποιηθεί με επιτυχία σε παιδιά που πάσχουν από συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια λόγω μυοκαρδιοπάθειας από ανθρακυκλίνη  μετά από θεραπεία για  οξεία λευχαιμία154,155

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1.Saeian, K, Franco, J, Komorowski, RA, Adams, MB. Hepatocellular carcinoma after renal transplantation in the absence of cirrhosis or viral hepatitis: a case series. Liver Transpl Surg 1999; 5:46.

2.Penn, I. Malignant melanoma in organ allograft recipients. Transplantation 1996; 61:274. 3.Birkeland, SA, Lokkegaard, H, Storm, HH. Cancer risk in patients on dialysis and after renal transplantation [letter]. Lancet 2000; 355:1886.

4.Adami, J, Gabel, H, Lindelof, B, et al. Cancer risk following organ transplantation: a nationwide cohort study in Sweden. Br J Cancer 2003; 89:1221.

5.Agraharkar, ML, Cinclair, RD, Kuo, YF, et al. Risk of malignancy with long-term immunosuppression in renal transplant recipients. Kidney Int 2004; 66:383.

6.Morath, C, Mueller, M, Goldschmidt, H, et al. Malignancy in renal transplantation. J Am Soc Nephrol 2004; 15:1582.

7.Garnier, JL, Lebranchu, Y, Dantal, J, et al. Hodgkin's disease after transplantation. Transplantation 1996; 61:71.

8.Wimmer, CD, Rentsch, M, Crispin, A, et al. The janus face of immunosuppression - de novo malignancy after renal transplantation: the experience of the Transplantation Center Munich. Kidney Int 2007; 71:1271.

9.Webster, AC, Wong, G, Craig, JC, Chapman, JR. Managing cancer risk and decision making after kidney transplantation. Am J Transplant 2008; 8:2185.

10.Ulrich, C, Kanitakis, J, Stockfleth, E, Euvrard, S. Skin cancer in organ transplant recipients--where do we stand today?. Am J Transplant 2008; 8:2192.

11.Penn, I. Why do immunosuppressed patients develop cancer? In: CRC Critical Reviews in Oncogenesis, Pimentel, E (Ed), CRC, Boca Raton, 1989, p. 27.

12.Penn, I. Cancers complicating organ transplantation. N Engl J Med 1990; 323:1767. 13.Kasiske, BL, Snyder, JJ, Gilbertson, DT, Wang, C. Cancer after kidney transplantation in the United States. Am J Transplant 2004; 4:905.

14.Stewart, T, Tsai, SC, Grayson, H, et al. Incidence of de-novo breast cancer in women chronically immunosuppressed after organ transplantation. Lancet 1995; 346:796.

15.Grulich, AE, van Leeuwen, MT, Falster, MO, Vajdic, CM. Incidence of cancers in people with HIV/AIDS compared with immunosuppressed transplant recipients: a meta-analysis. Lancet 2007; 370:59.

16.Opelz, G, Henderson, R, for the Collaborative Transplant Study. Incidence of non-Hodgkin lymphoma in kidney and heart transplant recipients. Lancet 1993; 342:1514.

17.Mihalov, ML, Gattuso, P, Abraham, K, et al. Incidence of post-transplant malignancy among 674 solid-organ-transplant recipients at a single center. Clin Transplant 1996; 10:248. 18.Jensen, P, Hansen, S, Moller, B, et al. Skin cancer in kidney and heart transplant recipients and different long-term immunosuppressive therapy regimens. J Am Acad Dermatol 1999; 40:177.

19.Fortina, AB, Caforio, AL, Piaserico, S, et al. Skin cancer in heart transplant recipients: Frequency and risk factor analysis. J Heart Lung Transplant 2000; 19:249.

20.Penn, I. Incidence and treatment of neoplasia after transplantation. J Heart Lung Transplant 1993; 12:S328.

21.Taylor, DO, Edwards, LB, Boucek, MM, et al. Registry of the International Society for Heart and Lung Transplantation: twenty-second official adult heart transplant report--2005. J Heart Lung Transplant 2005; 24:945.

22.Taioli, E, Piselli, P, Arbustini, E, et al. Incidence of second primary cancer in transplanted patients. Transplantation 2006; 81:982.

23.Euvrard, S, Kanitakis, J, Decullier, E, et al. Subsequent skin cancers in kidney and heart transplant recipients after the first squamous cell carcinoma. Transplantation 2006; 81:1093. 24.Pedotti, P, Cardillo, M, Rossini, G, Arcuri, V. Incidence of cancer after kidney transplant: results from the North Italy transplant program. Transplantation 2003; 76:1448.

25.Euvrard, S, Kanitakis, J, Claudy, A. Skin cancers after organ transplantation. N Engl J Med 2003; 348:1681.

26.Penn, I. De novo malignances in pediatric organ transplant recipients. Pediatr Transplant 1998; 2:56.

27.Webb, MC, Compton, F, Andrews, PA, Koffman, CG. Skin tumours posttransplantation: a retrospective analysis of 28 years' experience at a single centre. Transplant Proc 1997; 29:828.

28.Euvrard, S, Kanitakis, J, Pouteil-Noble, C, et al. Comparative epidemiologic study of premalignant and malignant epithelial cutaneous lesions developing after kidney and heart transplantation. J Am Acad Dermatol 1995; 33:222.

29.Berg, D, Otley, CC. Skin cancer in organ transplant recipients: Epidemiology, pathogenesis, and management. J Am Acad Dermatol 2002; 47:1.

30.Hartevelt, MM, Bavinck, JN, Kootte, AM, et al. Incidence of skin cancer after renal transplantation in The Netherlands. Transplantation 1990; 49:506.

31.Ramsay, HM, Fryer, AA, Hawley, CM, et al. Factors associated with nonmelanoma skin cancer following renal transplantation in Queensland, Australia. J Am Acad Dermatol 2003; 49:397.

32.Harwood, CA, Proby, CM, McGregor, JM, et al. Clinicopathologic features of skin cancer in organ transplant recipients: a retrospective case-control series. J Am Acad Dermatol 2006; 54:290.

33.Cooper, SM, Wojnarowska, F. The accuracy of clinical diagnosis of suspected premalignant and malignant skin lesions in renal transplant recipients. Clin Exp Dermatol 2002; 27:436.

34.Cooper, JZ, Brown, MD. Special concern about squamous cell carcinoma of the scalp in organ transplant recipients. Arch Dermatol 2006; 142:755.

35.Veness, MJ, Quinn, DI, Ong, CS, et al. Aggressive cutaneous malignancies following cardiothoracic transplantation: the Australian experience. Cancer 1999; 85:1758.

36.Martinez, JC, Otley, CC, Stasko, T, et al. Defining the clinical course of metastatic skin cancer in organ transplant recipients: a multicenter collaborative study. Arch Dermatol 2003; 139:301.

37.Ishikawa, N, Tanabe, K, Tokumoto, T, et al. Clinical study of malignancies after renal transplantation and impact of routine screening for early detection: a single-center experience. Transplant Proc 2000; 32:1907.

38.Hollenbeak, CS, Todd, MM, Billingsley, EM, et al. Increased incidence of melanoma in renal transplantation recipients. Cancer 2005; 104:1962.

39.Matin, RN, Mesher, D, Proby, CM, et al. Melanoma in Organ Transplant Recipients: Clinicopathological Features and Outcome in 100 Cases. Am J Transplant 2008; 8:1891. 40.Dapprich, DC, Weenig, RH, Rohlinger, AL, et al. Outcomes of melanoma in recipients of solid organ transplant. J Am Acad Dermatol 2008; 59:405.

41.Penn, I, First, MR. Merkel's cell carcinoma in organ recipients. Transplantation 1999; 68:1717.

42.Vajdic, CM, van Leeuwen, MT, McDonald, SP, et al. Increased incidence of squamous cell carcinoma of eye after kidney transplantation. J Natl Cancer Inst 2007; 99:1340.

43.Penn, I. Cancers of the anogenital region in renal transplant recipients. Analysis of 65 cases. Cancer 1986; 58:611.

44.Anyanwu, AC, Townsend, ER, Banner, NR, et al. Primary lung carcinoma after heart or lung transplantation: management and outcome. J Thorac Cardiovasc Surg 2002; 124:1190. 45.Rinaldi, M, Pellegrini, C, D'Armini, AM, et al. Neoplastic disease after heart transplantation: single center experience. Eur J Cardiothorac Surg 2001; 19:696.

46.Goldstein, DJ, Austin, JH, Zuech, N, et al. Carcinoma of the lung after heart transplantation. Transplantation 1996; 62:772.

47.Minai, OA, Shah, S, Mazzone, P, et al. Bronchogenic carcinoma after lung transplantation: characteristics and outcomes. J Thorac Oncol 2008; 3:1404.

48.Arcasoy, SM. Controversies in bronchogenic carcinoma following lung transplantation: type of transplant operation and role of screening. J Thorac Oncol 2008; 3:1377.

49.Moosa, MR. Racial and ethnic variations in incidence and pattern of malignancies after kidney transplantation. Medicine (Baltimore) 2005; 84:12.

50.Iscovich, J, Boffetta, Winkelmann, R, et al. Classic Kaposi's sarcoma in Jews living in Israel, 1961-1989: A population-based incidence study. AIDS 1998; 12:2067.

51.Fenig, E, Brenner, B, Rakowsky, E, et al. Classic Kaposi sarcoma: Experience at Rabin Medical Center in Israel. Am J Clin Oncol 1998; 21:498.

52.Farge, D. Kaposi's sarcoma in organ transplant recipients. The Collaborative Transplantation Research Group of Ile de France. Eur J Med 1993; 2:339.

53.Moosa, MR. Kaposi's sarcoma in kidney transplant recipients: a 23-year experience. QJM 2005; 98:205.

54.Aseni, P, Vertemati, M, Minola, E, et al. Kaposi's sarcoma in liver transplant recipients: morphological and clinical description. Liver Transpl 2001; 7:816.

55.Caillard, S, Agodoa, LY, Bohen, EM, Abbott, KC. Myeloma, Hodgkin disease, and lymphoid leukemia after renal transplantation: characteristics, risk factors and prognosis. Transplantation 2006; 81:888.

56.Penn, I. Sarcomas in organ allograft recipients. Transplantation 1995; 60:1485.

57.Dreno, B, Mansat, E, Legoux, B, Litoux, P. Skin cancers in transplant patients. Nephrol Dial Transplant 1998; 13:1374.

58.Ramsay, HM, Fryer, AA, Hawley, CM, et al. Non-melanoma skin cancer risk in the Queensland renal transplant population. Br J Dermatol 2002; 147:950.

59.Jemec, GB, Holm, EA. Nonmelanoma skin cancer in organ transplant patients. Transplantation 2003; 75:253.

60.Penn, I. Tumors after renal and cardiac transplantation. Hematol Oncol Clin North Am 1993; 7:431. Bordea, C, Wojnarowska, F, Millard, PR, et al.

61.Skin cancers in renal-transplant recipients occur more frequently than previously recognized in a temperate climate. Transplantation 2004; 77:574.

62.Ducloux, D, Carron, P-L, Rebibou, J-M, et al. CD4 lymphocytopenia as a risk factor for skin cancers in renal transplant recipients. Transplantation 1998; 65:1270.

63.Caforio, AL, Fortina, AB, Piaserico, S, et al. Skin cancer in heart transplant recipients: risk factor analysis and relevance of immunosuppressive therapy. Circulation 2000; 102:III222

64. Dantal, J, Hourmant, M, Cantarovich, D, et al. Effect of long-term immunosuppression in kidney-graft recipients on cancer incidence: randomised comparison of two cyclosporin regimens. Lancet 1998; 351:623.

65.Walker, RC, Paya, CV, Marshall, WF, et al. Pretransplantation seronegative Epstein-Barr virus status is the primary risk factor for posttransplantation lymphoproliferative disorder in adult heart, lung, and other solid organ transplantations. J Heart Lung Transplant 1995; 14:214.

66. Leblond, V, Sutton, L, Dorent, R, et al. Lymphoproliferative disorders after organ transplantation: A report of 24 cases observed in a single center. J Clin Oncol 1995; 13:961.

67. Armitage, JM, Kormos, RL, Stuart, RS, et al. Posttransplant lymphoproliferative disease in thoracic organ transplant patients: Ten years of cyclosporine-based immunosuppression. J Heart Lung Transplant 1991; 10:877.

68. Chen, JM, Barr, ML, Chadburn, A, et al. Management of lymphoproliferative disorders after cardiac transplantation. Ann Thorac Surg 1993; 56:527.

69. Swinnen, LJ, Costanzo-Nordin, MR, Fisher, SG, et al. Increased incidence of lymphoproliferative disorder after immunosuppression with the monoclonal antibody OKT3 in cardiac transplant recipients. N Engl J Med 1990; 323:1723.

70. Buell, JF, Gross, TG, Woodle, ES. Malignancy after transplantation. Transplantation 2005; 80:S254.

71. Hojo, M, Morimoto, T, Maluccio, M, et al. Cyclosporine induces cancer progression by a cell-autonomous mechanism. Nature 1999; 397:530.

72. Guba, M, von Breitenbuch, P, Steinbauer, M, et al. Rapamycin inhibits primary and metastatic tumor growth by antiangiogenesis: involvement of vascular endothelial growth factor. Nat Med 2002; 8:128.

73. Shihab, FS, Bennett, WM, Isaac, J, et al. Nitric oxide modulates vascular endothelial growth factor and receptors in chronic cyclosporine nephrotoxicity. Kidney Int 2003; 63:522.

74. Guba, M, Graeb, C, Jauch, KW, Geissler, EK. Pro- and anti-cancer effects of immunosuppressive agents used in organ transplantation. Transplantation 2004; 77:1777. 75. Imao, T, Ichimaru, N, Takahara, S, et al. Risk factors for malignancy in Japanese renal transplant recipients. Cancer 2007; 109:2109.

76. Maluccio, M, Sharma, V, Lagman, M, et al. Tacrolimus enhances transforming growth factor-beta1 expression and promotes tumor progression. Transplantation 2003; 76:597.

77. Swann, PF, Waters, TR, Moulton, DC, et al. Role of postreplicative DNA mismatch repair in the cytotoxic action of thioguanine. Science 1996; 273:1109.

78. Luan, FL, Ding, R, Sharma, VK, et al. Rapamycin is an effective inhibitor of human renal cancer metastasis. Kidney Int 2003; 63:917.

79. Huber, S, Bruns, CJ, Schmid, G, et al. Inhibition of the mammalian target of rapamycin impedes lymphangiogenesis. Kidney Int 2007; 71:771.

80. Campistol, JM, Eris, J, Oberbauer, R, et al. Sirolimus therapy after early cyclosporine withdrawal reduces the risk for cancer in adult renal transplantation. J Am Soc Nephrol 2006; 17:581.

81. Mathew, T, Kreis, H, Friend, P. Two-year incidence of malignancy in sirolimus-treated renal transplant recipients: results from five multicenter studies. Clin Transplant 2004; 18:446.

82. Kauffman, HM, Cherikh, WS, Cheng, Y, et al. Maintenance immunosuppression with target-of-rapamycin inhibitors is associated with a reduced incidence of de novo malignancies. Transplantation 2005; 80:883.

83. Luan, FL, Hojo, M, Maluccio, M, et al. Rapamycin blocks tumor progression: unlinking immunosuppression from antitumor efficacy. Transplantation 2002; 73:1565.

84. Campistol, JM, Gutierrez-Dalmau, A, Torregrosa, JV. Conversion to sirolimus: a successful treatment for posttransplantation Kaposi's sarcoma. Transplantation 2004; 77:760.

85. Euvrard, S, Ulrich, C, Lefrancois, N. Immunosuppressants and skin cancer in transplant patients: focus on rapamycin. Dermatol Surg 2004; 30:628.

86. Kahan, BD, Yakupoglu, YK, Schoenberg, L, et al. Low incidence of malignancy among sirolimus/cyclosporine-treated renal transplant recipients. Transplantation 2005; 80:749.

87. Stallone, G, Schena, A, Infante, B, et al. Sirolimus for Kaposi's sarcoma in renal-transplant recipients. N Engl J Med 2005; 352:1317.

88. Lebbe, C, Euvrard, S, Barrou, B, et al. Sirolimus conversion for patients with posttransplant Kaposi's Sarcoma. Am J Transplant 2006; 6:2164.

89. Dantal, J, Soulillou, JP. Immunosuppressive drugs and the risk of cancer after organ transplantation. N Engl J Med 2005; 352:1371.

90. Zand, MS. Immunosuppression and immune monitoring after renal transplantation. Semin Dial 2005; 18:511.

91. Engl, T, Makarevic, J, Relja, B, et al. Mycophenolate mofetil modulates adhesion receptors of the beta1 integrin family on tumor cells: impact on tumor recurrence and malignancy. BMC Cancer 2005; 5:4. Robson, R,

92. Cecka, JM, Opelz, G, et al. Prospective registry-based observational cohort study of the long-term risk of malignancies in renal transplant patients treated with mycophenolate mofetil. Am J Transplant 2005; 5:2954.

93. O'Neill, JO, Edwards, LB, Taylor, DO. Mycophenolate mofetil and risk of developing malignancy after orthotopic heart transplantation: Analysis of the transplant registry of the International Society for Heart and Lung Transplantation.

94. J Heart Lung Transplant 2006; 25:1186. Miller, G, Rigsby, MO, Heston, L, et al. Antibodies to butyrate-inducible antigens of Kaposi's sarcoma-associated herpesvirus in patients with HIV-1 infection.

95. N Engl J Med 1996; 334:1292. Munoz, P, Alvarez, P, de Ory, F, et al. Incidence and clinical characteristics of Kaposi sarcoma after solid organ transplantation in Spain: importance of seroconversion against HHV-8. Medicine (Baltimore) 2002; 81:293.

96. Qunibi, W, Al-Furayh, O, Almeshari, K, et al. Serologic association of human herpesvirus eight with posttransplant Kaposi's sarcoma in Saudi Arabia. Transplantation 1998; 65:583.

97. Frances, C, Mouquet, C, Marcelin, AG, et al. Outcome of kidney transplant recipients with previous human herpesvirus-8 infection. Transplantation 2000; 69:1776.

98. Regamey, N, Tamm, M, Wernli, M, et al. Transmission of human herpesvirus 8 infection from renal-transplant donors to recipients. N Engl J Med 1998; 339:1358.

99. Barozzi, P, Luppi, M, Facchetti, F, et al. Post-transplant Kaposi sarcoma originates from the seeding of donor-derived progenitors. Nat Med 2003; 9:554.

100.Emond, JP, Marcelin, AG, Dorent, R, et al. Kaposi's sarcoma associated with previous human herpesvirus 8 infection in heart transplant recipients. J Clin Microbiol 2002; 40:2217. 101.Boxman, ILA, Berkhout, RJ, Mulder, LH, et al. Detection of human papillomavirus DNA in plucked hairs from renal transplant recipients and healthy volunteers. J Invest Dermatol 1997; 108:712.

102. Berkhout, RJ, Bouwes Bavinck, JN, ter Schegget, J. Persistence of human papillomavirus DNA in benign and (pre)malignant skin lesions from renal transplant recipients. J Clin Microbiol 2000; 38:2087.

103. Harwood, CA, Surentheran, T, McGregor, JM, et al. Human papillomavirus infection and non-melanoma skin cancer in immunosuppressed and immunocompetent individuals. J Med Virol 2000; 61:289.

104. Arends, MJ, Benton, EC, McLaren, KM, et al. Renal allograft recipients with high susceptibility to cutaneous malignancy have an increased prevalence of human papillomavirus DNA in skin tumours and a greater risk of anogenital malignancy. Br J Cancer 1997; 75:722.

105. Meyer, T, Arndt, R, Nindl, I, et al. Association of human papillomavirus infections with cutaneous tumors in immunosuppressed patients. Transpl Int 2003; 16:146.

106. Euvrard, S, Chardonnet, Y, Pouteil-Noble, C, et al. Association of skin malignancies with various and multiple carcinogenic and noncarcinogenic human papillomaviruses in renal transplant recipients. Cancer 1993; 72:2198.

107. de Jong-Tieben, LM, Berkhout, RJ, ter Schegget, J, et al. The prevalence of human papillomavirus DNA in benign keratotic skin lesions of renal transplant recipients with and without a history of skin cancer is equally high: a clinical study to assess risk factors for keratotic skin lesions and skin cancer. Transplantation 2000; 69:44.

108. Bouwes Bavinck, JN, Feltkamp, M, Struijk, L, ter Schegget, J. Human papillomavirus infection and skin cancer risk in organ transplant recipients. J Investig Dermatol Symp Proc 2001; 6:207.

109. Myron Kauffman, H, McBride, MA, Cherikh, WS, et al. Transplant tumor registry: donor related malignancies. Transplantation 2002; 74:358.

110. Birkeland, SA, Storm, HH. Risk for tumor and other disease transmission by transplantation: A population-based study of unrecognized malignancies and other diseases in organ donors. Transplantation 2002; 74:1409.

111. Pedotti, P, Poli, F, Longhi, E, Frison, S. Epidemiologic study on the origin of cancer after kidney transplantation. Transplantation 2004; 77:426.

112. Armanios, MY, Grossman, SA, Yang, SC, et al. Transmission of glioblastoma multiforme following bilateral lung transplantation from an affected donor: case study and review of the literature. Neuro-oncol 2004; 6:259.

113. Penn, I. Donor transmitted disease: Cancer. Transplant Proc 1991; 23:2629.

114. Buell, JF, Trofe, J, Hanaway, MJ, et al. Transmission of donor cancer into cardiothoracic transplant recipients. Surgery 2001; 130:660.

115. Kauffman, HM, McBride, MA, Delmonico, FL. First report of the United Network for Organ Sharing Transplant Tumor Registry: Donors with a history of cancer. Transplantation 2000; 70:1747.

116.Hiesse, C, Rieu, P, Kriaa, F, et al. Malignancy after renal transplantation: analysis of incidence and risk factors in 1700 patients followed during a 25-year period. Transplant Proc 1997; 29:831.

117. Muruve, NA, Shoskes, DA. Genitourinary malignancies in solid organ transplant recipients. Transplantation 2005; 80:709.

118. Doublet, JD, Peraldi, MN, Gattegno, B, et al. Renal cell carcinoma of native kidneys: Prospective study of 129 renal transplant patients. J Urol 1997; 158:42.

119.Denton, MD, et al. Prevalence of renal cell carcinoma in patients with ESRD pre-transplantation: a pathologic analysis. Kidney Int 2002; 61:2201.

120.Wu, MJ, Lian, JD, Yang, CR, et al. High cumulative incidence of urinary tract transitional cell carcinoma after kidney transplantation in Taiwan. Am J Kidney Dis 2004; 43:1091.

121. Hung, YM, Chou, KJ, Hung, SY, et al. De novo malignancies after kidney transplantation. Urology 2007; 69:1041.

122. Kasiske, BL, Vazquez, MA, Harmon, WE, et al. Recommendations for the outpatient surveillance of renal transplant recipients. American Society of Transplantation. J Am Soc Nephrol 2000; 11 Suppl 15:S1.

123. European Best Practices Guidelines. Nephrol Dial Transplant 2002; 17(Suppl 4):37.

124. Shamanin, V, zur Hausen, H, Lavergne, D, et al. Human papillomavirus infections in nonmelanoma skin cancers from renal transplant recipients and nonimmunosuppressed patients. J Natl Cancer Inst 1996; 88:802.

125. Hepburn, DJ, Divakar, D, Bailey, RR, Macdonald, KJ. Cutaneous manifestations of renal transplantation in a New Zealand population. N Z Med J 1994; 107:497.

126. Cowen, EW, Billingsley, EM. Awareness of skin cancer by kidney transplant patients. J Am Acad Dermatol 1999; 40:697.

127. Schwarz, A, Vatandaslar, S, Merkel, S, Haller, H. Renal cell carcinoma in transplant recipients with acquired cystic kidney disease. Clin J Am Soc Nephrol 2007; 2:750.

128. Scandling, JD. Acquired cystic kidney disease and renal cell cancer after transplantation: time to rethink screening?. Clin J Am Soc Nephrol 2007; 2:621.

129. Sarasin, FP, Giostra, E, Hadengue, A. Cost-effectiveness of screening for detection of small hepatocellular carcinoma in western patients with Child-Pugh class A cirrhosis. Am J Med 1996; 101:422.

130. Schulman, LL, Htun, T, Staniloae, C, et al. Pulmonary nodules and masses after lung and heart-lung transplantation. J Thorac Imaging 2000; 15:173.

131. Haramati, LB, Schulman, LL, Austin, JH. Lung nodules and masses after cardiac transplantation. Radiology 1993; 188:491.

132. Frances, C. Kaposi's sarcoma after renal transplantation. Nephrol Dial Transplant 1998; 13:2768.

133. Duman, S, Toz, H, Asci, G, et al. Successful treatment of post-transplant Kaposi's sarcoma by reduction of immunosuppression. Nephrol Dial Transplant 2002; 17:892.

134. Rook, AH, Jaworsky, C, Nguyen, T, et al. Beneficial effect of low-dose systemic retinoid in combination with topical tretinoin for the treatment and prophylaxis of premalignant and malignant skin lesions in renal transplant recipients. Transplantation 1995; 59:714. 135. 135.McNamara, IR, Muir, J, Galbraith, AJ. Acitretin for prophylaxis of cutaneous malignancies after cardiac transplantation. J Heart Lung Transplant 2002; 21:1201.

136. Bavinck, JN, Tieben, LM, Van der, Woude FJ, et al. Prevention of skin cancer and reduction of keratotic skin lesions during acitretin therapy in renal transplant recipients: a double-blind, placebo-controlled study. J Clin Oncol 1995; 13:1933.

137. McKenna, DB, Murphy, GM. Skin cancer chemoprophylaxis in renal transplant recipients: 5 years of experience using low-dose acitretin. Br J Dermatol 1999; 140:656.

138. de Sevaux, RG, Smit, JV, de Jong, EM, van de, Kerkhof PC. Acitretin treatment of premalignant and malignant skin disorders in renal transplant recipients: clinical effects of a randomized trial comparing two doses of acitretin. J Am Acad Dermatol 2003; 49:407.

139. Smit, JV, De Sevaux, RG, Blokx, WA, et al. Acitretin treatment in (pre)malignant skin disorders of renal transplant recipients: Histologic and immunohistochemical effects. J Am Acad Dermatol 2004; 50:189.

140. Kelly, JW, Sabto, J, Gurr, FW, Bruce, F. Retinoids to prevent skin cancer in organ transplant recipients. Lancet 1991; 338:1407.

141. Brown, VL, Atkins, CL, Ghali, L, et al. Safety and efficacy of 5% imiquimod cream for the treatment of skin dysplasia in high-risk renal transplant recipients: randomized, double-blind, placebo-controlled trial. Arch Dermatol 2005; 141:985. Harwood, CA,

142. Perrett, CM, Brown, VL, et al. Imiquimod cream 5% for recalcitrant cutaneous warts in immunosuppressed individuals. Br J Dermatol 2005; 152;122.

143. Friedlaender, MM, Rubinger, D, Rosenbaum, E, et al. Temporary regression of Merkel cell carcinoma metastases after cessation of cyclosporine. Transplantation 2002; 73:1849. 144. Euvrard, S, Kanitakis, J, Chardonnet, Y, et al. External anogenital lesions in organ transplant recipients. A clinicopathologic and virologic assessment. Arch Dermatol 1997; 133:175.

145. Sheil, AG. Donor-derived malignancy in organ transplant recipients. Transplant Proc 2001; 33:1827.

146. Leibovich, BC, Blute, ML, Cheville, JC, et al. Nephron sparing surgery for appropriately selected renal cell carcinoma between 4 and 7 cm results in outcome similar to radical nephrectomy. J Urol 2004; 171:1066.

147. Moudouni, SM, Tligui, M, Doublet, JD, et al. Nephron-sparing surgery for de novo renal cell carcinoma in allograft kidneys. Transplantation 2005; 80:865.

148. Barrett, WL, First, MR, Aron, BS, Penn, I. Clinical course of malignancy in renal transplant recipients. Cancer 1993; 72:2186.

149. Penn, I. The effect of immunosuppression on pre-existing cancers. Transplantation 1993; 55:742.

150. Trofe, J, Buell, JF, Woodle, ES, et al. Recurrence risk after organ transplantation in patients with a history of Hodgkin disease or Non-Hodgkin lymphoma. Transplantation 2004; 78:972.

151. Otley, CC, Hirose, R, Salasche, SJ. Skin cancer as a contraindication to organ transplantation. Am J Transplant 2005; 5:2079.

152. Nalesnik, MA, Makowka, L, Starzl, TE. The diagnosis and treatment of posttransplant lymphoproliferative disorders. Curr Probl Surg 1988; 25:367.

153. Taylor, DO, Farhoud, HH, Kfoury, G, et al. Cardiac transplantation in survivors of lymphoma: a multi-institutional survey. Transplantation 2000; 69:2112.

154. Ward, KM, Binns, H, Chin, C, et al. Pediatric heart transplantation for anthracycline cardiomyopathy: cancer recurrence is rare. J Heart Lung Transplant 2004; 23:1040.

155.Levitt, G, Bunch, K, Rogers, CA, Whitehead, B. Cardiac transplantation in childhood cancer survivors in Great Britain. Eur J Cancer 1996; 32A:826. 

Τα καλύτερα συμπληρώματα διατροφής για την υγεία

Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για την υγεία σας

metamosxeysi 7

www.emedi.gr

Διαβάστηκε 5713 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2020 20:11
Σαββούλα Μάλλιου Κριαρά

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Σχετικά Άρθρα

  • Αναερόβιες λοιμώξεις Αναερόβιες λοιμώξεις

    Χρήσιμες πληροφορίες για τις αναερόβιες λοιμώξεις

    Αναερόβιες λοιμώξεις

    Η γάγγραινα είναι τοπική νέκρωση των μαλακών ιστών εξαιτίας νόσου ή τραύματος και σχετίζεται με απώλεια παροχής αίματος.

    Αναερόβιες και νεκρωτικές λοιμώξεις, που μπορεί να σχετίζονται με σχηματισμό αερίου 

    Επικρατέστερη ηλικία: Οποιαδήποτε 

    Επικρατέστερο φύλο: Γυναίκες = Άνδρες

    ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΑΝΑΡΟΒΙΩΝ ΛΟΙΜΩΞΕΩΝ

    • Πόνος τοπικά 
    • Μη φυσιολογικά σκούρο δέρμα και ιστοί κάτω από το δέρμα (σκούρο πράσινο έως μαύρο)
    • Πυρετός 
    • Ταχυσφυγμία
    • Ραγδαία εξέλιξη που οδηγεί στο θάνατο χωρίς θεραπεία

    ΑΙΤΙΑ 

    • Τοπικό τραύμα
    • Υπερεπιθετική λοίμωξη (επιφανειακή ή εν τω βάθει)
    • Καρκίνος παχέος εντέρου
    • Αιματολογικές κακοήθειες νόσοι
    • Κυκλική ουδετεροπενία

    ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΑΝΑΡΟΒΙΩΝ ΛΟΙΜΩΞΕΩΝ

    • Φτωχή παροχή αίματος (αρτηριοσκλήρυνση)
    • Ηλικιωμένος
    • Τραύμα
    • Σακχαρώδης διαβήτης 

    ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΑΝΑΡΟΒΙΩΝ ΛΟΙΜΩΞΕΩΝ

    ΔΙΑΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ

    Εν τω βάθει λοιμώξεις με συμμετοχή των μυών και με ή χωρίς απόστημα:

    • Αεριογόνος γάγγραινα:
    1. Αεριογόνος γάγγραινα προκαλούμενη από τραύμα των μαλακών ιστών, μυοσίτιδα από κλωστηρίδια, νέκρωση μυών από κλωστηρίδια
    2. Αεριογόνος γάγγραινα των κοιλιακών τοιχωμάτων. Μετεγχειρητική σήψη από κλωστηρίδια των κοιλιακών τοιχωμάτων, μυονέκρωση από κλωστηρίδια των κοιλιακων τοιχωμάτων 
    3. Μεταστατική αεριογόνος γάγγραινα. Αεριογόνος γάγγραινα χωρίς ορατό τραύμα, μη τραυματική αεριογόνος γάγγραινα
    4. Λοιμώξεις μήτρας από κλωστηρίδια
    5. Αεριογόνος γάγγραινα καρδιάς 
    6. Αεριογόνος γάγγραινα εγκεφάλου
    • Στρεπτοκοκκική μυοσίτιδα: αναερόβια νέκρωση μυών, αναερόβια στρεπτοκοκκική μυοσίτιδα
    • Λοιμώδης αγγειακή αεριογόνος γάγγραινα: αερογόνος γάγγραινα μη κλωστηριδιακής αιτιολογίας. μη κλωστηριδιακή μυοσίτιδα
    • Συνεργική νεκρωτική σήψη: συνεργική νεκρωτική μυοσίτιδα

    Επιφανειακές λοιμώξεις με ή χωρίς απόστημα:

    • Αιμολυτική στρεπτοκοκκική γάγγραινα 
    • Οξεία λοιμώδης σταφυλοκοκκική γάγγραινα
    • Αναερόβια κυτταρίτιδα, κριγμώδεις φλεγμονές, κυτταρίτιδα από κλωστηρίδια
    • Νεκρωτική περιτονίτιδα, συνεργική γάγγραινα του Foumier (εάν υπάρχει επέκταση στους ιστούς του κοιλιακού τοιχώματος, κάτω από την εν τω βάθει περιτονία, τέτοια όπως το πρόσσθιο έλυτρο του ορθού μυός, η γάγγραινα του Foumier είναι μια συνεργική νεκρωτική σήψη, περισσότερο από μια απλή νεκρωτική περιτονίτιδα).

    Απλή κλωστηριδιακή επιμόλυνση των πληγών. Διήθηση ή ένεση ή αναρρόφηση αερίου στις πληγές:

    • Πληγές με αέριο μη παραγόμενο από βακτήρια 
    • Ένεση αερίου στις πληγές 
    1. Θεραπεία (π.χ. υπεροξείδιο του υδρογόνου)
    2. Συνειδητή ένεση αέρα χάριν αστεϊσμού
    3. Κατά φαντασίαν ασθενής 
    4. Ψυχιατρικά προβλήματα
    • Αναρρόφηση και διασπορά αέρα στις πληγές από μυοσκελετική δραστηριότητα
    • Υποδόριο εμφύσημα σχετιζόμενο με σύνδρομο airleak ή τραύμα

    Αέριο στους ιστούς σχετιζόμενο με βιομηχανικό ατύχημα:

    • Πνευμονικό κοκκίωμα από μαγνήσιο 

    Αέριο στους ιστούς μετά από λοιμώξεις με χημικά 

    • Ένεση φαρμάκων 
    • Τυχαία ένεση ξένου παράγοντα, όπως βενζόλιο

    ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΑΝΑΡΟΒΙΩΝ ΛΟΙΜΩΞΕΩΝ

    • Σε σοβαρή γάγγραινα, οι έρευνες θα δείξουν λευκοκυττάρωση και αναιμία
    • Χρώση Gram για οργανισμούς 
    • Ημερήσιος καθορισμός CK ορού (CK: κρεατοφωσφορική κινάση) 

    Φάρμακα που μπορεί να μεταβάλλουν τα ευρήματα:

    Αντιβιοτικά προ της καλλιέργειας 

    ΠΑΘΟΛΟΓΟΑΝΑΤΟΜΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ 

    • Νέκρωση ιστών 
    • Μερικές φορές αέριο στους ιστούς 

    ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ

    Καλλιέργειες και test ευαισθησίας για τους μικροοργανισμούς που αναφέρεται ότι παράγουν αέρια στους ανθρώπινους ιστούς:

    • Αναερόβια Gram (+): κόκκοι  - Pestostreptococcus (αναερόβιος στρεπτόκοκκος) (συνήθως στην ομάδα Α του στρεπτόκοκκου ή χρυσίζων σατφυλόκοκκος)
    • Αναερόβια Gram (+): βάκιλλοι - κλωστηρίδιο Perfingens και άλλα κλωστηρίδια 
    • Αναερόβια Gram (-): βάκιλλοι - Escherichia coli, Klebsiella pneumoniae, είδη Enterobacter, είδη Proteus (όλα συνήθως σε μικτές λοιμώξεις)
    • Αναερόβια Gram (-): βάκιλλοι - Bacteroides fragilis (συνήθως μαζί με άλλους αναερόβιους Gram (-) βάκιλλους 

    actinomycetes gram positive anaerobic bacteria which resemble fungi d illustration actinomyces live human gums cause 98510138

    ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΑΝΑΡΟΒΙΩΝ ΛΟΙΜΩΞΕΩΝ

    Με ακτινογραφίες, αέριο στους ιστούς

    ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΕΣ ΜΕΘΟΔΟΙ

    Άμεση χειρουργική παρέμβαση με επιμήκεις τομές του δέρματος της επιφανειακής περιτονίας, της εν τω βάθει περιτονίας και μυών, για την αναζήτηση νεκρωμένων ιστών 

    ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΑΝΑΡΟΒΙΩΝ ΛΟΙΜΩΞΕΩΝ

    ΕΝΔΕΙΚΝΥΟΜΕΝΗ ΑΓΩΓΗ ΥΓΕΙΑΣ 

    Ενδονοσοκομειακός ασθενής

    ΓΕΝΙΚΑ ΜΕΤΡΑ

    • Συμβουλή για λοιμώδη νόσο 
    • Υγρά ενδοφλέβια με γλυκόζη, ηλεκτρολύτες, αίμα, βιταμίνες 
    • Συχνές γενικές αίματος ηλεκτρολυτών 
    • Άμεση χειρουργική παρέμβαση για διάγνωση και απομάκρυνση νεκρωμένων ιστών 
    • Προφύλαξη για τέτανο
    • Σε πιθανότητα διεσπαρμένης ή μη αναγνωρισμένης νέκρωσης επανεπέμβαση (με μη φυσιολογικό καθημερινό υπολογισμό CK)
    • Χειρουργική επιδιόρθωση για την απώλεια του δέρματος και των υποδόριων ιστών  

    ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ 

    Κλινήρης 

    ΔΙΑΙΤΑ 

    Από το στόμα, όσο είναι ανεκτή 

    ΦΑΡΜΑΚΑ 

    ΦΑΡΜΑΚΑ ΕΚΛΟΓΗΣ

    • Αντιβιοτικά: καθορίζονται από τις χρώσεις, καλλιέργειες και δοκιμασίες ευαισθησίας, αν και οι αναερόβιοι οργανισμοί είναι δύσκολο να καλλιεργηθούν και να αναγνωριστούν. Η δοσολογία ποικίλει ανάλογα με τις κλινικές συνθήκες.
    Gram χρώση Υποτιθέμενος οργανισμός
    + κόκκοι Στρεπτόκοκκος 
    - βάκιλλοι Είδη κλωστηριδίων 
    - βάκιλλοι Είδη κλωστηριδίων
    - βάκιλλοι Κολοβακτηρίδια (Coliforms)
    • Gram (+) κόκκοι: πενικιλλίνη G, κλινδαμυκίνη, μετρονιδαζόλη, χλωραμφενικόλη ή κεφαλοσπορίνες 
    • Gram (+): βάκιλλοι: πενικιλλίνη G, κλινδαμυκίνη, μετρονιδαζόλη, χλωραμφενικόλη ή κεφαλοσπορίνες 
    • Gram (-): βάκιλλοι (βακτηριοειδή): κλινδαμυκίνη, μετρονιδαζόλη, κεφοξιτίνη (πολλοί τύποι βακτηριοειδών είναι ανθεκτική), χλωραμφενικόλη, τικαρκυλίνη, merlocillin
    • Gram (-): βάκιλλοι (κολοβακτηρίδια): γενταμυκίνη, τομπραμυκίνη, αμικασίνη, κεφαλοσπορίνες, αμπικιλλίνη, merlocillin, χλωραμφενικόλη ή τικαρκυλίνη

    Αντενδείξεις: Ευαισθησία σε φάρμακα

    Προφυλάξεις: Αναγνωρίστε την εξαπλούμενη γάγγραινα, όταν ο ασθενής λαμβάνει ηρεμιστικά και αναλγητικά

    ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ

    • Παρακολουθείστε τα αποτελεσματικά επίπεδα των συνταγογραφούμενων αντιβιοτικών στο αίμα
    • Ηλεκτρολύτες 
    • Θρέψη 
    • Προσδιορισμός CK

    ΠΡΟΛΗΨΗ/ΑΠΟΦΥΓΗ

    • Αποφυγή τραύματος 
    • Καλή φροντίδα δέρματος

    ΠΙΘΑΝΕΣ ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ 

    Αποτυχία αναγνώρισης εξαπλούμενης γάγγραινας 

    ΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΗ ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΓΝΩΣΗ 

    • Καλή αν αναχαιτιστεί η γάγγραινα
    • Πιθανά θανατηφόρα

    ΔΙΑΦΟΡΑ

    ΣΧΕΤΙΖΟΜΕΝΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ

    • Σακχαρώδης διαβήτης
    • Αρτηριοσκλήρυνση 
    • Διαταραγμένη ανοσολογική απόκριση, μπορεί να απαιτήσει αλλαγή θεραπείας 

    ΗΛΙΚΙΑΚΑ ΣΧΕΤΙΖΟΜΕΝΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ

    Γηριατρικό: Νόσοι των ηλικιωμένων με αναπηρία και φτωχή αιματική ροή 

    ΚΥΗΣΗ

    Θεραπεία όπως και της μη εγκύου, αλλά λάβετε υπόψη σας την κύηση

    Τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τις λοιμώξεις

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα προϊόντα για τις λοιμώξεις 

    anaerobic infections thumb

    Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με το θεράποντα ιατρό.

    Διαβάστε, επίσης,

    Παθήσεις οξείας χειρουργικής κοιλίας

    Χρήσιμες πληροφορίες για την αμοιβάδωση

    Χρήσιμες πληροφορίες για την αλλαντίαση

    Λοιμώδης βακτηριακή αρθρίτιδα

    Σιγκέλλωση

    Σημαντικές πληροφορίες για τη Δοθιήνωση

    Απόστημα εγκεφάλου

    Έχει παρενέργειες η συνεχής χρήση της μάσκας;

    Επιπεφυκίτιδα

    Οι παρενέργειες της χημειοθεραπείας στο πεπτικό σύστημα

    Η αντιμικροβιακή δράση της κάνναβης

    Οι δερματικές βλάβες από τις χημειοθεραπείες και τις ακτινοθεραπείες

    Ενδοφλέβια θεραπεία με υπεροξείδιο του υδρογόνου

    Να παίρνετε σερραπεπτάση για τη φλεγμονή και τον πόνο

    Αντιμετωπίστε τις μολύνσεις με φυσικό τρόπο

    Οι χημικές ανοσοθεραπείες έχουν πολλές παρενέργειες

    Η τοξικότητα της ακτινοθεραπείας

    Να χρησιμοποιείτε ριγανέλαιο σαν αντιβακτηριακό

    Το σκόρδο καταπολεμά τις χρόνιες λοιμώξεις

    Το έντερο υπεύθυνο για όλες τις ασθένειες

    Τα ξένα σώματα στο σώμα υπεύθυνα για πολλές λοιμώξεις

    Όλα όσα πρέπει να ξέρετε για τα βακτήρια

    www.emedi.gr

     

     

     

  • Βιοδείκτες για την ανίχνευση καρκίνου Βιοδείκτες για την ανίχνευση καρκίνου

    3 απλές εξετάσεις αίματος που είναι πολύ σημαντικές για την υγεία σας

    Γράφει η 

    Δρ Σάββη Μάλλιου Κριαρά 

    Ειδικός Παθολόγος-Ογκολόγος, MD, PhD

    3 απλές εξετάσεις αίματος που μπορούν να σας βοηθήσουν να προσδιορίσετε εάν έχετε ενεργό καρκίνο ή εάν έχετε μεγαλύτερο από το φυσιολογικό κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου.

    Οι εξετάσεις αυτές μπορούν, επίσης, να σας βοηθήσουν να προσδιορίσετε εάν έχετε υψηλότερο από τον κανονικό κίνδυνο άλλων κοινών, χρόνιων παθήσεων, όπως, καρδιακές παθήσεις και αυτοάνοσες παθήσεις, επίσης.

    Οι τρεις δοκιμές είναι η C-Reactive Protein (ή απλά CRP) ή C αντιδρώσα πρωτεϊνη, η Ταχύτητα καθίζησης ερυθροκυττάρων (ΤΚΕ) και η Lactic Acid Dehydrogenase (LDH) ή γαλακτική δεϋδρογενάση ή γαλακτική αφυδρογονάση.

    Και και οι τρεις μετρούν τα επίπεδα φλεγμονής στο σώμα.

    Να ακολουθείτε φυσικές θεραπείες για τη θεραπεία του καρκίνου, όπως η υπερθερμία, η κετογενική διατροφή, η νηστεία, τα συμπληρώματα διατροφής και τα βότανα, όπως το γκι και άλλα. 

    Να ακολουθείτε εξατομικευμένη θεραπεία, σύμφωνα με το μοριακό προφίλ του όγκου.

    -C αντιδρώσα πρωτεϊνη

    Η CRP, είναι ένας δείκτης του συνολικού επιπέδου φλεγμονής στο σώμα.

    Η φλεγμονή είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό σχεδόν όλων των διαταραχών, συμπεριλαμβανομένου και του καρκίνου. Η φλεγμονή μπορεί να τροφοδοτηθεί από την κακή διατροφή, την έλλειψη ύπνου, την τοξική υπερφόρτωση και, κυρίως, το άγχος.

    Μια άλλη αιτία φλεγμονής μπορεί να είναι η υπερβολική πρωτεΐνη CRP.  Οι καρκινοπαθείς με τα χαμηλότερα ποσοστά επιβίωσης έχουν συχνά τα υψηλότερα ποσοστά CRP, σύμφωνα με μελέτες.

    Η C-Reactive Protein παράγεται στα λιπώδη κύτταρα και στο ανοσοποιητικό σύστημα και συντίθεται στο ήπαρ. Έχει χρησιμοποιηθεί ως δείκτης για τις καρδιακές παθήσεις για πολλά χρόνια. Επίσης, είναι μια πολύ αποτελεσματική ένδειξη για καρκίνο, επίσης.

    Η C-αντιδρώσα πρωτεΐνη (CRP) είναι μια γλυκοπρωτεΐνη του ορού που παράγεται από το ήπαρ κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε οξείας φλεγμονής. Η CRP είναι ανιχνεύσιμη μέσα σε 6-10 ώρες μετά τη φλεγμονώδη αντίδραση του οργανισμού και μπορεί να αυξηθεί μέχρι και 4.000 φορές, όταν η φλεγμονώδης απόκριση οξείας φάσης βρίσκεται στην κορύφωσή της. Επειδή, εξαφανίζεται γρήγορα όταν η φλεγμονή υποχωρεί, η ανίχνευσή της είναι ενδεικτική της παρουσίας της φλεγμονώδους διαδικασίας. Είναι ο καλύτερος δείκτης της σοβαρότητας της παγκρεατίτιδας όταν μετράται 48 ώρες μετά την έναρξη των συμπτωμάτων. Η C-αντιδρώσα πρωτεΐνη έχει συνδεθεί με το μεταβολικό σύνδρομο, μια ομάδα σημείων που περιλαμβάνουν την κοιλιακή παχυσαρκία, την υπερτριγλυκεριδαιμία, την χαμηλή HDL (καλή χοληστερόλη), την υπέρταση και τα υψηλά επίπεδα γλυκόζης νηστείας στο αίμα. Θεωρείται πλέον ότι η χρόνια φλεγμονή, όπως αποδεικνύεται από τα χρονίως αυξημένα επίπεδα της C-αντιδρώσας πρωτεΐνης, μπορεί να είναι ένα επιπλέον συστατικό του μεταβολικού συνδρόμου. Η μέτρηση της CRP μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως «εργαλείο» για την αξιολόγηση ασθενών με κίνδυνο ανάπτυξης καρδιακών παθήσεων.

    Η μέτρηση της CRP χρησιμοποιείται για την παρακολούθηση των φλεγμονωδών διεργασιών της ρευματοειδούς αρθρίτιδας και του ρευματικού πυρετού, στη διαφοροποίηση της νόσου του Crohn (υψηλή CRP) από την ελκώδη κολίτιδα (χαμηλή CRP), στη διαφοροποίηση της ρευματοειδούς αρθρίτιδας (υψηλή CRP) από τον συστηματικό ερυθηματώδη λύκο (χαμηλή CRP), ως προγνωστικός δείκτης του εμφράγματος του μυοκαρδίου και της στεφανιαίας νόσου, ως δείκτης για τις υφιστάμενες αρτηριακές νόσους, στην ανίχνευση της παρουσίας ή την επιδείνωση των φλεγμονωδών διαδικασιών καθώς και την παρακολούθηση της ανταπόκρισης στη θεραπεία των φλεγμονωδών παθήσεων. Είναι πιο αξιόπιστος δείκτης από την ΤΚΕ για την αξιολόγηση των φλεγμονωδών καταστάσεων. Οι καθημερινές μετρήσεις της C-Αντιδρώσας Πρωτεΐνης είναι άριστος δείκτης για την παρακολούθηση της ύφεσης της φλεγμονής. Μείωση της CRP κατά 25% ή και περισσότερο από το επίπεδο της προηγούμενης ημέρας, υποδηλώνει ύφεση της φλεγμονής, με προγνωστική αξία μεγαλύτερη από 97%.

    Τι σημαίνουν οι Παθολογικές Τιμές;

    Αύξηση: Ενεργές φλεγμονώδεις καταστάσεις όπως, βρογχίτιδα, απόστημα, νόσος Crohn, εμπύημα, μηνιγγίτιδα, νεφρίτιδα, παγκρεατίτιδα (οξεία), περιτονίτιδα, φαρυγγίτιδα (στρεπτοκοκκική), πνευμονία (από πνευμονιόκοκκο), ρευματοειδής αρθρίτιδα (οξεία), ρευματικός πυρετός (οξύς), σήψη, λοίμωξη ουροποιητικού και άλλες λοιμώξεις. Νόσος Alzheimer, αγκυλωτική σπονδυλίτιδα, νόσος Castleman, ουρική αρθρίτιδα, νόσος Graves, νόσος Hodgkin, νόσος Kawasaki, λέμφωμα, κακοήθεις όγκοι, μεταβολικό σύνδρομο, έμφραγμα του μυοκαρδίου, μύξωμα, νέκρωση, μη-Hodgkin λέμφωμα, μετεγχειρητικά (πρώτη εβδομάδα), εγκυμοσύνη (μετά τον τρίτο μήνα), νεφρικό έμφρακτο, συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, τραύμα (χειρουργικό), φυματίωση. Φάρμακα: από του στόματος αντισυλληπτικά (ψευδώς θετικό).
    Μείωση: Φάρμακα: Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη, στεροειδή, σαλικυλικά, στατίνες, αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACE) μαζί με β-αναστολέα.

    -Ταχύτητα καθίζησης ερυθρών

    Η ΤΚΕ μετρά, επίσης, τα επίπεδα φλεγμονής. Η ΤΚΕ μπορεί να εντοπίσει αυτοάνοσα νοσήματα, λοιμώξεις ή καρκινικούς όγκους.

    Η ΤΚΕ λειτουργεί αναλύοντας το «ποσοστό συσσωμάτωσης» των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Όποτε υπάρχει φλεγμονή, θα υπάρχει συσσωμάτωση. Όσο περισσότερο συσσωματώνονται τα ερυθρά αιμοσφαίρια, τόσο υψηλότερο είναι το ποσοστό φλεγμονής.

    Η ΤΚΕ είναι ένα πολύ απλό τεστ και είναι αποτελεσματικό για την ανίχνευση καρκίνου. 

    Η ταχύτητα καθίζησης ερυθρών (ΤΚΕ) είναι μια μη ειδική εξέταση για φλεγμονώδεις και νεκρωτικές καταστάσεις. Η ΤΚΕ μπορεί, επίσης, να αυξηθεί σε καταστάσεις φυσιολογικές, όπως η εγκυμοσύνη. Σε αυτές τις περιπτώσεις, υπάρχει μία αλλαγή στις πρωτεΐνες του αίματος που οδηγούν σε συσσωμάτωση των ερυθρών αιμοσφαιρίων και αύξηση της ΤΚΕ.

    Η ΤΚΕ μετρά την ταχύτητα με την οποία τα ερυθροκύτταρα που βρίσκονται μέσα σε ένα ειδικό σωληνάριο και τα οποία έχουν αναμιχθεί με συγκεκριμένο αντιπηκτικό, καθιζάνουν. Τα ερυθροκύτταρα τα οποία έχουν συσσωματωθεί εξαιτίας φλεγμονών και νεκρωτικών καταστάσεων, καθιζάνουν πιο γρήγορα σε σχέση με τα μεμονωμένα ερυθρά αιμοσφαίρια. Έτσι η ΤΚΕ, η οποία εκφράζεται σε mm / ώρα, θα είναι αυξημένη σε τέτοιες φλεγμονώδεις και νεκρωτικές καταστάσεις. Υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ της ΤΚΕ και της πορείας αυτών των νοσημάτων. Καθώς, η νόσος βελτιώνεται, η ΤΚΕ μειώνεται.

    Η μέτρηση της ΤΚΕ έχει περιορισμένη διαγνωστική αξία στις περιπτώεις σοβαρής αναιμίας ή σε αιματολογικές καταστάσεις που επηρεάζουν σημαντικά το μέγεθος και το σχήμα των ερυθρών αιμοσφαιρίων (π.χ. παρουσία δρεπανοκυττάρων ή σφαιροκυττάρων).

    Πιθανές Ερμηνείες Παθολογικών Τιμών

    Αύξηση: Αναιμία, κοκκιδιομύκωση, νόσος Crohn, αιμολυτική αναιμία, λοίμωξη, φλεγμονώδεις καταστάσεις, κακοήθειες, έμφραγμα του μυοκαρδίου, οστεομυελίτιδα, επώδυνες καταστάσεις, ρευματική πολυμυαλγία, ρευματοειδής αρθρίτιδα, συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, αρτηριίτιδες, ιστικές βλάβες, μερικές φορές κατά την έμμηνο ρύση. Λήψη φαρμάκων: Δεξτράνη, ηπαρίνη, από του στόματος αντισυλληπτικά
    Μείωση: Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, ανεπάρκεια παράγοντα V, υπολευκωματιναιμία, ποικιλοκυττάρωση, πολυκυτταραιμία, δρεπανοκυτταρική αναιμία. Λήψη φαρμάκων: Αλβουμίνη, ασπιρίνη, κορτικοτροπίνη, κορτιζόνη, λεκιθίνη, στεροειδή

    Αφυδρογονάση γαλακτικού οξέος ή γαλακτική αφυδρογονάση ή γαλακτική δεϋδρογενάση (LDH)

    Η LDH είναι ένα συγκεκριμένο είδος ενζύμου, που βρίσκεται σε όλα τα υγιή, ζωντανά κύτταρα. Η δοκιμή LDH μετρά πόσο από αυτό το ένζυμο είναι στο αίμα.

    Το LDH μετατρέπει τη γλυκόζη σε ενέργεια στο σώμα. Όταν τα κύτταρα καταστραφούν για κάποιο λόγο, το σώμα απελευθερώνει το ένζυμο. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η LDH μπορεί να είναι ένα σημάδι βλάβης των ιστών που μπορεί να είναι διαδεδομένη τόσο στα όργανα όσο και στο αίμα και τους μυς.

    Άτομα με μείζονες ασθένειες, όπως οι καρδιακές παθήσεις, η ηπατική νόσος και ο καρκίνος έχουν συχνά υψηλά επίπεδα LDH στο αίμα τους.

    Η μέτρηση της γαλακτικής αφυδρογονάσης χρησιμοποιείται στη διερεύνηση πολλών νοσημάτων που αφορούν την καρδιά, το ήπαρ, τους μυς, τους νεφρούς, τους πνεύμονες και το αίμα καθώς και στην παρακολούθηση των νεοπλασιών μετά από θεραπεία.

    Η γαλακτική αφυδρογονάση (LDH) είναι ένα ενδοκυττάριο ένζυμο που βρίσκεται σχεδόν σε όλα τα κύτταρα του σώματος και απελευθερώνεται μετά από βλάβη των ιστών. Οι υψηλότερες συγκεντρώσεις της LDH βρίσκονται σε όργανα, όπως η καρδιά, το ήπαρ, οι νεφροί, τα κύτταρα των σκελετικών μυών, καθώς και τα ερυθρά αιμοσφαίρια. Όταν οι ιστοί του σώματος υποστούν βλάβη από τραυματισμό, ισχαιμία ή οξεοβασική ανισορροπία, η LDH απελευθερώνεται στην κυκλοφορία του αίματος.

    Όταν η συγκέντρωση της LDH είναι ιδιαίτερα αυξημένη, τότε θα πρέπει να γίνεται ηλεκτροφόρηση των ισοενζύμων της, προκειμένου να καταστεί δυνατός ο προσδιορισμός της θέσης της βλάβης των ιστών.

    Ο προσδιορισμός της LDH χρησιμοποιείται ως προγνωστικός παράγοντας στον καρκίνο του παχέος εντέρου και σε ορισμένα μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα.

    Πιθανές Ερμηνείες Παθολογικών Τιμών

    Αύξηση: Αλκοολισμός, αναιμία (αιμολυτική, μεγαλοβλαστική, κακοήθης, λόγω έλλειψης φυλλικού οξέος), ανοξία, εγκαύματα (ηλεκτρικά, θερμικά), καρκίνος, καρδιομυοπάθεια, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, κίρρωση, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, σπασμοί, τρομώδες παραλήρημα, αρρυθμία (κοιλιακή), ηπατικό νεόπλασμα, ηπατίτιδα (οξεία, τοξική), υποθυρεοειδισμός, λοιμώδης μονοπυρήνωση, ενδοκαρδιακές προσθετικές βαλβίδες, ίκτερος (αποφρακτικός), γαλακτική οξέωση, λευχαιμία (κοκκιοκυτταρική, οξεία), λέμφωμα, ελονοσία, μονοπυρήνωση, μυϊκή δυστροφία, έμφραγμα του μυοκαρδίου, μυξοίδημα, νεφρεκτομή, νεφρίτιδα, νεφρωσικό σύνδρομο, ωοθηκικό δυσγερμίνωμα, πόνος (μυών και των οστών), περιτονίτιδα, φαιοχρωμοκύτωμα, πνευμονία από Pneumocystis carinii, πολυμυοσίτιδα, πνευμονική εμβολή, πνευμονικό έμφρακτο, νεφρικό έμφρακτο, νεφρική λοίμωξη, νεφρική κακοήθεια, δρεπανοκυτταρική αναιμία, σοκ, νέκρωση των σκελετικών μυών, σπληνομεγαλία, στεατόρροια, σύνδρομο τοξικού σοκ, τραύμα, όγκοι (κακοήθεις), ελκώδης κολίτιδα. Φάρμακα: αναισθητικά, υδροχλωρική χλωροπρομαζίνη, κλοφιβράτη, κωδεΐνη, δικουμαρόλη, αιθυλική αλκοόλη (αιθανόλη), φλοξουριδίνη, φθορίδια, ιμιπραμίνη, ανθρακικό λίθιο, λοραζεπάμη, μεπεριδίνη, μεθοτρεξάτη, τρυγική μετοπρολόλη, μιθραμυκίνη, μορφίνη και άλλα αναλγητικά ναρκωτικά, νιασίνη, νιφεδιπίνη, νιτροφουραντοΐνη, υδροχλωρική προκαϊναμίδη, προποξυφαίνιο, προπρανολόλη, κινιδίνη, σουλφοναμίδες, θυρεοειδικές ορμόνες.
    Μείωση: Φάρμακα: οξαλικά.

    cancer detection 1

    Πόσο συχνά πρέπει να κάνετε αυτές τις εξετάσεις;

    Τα υγιή άτομα πρέπει να κάνουν αυτές τις εξετάσεις μία φορά το χρόνο. Έτσι μετρούνται τα επίπεδα γενικής φλεγμονής και κινδύνου ασθένειας. 

    Αν κάποιος έχει καρκίνο πρέπει να τα ελέγχει, συχνότερα, συνήθως, κάθε 3 μήνες. Οι εργαστηριακές αυτές αξιολογήσεις επιτρέπουν τον έλεγχο της φυσιολογικής λειτουργίας του σώματος.

    Είναι ένα ουσιαστικό σημείο ελέγχου για την κατανόηση των μοναδικών αντιδράσεων του σώματός μας στα φάρμακα, τη διατροφή, τα συμπληρώματα, στην αλλαγή του τρόπου ζωής και ακόμη και στα συναισθηματικά γεγονότα. 

    Πληροφορίες για τις διαγνωστικές εξετάσεις ''Διαγνωστική Αθηνών''

    Το μοριακό προφίλ του όγκου είναι απαραίτητο και χρήσιμο εργαλείο για τη θεραπευτική σας απόφαση.

    Ζητείστε την εξέταση πριν κάνετε οποιαδήποτε θεραπεία. Η ζωή σας είναι πολύτιμη.

    Ζητήστε από την  EMEDI  πληροφορίες για το μοριακό προφίλ του όγκου.

    Μάθετε όλες τις πληροφορίες από τους συνεργάτες μας για την εξατομικευμένη θεραπεία του καρκίνου, πατώντας εδώ.

    Τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τον καρκίνο 

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για τον καρκίνο

    Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με το θεράποντα ιατρό.

    Διαβάστε, επίσης,

    Διατηρήστε υγιή τα ανοσοποιητικά σας κύτταρα

    Χρήσιμες πληροφορίες για τα αντιοξειδωτικά

    Γαλακτική αφυδρογονάση

    Καρκινικοί δείκτες

    Η μεγάλη αλήθεια για τη θεραπεία του καρκίνου

    www.emedi.gr

     

     

  • Χρήσιμες πληροφορίες για την άνοια Χρήσιμες πληροφορίες για την άνοια

    Η άνοια

    Άνοια είναι παθολογική κατάσταση που ορίζεται σαν επιμένουσα ανεπάρκεια του υπάρχοντος επιπέδου διανοητικής λειτουργίας

    • Η άνοια τύπου Alzheimer είναι πιο συνηθισμένη και χαρακτηρίζεται από συνεχή έκπτωση των ανωτέρων εγκεφαλικών λειτουργιών. Ο ρυθμός έκπτωσης ποικίλει 
    • Η πολυεμφρακτική άνοια είναι αποτέλεσμα κλινικών ή υποκλινικών εγκεφαλικών εμφράκτων δευτεροπαθών σε αθηροσκλήρωση. Η έκπτωση είναι σταδιακή με περιόδους κλινικής σταθεροποίησης 
    • Η υποεγκεφαλική άνοια συνοδεύεται από διαταραχές στις κινήσεις και στη βάδιση και χαρακτηρίζεται από βραδυψυχισμό
    • Δευτεροπαθείς άνοιες, αναφέρονται επίσης ως "αναστρέψιμες άνοιες" δεδομένου ότι η διαταραχή μπορεί να αντιστραφεί πλήρως αν αντιμετωπιστεί η πρωτοπαθής νόσος

    Επηρεαζόμενα συστήματα: Νευρικό

    Γενετική:

    • Τουλάχιστον το 15% των ανθρώπων με άνοια τύπου Alzheimer αναφέρουν θετικό οικογενειακό ιστορικό
    • Άτομα με τρισωμία 21 (σύνδρομο Down) που επιζούν μέχρι τα 20 ή τα 30 θα αναπτύξουν αναπόφευκτα προοδευτική άνοια

    Επικρατέστερη ηλικία: Αύξηση επίπτωσης με την αύξηση της ηλικίας. Μπορεί να εμφανιστεί σε νεότερα άτομα δευτεροπαθώς σε τρισωμία 21 ή AIDS

    Επικρατέστερο φύλο: Γυναίκες = Άνδρες

    ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΑΝΟΙΑΣ

    • Διαταραχές πρόσφατης και μακροχρόνιας μνήμης 
    • Διαταραχή αφηρημένης σκέψης 
    • Διαταραχή κριτικής ικανότητας 
    • Αφασία 
    • Απραξία
    • Αγνωσία
    • Ανομία (διαταραχή της ικανότητας να ονομάζει κανείς αντικείμενα ή να αντανακλά τα ονόματά τους)
    • Μεταβολές της προσωπικότητας, συναισθηματικές διαταραχές, περιπλάνηση, ανησυχία, υπερδραστηριότητα
    • Διαταραχές ύπνου
    • Διαταραχές διάθεσης 
    • Ενούρηση (συνήθως σε προχωρημένο στάδιο άνοιας τύπου Alzheimer ή σε υδροκέφαλο φυσιολογικής πίεσης)
    • Εγκόπριση (σε προχωρημένο στάδιο)
    • Δυσκαμψία (ειδικά στις υποεγκεφαλικές άνοιες)
    • Τρόμος (ειδικά στις υποεγκεφαλικές άνοιες)
    • Ψευδαισθήσεις 
    • Παραισθήσεις 
    • Παρανοειδής συμπεριφορά
    • Απώλεια βάρους 
    • Σπασμοί 

    ΑΙΤΙΑ ΑΝΟΙΑΣ

    • Άνοια τύπου Alzheimer - Γενετική προδιάθεση σε ποσοστό 15%
    • Πολυεμφρακτική άνοια - λόγω εγκεφαλικής αθηρωμάτωσης ή εμβολών με κλινικά ή υποκλινικά έμφρακτα
    • Φλοιώδεις άνοιες - στις αιτίες περιλαμβάνονται παρκινσονισμός, προοδευτική υπερπυρηνική παράλυση και νόσος του Huntington
    • Δευτεροπαθείς άνοιες - στις αιτίες περιλαμβάνονται υποθυροειδισμός, έλλειψη βιταμίνης Β12, υδροκέφαλος φυσιολογικής πίεσης, AIDS, σύφιλη και διάφορα φάρμακα. Η άνοια συνοδεύεται από τα χαρακτηριστικά σημεία και συμπτώματα της πρωτοπαθούς νόσου 
    • Νόσος του Huntington - προκαλείται από μια γενετική μετάλλαξη, αυτή η ασθένεια προκαλεί απώλεια ορισμένων νευρικών κυττάρων στον εγκέφαλο και του νωτιαίου μυελού. Τα σημεία και τα συμπτώματα, συμπεριλαμβανομένης της σοβαρής μείωσης των δεξιοτήτων σκέψης (γνωστικών λειτουργιών), εμφανίζονται, συνήθως, περίπου στην ηλικία των 30 ή 40 ετών.

    • Τραυματισμός εγκεφάλου - αυτή η κατάσταση προκαλείται, συχνότερα, από επαναλαμβανόμενο τραύματα στο κεφάλι (μπόξερ, ποδοσφαιριστές ή στρατιώτες). Ανάλογα με το μέρος του εγκεφάλου που έχει τραυματιστεί, αυτή η κατάσταση μπορεί να προκαλέσει σημεία και συμπτώματα άνοιας, όπως κατάθλιψη, απώλεια μνήμης και μειωμένη ομιλία, παρκινσονισμό κ.ά. Τα συμπτώματα μπορεί να μην εμφανίζονται χρόνια μετά το τραύμα.

    • Νόσος Creutzfeldt-Jakob - aυτή η σπάνια εγκεφαλική διαταραχή εμφανίζεται, συνήθως, σε άτομα χωρίς γνωστούς παράγοντες κινδύνου. Αυτή η κατάσταση μπορεί να οφείλεται σε εναποθέσεις μολυσματικών πρωτεϊνών. Η νόσος Creutzfeldt-Jakob συνήθως δεν έχει γνωστή αιτία αλλά μπορεί να κληρονομηθεί. Μπορεί, επίσης, να προκληθεί από έκθεση του ασθενή σε ιστό εγκεφάλου ή άλλου μέρους νευρικού συστήματος, όπως από μεταμόσχευση κερατοειδούς. Τα σημεία και τα συμπτώματα αυτής της θανατηφόρου κατάστασης εμφανίζονται συνήθως μετά την ηλικία των 60 ετών.

    •  Νόσος Πάρκινσον - πολλοί άνθρωποι με νόσο του Πάρκινσον τελικά αναπτύσσουν συμπτώματα άνοιας (άνοια νόσου Πάρκινσον).

    ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΑΝΟΙΑΣ

    • Μεγάλη ηλικία 
    • Επίπτωση αθηρωμάτωσης 
    • Τρισωμία 21 (σύνδρομο Down)
    • Ιστορικό κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης 
    • Ιστορικό λοίμωξης του ΚΝΣ
    • Ακτινοθεραπεία εγκεφάλου

    ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΑΝΟΙΑΣ

    ΔΙΑΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΑΝΟΙΑΣ

    • Παραλήρημα 
    • Φυσιολογικό γήρας (έκπτωση μνήμης σχετιζόμενη με την ηλικία)
    • Κατάθλιψη 
    • Σχιζοφρένεια
    • Συνθήκες αισθητηριακής αποστέρησης 
    • Χρόνιος αλκοολισμός
    • Θερμοπληξία
    • Μετεγχειρητική κατάσταση και/ή κατάσταση μετά την αναισθησία

    ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΑΝΟΙΑΣ

    Πρωταρχικός σκοπός των εργαστηριακών εξετάσεων είναι ο αποκλεισμός αντιστρεπτής αιτίας 

    • Έλεγχος θυρεοειδικής λειτουργίας 
    • Ορολογικός έλεγχος για σύφιλη
    • Β12 και φυλλικό ορού
    • Γενική αίματος και βασικές βιοχημικές εξετάσεις 

    Φάρμακα που μπορεί να μεταβάλλουν τα ευρήματα: Χορήγηση θυρορμόνης μπορεί να επηρεάσει τις δοκιμασίες θυρεοειδικής λειτουργίας 

    Διαταραχές που μπορεί να μεταβάλλουν τα ευρήματα: Ψευδώς θετικές δοκιμασίες για σύφιλη λόγω οξείας λοίμωξης, λέπρας, υποξίας βακτηριακής ενδοκαρδίτιδας και αυτοάνοσων παθήσεων  

    ΠΑΘΟΛΟΓΟΑΝΑΤΟΜΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΑΝΟΙΑΣ

    • Άνοια τύπου Alzheimer - κοκκιοκενοτοπιώδης εκφύλιση των νευρώνων, νευροϊνιδικοί κόμβοι, γεροντικές πλάκες και μικροαγγειακή αμυλοείδωση 
    • Πολυεμφρακτική άνοια - παλιά έμφρακτα, αθηρωμάτωση
    • Φλοιϊκή άνοια - εκφύλιση των νευρώνων του μελανοραβδωτού σώματος

    ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ ΑΝΟΙΑΣ

    • Εκτίμηση διανοητικής καταστάσεως 
    • Νευροψυχολογικές δοκιμασίες 
    • Ηλεκτροεγκεφαλογράφημα για τους ασθενείς με διαταραχές επιπέδου συνειδήσεως ή σπασμούς

    ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΑΝΟΙΑΣ

    • Υπολογιστική τομογραφία εγκεφάλου αν από το ιστορικό δημιουργείται υποψία μάζας, αν υπάρχουν εστιακά νευρολογικά σημεία, καθώς και σε άνοιες μικρής διάρκειας 
    • Η τομογραφία μαγνητικού συντονισμού (MRI) είναι πιο ευαίσθητη από την υπολογιστική τομογραφία για την ανίχνευση αλλοιώσεων μαλακών μορίων (μικρά έμφρακτα, μάζες, ατροφία στελέχους και άλλων υποφλοιωδών δομών). Η MRI μπορεί επίσης να ξεκαθαρίσει αμφίβολα ευρήματα της αξονικής 
    • Ισοτοπική κοιλιογραφία αν υπάρχει υποψία υδροκεφάλου φυσιολογικής πίεσης 

    ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΑΝΟΙΑΣ

    ΕΝΔΕΙΚΝΥΟΜΕΝΗ ΑΓΩΓΗ ΥΓΕΙΑΣ ΑΝΟΙΑΣ

    • Εξωνοσοκομειακή εκτός αν υπάρχουν επιπλοκές που επιβάλλουν νοσηλεία 
    • Κατ' οίκον περίθαλψη - αν η νόσος έχει προχωρήσει σε σημείο που να χρειάζεται μακροχρόνια νοσηλεία

    ΓΕΝΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΑΝΟΙΑΣ

    • Ημερήσιο πρόγραμμα και γραπτές οδηγίες 
    • Υποστήριξη και εκπαίδευση των ατόμων που παρέχουν φροντίδα
    • Έμφαση στη διατροφή, την ατομική υγιεινή, την ατομική ασφάλεια (πρόληψη ατυχημάτων) και στην επίβλεψη 
    • Συζήτηση με την οικογένεια για εξειδικευμένες οδηγίες 
    • Κοινωνικοποίηση (μονάδες ημερήσιας φροντίδας ενηλίκων)
    • Αισθητηριακός ερεθισμός 
    • Τακτικό πρόγραμμα ύπνου 
    • Η φαρμακοθεραπεία θα πρέπει να χορηγείται για συγκεκριμένα συμπτώματα συμπεριφοράς και αφού αποτύχει η μη φαρμακευτική θεραπεία

    understanding dementia

    ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΑΝΟΙΑΣ

    Πλήρης δραστηριότητα με οδηγίες και υπό επίβλεψη 

    ΔΙΑΙΤΑ ΑΝΟΙΑΣ

    Δεν υπάρχει ειδική δίαιτα

    ΦΑΡΜΑΚΑ ΑΝΟΙΑΣ

    ΦΑΡΜΑΚΑ ΕΚΛΟΓΗΣ ΑΝΟΙΑΣ

    Tα ακόλουθα χρησιμοποιούνται για την προσωρινή βελτίωση των συμπτωμάτων άνοιας.

    -Αναστολείς της χολινεστεράσης. Αυτά τα φάρμακα - συμπεριλαμβανομένων των donepezil (Aricept), rivastigmine (Exelon) και galantamine (Razadyne) - λειτουργούν ενισχύοντας τα επίπεδα ενός χημικού αγγελιοφόρου που εμπλέκεται στη μνήμη και την κρίση. Αν και χρησιμοποιούνται κυρίως για τη θεραπεία της νόσου του Αλτσχάιμερ, αυτά τα φάρμακα μπορεί, επίσης, να συνταγογραφούνται για άλλες άνοιες, όπως αγγειακή άνοια, άνοια νόσου του Πάρκινσον και άνοια Lewy. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν (ναυτία, έμετο διάρροια). Άλλες παρενέργειες είναι η επιβράδυνση του καρδιακού ρυθμού, η λιποθυμία και οι διαταραχές του ύπνου.

    -Μεμαντίνη. Το Memantine (Namenda) λειτουργεί ρυθμίζοντας τη δραστηριότητα του γλουταμινικού, ενός άλλου χημικού αγγελιοφόρου που εμπλέκεται σε λειτουργίες του εγκεφάλου, όπως η μάθηση και η μνήμη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η μεμαντίνη συνταγογραφείται με αναστολέα της χολινεστεράσης. Μια συχνή παρενέργεια της μεμαντίνης είναι η ζάλη.

    Άλλα φάρμακα. Ο γιατρός μπορεί να συνταγογραφήσει φάρμακα για τη θεραπεία άλλων συμπτωμάτων ή καταστάσεων, όπως η κατάθλιψη, οι διαταραχές του ύπνου, οι ψευδαισθήσεις, ο παρκινσονισμός ή η διέγερση.

    • Κατάλληλη θεραπεία δευτεροπαθών αιτίων όπως υποθυρεοειδισμού και ανεπάρκειας βιταμίνης Β12 
    • Φάρμακα χρησιμοποιούνται, επίσης, για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων συμπεριφεριολογικών συμπτωμάτων αφού αποτύχουν άλλες μορφές θεραπείας 
    • Κατατονία ή επιθετική συμπεριφορά - αντιψυχωσικά, όπως αλοπεριδόλη σε δόση 0,5 - 1 mg πριν την κατάκλιση ή θειοριδαζίνη 10-25 mg 2 φορές την ημέρα αποτελούν καλή εκλογή για τις μη επείγουσε περιπτώσεις
    • Κατάθλιψη - νορτριπτυλίνη 2-50 mg ή δεσιπραμίνη 25 mg δύο φορές την ημέρα ή οι αναστολείς επαναπροσλήψεως σεροτονίνης, σερτραλίνης, φλουοξετίνης, παροξετίνης 
    • Διαταραχές ύπνου - διαλείπουσα χρήση τεμαζεπάμης 15 mg, τολπιδέμης 5 mg ή ενύδρου χλωράλης 500 mg προ του ύπνου, μπορεί να είναι απαραίτητη περιστασιακά
    • Τακρίνη 10-40 mg 4 φορές την ημέρα χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της άνοιας τύπου Alzheimer (δόσεις μεγαλύτερες από 100 mg την ημέρα φαίνεται ότι σχετίζονται με αυξημένη ηπατοτοξικότητα). Αυξήστε τη δόση, με αυξήσεις 40 mg ανά ημέρα κάθε 6 εβδομάδες.

    Αντενδείξεις:

    • Αντιψυχωσικά (αλοπεριδόλη, θειοριδαζίνη) - σοβαρή κατάθλιψη, νόσος Parkinson, υπόταση ή υπέρταση 
    • Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (νορτριπτυλίνη, δεσιπραμίνη) - φάση ανάρρωσης μετά από έμφραγμα μυοκαρδίου, οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας
    • Οξεία ενεργός ηπατοπάθεια, ενεργό πεπτικό έλκος 

    Προφυλάξεις:

    • Τα υπνωτικά δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται συστηματικά
    • Στις μεγάλες ηλικίες η έναρξη θα πρέπει να γίνεται σε μικρές δόσεις που αυξάνονται αργά
    • Η λοραζεπάμη μπορεί να προκαλέσει παράδοξη διέγερση ή υπνηλία κατά την ημέρα. Η τριαζολάμη μπορεί να προκαλέσει σύγχυση και ψυχωσικές αντιδράσεις στους ηλικιωμένους 

    Αντιψυχωσικά:

    • Χορήγηση με προσοχή σε ασθενείς με σοβαρές καρδιαγγειακές διαταραχές λόγω της πιθανότητας πρόκλησης σοβαρής υπότασης 
    • Όψιμη δυσκινησία
    • Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο 
    • Μείωση ουδού σπασμών 
    • Παρακολούθηση λειτουργικότητας μυελού με γενικές αίματος

    Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά:

    • Αντιχολινεργικά συμπτώματα 
    • Καταστολή, σύγχυση 
    • Μπορεί να προκαλέσουν αρρυθμία, κολπική ταχυκαρδία και παράταση του χρόνου αγωγής 
    • Μείωση ουδού σπασμών 

    Βενζοδιαζεπίνες:

    • Εξάρτηση 
    • Καταστολή, σύγχυση
    • Αναπνευστική καταστολή 
    • Σύνδρομο στέρησης 

    Τακρίνη:

    • Προσεκτική χορήγηση σε άτομα με ιστορικό νευρομυϊκής νόσου
    • Αύξηση τιμών ηπατικών δοκιμασιών 
    • Προσεκτική χορήγηση σε άτομα με σπασμούς ή άσθμα

    Αναστολείς επαναπροσλήψεως σεροτονίνης:

    • Απώλεια βάρους 
    • Πιθανώς ελαττώσουν τον ουδό των σπασμών 
    • Ξηροστομία
    • Τρόμος 
    • Ναυτία, εμετός, διάρροια

    Σημαντικές πιθανές αλληλεπιδράσεις:

    • Αντιψυχωσικά - το λίθιο μπορεί να επιτείνει τις εξωπυραμιδικές εκδηλώσεις και τη διαταραχή προσανατολισμού
    • Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά - δεν πρέπει να χορηγούνται μεζί με αναστολείς της ΜΑΟ. Αντιψυχωσικά, σιμετιδίνη και οιστρογόνα μπορεί να αυξήσουν τη συγκέντρωση των τρικυκλικών 
    • Βενζοδιαζεπίνες - αυξάνουν τα επίπεδα φαινυντοΐνης στον ορό. Η σιμετιδίνη μπορεί να αυξήσει τη συγκέντρωση των βενζοδιαζεπινών 
    • Τακρίνη - μείωση των δόσεων θεοφυλλίνης στο 50%. Προσεκτική χορήγηση με αντιχολινεργικά και μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη 
    • Αναστολείς επαναπροσλήψεως σεροτονίνης: μην τα χρησιμοποιείτε με αναστολείς ΜΑΟ. Για να αρχίσετε χορήγηση αναστολέων της ΜΑΟ, διακόψτε για 6 εβδομάδες τους αναστολείς επαναπροσλήψεως σεροτονίνης. Μπορεί να αυξήσουν τα αποτελέσματα της βαρφαρίνης. Παρακολουθείστε στενά τα επίπεδα λιθίου στους ασθενείς σε λίθιο όταν χορηγείται αναστολέας επαναπροσλήψεως σεροτονίνης  

    ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΑ ΑΝΟΙΑΣ

    • Ανθρακικό λίθιο
    • Καρβαμαζεπίνη

    Άλλες θεραπείες για την άνοια

    Αρκετά συμπτώματα άνοιας και προβλήματα συμπεριφοράς μπορεί να αντιμετωπιστούν αρχικά χρησιμοποιώντας προσεγγίσεις, όπως:

    • Εργοθεραπεία. Ένας επαγγελματίας θεραπευτής μπορεί να σας δείξει πώς να κάνετε το σπίτι σας πιο ασφαλές και σας διδάξει συμπεριφορές αντιμετώπισης. Ο σκοπός είναι να αποφευχθούν ατυχήματα, όπως πτώσεις.

    • Τροποποίηση του περιβάλλοντος. Η μείωση της ακαταστασίας και του θορύβου μπορεί να διευκολύνει την εστίαση και τη λειτουργία ενός ατόμου με άνοια. Ίσως, χρειαστεί να κρύψετε αντικείμενα που μπορούν να απειλήσουν την ασφάλεια, όπως μαχαίρια και κλειδιά αυτοκινήτου. Τα συστήματα παρακολούθησης μπορούν να σας ειδοποιήσουν εάν το άτομο με άνοια περιπλανιέται.

    • Απλοποίηση εργασιών και δραστηριοτήτων. Κάντε ευκολότερα βήματα και εστιάστε στην επιτυχία και όχι στην αποτυχία. Η δομή και η ρουτίνα βοηθούν, επίσης, στη μείωση της σύγχυσης σε άτομα με άνοια.

    • Βελτιώστε την επικοινωνία. Όταν μιλάτε με το αγαπημένο σας πρόσωπο, διατηρήστε την επαφή με τα μάτια. Μιλήστε αργά με απλές προτάσεις και μην βιαστείτε να απαντήσετε. Παρουσιάστε μία ιδέα ή οδηγία κάθε φορά. Χρησιμοποιήστε χειρονομίες και υποδείξεις, όπως δείχνοντας αντικείμενα.

    • Ενθαρρύνετε την άσκηση. Τα κύρια οφέλη της άσκησης σε άτομα με άνοια περιλαμβάνουν βελτιωμένη δύναμη, ισορροπία και καρδιαγγειακή υγεία. Η άσκηση μπορεί, επίσης, να είναι χρήσιμη για τη διαχείριση συμπτωμάτων όπως η ανησυχία. Υπάρχουν αυξανόμενες ενδείξεις ότι η άσκηση προστατεύει, επίσης, τον εγκέφαλο από την άνοια, ειδικά όταν συνδυάζεται με μια υγιεινή διατροφή και θεραπεία και προστατεύει και από τις καρδιαγγειακές παθήσεις. Η σωματική δραστηριότητα μπορεί να επιβραδύνει την πρόοδο της διαταραχής της σκέψης σε άτομα με νόσο του Αλτσχάιμερ και μπορεί να μειώσει τα συμπτώματα της κατάθλιψης.

    • Συμμετέχετε σε δραστηριότητες. Προγραμματίστε δραστηριότητες (χορός, ζωγραφική, κηπουρική, μαγείρεμα, τραγούδι και άλλες δραστηριότητες) που μπορεί να είναι διασκεδαστικές, και μπορούν να σας βοηθήσουν να συνδεθείτε με το αγαπημένο σας πρόσωπο και να βοηθήσετε το αγαπημένο σας άτομο να εστιάσει σε αυτό που μπορεί να κάνει ακόμα.

    • Φροντίστε το νυχτερινό ύπνο. Η συμπεριφορά είναι συχνά χειρότερη τη νύχτα. Προσπαθήστε να καθιερώσετε ηρεμία στο κρεβάτι, αποχή από το θόρυβο της τηλεόρασης, και καθαρισμό των γευμάτων. Αφήστε τα νυχτερινά φώτα αναμμένα στο υπνοδωμάτιο και το μπάνιο για να αποφύγετε τον αποπροσανατολισμό. Ο περιορισμός της καφεΐνης, και η άσκηση κατά τη διάρκεια της ημέρας μπορεί να διευκολύνουν τη νυχτερινή ανησυχία.

    • Κρατήστε ένα ημερολόγιο. Ένα ημερολόγιο μπορεί να βοηθήσει το αγαπημένο σας άτομο να θυμάται επερχόμενες εκδηλώσεις, καθημερινές δραστηριότητες και τα φάρμακα που πρέπει να παίρνει. Σκεφτείτε να μοιραστείτε ένα ημερολόγιο με το αγαπημένο σας πρόσωπο.

    • Σχεδιάστε το μέλλον. Αναπτύξτε ένα σχέδιο με το αγαπημένο σας πρόσωπο. Οι ομάδες υποστήριξης, οι νομικοί σύμβουλοι, τα μέλη της οικογένειας και άλλοι  μπορούν να βοηθήσουν. Θα πρέπει να λάβετε υπόψη οικονομικά και νομικά ζητήματα, θέματα ασφάλειας και καθημερινής ζωής και επιλογές μακροχρόνιας φροντίδας.

    Εναλλακτικά φάρμακα για την άνοια

    Διάφορα συμπληρώματα διατροφής, φυτικές θεραπείες και βότανα χρησιμοποιούνται για την άνοια (συμπληρώματα βιταμίνης Ε, ξηροί καρποί, φωσφατιδυλική σερίνη, ωμέγα 3 λιπαρά οξέα, βιταμίνη Β12, φυλλικό οξύ και πολλά άλλα.

    Άλλες θεραπείες

    Οι ακόλουθες τεχνικές μπορούν να βοηθήσουν στη μείωση της διέγερσης και στην προώθηση της χαλάρωσης σε άτομα με άνοια.

    Μουσικοθεραπεία, η οποία περιλαμβάνει ακρόαση χαλαρωτικής μουσικής
    Ελαφριά άσκηση
    Παρακολούθηση βίντεο μελών της οικογένειας
    Θεραπεία με κατοικίδια ζώα, η οποία περιλαμβάνει τη χρήση ζώων, όπως σκύλους, για τη βελτίωση της διάθεσης και συμπεριφοράς σε άτομα με άνοια
    Αρωματοθεραπεία, η οποία χρησιμοποιεί αρωματικά φυτικά έλαια
    Θεραπεία μασάζ
    Θεραπεία τέχνης, η οποία περιλαμβάνει τη δημιουργία τέχνης, εστιάζοντας στη διαδικασία και όχι στο αποτέλεσμα

    ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ΜΕ ΑΝΟΙΑ

    • Περιοδική εξέταση διανοητικής κατάστασης προκειμένου να εκτιμηθεί η πρόοδος και η πρόγνωση 
    • Περιοδική εκτίμηση της κατάστασης και του stress των ατόμων που παρέχουν φροντίδα σε ανοϊκούς ασθενείς
    • Περιοδικός έλεγχος της ασφάλειας του περιβάλλοντος 
    • Τακτικός έλεγχος των ηπατικών περαμέτρων όταν χορηγείται τακρίνη 

    ΠΙΘΑΝΕΣ ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ ΑΝΟΙΑΣ

    • Εξωπυραμιδικά συμπτώματα από τα αντιψυχωσικά 
    • Πτώσεις 
    • Διαταραχές αρτηριακής πίεσης 
    • Υποθρεψία
    • Δυσκοιλιότητα
    • Διάφορες λοιμώξεις

    ΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΗ ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΓΝΩΣΗ ΑΝΟΙΑΣ

    • Άνοια τύπου Alzheimer - προοδευτική νόσος με εξέλιξη ποικίλου βαθμού που όμως καταλήγει πάντα σε βαριά ανεπάρκεια εγκεφαλικής λειτουργίας 
    • Πολυεμφρακτική άνοια - συνήθως, δεν είναι εξελισσόμενη αλλά δεν υπάρχει σημαντική πιθανότητα βελτίωσης 
    • Φλοιϊκές άνοιες - θεραπεία της υπεύθυνης νόσου σπάνια έχει επίδραση στην εγκεφαλική λειτουργία, δεδομένου ότι η άνοια εμφανίζεται συνήθως σε προχωρημένο στάδιο
    • Δευτεροπαθείς άνοιες - θεραπεία της υποκείμενης νόσου μπορεί να προκαλέσει θεαματική βελτίωση της εγκεφαλικής λειτουργίας 

    ΔΙΑΦΟΡΑ

    ΗΛΙΚΙΑΚΑ ΣΧΕΤΙΖΟΜΕΝΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ

    Γηριατρικό:

    • Σε ηλικιωμένους αρχίστε με μικρές δόσεις και αυξήστε αργά 

    Τα φάρμακα με μακρά ημιζωή (φλουοξετίνη, λοραζεπάμη) απαιτούν στενότερη παρακολούθηση και είναι προτιμότερο να αρχίσετε με ένα φάρμακο, με βραχύτερη ημιζωή (σερταζίνη, παροξετίνη, τεμαζεπάμη)

    Καλύτερα να μη χρησιμοποιείτε χημικά φάρμακα για την άνοια

    Τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για την άνοια

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για την άνοια

    bigstock brain memory alzheimers dementia

     

    Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με το θεράποντα ιατρό.

    Διαβάστε, επίσης,

    Τα οφέλη στην υγεία από το σύμπλεγμα βιταμινών Β

    Κάνναβη και τραυματική βλάβη εγκεφάλου

    Κάνναβη και νόσος Huntington

    Κάνναβη και νόσος Alzheimer

    Οι μηχανισμοί γήρανσης

    Οι ιατρικές χρήσεις του βασιλικού πολτού

    Θεραπεία με πολύτιμους λίθους

    Κατάθλιψη και γονίδια

    Πώς να κρατήσετε το μυαλό σας κοφτερό

    Κάνναβη και αϋπνία

    Όταν υπάρχει ανισορροπία νευροδιαβιβαστών

    Αμυοτροφική Πλευρική Σκλήρυνση και Κάνναβη

    Πώς να διατηρήσετε τη μνήμη σας

    Η απόλυτη θεραπεία για όλα τα προβλήματα υγείας

    Σύνδρομο αντανακλαστικής συμπαθητικής δυστροφίας

    Χρήσιμες πληροφορίες για την κατάθλιψη

    Το ενδοκανναβινοειδές σύστημα

    Οι καλύτερες διαγνωστικές εξετάσεις για το ενδοκρινικό σύστημα και τον μεταβολισμό

    Χρήσιμες πληροφορίες για τις εγκεφαλικές διαταραχές

    Να παίρνετε σερραπεπτάση για τη φλεγμονή και τον πόνο

    Γιατί η κάνναβη θεραπεύει κάθε ασθένεια

    Αποκτήστε καλύτερη μνήμη κι ενισχύστε τη μάθηση

    Ο τρόπος που σκέφτεστε αλλάζει τη δομή του εγκεφάλου σας

    Πώς να διατηρήσετε τη μνήμη σας

    Μήπως ξεχνάτε περισσότερο όσο μεγαλώνετε;

    Βότανα που βελτιώνουν τη γνωστική ικανότητα

    Η νομιμοποίηση της ιατρικής κάνναβης θα προάγει την υγεία

    Ποιοι πρέπει να παίρνουν φαρμακευτική κάνναβη

    Τα καλύτερα συμπληρώματα διατροφής για την μνήμη

    Αλλάξτε μόνο έναν βιοδείκτη και αναστρέψτε την γήρανση

    Η άσκηση ως φάρμακο για πολλές ασθένειες

    Διατροφή για όσους έχουν Αλτσχάιμερ

    Πρόληψη Alzheimer

    Ομοιοπαθητική για όσους ξεχνάνε

    Υδροκεφαλία σε ενήλικες

    Χρήσιμες πληροφορίες για τα αντιοξειδωτικά

    Θέλετε να ανακτήσετε τις αναμνήσεις σας;

    Μπείτε σε πρόγραμμα αντιγήρανσης τώρα

    Η υψηλή χοληστερίνη μπορεί να καταπολεμηθεί με συμπληρώματα διατροφής

    Πρωτόγαλα

    Ψηφιακή αμνησία έχουμε πια όλοι

    Οι στατίνες σας κόβουν χρόνια ζωής

    Βελτιώστε τις λειτουργίες του εγκεφάλου σας με λάδι καρύδας

    Μουσικοθεραπεία

    Χρήσιμες πληροφορίες για τις εγκεφαλικές διαταραχές

    Ασθένειες που προκαλει η αϋπνία

    Ποιοι πρέπει να παίρνουν ωμέγα 3 λιπαρά οξέα

    Μήπως ξεχνάτε εύκολα;

    Οι απαραίτητες βιταμίνες για τη γήρανση

    Η υπνική άπνοια είναι επικίνδυνη

    Τα πεπτίδια για την απώλεια μνήμης

    Αν ζείτε κοντά σε ηλεκτροφόρα καλώδια κινδυνεύετε

    Τα προβιοτικά θεραπεύουν τις νευροψυχιατρικές διαταραχές

    Τροφή για το μυαλό

    Τα δύσκολα επαγγέλματα κάνουν πρόληψη άνοιας

    Η έλλειψη αργινίνης υπεύθυνη για το Alzheimer

    Πώς τα αντιυπερτασικά προστατεύουν από την άνοια

    Κρατήστε το μυαλό σας σε φόρμα

    Κάντε γυμναστική για τον εγκέφαλο

    Η λεπτίνη προστατεύει από το Αλτσχάιμερ

    Παπούτσια με GPS

    Gingko biloba

    Καρνοσίνη

    Νόσος Huntington

    Λάδι καρύδας και ελληνική φέτα για το Αlzheimer

    Πώς η οικονομική κρίση προκαλεί άνοια

    Βελτιώστε τις λειτουργίες του εγκεφάλου σας με λάδι καρύδας

    Νόσος Alzheimer

    Η νόσος Alzheimer και η στεφανιαία νόσος έχουν την ίδια αιτία

    Η οικογενής αμυλοειδική νευροπάθεια

    Νόσος Alzheimer

    Nόσος Prion

    Bexarotene για τη νόσο Αλτσχάιμερ

    Το νέο διαγνωστικό τεστ για τη νόσο Alzheimer

    Οι απαραίτητες βιταμίνες για το Αλτσχάιμερ

    Η χειρωνακτική εργασία βοηθάει τον εγκέφαλο

    Τα ηχητικά κύματα δρουν θεραπευτικά

    Πώς η μουσική και ο διαλογισμός προστατεύουν από την άνοια

    www.emedi.gr

     

     

     

  • Χρήσιμες πληροφορίες για την αλωπεκία Χρήσιμες πληροφορίες για την αλωπεκία

    Η αλωπεκία

    Αλωπεκία είναι η απουσία μαλλιών από τις περιοχές του δέρματος, όπου υπάρχουν φυσιολογικά 

    • Τελογενής αλωπεκία: Διάχυτη απώλεια τριχών, που έχει ως αποτέλεσμα την ελαττωμένη πυκνότητα μαλλιών, αλλά δεν οδηγεί σε πλήρη φαλάκρα
    • Αναγενής αλωπεκία: Διάχυτη απόπτωση των τριχών συμπεριλαμβανομένων των τριχών που μεγαλώνουν, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη φαλάκρα
    • Ψευδογυροειδής αλωπεκία: Είναι, επίσης, γνωστή ως ουλώδης αλωπεκία και χαρακτηρίζεται από λείο δέρμα τριχωτού της κεφαλής χωρίς στοιχείο θυλακώδους οπής τρίχας 
    • Ανδρογεννητική αλωπεκία: Απώλεια τριχών εμφανιζόμενη και στα δύο φύλα λόγω του ερεθισμού των ριζών των τριχών από ανδρικές ορμόνες 
    • Γυροειδής αλωπεκία: Πλάκες, απώλεια μαλλιών χωρίς σημάδια
    • Αλωπεκία εξ έλξεως: Πλάκες, κυρίως, απώλεια μαλλιών χωρίς σημάδια
    • Δερματοφυτία τριχωτού κεφαλής: Πλάκες τριχών σπασμένων κοντά στο δέρμα του τριχωτού της κεφαλής με ή χωρίς συνοδό φλεγμονή λόγω μυκητιασικής μόλυνσης 

    Επηρεαζόμενα συστήματα: Δέρμα/Εξωκρινείς αδένες 

    Γενετική: Στους Καυκάσιους, η ανδρογεννητική αλωπεκία ακολουθεί ένα επικρατούντα χαρακτήρα με ατελή διεισδυτικότητα. Η κληρονομική επίπτωση είναι σημειωτέα, όχι μόνο στους άνδρες, αλλά επίσης και σε γυναίκες με ισχυρό οικογενειακό ιστορικό φαλάκρας 

    Επικρατέστερη ηλικία: Η επίπτωση της ανδρογεννητικής αλωπεκίας αυξάνει με την αύξηση της ηλικίας. Η δερματοφυτία του τριχωτού της κεφαλής και η αλωπεκία εξ έλξεως είναι πιο συχνές στα παιδιά

    Επικρατέστερο φύλο: Άνδρες > Γυναίκες

    ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΑΛΩΠΕΚΙΑΣ

    • Απώλεια μαλλιών
    • Κνησμός (στη δερματοφυτία του τριχωτού της κεφαλής)
    • Απολέπιση του δέρματος του τριχωτού της κεφαλής 
    • Σπασμένες τρίχες (στη δερματοφυτία του τριχωτού της κεφαλής και στην αλωπεκία εξ έλξεως)
    • Εύκολα αφαιρέσιμες τρίχες στην περιφέρεια των πλακών αλωπεκίας (στη γυροειδή αλωπεκία)
    • Φλεγμονή (στη δερματοφυτία του τριχωτού της κεφαλής)
    • Εύκολη αφαίρεση μαλλιών στα όρια των πλακών αλωπεκίας (στη γυροειδή αλωπεκία)

    ΑΙΤΙΑ ΑΛΩΠΕΚΙΑΣ

    Τελογενής τριχόπτωση:

    • Μετά τον τοκετό
    • Φάρμακα (αντισυλληπτικά από το στόμα, αντιπηκτικά, β-αναστολείς, χημειοθεραπευτικά, ιντερφερόνη, ρετινοειδή)
    • Stress (σωματικό ή ψυχικό)
    • Ορμονικά (υπό- ή υπερθυρεοειδισμός, υποϋποφυσισμός)
    • Θρεπτικά (κακή διατροφή, έλλειψη σιδήρου, έλλειψη ψευδαργύρου)
    • Διάχυτη γυροειδής αλωπεκία

    Αναγενής τριχόπτωση:

    • Σπογγοειδής μυκητίαση
    • Θεραπεία με ακτίνες Χ
    • Φάρμακα (χημειοθεραπευτικοί παράγοντες, αλλοπουρινόλη, λεβοντόπα, βρωμοκρυπτίνη)
    • Δηλητηρίαση (βισμούθιο, αρσενικό, χρυσός, βορικό οξύ, θάλλιο)

    Ουλώδης αλωπεκία:

    • Συγγενής και εξελικτικό ελάττωμα
    • Λοίμωξη (λέπρα, σύφιλις, ανεμοβλογιά, έρπης ζωστήρας, λεϊσμανίαση)
    • Βασικοκυτταρικό καρκίνωμα
    • Επιδερμοειδείς σπίλοι
    • Φυσικοί παράγοντες (οξέα και βάσεις, εγκαύματα, ψύξη) ακτινοδερματίτιδα
    • Ουλώδες πεμφιγοειδές
    • Ομαλός λειχήνας 
    • Σαρκοείδωση

    Ανδρογεννητική αλωπεκία:

    • Υπερπλασία επινεφριδίων 
    • Πολυκυστικές ωοθήκες 
    • Υπερπλασία ωοθηκών 
    • Καρκινοειδές
    • Υπερπλασία υπόφυσης 
    • Φάρμακα (τεστοστερόνη, Danazole, ACTH, αναβολικά στεροειδή, προγεστερόνη)

    Γυρεοειδής αλωπεκία:

    • Άγνωστη αλλά πιθανόν αυτοάνοση

    Αλωπεκία εξ έλξεως:

    • Τριχοτιλλομανία (άμεσο αυτόματο βγάλσιμο των μαλλιών) από τον ίδιο
    • Σφιχτά ρόλεϋ ή κοτσίδες (πλεξούδες)

    Δερματοφυτία του τριχωτού της κεφαλής:

    • Είδη μικρόσπορου (Microsporium)
    • Είδη τριχόφυτου (Trichophytum)

    ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΑΛΩΠΕΚΙΑΣ

    • Θετικό οικογενειακό ιστορικό φαλάκρας
    • Σωματικό ή ψυχολογικό stress
    • Κύηση

    ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΑΛΩΠΕΚΙΑΣ

    ΔΙΑΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΑΛΩΠΕΚΙΑΣ

    Ψάξτε για τους τύπους αλωπεκίας και στη συνέχεια για πιθανώς αναστρέψιμα αίτια

    ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΑΛΩΠΕΚΙΑΣ

    • Δοκιμασίες λειτουργίας θυρεοειδούς 
    • Γενική αίματος, μπορεί να αντανακλά μια υποκείμενη ανοσολογική διαταραχή 
    • Ελεύθερη τεστοστερόνη και δεϋδροεπιανδροστερόνη σε γυναίκες με ανδρογενή αλωπεκία
    • Φερριτίνη ορού
    • VDRL και RPR για σύφιλη
    • Αριθμός Β και Τ λεμφοκυττάρων (μερικές φορές χαμηλός σε ασθενείς με γυροειδή αλωπεκία)

    Φάρμακα που μπορεί να μεταβάλλουν τα ευρήματα: Αντιμυκητιασικά φάρμακα που μπορεί να κάνουν την εξέταση ΚΟΗ ψευδώς αρνητική

    ΠΑΘΟΛΟΓΟΑΝΑΤΟΜΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΑΛΩΠΕΚΙΑΣ

    Η βιοψία δέρματος του τριχωτού της κεφαλής με μικροσκόπηση ρουτίνας και άμεσο ανοσοφθορισμό θα βοηθήσει στη διάγνωση της δερματοφυτίας του τριχωτού της κεφαλής, διάχυτης γυροειδούς αλωπεκίας και της αλωπεκίας εξ έλξεως, εξαιτίας ερυθηματώδους λύκου, ομαλού λειχήνα και σαρκοείδωσης 

    ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ ΑΛΩΠΕΚΙΑΣ

    • Δοκιμασία ελαφρού τραβήγματος μαλλιών (θετική σε γυροειδή αλωπεκία)
    • Άμεση μικροσκοπική εξέταση του στελέχους της τρίχας
    • Εξέταση υδροξειδίου του καλίου (ΚΟΗ) της φολίδος εάν υπάρχει (θετική στη δερματοφυτία του τριχωτού της κεφαλής)
    • Καλλιέργεια μυκήτων της φολίδος, εάν υπάρχει 

    ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΕΣ ΜΕΘΟΔΟΙ ΑΛΩΠΕΚΙΑΣ

    Βιοψία του τριχωτού της κεφαλής (μερικές φορές)

    ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΑΛΩΠΕΚΙΑΣ

    ΕΝΔΕΙΚΝΥΟΜΕΝΗ ΑΓΩΓΗ ΥΓΕΙΑΣ ΑΛΩΠΕΚΙΑΣ

    Εξωνοσοκομειακός ασθενής 

    8

    ΓΕΝΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΑΛΩΠΕΚΙΑΣ

    • Τελογενής τριχόπτωση: μέγιστη απόπτωση 3 μήνες μετά το γεγονός που την υποκίνησε (φάρμακα, άγχος, ένδεια διατροφής) και ανάρρωση που ακολουθεί τη διόρθωση του αιτίου. Σπάνια μόνιμη φαλάκρα.
    • Αναγενής τριχόπτωση: η τριχόπτωση ξεκινά μερικές μέρες έως μερικές εβδομάδες μετά το γεγονός που την υποκίνησε, με ανάρρωση που ακολουθεί τη διόρθωση του αιτίου. Σπάνια μόνιμη φαλάκρα

    • Ουλώδης αλωπεκία: οι θύλακοι των τριχών είναι μόνιμα κατεστραμμένοι. Η μόνη αποτελεσματική θεραπεία είναι η χειρουργική (με εμφύτευση μοσχεύματος, εμφύτευση κρημνού, ή εκτομή της ουλώδους περιοχής)

    • Ανδρογεννής αλωπεκία: μετά τη χρησιμοποίηση τοπικά μινοξιδίλης για 12 μήνες, 39% των αναφερόμενων περιπτώσεων εμφανίζουν μέτρια έκδηλη αύξηση τριχών. Άλλες θεραπείες για ανδρογεννή αλωπεκία είναι χειρουργικές (εμφύτευση μαλλιών, σμίκρυνση του δέρματος του τριχωτού της κεφαλής, εμφύτευση κρημνού και εξάπλωση μαλακών ιστών 

    • Γυρεοειδής αλωπεκία: συνήθως, η νόσος αυτοϊάται σε 3 χρόνια χωρίς θεραπεία, οι υποτροπές ωστόσο είναι συχνές

    • Αλωπεκία εξ έλξεως: μόνο με την παύση του τραβήγματος των μαλλιών θα ιαθεί η διαταραχή. Μπορεί να χρειαστεί ψυχιατρική ή ψυχολογική παρέμβαση. Επιτυχείς θεραπευτικές προσεγγίσεις συμπεριλαμβάνουν φάρμακα, θεραπεία συμπεριφοράς και ύπνωση 

    • Δερματοφυτία του τριχωτού της κεφαλής: Συνήθως, 6-8 εβδομάδες θεραπείας είναι αρκετές 

    ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΑΛΩΠΕΚΙΑΣ

    Πλήρης δραστηριότητα

    ΔΙΑΙΤΑ ΑΛΩΠΕΚΙΑΣ

    Όχι ειδική δίαιτα

    ΦΑΡΜΑΚΑ ΑΛΩΠΕΚΙΑΣ

    ΦΑΡΜΑΚΑ ΕΚΛΟΓΗΣ ΑΛΩΠΕΚΙΑΣ

    • Ανδογεννητική αλωπεκία - τοπικά μινοξιδίλη 2%
    • Γυρεοειδής αλωπεκία - στεροειδή τοπικά υψηλής δραστικότητας
    • Δερματοφυτίαση τριχωτού κεφαλής - γκριζεοφουλβίνη 10 mg/Kg την ημέρα σε παιδιά. Κετοκοναζόλη 200 mg μια φορά την ημέρα. Η θεραπεία μπορεί να χρειαστεί να συνεχιστεί για 6-8 εβδομάδες 

    Αντενδείξεις:

    • Μινοξιδίλη τοπικά - υπερευαισθησία στη μινοξιδίλη
    • Στεροειδή τοπικά - υπερευαισθησία στα κορτικοστεροειδή 
    • Γκριζεοφουλβίνη - κύηση, πορφυρία, ηπατοκυτταρική έκπτωση, υπερευαισθησία στη γκριζεοφουλβίνη 
    • Κετοκοναζόλη - υπερευαισθησία στην κετοκοναζόλη

    Προφυλάξεις:

    Μινοξιδίλη τοπικά:

    • Καύσος και ερεθισμός των ματιών 
    • Κατακράτηση άλατος και νερού 
    • Ταχυκαρδία
    • Στηθάγχη (σπάνια)

    Στεροειδή τοπικά:

    • Τοπικός καύσος και νυγμώδης αίσθηση
    • Ατροφία δέρματος 
    • Τηλαγγειεκτασίες 
    • Καταστολή υποθαλαμο-υποφυσιο-επινεφριδιακού (ΥΥΕ) άξονα με κορτικοστεροειδή υψηλής δραστικότητας 

    Γκριζεοφουλβίνη:

    • Αντιδράσεις φωτοευαισθησίας 
    • Συνδρόμου λύκου

    Κετοκοναζόλη:

    • Αναφυλαξία
    • Ηπατοτοξικότητα
    • Ολιγοσπερμία
    • Νευροψυχιατρικές διαταραχές 

    Σημαντικές πιθανές αλληλεπιδράσεις:

    • Μινοξιδίλη τοπικά: μπορεί να προκαλέσει ορθοστατική υπόταση 
    • Γκριζεοφουλβίνη: ελαττώνει τη δραστηριότητα της ουαρφαρίνης. Τα βαρβιτουρικά ελαττώνουν τη δραστηριότητα της γκριζεοφουλβίνης 
    • Κετοκοναζόλη: μπορεί να επαυξήσει τη δραστηριότητα της κετοκοναζόλης, σύγχρονα με τη χορήγηση φαινυντοΐνης μπορεί να μεταβληθεί ο μεταβολισμός και των δυο φαρμάκων  
    • Οι Η2 αναστολείς ελαττώνουν την απορρόφηση της κετοκοναζόλης. Αν χρειάζεται συνοδός θεραπεία, δώστε Η2 αναστολείς τουλάχιστον 2 ώρες μετά τη χορήγηση της κετοκοναζόλης

    ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ΜΕ ΑΛΩΠΕΚΙΑ

    Οι ασθενείς σε θεραπεία με κετοκοναζόλη πρέπει να παρακολουθούνται στενά για πιθανή δυσλειτουργία του ήπατος

    ΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΗ ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΓΝΩΣΗ ΑΛΩΠΕΚΙΑΣ

    • Τελογενής τριχόπτωση - σπάνια μόνιμη φαλάκρα
    • Αναγενής τριχόπτωση -σπάνια μόνιμη φαλάκρα
    • Ψευδογυροειδής αλωπεκία - οι θύλακοι των τριχών είναι μόνιμα κατεστραμμένοι 
    • Ανδρογενής αλωπεκία - εξαρτάται από τη θεραπεία 
    • Γυροειδής αλωπεκία - οι υποτροπές είναι συχνές 
    • Αλωπεκία εξ έλξεως - εξαρτάται από τη θεραπεία συμπεριφοράς 
    • Δερματοφυτία τριχωτού της κεφαλής - συνήθως, πλήρης ανάρρωση

    ΔΙΑΦΟΡΑ

    ΣΧΕΤΙΖΟΜΕΝΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ

    Γυροειδής αλωπεκία, σύνδρομο Down, λεύκη, διαβήτης

    ΗΛΙΚΙΑΚΑ ΣΧΕΤΙΖΟΜΕΝΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ

    Παιδιατρικό: Η δερματοφυτίαση του τριχωτού της κεφαλής είναι η μόνη συνήθης μορφή αλωπεκίας 

    Γηριατρικό: Η ανδρογεννητική αλωπεκία είναι πιο συχνή μετά τα 50 έτη

    ΚΥΗΣΗ

    Η απώλεια μαλλιών μετά τον τοκετό οφείλεται στη διαφοροποίηση της φυσιολογίας κατά τη διάρκεια της κύησης 

    Τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για το δέρμα, τα μαλλιά και τα νύχια

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα συμπληρώματα διατροφής για το δέρμα, τα μαλλιά και τα νύχια

    3984

    Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με το θεράποντα ιατρό.

    Διαβάστε, επίσης,

    Χρήσιμες πληροφορίες για την ανεπάρκεια ψευδαργύρου

    Δερματοφυτία τριχωτού της κεφαλής

    Αποφολιδωτική δερματίτιδα

    Χρήσιμες πληροφορίες για την τριχόπτωση

    Οι εξετάσεις αίματος για την τριχόπτωση

    Με το άγχος πέφτουν τα μαλλιά;

    Χρήσιμες ιατρικές συνταγές με κολλιτσίδα

    Να βάζετε δεντρολίβανο στα φαγητά σας

    Saw Palmetto 

    Που κάνει καλό το φασκόμηλο

    Ιατρικές συνταγές με θυμάρι

    Για υγιή μαλλιά, όμορφο δέρμα και δυνατά νύχια

    Η γυροειδής αλωπεκία

    Χρήσιμες ιατρικές συνταγές για το δεντρολίβανο

    Η λεβάντα

    Άκορος

    Τα εξτένσιονς δημιουργούν προβλήματα

    Πότε πρέπει να ανησυχήσετε αν σας πέφτουν τα μαλλιά

    Υπάρχει ανάγκη για θεραπείες που δεν ρίχνουν τα μαλλιά στον καρκίνο

    Τριχόπτωση στα παιδιά

    Θεραπείες φαλάκρας

    Τριχοτιλλομανία

    Η τριχόπτωση στις γυναίκες

    Τριχόπτωση

    Διάγνωση μιας νόσου από το τριχωτό της κεφαλής

    H λοσιόν του EMEDI για την τριχόπτωση

    Κόλπα για να έχετε πυκνά μαλλιά

    Κάντε θεραπεία στα μαλλιά σας

    Λοσιόν για την ανδρική τριχόπτωση

    Η δάφνη

    Ιατρικές συνταγές με αλόη

    Λοσιόν για την τριχόπτωση

    Φασκόμηλο

    Τσουκνίδα

    Λύθηκε το μυστήριο της φαλάκρας

    Η ζωή της τρίχας

    Μήπως σας πέφτουν τα μαλλιά;

    Τι να κάνετε αν έχετε λεπτά μαλλιά

    Οι χρήσεις της μεσοθεραπείας

    Θεραπεύονται οι ουλές στο τριχωτό της κεφαλής;

    Οι δερματικές βλάβες από τις χημειοθεραπείες και τις ακτινοθεραπείες

    Η τοξικότητα των κυτταροστατικών φαρμάκων

    Με το άγχος πέφτουν τα μαλλιά;

    Η γυροειδής αλωπεκία

    Χρήσιμες ιατρικές συνταγές για το δεντρολίβανο

    Λίφτινγκ με αυτόλογους αυξητικούς παράγοντες

    Η λεβάντα

    Άκορος

    Τα εξτένσιονς δημιουργούν προβλήματα

    Πότε πρέπει να ανησυχήσετε αν σας πέφτουν τα μαλλιά

    Υπάρχει ανάγκη για θεραπείες που δεν ρίχνουν τα μαλλιά στον καρκίνο

    Τριχόπτωση στα παιδιά

    Θεραπείες φαλάκρας

    Τριχοτιλλομανία

    Η τριχόπτωση στις γυναίκες

    Τριχόπτωση

    Διάγνωση μιας νόσου από το τριχωτό της κεφαλής

    Υπάρχουν κίνδυνοι από την Ακτινοθεραπεία;

    H λοσιόν του EMEDI για την τριχόπτωση

    Αυτόλογη μεσοθεραπεία προσώπου

    www.emedi.gr

     

     

     

  • Χρήσιμες πληροφορίες για την αυτοάνοση αιμολυτική αναιμία Χρήσιμες πληροφορίες για την αυτοάνοση αιμολυτική αναιμία

    Αυτοάνοση αιμολυτική αναιμία

    Αυτοάνοση αιμολυτική αναιμία είναι η επίκτητη αναιμία προκαλούμενη από τη σύνδεση των αυτοαντισωμάτων και/ή του συμπληρώματος στα ερυθρά αιμοσφαίρια 

    Υπάρχουν τρεις κύριοι τύποι αυτοάνοσης αιμολυτικής αναιμίας:

    • Θερμά αντισώματα (80-90%)
    • Ψυχρώς δρώντα αντισώματα (10%)
    • Προκαλούμενη από φάρμακα

    Επηρεαζόμενα συστήματα: Αιμοποιητικό/Λεμφικό/Ανοσολογικό

    Επικρατέστερη ηλικία: < 50 ετών 

    Επικρατέστερο φύλο: Άνδρες < Γυναίκες

    ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΑΥΤΟΑΝΟΣΗΣ ΑΙΜΟΛΥΤΙΚΗΣ ΑΝΑΙΜΙΑΣ 

    • Αδυναμία
    • Κόπωση 
    • Δύσπνοια κόπωσης 
    • Ζάλη
    • Αίσθημα παλμών 
    • Κακουχία
    • Δύσπνοια
    • Ωχρότητα
    • Ίκτερος 
    • Σπληνομεγαλία
    • Ηπατομεγαλία
    • Ταχυκαρδία
    • Αναιμία (μπορεί να είναι αιφνίδια και να απειλεί τη ζωή)

    ΑΙΤΙΑ ΑΥΤΟΑΝΟΣΗΣ ΑΙΜΟΛΥΤΙΚΗΣ ΑΝΑΙΜΙΑΣ

    Θερμά αντισώματα

    • Ιδιοπαθής (50%)
    • Νεοπλασία (Λευχαιμία, Μυέλωμα, Λέμφωμα, Θύμωμα)

    Νόσοι κολλαγόνου αγγείων 

    • Ιογενείς λοιμώξεις π.χ. ηπατίτδα

    Ψυχρά αντισώματα

    • Ιδιοπαθής (50%)
    • Λοίμωξη (Μυκόπλασμα, Μονοπυνήρωση, ιογενής)
    • Νεοπλασία (Λέμφωμα)
    • Νόσος ψυχρών συγκολλητινών 

    Προκαλούμενη από φάρμακα

    • Μεθυλντόπα, κινιδίνη, πενικιλλίνη

    ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΑΥΤΟΑΝΟΣΗΣ ΑΙΜΟΛΥΤΙΚΗΣ ΑΝΑΙΜΙΑΣ

    ΔΙΑΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΑΥΤΟΑΝΟΣΗΣ ΑΙΜΟΛΥΤΙΚΗΣ ΑΝΑΙΜΙΑΣ

    Άλλες αιμολυτικές αναιμίες

    ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΑΝΟΣΗΣ ΑΙΜΟΛΥΤΙΚΗΣ ΑΝΑΙΜΙΑΣ

    • Άμεση δοκιμασία Coombs θετική
    • Αναιμία
    • Αυξημένος μέσος όγκος ερυθρών (MCV)
    • Αυξημένη μέση πυκνότητα αιμοσφαιρίνης (MCHC)
    • Σφαιροκυττάρωση
    • Ποικιλοκυττάρωση
    • Ανισοκυττάρωση 
    • Σχηματισμός στιβάδων δίκην κερμάτων 
    • Δικτυοερυθροκυττάρωση
    • Εμπύρηνα ερυθρά
    • Μεγάλα πολυχρωματόφιλα δικτυοερυθροκύτταρα
    • Υπερχολερυθριναιμία
    • Ελαττωμένη απτοσφαιρίνη
    • Αιμοσφαιριναιμία
    • Άμεση δοκιμασία αντισφαιρίνης (ιζηματίνης) 

    NEJMcp1900554 f2 post

    ΠΑΘΟΛΟΓΟΑΝΑΤΟΜΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΑΝΟΣΗΣ ΑΙΜΟΛΥΤΙΚΗΣ ΑΝΑΙΜΙΑΣ

    • Υπερπλασία μυελού οστών 
    • Αυξημένη αιμοσιδηρίνη μυελού

    ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ ΑΥΤΟΑΝΟΣΗΣ ΑΙΜΟΛΥΤΙΚΗΣ ΑΝΑΙΜΙΑΣ

    • Αντισώματα IgG (θερμά)
    • Αντισώματα IgM (ψυχρά)

    ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΑΥΤΟΑΝΟΣΗΣ ΑΙΜΟΛΥΤΙΚΗΣ ΑΝΑΙΜΙΑΣ

    Εάν έχετε μια ασθένεια όπως ο λύκος που προκαλεί την αναιμία σας, ο γιατρός σας θα αντιμετωπίσει πρώτα τη νόσο. Εάν η φαρμακευτική αγωγή είναι η αιτία, πιθανότατα θα πρέπει να σταματήσετε να παίρνετε αυτό το φάρμακο. Εάν η αυτοάνοση αιμολυτική αναιμία είναι ήπια, μπορεί να μην χρειάζεστε θεραπεία.

    Οι γιατροί, συνήθως, συνταγογραφούν πρώτα στεροειδή, όπως υδροκορτιζόνη ή πρεδνιζόνη, για να σταματήσουν το ανοσοποιητικό σύστημα από την επίθεση στα ερυθρά αιμοσφαίρια. Ένα φάρμακο που ονομάζεται rituximab μπορεί να κάνει τα στεροειδή να λειτουργούν ακόμη καλύτερα.

    Εάν δεν βελτιωθεί η νόσος, μπορεί να χρειαστείτε σπληνεκτομή, για να μετριαστεί η καταστροφή των ερυθρών αιμοσφαιρίων.

    Άλλα φάρμακα, όπως η αζαθειοπρίνη (Imuran) και η κυκλοφωσφαμίδη (Cytoxan) μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την καταστολή του ανοσοποιητικού συστήματος.

    ΕΝΔΕΙΚΝΥΟΜΕΝΗ ΑΓΩΓΗ ΥΓΕΙΑΣ 

    Ενδονοσοκομειακός ασθενής 

    ΓΕΝΙΚΑ ΜΕΤΡΑ

    Θερμά αντισώματα

    • Ήπια: συντηρητική θεραπεία 
    • Μέτρια: πρεδνιζόνη 
    • Σοβαρή: υψηλές δόσεις πρεδνιζόνης, σπληνεκτομή, ανοσοκατασταλτικά, μετάγγιση με συμπυκνωμένα ερυθρά αιμοσφαίρια

    Ψυχρά αντισώματα

    • Υποστηρικτική 
    • Αποφυγή ψύχους
    • Μετάγγιση ερυθρών αιμοσφαιρίων
    • Σκεφθείτε υψηλή δόση πρεδνιζόνης 

    Προκαλούμενη από φάρμακα

    • Σταματήστε το υπεύθυνο φάρμακο

    ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ

    Ανάπαυση έως ότου γίνει ασυμπτωματική

    ΔΙΑΙΤΑ 

    Όχι ειδική δίαιτα

    ΦΑΡΜΑΚΑ ΑΥΤΟΑΝΟΣΗΣ ΑΙΜΟΛΥΤΙΚΗΣ ΑΝΑΙΜΙΑΣ

    ΦΑΡΜΑΚΑ ΕΚΛΟΓΗΣ

    Γλυκοκορτικοειδή - πρεδνιζόνη 1-2 mg/Kg κάθε μέρα σε διαιρεμένες δόσεις. Μπορεί να χρειαστεί να προσαρμοστεί προς τα κάτω, αν χρειαστεί για θεραπεία μεγάλου χρονικού διαστήματος

    ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΑ

    Ανοσοκατασταλτικά φάρμακα (εάν η πρεδνιζόνη και η σπληνεκτομή δεν θεραπεύσουν)

    • Αζαθειοπρίνη 25 mg/ημέρα για έως 6 μήνες 
    • γ-σφαιρίνη ενδοφλέβια (MG)

    ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ

    Παρακολουθείστε προσεκτικά εάν η μετάγγιση είναι αποτελεσματική 

    ΠΙΘΑΝΕΣ ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ ΑΥΤΟΑΝΟΣΗΣ ΑΙΜΟΛΥΤΙΚΗΣ ΑΝΑΙΜΙΑΣ

    • Καταπληξία
    • Θρομβοεμβολισμός
    • Θρομβοκυττοπενική πορφύρα (σύνδρομο Evans)

    ΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΗ ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΓΝΩΣΗ

    • Καλή με κατάλληλη θεραπεία
    • Εάν είναι δευτεροπαθής σε υποκείμενη διαταραχή, η πρόγνωση καθορίζεται από την πορεία της πρωτοπαθούς νόσου

    ΔΙΑΦΟΡΑ

    ΣΧΕΤΙΖΟΜΕΝΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ

    • ΣΕΛ
    • Χρόνια λεμφοκυτταρική αναιμία
    • Διάχυτο λέμφωμα

    ΗΛΙΚΙΑΚΑ ΣΧΕΤΙΖΟΜΕΝΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ

    Παιδιατρικό: Μπορεί να εμφανιστεί στην παιδική ηλικία

    Γηριατρικό: Ασυνήθης σ' αυτή την ηλικία, αποκλείστε τη νεοπλασία

    Τα καλύτερα συμπληρώματα διατροφής  για την αυτοάνοση αιμολυτική αναιμία

    Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα καλύτερα συμπληρώματα διατροφής για την αυτοάνοση αιμολυτική αναιμία

    maxresdefault 15

    Διαβάστε, επίσης,

    Ερυθροβλάστωση του εμβρύου

    Μήπως έχετε αναιμία;

    Ιδιοπαθής θρομβοπενική πορφύρα

    Νέο φάρμακο για τα αυτοάνοσα νοσήματα

    Αυτοάνοση αιμολυτική αναιμία

    Αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο

    Χολερυθρίνη αίματος

    Θρομβοπενία

    Λαπαροσκοπική σπληνεκτομή

    Εργαστηριακές εξετάσεις για την αιμολυτική αναιμία

    Αιμολυτική αναιμία

    Λοιμώδης μονοπυρήνωση

    www.emedi.gr