Βαλεποτριάτες

0
14

Βαλεποτριάτες. Οι βαλεποτριάτες είναι μια ομάδα χημικών ενώσεων που ανευρίσκονται, κυρίως, στο φυτό βαλεριάνα ή Valeriana officinalis

Εργασία

Ιωάννης Κριαράς

Γεωπόνος, Βιοτεχνολόγος, με εξειδίκευση στα φαρμακευτικά φυτά

Βαλεποτριάτες

Περίληψη

Οι βαλεποτριάτες ή valepotriates αποτελούν μια ομάδα ασταθών, λιπόφιλων τριεστέρων ιριδοειδών, οι οποίοι απαντώνται σε φυτά της οικογένειας Valerianaceae ή Βαλεριανοειδή και στην ευρύτερη οικογένεια Caprifoliaceae ή Αιγοφυλλοειδή, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τη βαλεριάνα ή Valeriana officinalis ή Βαλεριάνα η φαρμακευτική ή Βαλεριανή η φαρμακευτική.

Ρίζα βαλεριάνας ή Valeriana officinalis
Ρίζα βαλεριάνας ή Valeriana officinalis

Βασικά Χαρακτηριστικά και Χημεία

• Χημική Δομή: Πρόκειται για δικυκλικά μονοτερπενοειδή που διαθέτουν έναν εποξειδικό δακτύλιο και τρεις εστερικές ομάδες (όπως η βαλτράτη, η ακεβαλτράτη και η διδροβαλτράτη).
• Αστάθεια: Οι βαλεποτριάτες είναι φυσικά και χημικά ευαίσθητα μόρια. Σε θερμοκρασία δωματίου ή μέσω υδρόλυσης, διασπώνται ταχύτατα σε προϊόντα αποδόμησης κίτρινου χρώματος, τα οποία ονομάζονται βαλδρινάλες ή baldrinals.
• Μεταβολισμός Πρώτης Διόδου: Κατά την κατάποση, υφίστανται εκτεταμένη διάσπαση και μεταβολισμό πρώτης διόδου στο ήπαρ και το γαστρεντερικό σωλήνα.

Φαρμακολογικές Δράσεις

• Κατασταλτική και Αγχολυτική Δράση: Οι βαλεποτριάτες προκαλούν καταστολή του κεντρικού νευρικού συστήματος, χαλάρωση και μείωση του άγχους (αγχολυτική δράση).
• Κυτταροτοξική Δράση: Οι βαλεποτριάτες έχουν ισχυρή κυτταροτοξική και αντικαρκινική δράση έναντι συγκεκριμένων κυτταρικών σειρών (όπως, τα κύτταρα του ηπατώματος).
• Αντικαταθλιπτική Δράση: Ορισμένα είδη βαλεριάνας, όπως η Valeriana glechomifolia ή Βαλεριάνα η γληχωμόφυλλος ή Βαλεριανή η γληχωμόφυλλος έχουν βαλεποτριάτες με αντικαταθλιπτική δράση.

Ασφάλεια και Τοξικότητα

• Σταθερότητα στα Συμπληρώματα: Δεδομένου ότι οι βαλεποτριάτες αποδομούνται εύκολα, τα τυπικά εμπορικά συμπληρώματα ρίζας βαλεριάνας περιέχουν, συχνά, πολύ χαμηλές ποσότητες ακέραιων βαλεποτριατών ή αποτελούνται, κυρίως, από τα προϊόντα διάσπασής τους τις βαλδρινάλες και άλλα δραστικά συστατικά, όπως το βαλερενικό οξύ.
• Παρενέργειες και Τοξικολογία: Σε υπερβολικά υψηλές δόσεις επηρεάζουν το γαστρεντερικό σωλήνα και το ήπαρ ή προκαλούν οπτικές παραισθήσεις ή εφιάλτες και αυτό οφείλεται στα προϊόντα του μεταβολισμού τους.

Εισαγωγή

Οι βαλεποτριάτες αποτελούν μια ομάδα ασταθών, λιπόφιλων ιριδοειδών τριεστέρων (συγκεκριμένα, τριεστέρων εποξειδικής βαλεριανικής δομής), οι οποίοι απαντώνται φυσικά στα υπόγεια τμήματα (ρίζες και ριζώματα) φυτών της οικογένειας Valerianaceae, με κυριότερο εκπρόσωπο τη Valeriana officinalis ή βαλεριάνα. Απομονώθηκαν για πρώτη φορά το 1966 και αποτελούν αντικείμενο εκτεταμένης μελέτης λόγω της δράσης τους στο κεντρικό νευρικό σύστημα.

Οι βαλεποτριάτες είναι μη γλυκοσιδικά ιριδοειδή, τα οποία δομούνται γύρω από έναν σκελετό κυκλοπενταπυρανίου 10 ατόμων άνθρακα, που περιλαμβάνει έναν εποξειδικό δακτύλιο και τρεις εστεροποιημένες ομάδες αλκοόλης. Η ομάδα περιλαμβάνει μείγματα ενώσεων, όπως η βαλτράτη ή valtrate, η ακεβαλτράτη ή acevaltrate και η διδροβαλτράτη ή didrovaltrat. Ανάλογα με το είδος του φυτού, μπορούν να ταξινομηθούν σε τύπους μονοενίων ή διενίων, βάσει της δομής των δακτυλίων τους. Οι βαλεποτριάτες είναι χημικά ασταθή μόρια. Σε θερμοκρασία δωματίου ή μέσω υδρόλυσης, αποσυντίθενται ταχύτατα σε προϊόντα διάσπασης, ορισμένα εκ των οποίων είναι δραστικά ή αρωματικά, όπως οι βαλδρινάλες και συναφή παράγωγα.

Πηγές και Κατανομή

Απαντώνται συχνά σε είδη του γένους Valeriana (όπως, η Valeriana officinalis, η Valeriana jatamansi ή Valeriana wallichii ή Ινδική βαλεριάνα ή Indian valerian ή Tagar και η Valeriana mexicana ή Μεξικάνικη βαλεριάνα ή Valeriana edulis ssp. procera ή Valeriana sorbifolia var. mexicana, καθώς και σε άλλα φυτά της οικογένειας Valerianaceae, όπως το φυτό Centranthus ruber ή Κέντρανθος ο ερυθρός ή κόκκινη βαλεριάνα ή ανάλατος ή μοσχολιός ή πλεμονόχορτο. Οι συγκεντρώσεις ποικίλλουν σημαντικά ανάλογα με το είδος και το τμήμα του φυτού. Υψηλά ποσοστά εντοπίζονται σε είδη, όπως η Valeriana thalictroides ή Valeriana thalictroides Graebn. ή Valeriana micropterina και η Valeriana mexicana, αν και τα εμπορικά εκχυλίσματα προέρχονται, συχνά, από τυποποιημένες ρίζες της Valeriana officinalis ή της Valeriana edulis ή Βαλεριανή η εδώδιμος ή βρώσιμη βαλεριάνα.

Valeriana officinalis ή Βαλεριάνα η φαρμακευτική ή Βαλεριανή η φαρμακευτική
Valeriana officinalis ή Βαλεριάνα η φαρμακευτική ή Βαλεριανή η φαρμακευτική
Valeriana jatamansi ή Valeriana wallichii ή Ινδική βαλεριάνα ή Indian valerian ή Tagar
Valeriana jatamansi ή Valeriana wallichii ή Ινδική βαλεριάνα ή Indian valerian ή Tagar
Valeriana mexicana ή Μεξικάνικη βαλεριάνα ή Valeriana edulis ssp. procera ή Valeriana sorbifolia var. mexicana
Valeriana mexicana ή Μεξικάνικη βαλεριάνα ή Valeriana edulis ssp. procera ή Valeriana sorbifolia var. mexicana
Centranthus ruber ή Κέντρανθος ο ερυθρός ή κόκκινη βαλεριάνα ή ανάλατος ή μοσχολιός ή πλεμονόχορτο
Centranthus ruber ή Κέντρανθος ο ερυθρός ή κόκκινη βαλεριάνα ή ανάλατος ή μοσχολιός ή πλεμονόχορτο
Valeriana thalictroides ή Valeriana thalictroides Graebn. ή Valeriana micropterina
Valeriana thalictroides ή Valeriana thalictroides Graebn. ή Valeriana micropterina
Valeriana edulis ή Βαλεριανή η εδώδιμος ή βρώσιμη βαλεριάνα
Valeriana edulis ή Βαλεριανή η εδώδιμος ή βρώσιμη βαλεριάνα

Φαρμακολογική και Βιολογική Δράση

• Κατασταλτική και Αγχολυτική Δράση: Οι βαλεποτριάτες, καθώς και τα προϊόντα διάσπασής τους, έχουν κατασταλτικές, ηρεμιστικές και αγχολυτικές ιδιότητες. Αυτό καθιστά τη ρίζα της βαλεριάνας ένα δημοφιλές συμπλήρωμα για την αντιμετώπιση της αϋπνίας και του άγχους.

• Σπασμολυτική Δράση: Έχουν, επίσης, ιδιότητες χαλάρωσης των λείων μυϊκών ινών (σπασμολυτική δράση), οι οποίες είναι χρήσιμες για την ανακούφιση από γαστρεντερικές ή κοιλιακές κράμπες.

• Αντικαρκινική Δράση: Ορισμένες βαλεποτριάτες, όπως η IVHD-valtrate της Valeriana jatamansi έχουν κυτταροτοξική και αντικαρκινική δράση.

Χημική Σύσταση

Βασική Χημική Δομή

• Κατηγορία: Ιριδοειδή (συγκεκριμένα, μονοτερπενοειδή τύπου κυκλοπεντανο-[c]-πυρανίου).
• Σκελετός: Τριεστέρες μιας τριυδροξυλικής ιριδοειδούς αλκοόλης, η οποία φέρει προσαρτημένο έναν εποξειδικό δακτύλιο.
• Κύριος Εκπρόσωπος (Βαλτράτη ή Valtrate)
• Μοριακός Τύπος: C22H30O8
• Μοριακό Βάρος: 422,47 g/mo

Βασικά Συστατικά και Υποκατηγορίες

Οι βαλεποτριάτες αποτελούν ένα πολύπλοκο μείγμα επιμέρους ενώσεων, οι οποίες ταξινομούνται, κυρίως, με βάση το βαθμό ακόρεστου χαρακτήρα τους (δομές διενίων έναντι μονοενίων) και τα συγκεκριμένα υπολείμματα οργανικών οξέων που είναι συνδεδεμένα μέσω εστερικών δεσμών:
• Βαλεποτριάτες τύπου διενίου (διαθέτουν σύστημα συζευγμένων διενίων π.χ. βαλτράτη, ισοβαλτράτη, ακεβαλτράτη, ομοβαλτράτη) που δίνουν αντιδράσεις με μπλε χρώμα παρουσία αντιδραστηρίων οξικού οξέος–HCl.
• Βαλεποτριάτες τύπου μονοενίου (στερούνται του συστήματος συζευγμένων διενίων π.χ. διδροβαλτράτη, ισοβαλερυλοξυ-υδροξυ-διδροβαλτράτη) και δίνουν αντιδράσεις με κιτρινοκάστανο χρώμα και είναι συνδεδεμένα με υπολείμματα οξέων.

Αποδόμηση

Οι βαλεποτριάτες είναι σχετικά ασταθή και θερμικά ή χημικά ευαίσθητα (ασταθή). Κατά την αποθήκευση, την ξήρανση ή την έκθεση σε όξινο περιβάλλον, αποδομούνται μέσω της απώλειας των υποκαταστατών τους και των εποξειδικών δακτυλίων, σχηματίζοντας πτητικά, κίτρινα προϊόντα αποδόμησης, γνωστά ως βαλδρινάλες (όπως, η βαλδρινάλη και η ομοβαλδρινάλη).

Οι βαλεποτριάτες αποτελούν μια ομάδα μη γλυκοσιδικών ιριδοειδών ενώσεων. Λόγω της πολύπλοκης και ευαίσθητης χημικής τους δομής, καθώς και της ευρείας ιστορικής χρήσης τους σε φυτικά σκευάσματα για την αντιμετώπιση των διαταραχών του ύπνου, έχουν αποτελέσει αντικείμενο εκτεταμένων φαρμακολογικών και αναλυτικών μελετών.

Μορφές εκχυλισμάτων και δοσολογία

Οι βαλεποτριάτες αποτελούν μια κατηγορία λιπόφιλων ιριδοειδών ενώσεων, οι οποίες εντοπίζονται, κυρίως, στις ρίζες και τα ριζώματα του φυτού Valeriana officinalis ή βαλεριάνα. Πρόκειται για εξαιρετικά ασταθή μόρια που λειτουργούν ως προφάρμακα, προκαλώντας καταστολή και μειώνοντας το άγχος.

Εκχύλιση και Μορφές Συμπληρωμάτων

Οι βαλεποτριάτες αποδομούνται ταχύτατα όταν εκτίθενται σε θερμότητα, υγρασία ή πολικούς διαλύτες, όπως το νερό. Ως εκ τούτου, η περιεκτικότητά τους ποικίλλει σημαντικά ανάλογα με τη μορφή του σκευάσματος:
• Κλάσματα εμπλουτισμένα με βαλεποτριάτες ή απομονωμένες βαλεποτριάτες: Λαμβάνονται μέσω εργαστηριακών διαδικασιών με τη χρήση μη πολικών οργανικών διαλυτών (π.χ. διχλωρομεθάνιο, οξικός αιθυλεστέρας ή n-εξάνιο) και εξειδικευμένων μεθόδων, όπως η χρήση υπερήχων, προκειμένου να διατηρηθούν τα ενεργά ιριδοειδή.
• Τυποποιημένα ξηρά εκχυλίσματα: Διατίθενται σε μορφή κάψουλας ή δισκίου. Πολλά εμπορικά σκευάσματα εστιάζουν στο βαλερενικό οξύ, με αποτέλεσμα τα τελικά προϊόντα να περιέχουν, συχνά, μόνο ίχνη από τις αυθεντικές βαλεποτριάτες, καθώς, αυτές αποδομούνται κατά τη διαδικασία παραγωγής.
• Αφεψήματα και υδατικά βάμματα: Σπάνια, περιέχουν λειτουργικές βαλεποτριάτες. Οι βαλεποτριάτες δε διαλύονται καλά στο νερό και αποσυντίθενται γρήγορα σε θερμά υγρά, με αποτέλεσμα η θεραπευτική δράση των ροφημάτων βαλεριάνας να αποδίδεται σε άλλα συστατικά.

Κλινικές Δοσολογίες

Ενώ, η συνήθης δοσολογία για τα γενικά εκχυλίσματα βαλεριάνας κυμαίνεται στα 300–600 mg ημερησίως, οι κλινικές μελέτες που εξετάζουν απομονωμένα κλάσματα ή κλάσματα με υψηλή περιεκτικότητα σε βαλεποτριάτες χρησιμοποιούν συγκεκριμένες δοσολογίες:
• Για το άγχος (Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή): Σε κλινικές μελέτες σε ανθρώπους έχει χρησιμοποιηθεί μέση ημερήσια δόση 81,3 mg έως 150 mg, κατανεμημένη σε τρεις λήψεις κατά τη διάρκεια της ημέρας.
• Για την αϋπνία και την ποιότητα του ύπνου: Σε ελεγχόμενες μελέτες χορηγήθηκαν με ασφάλεια 100 mg βαλεποτριατίων τρεις φορές την ημέρα (συνολικά 300 mg/ημέρα) για διάστημα 15 έως 30 ημερών, με στόχο τη βελτίωση των υποκειμενικών δεικτών ύπνου και της ποιότητας του ύπνου.

Φαρμακολογικές Ιδιότητες και Αναλυτική Επιστημονική Προσέγγιση

Ενώ, ιστορικά θεωρούνται τα κύρια δραστικά συστατικά των φυτών βαλεριάνας που ευθύνονται για την κατασταλτική τους δράση, η επιστημονική αντίληψη για τις βαλεποτριάτες έχει εξελιχθεί, αναδεικνύοντας ένα σύνθετο φαρμακολογικό προφίλ με πολλαπλούς στόχους δράσης.
• Δράση στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα/ΚΝΣ: Οι βαλεποτριάτες λειτουργούν ως εξαιρετικά αποτελεσματικοί κατασταλτικοί παράγοντες του ΚΝΣ. Προάγουν την έναρξη του ύπνου, ασκούν αγχολυτική δράση και προκαλούν καταστολή.
• Μοριακοί Στόχοι: Αλληλεπιδρούν με ένα ευρύ φάσμα υποδοχέων, συμπεριλαμβανομένων των υποδοχέων GABA/gamma-aminobutyric acid/γάμμα-αμινοβουτυρικό οξύ, των υποδοχέων αδενοσίνης και των υποδοχέων σεροτονίνης. Συμβάλλουν στην αύξηση των συγκεντρώσεων του GABA στη συναπτική σχισμή, διεγείροντας την απελευθέρωσή του και αναστέλλοντας την επαναπρόσληψη και τον καταβολισμό του.
• Περιφερικά Συστήματα: Πέρα από τη δράση τους στον εγκέφαλο, οι ενώσεις αυτές παρουσιάζουν αντισπασμωδικές και μυοχαλαρωτικές ιδιότητες στους λείους και σκελετικούς μύες, ενώ ασκούν, επίσης, καρδιοπροστατευτική και αντιαρρυθμική δράση στο μυοκάρδιο.
• Δράση μέσω Προϊόντων Αποδόμησης: Δεδομένου ότι οι βαλεποτριάτες είναι εξαιρετικά ασταθείς, πολλές από τις επιδράσεις τους εντός του οργανισμού οφείλονται, στην πραγματικότητα, στα λιπόφιλα προϊόντα της αποδόμησής τους, όπως η βαλδρινάλη, η ομοβαλδρινάλη και η βαλτροξάλη.

Αναλυτική Επιστημονική Προσέγγιση

Η ανάλυση των βαλεποτριατών παρουσιάζει δυσκολίες, καθώς, οι ενώσεις αυτές είναι εξαιρετικά θερμοευαίσθητες και ευαίσθητες στην υγρασία, τα οξέα και τις βάσεις, με αποτέλεσμα, συχνά, να αποικοδομούνται σε ποσοστό έως και 90% μέσα σε λίγες εβδομάδες σε θερμοκρασία δωματίου.

Για την εκχύλιση και την ταυτοποίησή τους απαιτείται ένα δομημένο πρωτόκολλο που παρέχει προστασία:

Πρωτόκολλα Εκχύλισης & Απομόνωσης

• Εκχύλιση: Ο φυτικός ιστός (πρώτη ύλη) υποβάλλεται, συνήθως, σε εκχύλιση μέσω εμβάπτισης σε χαμηλή θερμοκρασία, με χρήση μη πολικών έως μέτρια πολικών οργανικών διαλυτών, όπως το εξάνιο, το διχλωρομεθάνιο ή ο οξικός αιθυλεστέρας, προκειμένου να αποφευχθεί η δομική αποικοδόμηση. Η εκχύλιση με νερό αποφεύγεται, καθώς, οι βαλεποτριάτες είναι αδιάλυτες στο νερό.
• Χρωματογραφικός Διαχωρισμός: Εφαρμόζονται ταχείες διαδικασίες, όπως η Χρωματογραφία Στήλης (Column Chromatography – CC) ή η παρασκευαστική Χρωματογραφία Λεπτής Στιβάδας (Thin-Layer Chromatography – TLC) σε πυριτική γέλη (silica gel) υψηλής καθαρότητας, με σκοπό την απομόνωση συγκεκριμένων μορίων-στόχων πριν επέλθει η αποικοδόμησή τους.

Ποσοτική & Ποιοτική Ανάλυση

Αναλυτική Τεχνική
Τεχνική Επιστημονική Εφαρμογή και Σκοπός
Υγρή Χρωματογραφία Υψηλής Απόδοσης/High-Performance Liquid Chromatography (HPLC) Το πρότυπο αναφοράς για το χαρακτηρισμό των βαλεποτριατών. Η HPLC αντίστροφης ή κανονικής φάσης επιτρέπει την ταυτόχρονη ποσοτικοποίηση, σε χαμηλή θερμοκρασία, των ακέραιων βαλεποτριατών (π.χ. βαλτράτη, ισοβαλτράτη), καθώς και των βαλερενικών οξέων.
Πυκνομετρία Χρωματογραφίας Λεπτής Στιβάδας/Thin-Layer Chromatography (TLC) Densitometry Χρησιμοποιείται ως μέθοδος ταχείας διαλογής για το διαχωρισμό των κύριων βαλεποτριατών από τα προϊόντα αποδόμησής τους, όπως η βαλδρινάλη.
Φασματοσκοπία Υπερύθρου με Μετασχηματισμό Fourier/Fourier-Transform Infrared Spectroscopy (FTIR) Εφαρμόζεται σε συνδυασμό με την HPLC για την οριστική ταυτοποίηση απομονωμένων συστατικών, βάσει συγκεκριμένων σταθερών των ενώσεων (π.χ. συχνότητες δονήσεων των καρβονυλικών ομάδων των εστέρων).

Κλινικές θεραπευτικές ενδείξεις

1. Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή και Νευρική Υπερένταση

• Αγχολυτική Δράση: Οι βαλεποτριάτες (σε μέσες ημερήσιες δόσεις περίπου 81,3 mg), έχουν σημαντική αγχολυτική δράση, ιδιαίτερα, όσον αφορά τη μείωση των ψυχικών συμπτωμάτων του άγχους. Ακόμη, τα τυποποιημένα εκχυλίσματα που περιέχουν βαλεποτριάτες ενδείκνυνται για την εξισορρόπηση καταστάσεων διέγερσης, ανησυχίας και ψυχικής δυσφορίας.

2. Διαταραχές Ύπνου και Χρόνια Αϋπνία

• Κατασταλτική Δράση και Βοήθεια στον Ύπνο: Οι βαλεποτριάτες δρουν συνεργιστικά με άλλα συστατικά της βαλεριάνας (όπως, το βαλερενικό οξύ), συμβάλλοντας στην αντιμετώπιση της δυσκολίας έλευσης του ύπνου που οφείλεται σε νευρικότητα.
• Θεραπεία με Σταδιακή Έναρξη Δράσης: Λόγω του μηχανισμού δράσης τους, οι βαλεποτριάτες ενδείκνυνται για τη μακροχρόνια διαχείριση της ποιότητας του ύπνου και όχι ως παρέμβαση οξείας μορφής με εφάπαξ χορήγηση, απαιτώντας, συνήθως, συνεχή λήψη για διάστημα 2 έως 4 εβδομάδων, προκειμένου να επιτευχθεί η βέλτιστη κλινική αποτελεσματικότητα.

3. Σπασμολυτική Δράση

• Πόνος στο Γαστρεντερικό Σύστημα και στους Λείους Μύες: Σε υψηλότερες κλινικές δόσεις, οι βαλεποτριάτες παρουσιάζουν αντισπασμωδική και σπασμολυτική δράση. Χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση του πόνου στο γαστρεντερικό σύστημα, του μετεωρισμού και της σπαστικής κολίτιδας.
• Αντιμετώπιση του Πόνου: Οι βαλεποτριάτες δρουν ως αλλοστερικοί ρυθμιστές, οι οποίοι αναστέλλουν εκλεκτικά τους διαύλους ασβεστίου τύπου N που εξαρτώνται από τη διαφορά δυναμικού, προσφέροντας ένα θεραπευτικό στόχο για την ανακούφιση από το χρόνιο πόνο και τον κοιλιακό πόνο.

4. Βοήθεια στη σταδιακή μείωση βενζοδιαζεπινών

• Θεραπεία κατά τη Διακοπή: Οι βαλεποτριάτες και τα εκχυλίσματα βαλεριάνας ενδείκνυνται ως υποστηρικτική μεταβατική αγωγή κατά τη διαδικασία διακοπής και σταδιακής μείωσης των βενζοδιαζεπινών, όπως η διαζεπάμη, η βρωμαζεπάμη και η κλοναζεπάμη.

Αντενδείξεις-Ασφάλεια

Απόλυτες και Σχετικές Αντενδείξεις

• Εγκυμοσύνη και Θηλασμός: Αντενδείκνυνται οι πολύ υψηλές δόσεις.
• Ενεργός Ηπατική Νόσος: Οι υπερβολικά υψηλές δόσεις σχετίζονται με ηπατοτοξικότητα, συμπεριλαμβανομένης της αύξησης των ηπατικών ενζύμων (τρανσαμινάσες και γ-GT/gamma-glutamyl transferase/γ-γλουταμυλοτρανσφεράση), ενώ έχουν αναφερθεί και σπάνιες περιπτώσεις οξείας ηπατίτιδας.
• Προγραμματισμένη Χειρουργική Επέμβαση: Διακόψτε τη χρήση τουλάχιστον δύο εβδομάδες πριν από μια προγραμματισμένη χειρουργική επέμβαση. Οι βαλεποτριάτες ενδέχεται να παρατείνουν υπερβολικά ή να ενισχύσουν την καταστολή του κεντρικού νευρικού συστήματος που προκαλείται από τη χειρουργική αναισθησία.

Αλληλεπιδράσεις Φαρμάκων Υψηλού Κινδύνου

Οι βαλεποτριάτες επιδρούν έντονα στο κεντρικό νευρικό σύστημα και στις μεταβολικές οδούς του ήπατος, οδηγώντας σε σημαντικές αλληλεπιδράσεις:
• Κατασταλτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος και ηρεμιστικά: Μη συνδυάζετε με αλκοόλ, βαρβιτουρικά, βενζοδιαζεπίνες (π.χ. διαζεπάμη, αλπραζολάμη) ή ηρεμιστικά βοηθήματα ύπνου (π.χ. μελατονίνη, kava). Αυτό μπορεί να προκαλέσει υπερβολική και επικίνδυνη υπνηλία, επιβράδυνση της αναπνοής και εξασθένηση των αντανακλαστικών.
• Υποστρώματα του CYP3A4: Οι βαλεποτριάτες μεταβάλλουν το μεταβολισμό μέσω ηπατικών ενζύμων. Απαιτείται εξαιρετική προσοχή εάν λαμβάνετε φάρμακα που μεταβολίζονται μέσω της οδού CYP3A4, όπως στατίνες (λοβαστατίνη), αντιμυκητιασικά (κετοκοναζόλη) ή συγκεκριμένα χημειοθεραπευτικά σκευάσματα.

Προφίλ Ασφάλειας και Ανεπιθύμητες Ενέργειες

Η λήψη υπερβολικά υψηλών ή παρατεταμένων δόσεων ενέχει συγκεκριμένους κινδύνους:

Σύστημα/Κατηγορία
Κύριες Ανεπιθύμητες Ενέργειες & Κίνδυνοι
Γαστρεντερικό και Ήπαρ
Γαστρεντερικές διαταραχές, διάρροια και πιθανή βλάβη στα ηπατικά κύτταρα
Καρδιαγγειακά Ζητήματα
Σπάνιες περιπτώσεις παραληρήματος και υπερκοιλιακής ταχυκαρδίας (αρρυθμίες τύπου μαρμαρυγής) σε περιπτώσεις παρατεταμένης λήψης υψηλών δόσεων
ΚΝΣ/Επίδραση την Επόμενη Ημέρα
Ζάλη, πονοκέφαλοι, έντονα όνειρα και αίσθημα νωθρότητας την επόμενη ημέρα
Απότομη Διακοπή
Ταχυκαρδία (αυξημένος καρδιακός ρυθμός), οξύ άγχος και ευερεθιστότητα, σε περίπτωση ξαφνικής διακοπής μετά από μακροχρόνια λήψη υψηλών δόσεων

Συμπεράσματα

Οι βαλεποτριάτες μειώνουν τα ψυχικά συμπτώματα του άγχους, όπως η ένταση και η νευρική διέγερση και προκαλούν χαλάρωση των λείων μυών. Σε αντίθεση με το βαλερενικό οξύ, οι βαλεποτριάτες είναι σε μεγάλο βαθμό αδιάλυτες στο νερό. Αυτό σημαίνει ότι τα τυπικά υδατικά αφεψήματα ρίζας βαλεριάνας ή τα εκχυλίσματα με βάση το νερό περιέχουν ελάχιστη έως μηδαμινή ποσότητα αυτών των ουσιών. Τα εμπορικά σκευάσματα βαλεριάνας παρασκευάζονται ή τυποποιούνται κατά κανόνα με τέτοιον τρόπο ώστε να περιέχουν υδατοδιαλυτά συστατικά (όπως τα βαλερενικά οξέα), αποφεύγοντας την υψηλή συγκέντρωση βαλεποτριατών. Οι βαλεποτριάτες αποδομούνται ταχύτατα όταν εκτίθενται σε όξινες ή αλκαλικές συνθήκες, ενώ παρουσιάζουν σημαντική διάσπαση ακόμη και σε θερμοκρασία δωματίου μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Βιβλιογραφία

-J. Pothier, NATURAL PRODUCTS|Thin-Layer (Planar) Chromatography, Editor(s): Ian D. Wilson, Encyclopedia of Separation Science, Academic Press, 2000, Pages 3459-3482
-Poonam Gusain, D.P. Uniyal, Rajappa Joga, Chapter 23 – Conservation and sustainable use of medicinal plants,
Editor(s): Chukwuebuka Egbuna, Abhay Prakash Mishra, Megh R. Goyal, Preparation of Phytopharmaceuticals for the Management of Disorders, Academic Press, 2021, Pages 409-427
-Valerianaceae, Editor(s): J.K. Aronson, Meyler’s Side Effects of Drugs (Sixteenth Edition), Elsevier, 2016, Pages 301-302
-Diana M. Taibi, Carol A. Landis, Chapter 4 – Valerian and Other CAM Botanicals in Treatment of Sleep Disturbances, Editor(s): Ronald Ross Watson, Complementary and Alternative Therapies and the Aging Population, Academic Press, 2009, Pages 57-81
-Sunday Otimenyin, Chapter 20 – Herbal biomolecules acting on central nervous system, Editor(s): Subhash C. Mandal, Amit Kumar Nayak, Amal Kumar Dhara, Herbal Biomolecules in Healthcare Applications, Academic Press, 2022, Pages 475-523
-Dong FW, Jiang HH, Yang L, Gong Y, Zi CT, Yang D, Ye CJ, Li H, Yang J, Nian Y, Zhou J, Hu JM. Valepotriates From the Roots and Rhizomes of Valeriana jatamansi Jones as Novel N-Type Calcium Channel Antagonists. Front Pharmacol. 2018 Aug 13;9:885

Αρθρογράφος: Κριαράς Ιωάννης, πτυχιούχος Γεωπόνος-Βιοτεχνολόγος του Γ.Π.Α (Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών)-ειδικός στα φαρμακευτικά φυτά.

Διαβάστε, περισσότερα, για το Γιάννη Κριαρά

Τα κατάλληλα προϊόντα για την υγεία σας

Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα κατάλληλα προϊόντα για την υγεία σας

Διαβάστε, επίσης,

Κόκκινη Βαλεριάνα

Βαλεριάνα

Αιθέριο έλαιο βαλεριάνα

Που κάνει καλό η βαλεριάνα

Βαλεριάνα

Απεξάρτηση από ψυχοφάρμακα

Φυσικές θεραπείες για το άγχος

Τα καλύτερα βότανα για την αϋπνία

Φυσικές θεραπείες για την αϋπνία

Διαταραχή γενικευμένου άγχους

www.emedi.gr

Print Friendly, PDF & Email