Τρίτη, 31 Ιανουαρίου, 2023
ΑρχικήΚλασική ΙατρικήΙστορία και ιατρικήΗ ιστορία της Αλλεργιολογίας

Η ιστορία της Αλλεργιολογίας

Πληροφορίες για την αλλεργιολογία

 

Αρχαίες πηγές από την Κίνα, Μεσοποταμία, Αίγυπτο και κυρίως από την ελληνορωμαϊκή περίοδο, περιέχουν πληροφορίες για την κλινική εικόνα, διάγνωση και θεραπεία πολλών αλλεργικών νοσημάτων.

Ο Ιπποκράτης περιέγραψε εδώ και 2.400 χρόνια ορισμένες μορφές δύσπνοιας, στις οποίες έδωσε την ονομασία “άσθμα” και είναι ο πρώτος που επέμεινε στη σχέση μεταξύ περιβάλλοντος και αναπνευστικών νοσημάτων.

Η σύγχρονη ιστορία της Αλλεργιολογίας αρχίζει από το 19ο αιώνα με την αναγνώριση των αλλεργικών ή ατοπικών νοσημάτων ως νοσολογικών οντοτήτων.

Η πρώτη κλασική περιγραφή αλλεργικής νόσου γίνεται από τον John Bostock, ο οποίος παρουσίασε κατά διεξοδικό τρόπο στη Βασιλική Ιατρική Εταιρεία του Λονδίνου το 1819, περίπτωση εαρινού κατάρρου (εποχική επιπεφυκίτιδα, ρινίτιδα, άσθμα) ως σπάνια νόσο, άσχετα αν προοδευτικά έφθασε να γίνει η νόσος των καιρών μας.

Χρόνια αργότερα, το 1873, ο Βρετανός γιατρός Charles Blackley δημοσίευσε τις μελέτες του πάνω στα αίτια του εαρινού κατάρρου (πυρετός ή άσθμα εκ χόρτου), από τον οποίο έπασχε και ο ίδιος. Ο Blackley είναι ο πρώτος, ο οποίος με μεγαλοφυή για την εποχή του τρόπο, απέδειξε ότι η νόσος οφείλεται στις γύρεις που κυκλοφορούν στην ατμόσφαιρα, εφαρμόζοντας τα πρώτα αλλεργικά δερματικά tests στον εαυτό του.

Εκτός από τον εαρινό κατάρρου, τον περασμένο αιώνα δημοσιεύθηκαν αξιόλογες μελέτες σχετικά με τα αίτια, τη διάγνωση και τη θεραπεία του άσθματος από τους Rene Laennec (1816), John Swett (1852), Henry Salter (1860) κ.ά.

Το 1808 ο Robert Willan περιέγραψε την τροφική αλλεργία και το 1882 ο Heinrich Quinke το αγγειονευρωτικό οίδημα, που ακόμη και σήμερα φέρει το όνομα του.


Αναφυλαξία

Το καλοκαίρι του 1901 οι δύο Γάλλοι ερευνητές Charles Richet και Paule Portier, καλεσμένοι σε επιστημονική κρουαζιέρα από τον πρίγκιπα Αλβέρτο Ι του Μονακό, κατευθύνθηκαν προς το αρχιπέλαγος του Πράσινου Ακρωτηρίου.

Εκεί είχαν την ευκαιρία να μελετήσουν την ακτινοτοξίνη των πλοκάμων ενός είδους μεδουσών, με το όνομα φυσαλία (Physalia Physalis), που αφθονούν στην περιοχή και είναι άκρως επικίνδυνες για τον άνθρωπο.

Γυρίζοντας στο Παρίσι εργάστηκαν προς την κατεύθυνση αυτή, χρησιμοποιώντας ως πειραματόζωα σκύλους και ως πηγή τοξίνης την Actinaria ή ανεμώνη της θάλασσας, που αφθονεί στις ακτές της Βρετάνης και προκαλεί δερματικές κνιδωτικές αντιδράσεις παρόμοιες με τη φυσαλία. Ένεση μικρής ποσότητας τοξίνης την πρώτη φορά γινόταν απόλυτα ανεκτή από τα πειραματόζωα.

Όλοι πίστευαν ότι στη συνέχεια ο σκύλος θα είχε ανοσοποιηθεί. Αντίθετα όμως, ένεση της ίδιας περιεκτικότητας που επαναλήφθηκε δοκιμαστικά μετά από 3 εβδομάδες προκάλεσε σοβαρότατες αντιδράσεις στα πειραματόζωα που κατέληγαν συχνά με θανατηφόρο shock. Στο αναπάντεχο αυτό φαινόμενο δόθηκε από τους ερευνητές το όνομα ανα­φυλαξία προς αντιδιαστολή από τη φύλαξη (α-φύλαξη). Όλες οι λεπτομέρειες της πρωτοποριακής αυτής ανακάλυψης δημοσιεύθηκαν στις 15 Φεβρουαρίου του 1902 στο δελτίο της Βιολογικής Εταιρείας του Παρισιού με τίτλο: “Επί της αναφυλακτικής δράσης ορισμένων δηλητηρίων”.

Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα δείχτηκε ότι το φαινόμενο της αναφυλαξίας μπορεί να παρατηρηθεί σε διάφορα είδη πειραματόζωων, όχι μόνο με τοξικές ουσίες, αλλά και μετά από χορήγηση ετερόλογων ορών, γάλακτος, ωοαλβουμίνης (πρωτεΐνη του αυγού) και άλλων πρωτεϊνών ζωικής ή φυτικής προέλευσης.

Σε κλινικό επίπεδο, οι Alfred Eisner και Samuel Meltzer θεώρησαν τόσο τον εαρινό κατάρρου, όσο και το άσθμα ως μορφές αναφυλαξίας στον άνθρωπο.


Αλλεργία – ατοπία

Ο Αυστριακός παιδίατρος Clemens von Piquet (1874-1929) παρατήρησε το 1905 ότι κατά την επαναχορήγηση ετερολόγων ορών, ορισμένα άτομα αντί ανοσίας εμφάνιζαν ορονοσία.

Ένα χρόνο αργότερα (1906), για το χαρακτηρισμό παρόμοιων αντιδράσεων, υιοθέτησε τον όρο αλλεργία, σύμφωνα και με άλλους ιατρικούς όρους της εποχής (αλλοθυμία, αλλοτροπισμός), που σημαίνει «άλλο-έργο» από αυτό που αναμένεται να επιτελέσει το ανοσιακό σύστημα.

Ο Arthur Fernandez Coca υπήρξε καθηγητής της Ανοσολογίας στο Cornell University Medical College της Νέας Υόρκης με τεράστιο έργο στην Αλλεργιολογία και Εφαρμοσμένη Ανοσολογία. Το 1923, σε συνεργασία με τον Robert Cooke (Αμερικανός πρωτοπόρος στην Αλλεργιολογία), εισήγαγε τον όρο ατοπία (που σημαίνει η «εκτός τόπου αντίδραση») για το χαρακτηρισμό μορφών αλλεργίας (εαρινός κατάρρους, άσθμα), οι οποίες εκδηλώνονται σε ομάδα προδιατεθειμένων ατόμων που μπορούν να ευαισθητοποιούνται σε αλλεργιογόνα του περιβάλ­λοντος όπου ζουν και έχουν θετικές δερμοαντιδράσεις. Έκτοτε οι όροι υπερευαισθησία, αναφυλαξία, αλλεργία και ατοπία χρησιμοποιούνται πολλές φορές ως ταυτόσημοι.


Οι μεσολαβητές της αλλεργικής αντίδρασης

– Ισταμίνη

Η ισταμίνη (που σημαίνει αμίνη των ιστών) για πρώτη φορά παρασκευάσθηκε συνθετικά από τους Windaus και Vogt το 1907.

Ίσως δε να παρέμενε ως απλή περιέργεια στο χώρο της χημείας, εάν δεν βρισκόταν ο Άγγλος φυσιολόγος Sir Henry Dale (1875-1968), ο οποίος άρχισε το 1910 να μελετάει τη δράση της ισταμίνης σε πειραματικό επίπεδο. Με μεγάλη του έκπληξη διαπίστωσε ότι οι εκδηλώσεις από τα διάφορα όργανα των πειραματόζωων μετά από ένεση ισταμίνης είχαν μεγάλες ομοιότητες με αυτές του αλλεργικού shock. Μετά από 16 χρόνια μελετών και ενδοιασμών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το ισταμινικό shock είναι η βάση για την αναφυλαξία. Με την τόσο μεγάλη σημασία που είχε δοθεί στην ισταμίνη, ήταν αναμενόμενο να προωθηθεί η έρευνα για την ανακάλυψη φαρμάκων που θα ανταγωνίζονταν τη δράση της.

Ο πρώτος που ανακάλυψε τα αντιϊσταμινικά ήταν ο Ιταλοελβετός φαρμακολόγος Daniel Bovet, ο οποίος εργαζόταν ως ερευνητής στο Ινστιτούτο Pasteur στο Παρίσι. Οι έρευνες άρχισαν το 1930, εντατικοποιήθηκαν το 1937 και κατέληξαν το 1944 με την ανακάλυψη και κυκλοφορία του Neo – Antergan ( Pyrilamine maleate ), του πρώτου αντιισταμινικού για κλινική χρήση. Στην πράξη οι έρευνες δεν τελείωσαν, αλλά συνεχίζονται ακόμη και σήμερα με την ανεύρεση όλο και πιο ισχυρών αντιισταμινικών με λιγότερες ή καθόλου ανεπιθύμητες ενέργειες.

-Λευκοτριένια

Το 1938 οι Feldberg και Kellawey χορήγησαν δηλητήριο κόμπρας σε πειραματόζωα (ινδικά χοιρίδια και γάτες) και μετά την αντίδραση διαπίστωσαν ότι το εκχύλισμα των πνευμόνων τους είχε την ικανότητα να προκαλεί βρογχοσύσπαση (συστολή των λείων μυϊκών ινών των βρόγχων) και πρότειναν τον όρο Βραδέως Δρώσα Ουσία της Αναφυλαξίας (SRSA – Slow Reactive Substance of Anaphylaxis) για να περιγράψουν την ουσία που προκαλούσε τη βρογχοσύσπαση.

Το 1956 ο Brocklehurst παρατήρησε ότι η βρογχοσύσπαση που προκαλείται από την Βραδέως Δρώσα Ουσία της Αναφυλαξίας δεν αναστέλλεται με αντιισταμινικό φάρμακο.

Πέρασαν πολλά χρόνια και περί το 1980 έγινε αντιληπτό ότι η ουσία αυτή είναι μείγμα πολλών ουσιών που προέρχονται από το μεταβολισμό των φωσφολιπιδίων της κυτταρικής μεμβράνης κατά τη διάρκεια της αλλεργικής αντίδρασης και σήμερα πλέον η Βραδέως Δρώσα Ουσία της Αναφυλαξίας είναι ταυτόσημη έννοια με τον όρο λευκοτριένια.

Ο Bengt Samuelsson (1934) ήταν ο πρωτεργάτης στη ταυτοποίηση των λευκοτριενίων. Τη δεκαετία του ’90 κυκλοφόρησαν και τα πρώτα αντιλευκοτριενικά φάρμακα.


Κύτταρα της αλλεργίας

Σήμερα είναι γνωστό ότι πολλά κύτταρα των ιστών και του ανοσιακού μας συστήματος εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα στην αλλεργική αντίδραση και στην αλλεργική νόσο.

Οι πρωταγωνιστές είναι:

ΤΟ ΣΙΤΕΥΤΙΚΟ ΚΥΤΤΑΡΟ

Το σιτευτικό κύτταρο (mast cell) είναι το πρωταγωνιστικό κύτταρο στην αλλεργική αντίδραση, επειδή από τα κοκκία του απελευθερώνεται η ισταμίνη και πλήθος άλλων μεσολαβητικών ουσιών που συμμετέχουν στη δημιουργία των συμπτωμάτων της αλλεργικής νόσου.

Η πρώτη περιγραφή έγινε από τον von Recklinhousen το 1863.

Ο Paul Ehrlich το 1878, ενώ ήταν ακόμη φοιτητής στο Πανεπιστήμιο της Φραγκφούρτης, παρατήρησε ότι τα κοκκία των κυττάρων που ονομάζονταν ιστιοκύτταρα, εάν βάφονταν με τη χρωστική μπλε της ανιλίνης ελάμβαναν μία πορφυρή απόχρωση, δηλαδή μεταχρωματίζονταν (διεθνώς χρησιμοποιείται ο όρος metachromasia). Θεώρησε ότι τα κοκκία τους περιέχουν φαγοκυτταροθέν υλικό, ότι είναι δηλαδή στην ουσία φαγοκύτταρα και τα ονόμασε mastzellen, δηλαδή “καλώς σιτισθέντα κύτταρα”.

Ο όρος MAST-CELL ή ΣΙΤΕΥΤΙΚΟ ΚΥΤΤΑΡΟ έχει καθιερωθεί μέχρι σήμερα και αφορά λανθασμένη αντίληψη για τη λειτουργία του κυττάρου, αν και τα τελευταία χρόνια διαπιστώθηκε ότι τα σιτευτικά κύτταρα έχουν την ικανότητα της φαγοκυττάρωσης. Το σιτευτικό κύτταρο (mast cell) παρέμεινε όμως στο περιθώριο για πολύν καιρό.

Πρώτος ο Luis Jacques, το 1941, θεώρησε ότι το σιτευτικό κύτταρο έχει εκκριτικές ικανότητες και είναι υπεύθυνο για την πρόκληση της αναφυλαξίας.

Το 1953 οι James Riley και Geoffrey West ανακάλυψαν ότι η κυρία πηγή ισταμίνης του οργανισμού είναι τα κοκκία των σιτευτικών κυττάρων των ιστών.

Δέκα χρόνια αργότερα ο Frank Austen έδωσε στο φως τη χημική δομή των διαφόρων μεσολαβητών των σιτευτικών κυττάρων και των βασεοφίλων του αίματος καθώς και τις βιολογικές τους ιδιότητες.

-ΤΟ ΗΩΣΙΝΟΦΙΛΟ

Το ηωσινόφιλο, που περιγράφηκε πάλι από τον Ehrich το 1879, θεωρήθηκε επί μακρόν ως δευτερευούσης σημασίας κύτταρο ή δραστικό για την εξόντωση εντεροσκωλήκων και φαγοκυττάρωση ανοσοσυμπλεγμάτων.

Οι σημερινές απόψεις συγκλίνουν ότι το ηωσινόφιλο παίζει πρωταρχικό ρόλο στο άσθμα, στο σύνδρομο Churg Strauss και σε άλλες υπερηωσινοφιλικές παθήσεις. Ενεργοποιούμενο κατά την ένωση αντιγόνου-αντισώματος, εκλύει μεταβιβαστές που έχουν κυτταροτοξικές ιδιότητες.

-IgE – Η ΑΝΟΣΟΣΦΑΙΡΙΝΗ ΤΗΣ ΑΛΛΕΡΓΙΑΣ

Το 1921 ο Γερμανός ερευνητής Carl Prausnitz, που δεν ήταν αλλεργικός, σκέφθηκε να κάνει στον εαυτό του ενδοδερμική ένεση μικρής ποσότητας ορού από το φίλο και συνάδελφο του Henz Kustner, που ήταν πολύ αλλεργικός στο ψάρι. Μετά από 24 ώρες πραγματοποίησε, στο ίδιο σημείο που είχε χορηγηθεί ο ορός του Kustner, δερματικό test με εκχύλισμα ψαριού, με συνέπεια να δημιουργηθεί εντός 20-30 λεπτών τοπικά δερματική αντίδραση (ερύθημα και πομφός). Ο παράγοντας του ορού που ευθυνόταν για την αντίδραση Prausnitz – Kustner μελετήθηκε από τους Coca και Cooke, οι οποίοι του έδωσαν το όνομα αντιδρασίνη (Reagin). Οι αντιδρασίνες διέφεραν ριζικά από τα μέχρι τότε γνωστά αντισώματα.

Το 1967 το ζεύγος Kimishige και Teruko Ishizaka, ιαπωνικής καταγωγής που εργάζονταν ως ερευνητές στο Ντένβερ του Κολοράντο, απομόνωσαν με ειδικές τεχνικές από τον ορό υπεραλλεργικού ασθενούς στη γύρη της αμβροσίας (Ragweed) κλάσμα άγνωστης σφαιρίνης που έδινε θετική την αντίδραση Prausnitz – Kustner. Στη νέα αυτή σφαιρίνη έδωσαν το όνομα ΙgΕ από το αρχικό γράμμα της λέξης “ερύθημα”.

Την ίδια εποχή και ανεξάρτητα από την ομάδα των Ishizaka, στη Σουηδία οι Hans Bennich και Gunnar Johansson μελέτησαν την πρωτεΐνη μυελώματος που δεν ανήκε σε καμία από τις γνωστές σφαιρίνες, την οποία ονόμασαν από τα αρχικά του αρρώστου IgND. Με πολύ ευαίσθητες ραδιο-ανοσολογικές τεχνικές οι ίδιοι ερευνητές διαπίστωσαν την ύπαρξη ελάχιστης ποσότητας IgND στον ορό φυσιολογικών ατόμων και σε αυξημένα επίπεδα σε ατοπικούς ασθενείς. Τόσο η ΙgΕ όσο και η IgND, μετά από συνεργασία και των δύο ερευνητικών ομάδων, συνομολογήθηκε ότι επρόκειτο περί της ιδίας ανοσοσφαιρίνης, για την οποία επικράτησε τελικά ο όρος IgE.


Οι δερματικές δοκιμασίες

Τις πρώτες δερματικές δοκιμασίες για τη διάγνωση της αλλεργίας εισήγαγε ο Charles Blackley, ο οποίος τις εφάρμοσε πρώτα στον εαυτό του.

Η τεχνική της ενδοδερμικής αντίδρασης που πρότεινε ο Mantoux το 1908 και έκτοτε φέρει το όνομα του για τη διάγνωση της φυματίωσης, έγινε ευρύτατα αποδεκτή και εφαρμόσθηκε για τον έλεγχο ευαισθησίας στα αλλεργιογόνα.

Το σημαντικότερο σταθμό απετέλεσε το 1927, όπου ο Thomas Lewis περιέγραψε την ερυθρότητα (αγγειοδιαστολή), το λάμπον ερύθημα και την εξοίδηση (πομφό) στην ισταμίνη που απελευθερώνεται τοπικά κατά την ειδική αντίδραση προς διάφορα αλλεργιογόνα, γνωστή ως “τριπλή απάντηση του Lewis”. Σήμερα γνωρίζουμε ότι το λάμπον ερύθημα δεν οφείλεται στην ισταμίνη, αλλά στα απελευθερούμενα κατά την αντίδραση νευροπεπτίδια.


Η ανοσοθεραπεία

Το 1907 ο Alexandre Besredka, εργαζόμενος στο Ινστιτούτο Pasteur στο Παρίσι, ανακάλυψε ότι ευαισθητοποιημένοι ινδόχοιροι σε ίππειο ορό ήσαν προστατευμένοι από το αναφυλακτικό shock, εάν τους εχορηγούντο προηγουμένως μικρές μη θανατηφόρες δόσεις ορού.

Το φαινόμενο ονομάσθηκε αντι-αναφυλαξία, πάνω δε στην ανακάλυψη αυτή βασίστηκε η εφαρμογή στον άνθρωπο της ταχείας απευαισθητοποίησης τύπου Besredka.

Με το σκεπτικό ότι επανειλημμένες χορηγήσεις εκχυλισμάτων γύρεων θα μπορούσαν να ωφελήσουν υπερευαίσθητα άτομα, ο Leonard Noon (1877-1913) στο Λονδίνο το 1911 εισήγαγε με επιτυχία την ειδική ανοσοθεραπεία σε περιπτώσεις εαρινού κατάρρου, σε συνεργασία με τον John Freeman (1877-1962). Για την τιτλοποίηση των εκχυλισμάτων τους πρότειναν τη “μονάδα Noon” που ισοδυναμεί στο 1/1000 της ποσότητας αλλεργιογόνου που μπορεί να εκχυλισθεί από 1 mgr ξηράς γύρης.

Το 1916 ο Αμερικανός πρωτοπόρος στην Αλλεργιολογία Robert Cooke (1880-1960) υιοθέτησε τη μονάδα πρωτεϊνικού αζώτου (PNU) για την τιτλοποίηση των αλλεργικών εκχυλισμάτων και βελτίωσε την τεχνική της ειδικής ανοσοθεραπείας που έμελλε να γίνει το μεγαλύτερο βιολογικό πείραμα του αιώνα στον άνθρωπο.

Τα καλύτερα συμπληρώματα διατροφής για τις αλλεργίες

Πατήστε, εδώ, για να παραγγείλετε τα καλύτερα συμπληρώματα διατροφής για τις αλλεργίες

Η καθοδήγηση για την επιλογή των ποιων συμπληρωμάτων διατροφής, από τα ανωτέρω, είναι κατάλληλα  για την ασθένειά σας θα γίνει σε συνεννόηση με τον θεράποντα ιατρό.

Print Friendly, PDF & Email
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Εκπαίδευση ασθενών με αυτισμό

Εκπαίδευση ασθενών με αυτισμό. Διευκολύνετε και βοηθήστε τα άτομα με τα άτομα με Αυτισμό Η Διαταραχή Αυτιστικού Φάσματος είναι οι δυσκολίες σε άτομα τα οποία...

ΔΗΜΟΦΙΛΗ